Μνήμη ενός «άξιου ανθρώπου»
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Λουίς Σεπούλβεδα (4 Οκτωβρίου 1949-16 Απριλίου 2020)
«με το χαμόγελο της στρατευμένης αισιοδοξίας πάντα στα χείλη»
Λ.Σ.
Πολιτικός και οικολογικός ακτιβιστής, αλλά και σκηνοθέτης, δημοσιογράφος, χαρισματικός αφηγητής και ασύγκριτος παραμυθάς, ο αέναα στρατευμένος από το Οβάγιε της Χιλής ακολούθησε με συνέπεια, στο μάκρος μιας ζωής, το όραμα ενός δικαιότερου κόσμου.
Η πολιτική, κοινωνική και οικολογική του στράτευση χρωματίζει τόσο τα πολιτικά, ταξιδιωτικά-οικολογικά του άρθρα όσο και τα μυθιστορήματα ή τα παραμύθια για μικρούς και, κυρίως, για μεγάλους. Μυθοπλασίες, αλληγορίες, αναμνήσεις ή άρθρα, ευφρόσυνα και ανάλαφρα όλα τους, ακόμα κι όταν περισσεύει ο ζόφος, διακρίνονται από την άψογη τεχνική του ύφους του.
Πρωταρχική πηγή του συγγραφέα Σεπούλβεδα παραμένει η καυτή εμπειρία και η καταγραφή της πραγματικότητας στα αγαπημένα του σημειωματάρια Moleskine. Οι έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους Ινδιάνους Σουάρ προσφέρουν το υλικό για το πρώτο του πεζογράφημα [Ενας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1993)], οι εμπειρίες με τα πλοία της Greenpeace τροφοδότησαν το οικολογικό μυθιστόρημα Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1994) για το κυνήγι των φαλαινών και οι ταξιδιωτικές σημειώσεις του το θρυλικό Patagonia express (1996).
Εκτοτε, απλώθηκε άπληστα σε κάθε είδος λόγου και η ειδολογική ταξινόμηση των βιβλίων του είναι μάλλον δύσκολη. Συχνά τα ίδια γεγονότα αναπλάθονται με άλλο τρόπο, η αυτοβιογραφία γίνεται μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα εκβάλλει στο χρονικό.
Ετσι προκύπτουν, από τη μια μεριά, οι σχεδόν αμιγείς δημοσιογραφικές συλλογές του [άρθρα καταγγελίας της δικτατορίας στην Τρέλα του Πινοτσέτ (2003) ή μορφών της παγκοσμιοποίησης στο Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (2004)], ενδιάμεσα κινούνται οι συλλογές με χρονικά, ταξιδιωτικά, πολιτικά κείμενα, αλλά και διηγήματα [Χρονικά του Περιθωρίου (2000), Ιστορίες από δω και από κει (2012) ή και το φωτογραφικό οδοιπορικό Τελευταία νέα από το Νότο (2012)] και, από την άλλη, οι σαφώς μυθοπλαστικές συλλογές των σοβαρών πολιτικών διηγημάτων [Το λυχνάρι του Αλαντίν (2009)] ή των πιο χιουμοριστικών της συλλογής Ο μουγκός Ουζμπέκος και άλλες ιστορίες παρανομίας (2015), όπου με γκροτέσκα διάθεση προσεγγίζεται η επαναστατική διάθεση της νεολαίας του 1970.
Αρτια η συλλογή Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998) αποτελεί ένα καλειδοσκόπιο όλων των αφηγηματικών τρόπων που χειρίζεται ταχυδακτυλουργικά ο ικανότατος αφηγητής. Οσο για τα συνεργατικά, με τον Μάριο Δελγάδο Απαραΐν, Χειρότερα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ (2006), αυτά αποτελούν μιαν ανελέητη σάτιρα της αμερικανικής πολιτικής και ιστορίας, το ιοβόλο βλέμμα της οποίας μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτό των Μπόρχες - Κασάρες.
Ανθρωπολογικά πολιτικός και έντονα υπαρξιακός, παραμένει και ο πυρήνας των μυθιστορημάτων του με τις νουάρ αποχρώσεις. Από την τελευταία αποστολή ενός επαγγελματία εκτελεστή [Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1997)] και τις δίδυμες νουβέλες μυστηρίου [Hot Line. Γιακαρέ (1998)] ώς τη βαθιά πολιτική Σκιά του εαυτού μας (2009), ο Σεπούλβεδα χτίζει πάντα τις ιστορίες του γύρω από ηθικά διλήμματα και ερωτήματα, αφήνοντάς τα, όπως κάνει η καλή λογοτεχνία, αναπάντητα.
Ετσι συμβαίνει και στην περίπτωση του Χουάν Μπελμόντε, εν πολλοίς alter ego του συγγραφέα, που πρωτογνωρίσαμε στο Ονομα ταυρομάχου (1995), να κυνηγά, μετά την πτώση του Βερολίνου, έναν θησαυρό των ναζί, και τον ξανασυναντήσαμε πρόσφατα στο αφιερωμένο στη σύντροφο και συναγωνίστρια του Σεπούλβεδα, ποιήτρια Κάρμεν Γιάνες, Τέλος της ιστορίας (2017), όπου ο παλαίμαχος Χιλιανός αντάρτης επανέρχεται στη δράση την εποχή του Πούτιν για να σκοτώσει έναν βασανιστή της Χούντας.
Τέλος, η αθεράπευτα ρομαντική ευαισθησία του διοχετεύτηκε με επιτυχία σε ηθικές παραβολές και οικολογικά παραμύθια. Με την ιστορία του γάτου Ζορμπά που μεγαλώνει ένα ορφανό γλαρόπουλο [Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει (1997)], την περιπέτεια του γάτου με την ελληνική κατατομή [Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ (2013)] και τον ανήσυχο σαλίγκαρο Αντάρτη [Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας (2013)] ή τον γερμανικό ποιμενικό [Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό (2016)], ο Σεπούλβεδα εμπλούτισε τη ζωολογική λογοτεχνία κι έφτασε στο σημείο να δώσει φωνή στον φυσητήρα Μάτσα Ντικ, τον ίδιο που ενέπνευσε τον Μέλβιλ, σε μιαν αλληγορία «για την εξέγερση όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτα» [Ιστορία μιας λευκής φάλαινας (2018)].
Αναμφίβολα πολυπρισματικό έργο, με φανερές ή υπόγειες ανταποκρίσεις ανάμεσα στα μέρη του, αποτέλεσμα ενός συνεκτικού συγγραφικού σύμπαντος που δεν σταμάτησε ποτέ να διαστέλλεται και να συστέλλεται. Καθώς η μνήμη ενεργοποιείται και η πυρετώδης συνείδηση καταγράφει την πραγματικότητα γύρω της, η αφήγηση της ατομικής ιστορίας συναντά τους συλλογικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο και μπορεί να συμπεριλάβει τα πάντα: από την ιστορία των Μαπούτσε ή το παλαιστινιακό ζήτημα ώς το ναυάγιο ενός πετρελαιοφόρου…
Ωστόσο, παρά τη χρονική και, κυρίως, τη γεωγραφική εξακτίνωση (από τη Γη του Πυρός ώς το Παρίσι, από την Αμαζονία ώς τη Μόσχα), συχνά ο Σεπούλβεδα επιστρέφει στην αφετηρία του, στο δικό του εδώ και τώρα. Με το βλέμμα στη σύγχρονη μεταδικτατορική Λατινική Αμερική που αναζητά τον βηματισμό της, θυμόταν και έγραφε για πάντα σημαδεμένος με το «συλλογικό όνειρο» της διακυβέρνησης του Αγιέντε και την παρακαταθήκη του.
Εξάλλου, από τον σύντροφο Γκιμαράες Ρόσα έμαθε πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», κι έτσι, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει κατά της «απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης», αφενός γιατί πίστευε στη δύναμη των λέξεων («όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται»), αφετέρου για να καλλιεργήσει τη μνήμη του και να διασώσει από τη λήθη ένδοξους συντρόφους «που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες».
Σε ένα από τα πιο προσωπικά κείμενά του αναθυμάται τα λόγια του φυλακισμένου παππού του: «Ορκίζομαι να ζήσω, όχι για να δω το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης, αλλά για να διαβάσω τον Κιχώτη στα εγγόνια μου. Κράτησα τον όρκο μου και θέλω να κάνεις και εσύ το ίδιο!» Νομίζω έκανε πολύ περισσότερα, όπως τουλάχιστον δείχνει η μεγάλη ανταπόκριση των κειμένων του, μέρος ήδη μιας παγκόσμιας κουλτούρας αντίστασης στην ισοπεδωτική επέλαση της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας.
● Τέλος, όλοι μας οφείλουμε χάριτες στην αφοσίωση των εκδόσεων opera και την αυταπάρνηση με την οποία ο μεταφραστής του, Αχιλλέας Κυριακίδης, μετέφερε άψογα υποσημειωμένα και επαρκώς υπομνηματισμένα σε αστραφτερά ελληνικά όλα (τη εξαιρέσει ενός που οφείλεται στη φροντίδα της Ελένης Χαρατσή) τα βιβλία του Χιλιανού ομοτέχνου του.