Κερδίζοντας την αθανασία ως WC
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Οι πολίτες δεν χρειάζεται να δημιουργούν. Αρκεί να ψευτοδουλεύουν και να ψευτοζούν. Και οι κάθε λογής υπεύθυνοι να κατακλέβουν τον κόσμο.
Στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τους «Γιατί Αποτυγχάνουν τα Έθνη», ο Daron Acemoglu και ο James A. Robinson, αποθησαυρίζουν μια διήγηση του ρωμαίου ιστορικού Σουητώνιου: Επί αυτοκρατορίας Βεσπασιανού –γράφει ο Σουητώνιος- κάποιος άντρας επινόησε έναν μηχανισμό που θα έριχνε δραματικά το κόστος της μεταφοράς κιόνων στο Καπιτώλιο. Ο εφευρέτης έγινε δεκτός σε ακρόαση από τον αυτοκράτορα και υπερήφανος τού ανέλυσε την καινοτομία του. «Και πώς θα ταΐζω μετά τον λαό;» τον ρώτησε ο Βεσπασιανός. «Τι εννοείτε;» έκανε ο εφευρέτης, ο οποίος προφανώς δεν σκάμπαζε από πολιτική. Ο αυτοκράτορας τού εξήγησε ότι υποχρέωση του κράτους ήταν να εξασφαλίζει εργασία στους πολίτες –ακόμα και την πιο πληκτική και ανώφελη εργασία- και να τους αμείβει για αυτήν. Εάν η μεταφορά των κιόνων με τον προτεινόμενο, ρηξικέλευθο, τρόπο απαιτούσε λιγότερα εργατικά χέρια, το αποτέλεσμα θα ήταν ανεργία, κοινωνική αναταραχή και δεν συμμαζεύεται. Έτσι, ο αυτοκράτορας όχι απλώς δεν εφάρμοσε την ιδέα του εφευρέτη αλλά τον διέταξε να την ξεχάσει και ο ίδιος, καθώς έθετε σε κίνδυνο την δημόσια ασφάλεια.
Σάμπως η λύση στα δεινά μας να είναι η αφαίρεση απλώς ενός γράμματος, του νι, από τη λέξη «ανεργία». Ώστε να γίνει αεργία, βίος ραχατλίδικος και τρυφηλός.
Η παραπάνω μικρή ιστορία έρχεται από τα βάθη του χρόνου για να συνοψίσει την τραγωδία της δικής μας Μεταπολίτευσης.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ελλάδα διέθετε έναν ανεπτυγμένο παραγωγικό ιστό. Βιομηχανίες που παρήγαγαν από σεντόνια μέχρι τηλεοράσεις, ακόμα και αμαξώματα αυτοκινήτων. Γεωργία που υπερκάλυπτε την εγχώρια ζήτηση. Τριτογενή τομέα –παροχή υπηρεσιών- αντίστοιχο με το μέγεθος και με τις ανάγκες της κοινωνίας. Τα "made in Greece" προϊόντα προφανώς δεν ήταν τα καλύτερα του κόσμου – η κατανάλωση τους, για την ακρίβεια, ενθαρρυνόταν από τις κυβερνήσεις με την επιβολή υψηλών δασμών σε ότι το εισαγόμενο.
Με την ένταξη μας στην τότε ΕΟΚ –μετεξέλιξη της οποίας αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση- οι δασμοί καταργήθηκαν. Ο Έλληνας, ως καταναλωτής, στράφηκε ακαριαία προς τις γερμανικές τηλεοράσεις, τα ιταλικά μακαρόνια, τα γαλλικά σουτιέν. Για να καταλήξει –στο γύρισμα του αιώνα- να προμηθεύεται την επίπλωσή του αποκλειστικά σχεδόν από τη γνωστή σουηδική αλυσίδα. Τα ντόπια εργοστάσια, βιοτεχνίες, πλεκτήρια, το ένα μετά το άλλο κηρύσσονταν προβληματικά και τελικά έβαζαν λουκέτο. Το εργατικό δυναμικό -οι νέες κυρίως γενιές- απορροφούνταν από το ευρύτερο δημόσιο ή διοχετεύονταν στο εισαγωγικό εμπόριο και στην παροχή κάθε είδους υπηρεσιών. Η χώρα έχανε σταδιακά την ικμάδα της.
Δεν ισχυρίζομαι πως θα έπρεπε να έχουμε παραμείνει έξω από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το κύμα της παγκοσμιοποίησης θα μας έπνιγε έτσι κι αλλιώς, μερικά χρόνια αργότερα. Είδη από την Άπω Ανατολή -και από όπου αλλού παιδιά και ενήλικες δουλεύουν υπό εφιαλτικές συνθήκες- θα φλόμωναν την ελληνική αγορά. Εκτός πια και αν επιλέγαμε την απόλυτη οικονομική και πολιτική απομόνωση... Αυτό που λέω είναι πως η ντόπια παραγωγική δραστηριότητα θα έπρεπε εγκαίρως να έχει εκσυγχρονιστεί. Να έχει αναπροσανατολιστεί. Να έχει βρει για τον εαυτό της έναν ρόλο ανταγωνιστικό στη διαφαινόμενη καινούργια τάξη πραγμάτων.
Αλλά πού έδαφος για τέτοιους τότε προβληματισμούς; Τα ευρωπαϊκά πακέτα κατέφθαναν και ξεκοκαλίζονταν, τα γεωργικά προϊόντα επιδοτούνταν αβλεπί για να θάβονται και οι αγρότες κινητοποιούνταν απαιτώντας τη διαιώνιση ατελέσφορων και καταστροφικών για το περιβάλλον καλλιεργειών όπως το μπαμπάκι – «όλα τα λεφτά, όλα τα κιλά!»... Οι Δημόσιες υπηρεσίες το αγαπημένο παιχνίδι των πολιτικών. Σου εξασφαλίζω ένα μισθό στο Δημόσιο με αντάλλαγμα την αιώνια υποστήριξη σου. Το πνεύμα του Βεσπασιανού θριάμβευε. Οι Έλληνες απολάμβαναν –εν πλήρει συγχύσει αθώοι- μιαν προσομοίωση ευμάρειας και οι ηγεσίες τους βολεύονταν. Κάθε απόπειρα εξυγίανσης του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος ήταν εξαρχής δονκιχωτική.
Αποτελεί ειρωνεία της τύχης το γεγονός πως ότι έχει πιο επείγουσα ανάγκη η πατρίδα, αυτό και χλευάζει μια κρίσιμη μάζα συμπολιτών μας, περισσότερο παρά ποτέ...
Ακόμα και αν ο Κώστας Σημίτης το εννοούσε να μεταμορφώσει την Ελλάδα των πελατών σε Ελλάδα των πολιτών, το όραμά του σύντομα εκφυλίστηκε, έγινε καπνός πανάκριβων πούρων που κάπνιζαν κάθε λογής στελέχη και μεσάζοντες. Και όλοι οι υπόλοιποι έκλεβαν ασυστόλως.
Ακόμα και αν ο Κώστας Καραμανλής ονειρευόταν να επανιδρύσει το κράτος, το μόνο που κατάφερε ήταν να εκτινάξει το χρέος και το έλλειμμα.
Η ατζέντα του Γιώργου Παπανδρέου περιελάμβανε μια σειρά από ενδιαφέρουσες και αναγκαίες καινοτομίες: Ανοιχτή διακυβέρνηση, πράσινη ανάπτυξη, φαστ τρακ επιχειρηματικότητα. Καλούμενος να κυβερνήσει ο ΓΑΠ υπό συνθήκες κατάρρευσης, πελάγωσε, έφαγε αμέτρητες τρικλοποδιές από τους «δικούς του», βλέπε Βενιζέλος, και συμπαρέσυρε στην άγαρμπη πτώση του και τις ιδέες του. Οι Έλληνες πίστεψαν πως κάθε καινοτομία εκπορεύεται από τρικυμισμένους νόες «κηπουρών» και είναι ασύμβατη με το κλίμα μας.
Οι διάδοχες κυβερνήσεις έθεταν το αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής επανεκκίνησης σε ολοένα και πιο χαμηλή προτεραιότητα. Μέχρι και σήμερα, παραμένει απελπιστικά δύσκολο να ξεκινήσεις στην Ελλάδα μια εταιρεία. Κι ακόμα περισσότερο να την κλείσεις. Μέχρι και σήμερα, το φορολογικό σύστημα παραμένει βυζαντινοπρεπές, η απονομή της δικαιοσύνης σέρνεται στο χρόνο, τα πανεπιστήμια θεωρούνται από σημαντική μερίδα του πολιτικού κόσμου κέντρα άσχετων διερχομένων...
Αποτελεί ειρωνεία της τύχης το γεγονός πως ότι έχει πιο επείγουσα ανάγκη η πατρίδα, αυτό και χλευάζει μια κρίσιμη μάζα συμπολιτών μας, περισσότερο παρά ποτέ.
Πως σε ότι έλπιζαν ατομικά εκατομμύρια Έλληνες συμπληρώνοντας μανιωδώς τζόκερ –σε ένα τζακ ποτ- στο ίδιο, επενδύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και συλλογικά: Στην ανακάλυψη πλουσιότατων κοιτασμάτων, που θα μας καταστήσουν Άραβες της Μεσογείου, επανορθώνοντας τις ιστορικές εις βάρος μας αδικίες. Στο μάννα όχι εξ' ουρανού αλλά εκ βυθού, που δεν θα μας καλεί παρά να το απολαύσουμε. Σάμπως η λύση στα δεινά μας να είναι η αφαίρεση απλώς ενός γράμματος, του νι, από τη λέξη «ανεργία». Ώστε να γίνει αεργία, βίος ραχατλίδικος και τρυφηλός.
Και απορώ, γιατί όλοι αυτοί σίγουρα θα έχουνε γύρω τους κάποιο περιβάλλον, κάποιους φίλους, κάποια οικογένεια. Να μην τους λένε τίποτα; Να μην καταλαβαίνουν, δηλαδή, ότι η εξουσία είναι τόσο πανίσχυρη και τους παρασύρει; Λοιπόν, δεν υπολογίζουν κανέναν.
Και η ιστορία της τυραννίας ποιά είναι; Όποιος δεν συμφωνεί με τη δικιά σου εξουσία, του κόβεις το κεφάλι. Ας θυμηθούμε τον Ριχάρδο τον Τρίτο, και όχι μόνο…
«Και τι θα τρώει ο λαός;» αποστόμωσε δήθεν ο αυτοκράτορας τον εφευρέτη, λέγοντας με άλλα λόγια πως ο λαός δεν χρειάζεται να δημιουργεί. Αρκεί να ψευτοδουλεύει και να ψευτοζεί. Και όταν εξαιτίας του τέλματος, στο οποίο είχε περιέλθει η ρωμαϊκή οικονομία, άδειασαν και τα δικά του τα ταμεία, τι σκαρφίστηκε ο Βεσπασιανός; Να φορολογήσει τις δημόσιες τουαλέτες. Έτσι και κέρδισε –κατά μιαν άποψη- την αθανασία.
Ομοίως και οι κ.κ. Γ. Θωμάκος με τον Βαγ. Αυλίτη: Ως WC.-
Στον Μακρυγιάννη αποδίδεται μια απολύτως διαφωτιστική φράση: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάολο η Ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, -Χιωτάκης- ας φάμε κι εμείς τώρα!»