Συμφορά απ’ το μυαλό να φάνε και οι κότες
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
«Μιλάω στους τοίχους»
(Ζακ Λακάν)
Όχι, δεν είναι μόνον η υπερβολική θρησκευτική λατρεία η παιδική ασθένεια του ντεμέκ θρησκευτισμού, αλλά και η αφέλεια είναι η παιδική ασθένεια της αυταπάτης. Κι ακόμα χειρότερο, η αφέλεια εξαιτίας του περισσού μυαλού, όπως έλεγε στο διάσημο θεατρικό του έργο ο Γκριμπογέντοφ. Ο αφελής αυταπατάται και δεν το αντιλαμβάνεται, ακόμη και όταν είναι ευφυής. Ο ντεμέκ θρησκευτιστής δεν το παραδέχεται, ενώ είναι ήδη ο κνίτης που θα γίνει, πριν μετεξελιχθεί σε νεοδημοκράτη.
Βλέποντας στο διαδίκτυο την αφέλεια ως διαμαρτυρία, αρχίζω να πείθομαι ότι πρόκειται για φυσικό προϊόν: μια βιολογική λειτουργία που προάγεται σε κοινωνικό προσόν. Το βέβαιο είναι, ότι τα αποτελέσματά της εγγράφονται (με ορμονικό τρόπο) σε ό,τι ονομάζεται ακόμη «τοπική πολιτική». Βέβαιο επίσης είναι, ότι η αφέλεια επιτελεί εκ των υστέρων αυτό που η διορατικότητα προορίζονταν να πράξει εκ των προτέρων. Έτσι αντιλαμβάνομαι (εκ των προτέρων) την overkilling προεκλογική, έχει ήδη ξεκινήσει, Θωμάκου που ελπίζω να μη συνεχιστεί σαν την επαναληπτική καραμπίνα που ενώ μηδενίζει τις επιπλοκές της, εκπυρσοκροτεί στα χέρια του κυνηγού.
Οι λόγοι της ήττας του Θωμάκου έχουν αναλυθεί επί μακρόν. Στο διαδίκτυο μάλιστα κάτω από τη φωτογραφία του Θωμάκου εμφανίζει την κακοήθη λεζάντα «Ο τσαρλατάνος κατά της Κηφισιάς». Ασφαλώς όχι τσαρλατάνος. Ούτε και Ευφυής, αυταπατώμενος όμως από την εικόνα του; Δεν θα όφειλε να ελέγξει τις αυταπάτες του; Και δεν θα έπρεπε να περιορίσει όσους δημοπρατούν την εικόνα του στα αδηφάγα τοπικά Μέσα, δηλ εφημερίδες; (Σε σποτ με τον Θωμάκο να μιλά πίσω από ένα γραφείο σε περιβάλλον θεούσας με μπουαζερί στους τοίχους και ακριβές κουρτίνες, δίνει το στίγμα αυτού που θέλω να πω). Ας αναζητούσε στο χαμένο χρόνο της τετραετίας τις χαμένες ψευδαισθήσεις του, χωρίς υποχρεωτικά να έχει διαβάσει ούτε τον Προυστ ούτε τον Μπαλζάκ. Στον Προυστ, ο χρόνος ξανακερδίζεται στο τέλος, πεθαίνοντας. Στον Μπαλζάκ όμως, οι ψευδαισθήσεις οφείλουν να παραμένουν χαμένες, μήπως και ο χρόνος ξανακερδηθεί, αλλά στη λογοτεχνία.
Ο Θωμάκος δεν είναι ο «Λαός» που όπως έλεγε ο Μπάμπης –για άλλο λόγο βέβαια- Δρακόπουλος «έχει δικαίωμα να κάνει και λάθος.» Ο Θωμάκος δεν είναι ο ηγέτης του 3%. Δεν είναι ούτε ο αμφιταλαντευόμενος ψηφοφόρος η «πολυσθένεια» του οποίου τον κάνει να είναι «πολλοί ασθενείς μαζί». Αλλά ούτε και Λαός είναι οι ψηφοφόροι του. Ο Θωμάκος είναι όλα τα πρόσωπα της θρησκευόμενης τίποτα «ασθένειας», των πλεονεκτημάτων και των δεινών της, που γέρασαν σε μια νύχτα. Αναγνωρίζει υποθέτω, το περιεχόμενο και τα προβλήματα της έννοιας «Λαός» από την θεωρία. Υπενθυμίζω: εξαρτάται από την σχεσιακή ταυτότητά του με την οικονομία. Και προφανώς θα ψήφιζε διαφορετικά ο Λαός, εάν η καθοδήγηση ήταν άλλη. (Θα ψήφιζε έτσι κι αλλιώς γιατί ταυτίζεται με τον εκάστοτε αρχηγό που τον συμφέρει). Εάν ο Γιώργος Θωμάκος προέβλεπε το μέγεθος της ήττας, που οσονούπω έρχεται, σε ένα ποσοστό, ακόμη και στρατηγικά δεν έπρεπε να εμφανίζεται ως υπεραισιόδοξος. Υποθέτω ότι η περίοδος μετά τις εκλογές, θα διακριθεί για τον αναστοχασμό που επιβάλλεται. Τι θα πει όμως αναστοχασμός στην πολιτική; Όσοι είναι εκτός πολιτικής, το αναγνωρίζουν: ο Βασίλης Βάρσος, ο Νίκος Χιωτάκης που κάθισε ακόμη 2 τετραετίες μπας και αλλάξει το φύλλο.
Εάν δεν «παγώσουμε» το πλάνο, όπως ο Αντονιόνι στο «Blow up», δεν θα δούμε το πτώμα πίσω απ’ τα ξερόκλαδα. Δεν θα εννοήσουμε τη σημασία της εισβολής της «ορμής του θανάτου» στο ισοζύγιο πληρωμών της τοπικής έστω πολιτικής. Οι Αριστεροί ποιητές της ήττας (Αναγνωστάκης, Λεοντάρης) αθετώντας την αφελή αισιοδοξία του κόμματος και κρατώντας την απαισιοδοξία της ποίησής τους, κατάλαβαν ότι το «Αυτοί οι στίχοι μπορεί να είναι και οι τελευταίοι», δεν είναι τραγούδι της ταβέρνας, αλλά αποτέλεσμα του αντιθετικού ζεύγματος Ζωή- Θάνατος. Ναι, «υποφέρουμε εδώ», λέει αυτή η ποίηση. Συγχρόνως όμως λέει «ευχαριστιόμαστε αλλού».
Η σημασία της «ορμής του θανάτου» καταγράφεται από τον Μπένγιαμιν και με την αλληγορία ενός «κειμένου»: «Εάν είμαστε έτοιμοι να θεωρήσουμε την Ιστορία ως ένα κείμενο, μπορούμε να πούμε γι’ αυτήν ό,τι ένας μοντέρνος συγγραφέας είπε για το λογοτεχνικό κείμενο: το παρελθόν έχει καταθέσει σ’ αυτήν εικόνες που θα μπορούσαν να συγκριθούν με εκείνες που αποτυπώνονται στη φωτογραφική πλάκα. Αλλά μόνο το μέλλον διαθέτει φωτογραφικά μηχανήματα αρκετά ισχυρά για να εμφανίσουν την εικόνα με όλες τις λεπτομέρειες». Στο κείμενο αυτό, έχει συμβεί ήδη το αποσιωπημένο παρελθόν που απέτυχε (η επανάσταση πίσω απ’ τα ξερόκλαδα). Εμφανίζονται όμως και οι ιστορικές στιγμές που αναγγέλλονται και που συγχρόνως διαγράφονται ως προοπτικές από την επίσημη ιστοριογραφία.
Την ανάγκη της διεύρυνσης των σημασιών, όπως για παράδειγμα η παρένθεση της σημασίας της ορμής του θανάτου, δεν θα μπορούσαμε να την αποκρύψουμε, ούτε και να μην τη χαρακτηρίσουμε ως την αποκατάσταση μιας προγενέστερης κατάστασης που επιστρέφει δαιμονικά («Πέραν της Αρχής της Ευχαρίστησης»). Το αποσιωπημένο παρελθόν Θωμάκου, μιμείται τον βηματισμό του διάσημου κειμένου του Φρόιντ που «δεν σταματά να πορεύεται χωρίς να προχωρά» και σκιαγραφεί σε τακτά διαστήματα ένα επιπλέον βήμα χωρίς να κερδίζει σπιθαμή εδάφους». Εξού, και το σατανικό ανέκδοτο «Η αρραβωνιαστικιά μου ποτέ δεν χάνει ραντεβού μαζί μου, γιατί τη στιγμή που θα το χάσει, δεν θα είναι πλέον αρραβωνιαστικιά μου». Τώρα, εάν ο Αυλίτης στο tik-tok είναι ο μπαμπάς της διπλανής πόρτας με την κόρη του και, αν ο Θωμάκος επαναλαμβάνει δαιμονικά το «ως εκ τούτου, ως εκ τούτου» που ακούστηκε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα του προεκλογικού γραφείου, δεν με ενδιαφέρει.-