ενημέρωση 1:49, 19 September, 2026

Ο χορός των ψευδαισθήσεων

"Μέσα από  τη δική του,μικρή ιστορία,κάθε άνθρωπος 
μαθαίνει να αντιστέκεται, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται, να ελπίζει."
 Γράφει η Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
Ο  βραβευμένος συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το  βιβλίο του  "Ο χορός των ψευδαισθήσεων",που βρίσκεται από τις 2 Απριλίου στα βιβλιοπωλεία( εκδόσεις Ψυχογιός). Μετά  τις "Μέρες Αλεξάνδρειας",συμπλήρωσε με το "Φιλμ Νουάρ" και την "Άρια,ο κόσμος από την Αρχή" μια τριλογία για τον κοσμοπολιτισμό,ταξιδεύοντάς μας αναγνωστικά σε άλλες εποχές,ενώ με το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, παρέα με τον Αλμπέρ Καμύ,τελειώνει,όπως ο ίδιος λέει, τον κύκλο  που τον εντάσσει στους κλασικούς συγγραφείς της γενιάς του.
 

"Σήμερα αφήνω πίσω μου τον διεθνικό αυτό σύμπαν, για να επιστρέψω στο μοντέρνο κόσμο και να αναμετρηθώ μαζί του ως συγγραφέας της νέας χιλιετίας,είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα.

Η πικρή γεύση που άφησαν τα τελευταία χρόνια με την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού ονείρου αλλά και η ανεπίστρεπτη νιότη μιας ολόκληρης χώρας που θα νοσταλγούμε εφεξής, αποτελούν τον αφηγηματικό μίτο στο νέο μου μυθιστόρημα. Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα δεν έχει να επιδείξει μεγαλειώδεις κόσμους, διαθέτει ωστόσο τη δική της μυθιστορηματική δυναμική. Η  γοητεία της σύγχρονης λογοτεχνίας συνίσταται στο γεγονός  ότι μπορεί να δώσει σε μια παρέα απλών ανθρώπων επικό ανάστημα ισάξιο ενός Αγαμέμνονα ή ενός Άμλετ. Στο νέο μου μυθιστόρημα δεν αναζητώ μόνο καινούργιους μύθους αλλά και νέα εκφραστικά μέσα και μέσα από όλα αυτά την εξέλιξή μου ως μυθιστοριογράφου. 

Με αφορμή την κυκλοφορία του "Χορού των Ψευδαισθήσεων",ο Δημήτρης Στεφανάκης,εξηγεί:

"Κατά κάποιον τρόπο κουράστηκα να δημιουργώ μεγαλεπήβολους κόσμους, πίσω από τους οποίους κρύβονται ένα σωρό σχόλια για το σήμερα, αποφάσισα δηλαδή να αναμετρηθώ μετωπικά με την εποχή μου και να (απο)δείξω ότι κυρίως είμαι ένας συγγραφέας του σήμερα, αυτό ήταν το βασικό μου κίνητρο.Αυτό το βιβλίο θα έχει και συνέχεια, όσον αφορά το πλαίσιο που θα κινηθώ και στα επόμενα ,προσπαθώ δηλαδή να αρχικά να οικοδομήσω έναν μύθο για την ίδια την Αθήνα ως Μητρόπολη, αλλά πέρα από αυτό να δω το σήμερα, την Ελλάδα του σήμερα, τους Έλληνες, τους ανθρώπους που ζουν δίπλα μου, να μπορέσω να δώσω στον αναγνώστη να καταλάβει πώς αυτοί οι άνθρωποι εξελίχτηκαν αυτές τις δύο δεκαετίες, μέσα από αυτές τις καταιγιστικές αλλαγές.
 
Η εποχή του ’90 είχε κάτι από τη ρομαντική εκδοχή της ζωής, δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχε υπολογιστής σ’ αυτόν τον βαθμό, δεν υπήρχε Facebook, Skype, η ζωή μας ήταν λιγότερο ,ψηφιακή, λιγότερο διαδικτυακή, ήταν πιο πραγματική.Όσον αφορά την εξέλιξη της μυθοπλασίας,πλέον αντιμετωπίζω την σύγχρονη Ελλάδα ως εμπειρία των δύο τριών προηγούμενων δεκαετιών. Πέρα από τις καταιγιστικές αλλαγές που είχαμε στην καθημερινότητά μας, βιώσαμε λίγο-πολύ τον πολιτισμό της πρώτης δεκαετίας του 2000 ο oποίος έφερε την απρόσμενη πτώση της δεύτερης δεκαετίας. Μέσα σ αυτό το κλίμα αμηχανίας, στο οποίο λίγο πολύ είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι, εγκλωβίζονται και οι δικοί μου ήρωες. Πρόκειται δηλαδή για παιδιά, για ανθρώπους που στη δεκαετία του ’90 ήταν φοιτητές, οραματίζονταν ένα λαμπρό μέλλον, χόρευαν λάτιν χορούς, το γλεντούσαν, κατά κάποιον τρόπο.

Η βασική ηρωίδα, η Έλια, είναι δασκάλα χορού, η οποία μετά τις σπουδές της έχει κάνει καριέρα στο εξωτερικό ,επιστρέφει στα δύσκολα χρόνια, τώρα, και προσπαθεί με τον αφηγητή ,το Μάνο Πιερίδη, να αναπληρώσει τα χαμένα βήματα του έρωτα, να εκπληρώσουν αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο της πρώτης μετεφηβικής ηλικίας. Κι αυτό το κάνουν μέσα από τα βήματα του Αργεντίνικου τάνγκο.Το μυθιστόρημα κινείται στο σήμερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με την κρίση, με την αμηχανία ενός ολόκληρου λαού, με τις δυσκολίες του, με κάποιες τραγικές επιπτώσεις, όπως είναι η αυτοχειρία του Αλεκίνου, του αινιγματικού ήρωα, αλλά ταυτόχρονα και πάνω σ΄ ένα πλαίσιο χορού. 
 
Ο χορός έχει μια πολύ μεγάλη σημασία σ΄ αυτό το βιβλίο, είναι μια δεύτερη γλώσσα ουσιαστικά, με την οποία πολλοί από τους ήρωες εκφράζουν τα μύχια συναισθήματά τους, μεταξύ των οποίων και τον έρωτα.Πιστεύω ότι ο άνθρωπος, πέρα από τα μείζονα γεγονότα της ιστορίας ,αν υποθέσουμε ότι η Κρίση είναι ένα μείζον γεγονός της Ιστορίας, έχει τη δική του μικρή ιστορία. Μέσα από αυτή τη μικρή ιστορία μαθαίνει να αντιστέκεται, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται, να ελπίζει.Μότο σ΄ αυτό το βιβλίο είναι το: «για ποιον αγαπάμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους». Στην πραγματικότητα, «για ποιον αντιστεκόμαστε, αν όχι για εμάς τους ίδιους», «για ποιον ζούμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους», «για ποιον γράφουμε, αν όχι για εμάς τους ίδιους»……..Ουσιαστικά, όλο αυτό οικοδομεί έναν κώδωνα κρούσης στον εσωτερικό μας κόσμο, κι αυτό είναι η λογοτεχνία.Η λογοτεχνία χρησιμοποιεί ένα φόντο πάντα.
 
Αλλά πέρα από αυτόν το φόντο πρέπει να χτίσει, να οικοδομήσει και τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Κι αυτό πρέπει να είναι καθαρό, ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση και ο αναγνώστης. Μέσα από αυτούς τους μικρόκοσμους των ηρώων βρίσκει στοιχεία για να εμπνευστεί και να ταυτιστεί και ο αναγνώστης και να προεκτείνει έτσι την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ένας συγγραφέας είναι ένα πεπερασμένο ον, δεν μπορεί να τα σκεφτεί όλα. Ο κάθε αναγνώστης σκύβει και βρίσκει και τα προσωπικά του αισθήματα μέσα σε ένα βιβλίο κι αυτό είναι και το δημιουργικό στοιχείο της ανάγνωσης .Η ανάγνωση δεν είναι απλά μια παθητική διαδικασία, στην πραγματικότητα ο αναγνώστης αναδημιουργεί ένα βιβλίο.
 
 
Δημήτρης Στεφανάκης
," Ο Χορός   των ψευδαισθήσεων"
εκδ.Ψυχογιός.
Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ζούμε στη χώρα των παραμυθιών. 

Ζούμε στη χώρα των παραμυθιών. Το σκεφτόμουν τη μέρα της παρουσίασης της βιογραφίας του Αλεκίνου σε γνωστό βιβλιοπωλείο του κέντρου έξι μήνες μετά το θάνατό του, κοιτάζοντας το γιγαντιαίο πανό που κοσμούσε την βιτρίνα,πλημμυρισμένη από τα αντίτυπα του βιβλίου. Παραμέρισα, για να διευκολύνω το τηλεοπτικό συνεργείο που κάλυπτε την εκδήλωση και άκουσα τον επικεφαλής να λέει: «Ζουμ στο Αλέξανδρος». 

Ύστερα,όλοι τους έσπευσαν στο κατάμεστο πατάρι όπου οι ομιλητές είχαν λάβει θέση στο πάνελ κι η οικογένεια της Αντωνίας είχε στρογγυλοκαθίσει στο πρώτο τραπέζι. Της ζήτησαν μια δήλωση κι εκείνη επανέλαβε αυτό που είχε πει πριν από μερικούς μήνες: «Όσοι νομίζουν ότι η υπόθεση του συζύγου μου θα μπει γρήγορα στο αρχείο δεν ξέρουν τι τους περιμένει».

8 Νοεμβρίου 2011. Ο Αλέξανδρος Σάντσας ή Αλεκίνος δίνει τέλος στη ζωή του διχάζοντας μια ολόκληρη χώρα που βρίσκεται ήδη σε κρίση. Ο Μάνος Πιερίδης, μέλος μιας παρέας στην οποία ανήκε ο αυτόχειρας, αναθυμάται στιγμές από την κοινή τους ζωή στη δεκαετία του ενενήντα. Η μνήμη του ψηλαφεί τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Έλια, τη νεαρή δασκάλα χορού, την πολυκύμαντη φιλία του με τον Σέργιο. Μέσα από μικρά και μεγάλα επεισόδια που οδηγούν στο σήμερα αναδεικνύεται το ψηφιδωτό χαρακτήρων ενός λαού που χόρεψε στον ρυθμό των ψευδαισθήσεων προτού βυθιστεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια.

Ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση.  

 

Παπαδημούλης: Ένα τρισεκ. θα κοστίσει ένα Grexit

«Η κυβέρνηση αξιοποιεί το ότι η ρήξη δεν συμφέρει»

«Η κυβέρνηση αξιοποιεί το ότι η ρήξη δεν συμφέρει κανέναν ώστε να πετύχει κάποιες σημαντικές βελτιώσεις», δήλωσε νωρίτερα ο Δημήτρης Παπαδημούλης, τονίζοντας μάλιστα ότι σήμερα δημοσιεύεται έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δείχνει ότι το κόστος ενός Grexit θα έφτανε στο 1 τρις ευρώ  

Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ είπε επίσης μιλώντας στο ραδιόφωνο του Alpha, ότι με σκληρή διαπραγμάτευση και αμοιβαίες υποχωρήσεις θα υπάρξει συμφωνία μέσα στον Απρίλιο.     

Αραβοϊσραηλινή συμμαχία για το χούμους

Ένας Εβραίος και ένας Παλαιστίνιος από την Ιερουσαλήμ αναζητούν τις γαστρονομικές τους ρίζες και ανακαλύπτουν ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πολλά. Γεννήθηκαν και οι δυο στην Ιερουσαλήμ το 1968, ένα χρόνο μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο που άλλαξε την γεωγραφία της περιοχής.
Ο Σάμι στην ανατολική μουσουλμανική πλευρά, ο Γιόταμ στην εβραϊκή. 

Στην γενέτειρα τους ως παιδιά δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ούτε γνώριζαν καν πόσα κοινά πράγματα μοιράζονταν. «Μια από τις αγαπημένες μας συνταγές είναι ένα απλό κους-κους με κρεμμύδι και ντομάτα που έφτιαχνε η μαμά του Σάμι», γράφουν ο Γιόταμ Οτολένγκι και ο Σάμι Ταμίμι στον κοινό τους πρόλογο για το καινούργιο τους βιβλίο μαγειρικής “Jerusalem”. Την ίδια στιγμή ο Ιταλός Εβραίος πατέρας του Γιόταμ έφτιαχνε στο δικό του παιδί ένα παρόμοιο πιάτο με πολύ μικρά ζυμαρικά, που όμως έμοιαζε πολύ με το  «σόρμπα» της εβραϊκής κουζίνας της Τρίπολης της Λιβύης, το οποίο μάλλον προέκυψε από το πάντρεμα των ιταλικών και αραβικών γεύσεων στη διάρκεια της ιταλικής κυριαρχίας στη Λιβύη, αρχές του 20ου αιώνα.

Μπερδεμένο; Μα ακριβώς αυτό είναι η Ιερουσαλήμ, λένε οι δυο φίλοι: «Πολύ προσωπικές ιστορίες μπλεγμένες με μεγαλειώδεις γαστρονομικές παραδόσεις, που συχνά αλληλοκαλύπτονται και αλληλεπιδρούν, δημιουργώντας συνδυασμούς που ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες αλλά ταυτοχρόνως και σε όλους τους άλλους».

Οι δρόμοι τους πάντως δεν συναντήθηκαν ούτε και στο Τελ Αβίβ, όπου με λίγα χρόνια διαφορά βρέθηκαν και οι δυο – ο Σάμι για να ξεφύγει από τα στενά όρια του μουσουλμανικού τομέα της παλιάς πόλης κι ο Γιόταμ για να σπουδάσει φιλοσοφία, τέχνη και συγκριτική λογοτεχνία.

Χρειάστηκε να μετακομίσουν στο Λονδίνο για να βρεθούν και να ξεκινήσουν τη συνεργασία τους - η οποία στην Αγγλία δεν προκαλεί καμία εντύπωση, στο Ισραήλ όμως θα ήταν αδιανόητη.
Αρχές της δεκαετίας του 2000 άνοιξαν το πρώτο “Ottolenghi”, το μοντέρνο μπακάλικο του Νότινγκ Χιλ. Ακολούθησαν άλλα τρία ντελικατέσεν, ένα μοδάτο εστιατόριο, το Nopi, και τρία βιβλία.

Το τελευταίο όμως, το “Jerusalem”, δεν είναι απλώς ένα βιβλίο με συνταγές εμπνευσμένες από την Μέση Ανατολή - υλικό έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρον. Είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν των συγγραφέων και στην πόλη των παιδικών τους χρόνων. Οι δυο τους δεν είναι οι μοναδικοί που ενώ μεγάλωναν δίπλα-δίπλα ποτέ δεν επικοινώνησαν – Άραβες και Εβραίοι δεν συζητούν.
«Στην περιοχή για την οποία μιλάμε, όλοι θέλουν να τα κατέχουν όλα», γράφουν στο βιβλίο τους.
«Όλοι παλεύουν με πάθος για το ποιος και τι ήρθε πρώτο».

«Μάταιος αγώνας», καταλήγουν, «γιατί πάντα μπορείς να πας πιο πίσω στον χρόνο». Και φέρνουν παράδειγμα μέσα από τις κουζίνες: Το χούμους αναμφισβήτητα είναι κομμάτι της γαστρονομικής παράδοσης των Παλαιστινίων. Υπήρχε όμως πάντα και στο τραπέζι των Εβραίων που ζούσαν επί χιλιετίες στην Συρία. Άρα αναρωτιούνται «ποιος έχει το δικαίωμα να λέει ότι το χούμους είναι δικό του. Κανείς. Γιατί πιθανότατα κάποιος άλλος το είχε μαγειρέψει πιο πριν». Γι’ αυτό ο Εβραίος Οτολένγκι και ο Παλαιστίνιος Ταμίμι θέλουν να φαντάζονται «ότι το χούμους τελικά θα φέρει κοντά τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, αν τίποτα άλλο δεν το καταφέρει»!

Υ.Γ.: Μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Λίγες μόλις μέρες μετά την ανάδειξη του Jerusalem ως ένα από τα καλύτερα μαγειρικά βιβλία του ’12 από τους Financial Times, ο Άραβας Ταμίμι κατήγγειλε ότι δεν κατάφερε να πείσει την ισραηλινή πρεσβεία στο Λονδίνο να του ανανεώσουν το διαβατήριο για να επισκεφθεί την γενέθλια χώρα, καλεσμένοι μαζί με τον Οτολένγκι, της Haaretz, της παλαιότερης ισραηλιτικής εφημερίδας. «Μετά από αυτό, πως  να σταθούμε μπροστά στις κάμερες και να μιλάμε  για γαστρονομία και συνύπαρξη», είπαν οι δυο συνεργάτες σε συνέντευξη τους στην Haaretz.

Το χούμους της Ιερουσαλήμ

Και μιας και ο λόγος για την ενωτική δύναμη  του χούμους, ορίστε η συνταγή από το Jerusalem για ένα χούμους απαλό και πλούσιο σε ταχίνι. Διατηρείται τρεις μέρες στο ψυγείο και για να το απολαύσεις αρκεί να τα απλώσεις σε ένα πιάτο, να το «βρέξεις» με φρέσκο ελαιόλαδο και να το συνοδεύσεις  με τραγανές πιτούλες.

  • 250 γρ. ρεβίθια που έχουν μουλιάσει σε κρύο νερό τουλάχιστον όλο το βράδυ
  • 1 κουταλάκι του γλυκού μαγειρική σόδα
  • 270 γρ. ταχίνι
  • 4 κουταλιές της σούπας χυμό λεμονιού
  • 4 σκελίδες σκόρδο λιωμένες
  • 100 ml παγωμένο νερό
  • αλάτι

Στραγγίζεις τα ρεβίθια που μαλάκωναν όλο το βράδυ στο νερό. Βάζεις μια κατσαρόλα σε δυνατή φωτιά και ρίχνεις τα ρεβίθια και την σόδα. Τα μαγειρεύεις για 3 λεπτά περίπου ανακατεύοντας συνεχώς. Προσθέτεις 1½ λίτρο νερό και τα αφήνεις να πάρουν βράση. Τα μαγειρεύεις ξαφρίζοντας όσο χρειάζεται. Θα χρειαστούν γύρω στα 40 λεπτά ή και περισσότερο, ανάλογα με από το πόσο φρέσκα είναι. Είναι έτοιμα όταν μαλακώσουν τόσο ώστε να σπάνε όταν τα πιέσεις με τα δάχτυλα.

Τα στραγγίζεις και τώρα το βάρος τους πρέπει να είναι γύρω στα 600 γραμμάρια. Τα πολτοποιείς στο μπλέντερ να γίνουν μια σφιχτή πάστα. Ενώ δουλεύει το μπλέντερ προσθέτεις το ταχίνι, το χυμό του λεμονιού, το σκόρδο και 1½ κουταλάκι αλάτι. Στο τέλος, ρίχνεις σιγά-σιγά το παγωμένο νερό, μέχρι να γίνει μια απαλή και κρεμώδης πάστα. Μεταφέρεις  το χούμους σε ένα μπολ, το σκεπάζεις με μεμβράνη και το αφήνεις ήσυχο για τουλάχιστον μισή ώρα. Το φυλάς στο ψυγείο αλλά πριν το σερβίρεις το αφήνεις να έρθει σε θερμοκρασία δωματίου.

 

Πολίτικος ασουρές με πορτοκάλι

Ο σιταρένιος ασουρές με τη λεπτή γεύση, γνωστός και ως Βαρβάρα, γλυκό του Νώε ή καλυβόζουμο, φτιάχνεται σε Ελλάδα και Τουρκία εδώ και πολλές δεκαετίες. Είναι πολίτικο επιδόρπιο που γίνεται από το ζουμί του βρασμένου σιταριού, αρωματίζεται από κανέλα, κρυώνει, πήζει και πασπαλίζεται με ξερά φρούτα και ξηρούς καρπούς. Τούτη η συνταγή θυμίζει ζουμερά “κόλλυβα” στην τουρκική τους εκδοχή, αρωματισμένα με πορτοκάλι και είναι εμπνευσμένη από παρόμοιο το γλυκό που σέρβιρε το ζαχαροπλαστείο του Φαλήρου High Life.

Photo: <a href=

Ασουρές με πορτοκάλι

Για 12-14 άτομα                    

  • 1 φλιτζάνι στάρι μουσκεμένο αποβραδίς
  • 1/3 φλιτζανιού ρεβίθια μουσκεμένα αποβραδίς
  • 2/3 φλιτζ. πλιγούρι
  • ½ φλιτζάνι αμύγδαλα ασπρισμένα και κομμένα στα τέσσερα
  • ½ φλιτζάνι καρύδια χοντροκομμένα
  • ½ -1 φλιτζάνι φυστίκια, ανάλατα, χοντροκοπανισμένα
  • 8 ξερά βερύκοκα κομμένα σε κομμάτια
  • 4 ξερά σύκα κομμένα σε κομματάκια
  • 2/3 - 1 φλιτζάνι ζάχαρη (δεν μου αρέσει πολύ γλυκό)
  • 2 ξύλα κανέλα
  • ξύσμα από 2 πορτοκάλια
  • 2 πορτοκάλια καθαρισμένα και κομμένα σε κυβάκια
  • 1 φλιτζάνι φρέσκο χυμό πορτοκάλι
  • ½ φλιτζάνι ή περισσότερο σπόρους από ρόδι (προαιρετικά)
  • 3-5 κουτ. σούπας GrandMarnier ή άλλο λικέρ πορτοκάλι (προαιρετικά)
  • σκόνη κανέλα
  • μια χούφτα καρύδια, αμύγδαλα, φυστίκια Αιγίνης ή ρόδι για να στολίσετε

Στραγγίστε το μουσκεμένο στάρι και βάλτε το να βράσει σε κατσαρόλα, μαζί με 2 λίτρα νερό. Μόλις πάρει βράση, χαμηλώστε τη φωτιά και σιγοβράστε για περίπου μία ώρα ή περισσότερο, μέχρι να μαλακώσει το στάρι και να σκάσει. Βάλτε τα μουσκεμένα ρεβίθια ανάμεσα σε πετσέτα και τρίψτε τα να βγουν τα φλούδια. Βάλτε τα να βράσουν μέχρι να μαλακώσουν.

Στραγγίστε το βρασμένο στάρι, κρατήστε το ζουμί και μετρήστε το, προσθέτοντας όσο νερό χρειάζεται για να έχετε 6 φλιτζάνια. Στο μπλέντερ ή την κουζινομηχανή λιώστε το βρασμένο στάρι με λίγο από το υγρό του για να πάρετε πολτό. Βάλτε και πάλι τον πολτό αυτό στην κατσαρόλα μαζί με τα σουρωμένα ρεβίθια, τη ζάχαρη, το ξύλο της κανέλας, το πλιγούρι και το ξύσμα πορτοκαλιού. Σιγοβράστε για περίπου 20 λεπτά, ανακατώνοντας συχνά, μέχρι να μαλακώσει το πλιγούρι.

Κατεβάστε από τη φωτιά, πετάξτε τα ξύλα της κανέλας και αφήστε το μίγμα να κρυώσει λίγο. Προσθέστε τους ξερούς καρπούς και τα φρούτα, το πορτοκάλι και τον χυμό. Δοκιμάστε για να δείτε αν θέλετε να βάλετε κι άλλη ζάχαρη. Το μίγμα θα μοιάζει με παχύρευστη σούπα και θα πήξει καθώς κρυώνει. Χωρίστε το σε ατομικά μπολάκια ή βάλτε το σε δυο γαβάθες. Αμα κρυώσει τελείως, βάλτε το στο ψυγείο τουλάχιστον για 3 ώρες ή καλύτερα για μια νύχτα προτού να το σερβίρετε.