ενημέρωση 3:54, 15 September, 2026

Οι... εθνικές ταπεινώσεις στις γελοιογραφίες του 19ου αιώνα

Στο πρώτο μέρος του ειδικού αφιερώματός μας παρουσιάστηκαν ορισμένες γελοιογραφίες από τη σατιρική εφημερίδα Νέος Αριστοφάνης που αποτυπώνουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία του 1893. Οι γελοιογραφίες επιλέχτηκαν με κριτήριο την απεικόνιση της Γερμανίας σε αυτές. Μέσα από την κωμική πλευρά μιας σοβαρής τέχνης επιχειρούμε και στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος να κατανοήσουμε τις ρίζες της σημερινής ιστορικής συγκυρίας, εντοπίζοντας τομές και συνέχειες σε μια εποχή τελείως διαφορετική από τη δική μας, όπου όμως οι σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας τέθηκαν και τότε σε σοβαρή κρίση.

 

Γελοιογραφίες και γερμανικός ιμπεριαλισμός

Η πολιτική γελοιογραφία αποτελεί διαχρονικά ένα ιδιαίτερα δυναμικό εκφραστικό μέσο. Ήδη από τον 19ο αιώνα συνιστά έναν «σημαντικό φορέα έκφρασης της πολιτικής κουλτούρας, αντικατοπτρίζοντας πιστότατα, μολονότι πολλές φορές απλουστευτικά, τις κυρίαρχες θέσεις και απόψεις μια μερίδας της κοινής γνώμης, που διαμορφώνεται ή εκφράζεται μέσω του τύπου» [1] ακροβατώντας ανάμεσα στην πολιτική ιστορία και το λαϊκό θυμικό. Εξέχον παράδειγμα σατιρικού τύπου απ’ όπου προέρχεται η πλειονότητα των γελοιογραφιών, αποτελεί για την τελευταία δεκαπενταετία του 19ου αιώνα η σατιρική εικονογραφημένη εφημερίδα Νέος Αριστοφάνης (εξέλιξη του Αριστοφάνη των ετών 1874-1883). Η ιμπεριαλιστική πολιτική της Γερμανίας ήταν ένας από τους αγαπημένους στόχους των γελοιογραφιών του Νέου Αριστοφάνη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κυκλοφορίας του, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μια διαχρονική σταθερά ως προς την αντιμετώπιση των σχέσεων Ελλάδας και Γερμανίας. Συνήθως η Γερμανία απεικονίζεται στο πλευρό των άλλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων, ξεχωρίζοντας από το χαρακτηριστικό αυτοκρατορικό κράνος του πρωσικού στρατού. Και αν η εικόνα των λοιπών Ευρωπαίων διαφοροποιείται ανάλογα με τη συγκυρία, η παρουσία του Γερμανού αποπνέει πάντα μια βλοσυρότητα. Η απεικόνισή του είναι αδιαφοροποίητα στερεοτυπική: ο Γερμανός, είτε ως σιδηρούς καγκελάριος, είτε ως πιστωτής που αφαιμάσσει τη χρεωκοπημένη ελληνική οικονομία, είτε, αργότερα, σε μεταγενέστερα έντυπα, ως ιμπεριαλιστής των Κεντρικών Δυνάμεων, εμφανίζεται διαχρονικά ως δυνάστης, καταπιεστής, άδικος απέναντι στα ελληνικά εθνικά δικαια και σύμμαχος των «προαιώνιων εχθρών του ελληνισμού» (Βουλγάρων, Τούρκων ή όποιων άλλων αναδεικνύει η εκάστοτε συγκυρία).

Η παρακάτω γελοιογραφία προέρχεται από την εποχή της πολεμικής επιστράτευσης του Δηλιγιάννη που προέκυψε μετά την κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας και οδήγησε στον ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων από μοίρα των Μεγάλων Δυνάμεων. Απεικονίζει έναν πιτσιρικά με φουστανέλα να απειλεί να τινάξει το καράβι της Ευρώπης στον αέρα, εάν δεν γίνουν δεκτές οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας.

Οι Ευρωπαίοι, με διαφοροποιήσεις, έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς τον άτακτο Έλληνα, υποδηλώνοντας τους ευρωπαϊκούς εκβιασμούς έναντι του ατίθασου βασιλείου.

Ο Γερμανός καγκελάριος Όττο φον Μπίσμαρκ διακρίνεται βλοσυρότερος όλων, δεξιά από το κατάρτι.

Λεζάντα σκίτσου: 

-Βρε παληόπαιδο ρίξε το δαυλό στη θάλασσα για θα σε πνίξωμεν.

-Μη μ' εγκίξετε γιατί θ' ανάψω τη φωτιά και θα καούμε όλοι. [2] 

Η Γερμανία και η Μεγάλη Ιδέα

Η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους το 1893 ήρθε να προστεθεί στις εθνικές ταπεινώσεις των προγενέστερων ετών. Οι εξελίξεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη πριν και μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) ήταν καταφανώς αρνητικές για το καχεκτικό βασίλειο. Η κυριότερη συνέπειά τους ήταν ότι αναζωπύρωσαν τις εστίες ανάφλεξης των Βαλκανίων και ανέδειξαν τους ανερχόμενους εθνικισμούς, σαφώς ανταγωνιστικούς προς τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις του ελληνικού βασιλείου. Η γερμανική αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε το 1871 μετά την ενοποίηση των 36 γερμανόφωνων κρατιδίων υπό την ομπρέλα της Πρωσίας, δεν άργησε να εμπλακεί εμμέσως στις ελληνικές υποθέσεις μετά την πρώτη μεγάλη κρίση του Ανατολικού Ζητήματος (1875-1877). Η εμπλοκή αυτή έλαβε πιο επιθετικό χαρακτήρα μετά την παραίτηση του Μπίσμαρκ το 1890, διαδραματίζοντας έναν αρνητικό προς τις ελληνικές επιδιώξεις ρόλο, τόσο στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, όσο και σε αυτά της οικονομίας. Ήδη το Ράιχ του "Σιδηρού Καγκελάριου" είχε προσανατολιστεί από τη δεκαετία του 1880 «φιλοτουρκικά», προς μια οικονομική πολιτική «διείσδυσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας και των γερμανικών τραπεζών». [3] Όταν ανέλαβε ο νέος Κάιζερ, η σύγκρουση της Weltpolitik του με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα προέκυψε αναπόφευκτα στον βαθμό που η ιμπεριαλιστική Γερμανία επιδίωξε μια ακόμα πιο ενεργή ανάμιξη στην Εγγύς Ανατολή. Το αίσθημα αδικίας της Ελλάδας επιτείνεται στην ιδέα ότι το «Ευρωπαϊκό Κονσέρτο», παρόλες τις παραφωνίες του, στο θέμα του Ανατολικού Ζητήματος παίζει τον κοινό του σκοπό «εις λογαριασμόν της Τουρκίας», όπως περιγράφει σχετική γελοιογραφία που δημοσιεύτηκε στον Νέο Αριστοφάνη (η Ελλάδα παρατηρεί έκπληκτη και απομονωμένη, τον χορό της Τουρκίας στον σκοπό των Ευρωπαίων οι οποίοι φορούν οθωμανικές ενδυμασίες. Ο Γερμανός καγκελάριος διακρίνεται στους καθιστούς, τρίτος εκ δεξιών). [4]

Στην εικονογραφία της εποχής, η Ελλάδα συχνά παρομοιάζεται με καράβι που προσπαθεί να σταθεί εν μέσω θυελλωδών ανέμων σε ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος. Σε μια εικόνα με τέτοια θεματική, το καράβι με τη γαλανόλευκη επιχειρεί να προσεγγίσει το αλυτρωτικό όνειρο (την Κωνσταντινούπολη;) δυσχεραινόμενο όμως από τους αντίθετους ανέμους που προκαλούν αφενός οι Δυνάμεις, αφετέρου οι ελληνικοί κρατικοί θεσμοί (της Εκκλησίας συμπεριλαμβανομένης). Από τα κύματα του πελάγους ξεπροβάλλουν δύο πελώρια ψάρια με τα σκουφιά της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ο φουστανελοφόρος λαϊκός άνθρωπος της εικόνας σκέφτεται με πολύ πιο απλό τρόπο τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει το πλοιάριο για να φτάσει στον προορισμό του, με τη βοήθεια των ψαριών. Εδώ, εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με άλλη μια απόδειξη για το πόσο περίπλοκα και ατελέσφορα θεωρούσε ο εκδότης του Νέου Αριστοφάνη Πηγαδιώτης τα μέσα της διεθνούς διπλωματίας. [5]

Το 1896 θα κορυφωθεί η πρώτη φάση των αντιαρμενικών διωγμών οργανωμένων από τον Αβδούλ Χαμίτ Β’. Οι μαζικές εκτελέσεις εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων που έλαβαν χώρα κατά την τελευταία διετία θα προκαλέσουν αποτροπιασμό στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Το αντιτουρκικό κλίμα που δημιουργήθηκε αποτυπώνεται εύστοχα στη λιθογραφία του Νέου Αριστοφάνη, με τους Ευρωπαίους ηγέτες ως «σωτήρες», να ομονοούν μπροστά στο δράμα του αρμενικού λαού, έχοντας απομονώσει τον «τύραννο» της Κωνσταντινούπολης. Ο Γερμανός καγκελάριος απεικονίζεται εδώ τέταρτος από αριστερά. [6]

Κρητικό ζήτημα και ελληνοτουρκικός πόλεμος

Ο απόηχος των σφαγών στην Αρμενία θα προκαλέσει όμως και μια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων που συνδέονται με τις εθνικές εκκρεμότητες της Ελλάδας: στις αρχές του 1896 οι Κρήτες θα προβούν σε νέα εξέγερση αιτούμενοι την επαναφορά του καθεστώτος αυτονομίας της Συνθήκης της Χαλέπας που είχε ανασταλθεί το 1889 από τον ίδιο σουλτάνο που διέταξε τους διωγμούς των Αρμενίων. Όμως οι εκκλήσεις των Κρητών στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις δεν στάθηκαν ικανές να τις πείσουν να μεσολαβήσουν στην Πύλη προς όφελός τους. Ειδικά η Γερμανία απέκλεισε κάθε βοήθεια, πιστή στο δόγμα ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μάλιστα επέρριψε κάθε ευθύνη στην Ελλάδα για την αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος υπονομεύοντας ταυτόχρονα τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για εξεύρεση λύσης. Ένα σκίτσο του Νέου Αριστοφάνη σατιρίζει την εμμονή του Γερμανού αυτοκράτορα κατά της κρητικής εξέγερσης: «Είμ’ εγώ ο Γουλιέλμος ο ατρόμητος... και όμως / εις το άκουσμα της Κρήτης με καταλαμβάνει τρόμος» λέει ο Κάιζερ, ενώ μια γυναίκα που φέρει το όνομα της Κρήτης εξέρχεται από ένα σεντούκι με ανάγλυφη τη μορφή του Αβδούλ Χαμίτ Β’ σαν νεκροκεφαλή. [7]

Η ναρκοθέτηση του διπλωματικού πεδίου από το Βερολίνο, καθώς και η παρακυβερνητική δράση της «Εθνικής Εταιρείας» οδήγησαν τελικώς τα πράγματα στην κήρυξη ελληνοτουρκικού πολέμου στις 6 Απριλίου 1897. Είχε προηγηθεί η αποβίβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Κρήτη. Ένθερμος σύμμαχος της Υψηλής Πύλης κατά της Ελλάδας υπήρξε και πάλι το Βερολίνο, καταφέρνοντας να περάσει τις θέσεις του και σε όσες Δυνάμεις ακόμα αναγνώριζαν κάποια ελαφρυντικά στην ελληνική πλευρά, όπως η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. [8] Η τόσο απροκάλυπτα φιλοτουρκική στάση της Γερμανίας αποτέλεσε την έμπνευση για το επόμενο σκίτσο που απεικονίζει τον Βίλχελμ Β’ με οθωμανική ενδυμασία και ένα τεράστιο γιαταγάνι να ετοιμάζεται να αποκεφαλίσει την Ελλάδα (μια γυναίκα με ένα κεφάλι και πολλά σώματα που παραπέμπουν στις «αλύτρωτες πατρίδες»). [9]

Η σφοδρή ήττα της Ελλάδας μετά τον «ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο» (που έληξε ένα μήνα αργότερα με παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων), την ανάγκασε να δεχτεί τους πολύ δυσμενείς όρους, απεκδυόμενη μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας της. «Η νίκη έχει πολλούς πατέρες, αλλά η ήττα είναι ορφανή», αναφέρει ένα μεταγένεστερο γνωμικό. Και αυτό φαίνεται να ίσχυσε απόλυτα στην ήττα του 1897, καθώς η ελληνική κοινωνία δεν ήθελε να αποδεχτεί ότι ο εξαρχής προδιαγεγραμμένος ως προς τα αποτελέσματά του πόλεμος προέκυψε από τον ξέφρενο ενθουσιασμό μιας αλυτρωτικά αφιονισμένης κοινής γνώμης. Απεναντίας, οι ευθύνες της ήττας καταλογίστηκαν αφενός στην ανεπάρκεια της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και του βασιλιά Γεώργιου, αφετέρου στην υπονόμευση εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Αποκαλυπτική ως προς αυτή την αντίληψη είναι η εικόνα με τη λεζάντα «Οι εργάται της ήττας της Ελλάδος» που απεικονίζει τους ηγέτες της Αυστροουγγαρίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας να έχουν παγιδεύσει την Ελλάδα επιτρέποντας στον σουλτάνο να της αποφέρει θανάσιμες μαχαιριές. (Ο Γερμανός Κάιζερ αποδίδεται -και εδώ- ως μανιακός ανθέλληνας που προσπαθεί να σκοτώσει την Ελλάδα πριν τον σουλτάνο (;), στραγγαλίζοντάς την. Από το βάθος παρακολουθούν απαθείς το φονικό ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο βασιλιάς Γεώργιος Α'. [10]

 Ήττα και Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος

Σε φαινομενική αντιδιαστολή με τη δολοφονική στάση που φαίνεται να κρατάει η Γερμανία στην παραπάνω γελοιογραφία, η μεσολάβησή της ωστόσο στην Υψηλή Πύλη απέτρεψε την καταβολή εξοντωτικών πολεμικών αποζημιώσεων εκ μέρους της Ελλάδας. Αυτή η μεσολάβηση δεν οφειλόταν σε κάποια αιφνίδια φιλελληνική στροφή της γερμανικής κυβέρνησης, αλλά στην πίεση που δέχτηκε από τους Γερμανούς ομολογιούχους, οι οποίοι φοβούνταν ότι η ήττα θα προκαλούσε τέτοια οικονομική κατάρρευση στο ελληνικό κράτος, που θα το καθιστούσε ανίκανο να εξοφλήσει τους Γερμανούς κατόχους ελληνικών χρεoγράφων. [11] Ο πραγματικός στραγγαλισμός της Ελλάδας στην τότε συγκυρία ήταν οικονομικός, αφού την επαύριον της ήττας η κυβέρνηση Ράλλη (που διαδέχτηκε αυτή του Δηλιγιάννη) υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε δυσμενείς όρους διεθνούς ελέγχου για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (Δ.Ο.Ε.) που της επιβλήθηκε βρέθηκε στο στόχαστρο τόσο του ελληνικού τύπου, όσο και των γελοιογραφιών ειδικότερα. Για τον Νέο Αριστοφάνη ο Δ.Ο.Ε. ήταν συνδεδεμένος με το ελληνικό εθνικό ζήτημα, καθώς παρουσιάζει τη Μεγάλη Ιδέα (Μακεδονία, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη) ως έναν νεκρό νεαρό άνδρα, αλυσοδεμένο και καταπλακωμένο από έναν βράχο που γράφει «Έλεγχος». Γύρω του, οι αντιπρόσωποι των ομολογιούχων ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία ενδεδυμένοι ως καθολικοί ιερείς. Καθένας από αυτούς κρατάει από ένα τελετουργικό αντικείμενο πάνω στο οποίο αναγράφεται σε εκατομμύρια το ποσό που χρωστάει η Ελλάδα στους ομολογιούχους κάθε χώρας. Ο Γερμανός αντιπρόσωπος ξεχωρίζει βέβαια λόγω του κράνους και των χρωμάτων του Ράιχ (μαύρο-άσπρο- κόκκινο), ενώ την τελετή παρακολουθεί έντρομος ένας φουστανελοφόρος. [12]

Μετά από πολύμηνη διακοπή της κυκλοφορίας του [13] ο Νέος Αριστοφάνης επανέρχεται στο μοτίβο της «θανατικής καταδίκης» παρουσιάζοντας την Ελλάδα να σύρεται από τον Δηλιγιάννη στην αγχόνη του Ελέγχου, στην οποία την οδήγησαν οι «1 δισεκατομμύριο εβραιογερμανικαί απαιτήσεις». Τη σκηνή του απαγχονισμού παρακολουθεί πολυπληθές κοινό ενώ δήμιοι της μελλοθάνατης είναι ο Κάιζερ και ο Τσάρος. [14]

 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Λίνα Λούβη, Η ελληνική οικονομία του 19ου αιώνα με τη γραφίδα των γελοιογράφων, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος - Πρόγραμμα Ερευνών Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 2011, σ. 12.

[2] Νέος Αριστοφάνης, 5 Ιουλίου 1886.

[3]  Κώστας Λούλος, Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα 1896-1914, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα 1990, σ. 19.

[4] Νέος Αριστοφάνης, 15 Σεπτεμβρίου 1891.

[5] Νέος Αριστοφάνης, 19 Μαΐου 1891.

[6] Νέος Αριστοφάνης, 21 Μαΐου 1897.

[7] Νέος Αριστοφάνης, 18 Ιουλίου 1897.

[8]  Κώστας Ράπτης, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη μετα-Οθωνική εποχη πριν και μετά το Συνέδριο του Βερολίνου», Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων, Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2010, σ. 98.

[9] Νέος Αριστοφάνης, [αγνώστων στοιχείων].

[10] Νέος Αριστοφάνης, 4 Ιουλίου 1897.

[11] Κώστας Ράπτης, ό.π., σ. 98.

[12] Νέος Αριστοφάνης, 27/6/1897.

[13] Λίνα Λούβη, Η ελληνική οικονομία..., ό.π., σ. 193.

[14] Νέος Αριστοφάνης, 25/3/1899.

* Ο Γιάννης Αντωνόπουλος είναι ιστορικός και σκιτσογράφος

Πηγή:tvxs

Κρίμα, ρε Νικολάκη «μου»!

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Νίκο -δεν σε λέω «μου», γιατί κι αυτό το «μου» το κτητικό το 'χουμε ξεφτιλίσει από την πολλή χρήση στη Κηφισιά.

Παρακολουθώ αυτόν τον νέο γύρο για το ποιος κλέβει και πόσα ποιου/ποιας, από πού, και με τι μουσική υπόκρουση.

Δεν πέφτω από τα σύννεφα, ακριβώς. Όπως συνήθισα και τον «Βαρσό», που τον ξέρω πολλά χρόνια και πάντα ήταν αθυρόστομος στα καφέ και στις ταβέρνες (και για τα πηδήματα και γενικώς). Τότε, βέβαια, ήταν ένας, ας πούμε, μποέμ τύπος, δεν ήταν Δήμαρχος, όπως τώρα, που έχει μεταφέρει τον χαβαλέ της παρέας σε νούμερα δημοτικότητας πανελικού ξεσπάσματος.

Νίκο, έχεις κι εσύ «κατέβει» στην πολιτική και είσαι υπεύθυνος του πολιτισμικού ξεπεσμού στη Κηφισιά. Έχουμε ανταλλάξει λίγες κουβέντες, και είναι αλήθεια ότι η παρουσία σου είναι εκείνη ενός ευγενικού ανθρώπου, θα έλεγα με θλιμμένο βλέμμα, "το πιασμένο χέρι" αλλά και μόνιμο χαμόγελο.

Το τι είμαστε, όμως, κατά βάθος, το τι νομίζουμε ότι είμαστε και το τι θα θέλαμε να βλέπουν οι άλλοι ότι είμαστε, είναι μια ιστορία που απασχόλησε φιλόσοφους, ψυχαναλυτές και συγγραφείς, αιώνες πριν εφευρεθεί το facebook -το οποίο μαζί με την επανάσταση στην επικοινωνία, έφερε και μια άνευ προηγουμένου αναστάτωση στις ζωές μας.

Ξέρεις, Νίκο, τι μου θυμίζει -τηρουμένων των αναλογιών; Το ΚΛΙΚ. Τον καιρό που πρωτοβγήκε, που απηυδισμένοι από το στημένο, ψεύτικο και καθωσπρέπει γράψιμο στα περιοδικά, είδαμε για πρώτη φορά να γράφουν άνθρωποι που μιλούν κανονικά, όπως εμείς. Αυτή η απελευθέρωση, έγινε σταδιακά ένα άνευ προηγουμένου ξεσάλωμα, με επίκεντρο το σεξ και τους 50 τρόπους να το κάνετε έτσι ή αλλιώς, που έκανε το ΚΛΙΚ να ταυτιστεί πια με έναν επιδειξία, σεξ μάνιακ, που παράλληλα ξέρει και τι πρέπει να φορέσει, πριν και μετά το σεξ πάντα, για να είναι μες στα πράγματα...

Και ξέρεις τι άλλο νομίζω; Ότι μπερδευτήκαμε όλοι και πολύ άσχημα σε αυτή την ωραία κατά τ' άλλα φεϊσμπουκική παρέα. Που παραμένει όμως πολύ ετερόκλητη. Άλλος μιλάει σαν να είναι μόνιμα σε κερκίδα γηπέδου, βρίζοντας τον διαιτητή, άλλος σαν καλεσμένος σε λογοτεχνική βραδιά, άλλος σαν τον Κωνσταντάρα στον Μαυρογιαλούρο κι άλλος σαν να είχε γίνει τύφλα πριν λίγο με τον Μπουκόφσκι.

Με αυτά και με εκείνα μπλέξαμε την ευγένεια με την ωμή ειλικρίνεια, την ενήλικη συμπεριφορά με τον εφηβικό παρορμητισμό, τα κατ΄ιδίαν αστεία με τη δημόσιο πλάκα που γυρίζει μπούμεραγκ.

Δεν υπερασπίζομαι την επιστροφή σ' ένα υποκριτικό, ξεπερασμένο και άνευ ουσίας σαβουάρ βιβρ. Αλλά αφού όπως φαίνεται το «να μας πηδήξουνε τη μ@ν@» παραμένει το πιο ευαίσθητο συλλογικά σημείο μας, ας μην πηδάμε τόσο εύκολα όλους τους τρόπους που έχουν βρει οι άνθρωποι για να συνεννοούνται κάπως και να μην πρωταγωνιστούν σε βιβλίο του (εξαίρετου στο είδος του) Χρήστου Χωμενίδη.

Να σου πω, ακόμη, Νίκο ότι για αυτές τις σκέψεις ήσουν η αφορμή και αφορούν όλους όσους συχνάζουμε στα social media. Δεν είναι υποδείξεις σε κανέναν, αλλά απόψεις... in progress, μια εποχή που νιώθουμε έτοιμοι και διαθέσιμοι να επικοινωνήσουμε με τους πάντες, και παράλληλα ευάλωτοι και εκτεθειμένοι προς κάθε κατεύθυνση.

Ίσως εκείνη η γενιά που θα πατήσει πρώτα πλήκτρα και μετά θα μιλήσει, να ξεχωρίζει το σπίτι από το wall και το πρόσωπο από το profile – ή μπορεί και να τα έχει πλήρως ταυτίσει, ποιος ξέρει;

ΥΓ 1: Ο ενικός της επιστολής, Νίκο Χιωτάκη, είναι στην άνεση που όλοι έχουμε αποκτήσει και λόγω της παλιάς μας γνωριμίας. Και θα βάλω και το «μου» τώρα για να σου πω: Κρίμα, Νίκο μου. Κρίμα, ρε παιδί μου...

ΥΓ 2: Το δημόσιο λιντσάρισμα (και το λεκτικό) μου παγώνει το αίμα. Όλοι κάνουμε λάθη, το λάθος είναι να κάνεις και δεύτερο και τρίτο, υπερασπίζοντας το πρώτο. Και σίγουρα, αν υπάρχει λόγος συγγνώμης, αυτή δεν τη χρειαζόταν ο Γιάννης Πάριος...

κοτόπουλο με 40 σκόρδα: ξεμάτιασμα στο πιάτο

Μια παλιά γαλλική συνταγή από την Προβηγκία με τα έντονα αρώματα των βοτάνων συγκεντρωμένα στο ελαιόλαδο και το πάθος για ένα υλικό, το σκόρδο, γίνεται hit στα μέσα της δεκαετίας του ’60 με αρχές του ’70, όταν η γαλλική κουζίνα τοποθετείται στην Αμερική, χάρις στην Julia Child και τα βιβλία της και τον James Beard. Το κοτόπουλο με τα 40 σκόρδα είναι από τις συνταγές που στο άκουσμα και μόνον δημιουργεί ερεθίσματα και συναισθήματα όλων των ειδών, από περιέργεια μέχρι φόβο. Φτάνοντας στη δοκιμή, εντυπωσιάζει περισσότερο πως το τρομερής μυρωδιάς όπλο απέναντι στους βρικόλακες αλλάζει σε εύγευστο χρυσό πολτό και μετατρέπει ως αλχημιστής το κοτόπουλο σε ένα ζουμερό θαύμα, με ευγενικό ρουστίκ χαρακτήρα πλήρως απεξαρτημένο από τον πανικό της μυρωδιάς.

skorda

Το σκόρδο όπως και το κρεμμύδι είναι από τα λίγα βασικά υλικά που κατάφεραν να διαθέτουν τη δική τους ετικέτα. Καθότι επιβάλλονται με την απροκάλυπτη έντασή τους όταν κυριαρχούν (βλ. σκορδαλιά, τζατζίκι), τραβούν τα φαγητά σε κατηγορίες κοινωνικού ‘μη τζιζ’. Άπαξ δε και κάνουν μεγαλειώδη εμφάνιση στο τραπέζι, απαιτούν την συνένοχη συμμετοχή όλων (τουλάχιστον) σε επίπεδο δοκιμής. Σύντροφοι και φίλοι που παραμένουν εκτός του χαρακτηριστικού γευστικού και αρωματικού πνεύματος, τιμωρούνται καθώς φεσώνονται θέλοντας και μη την δοκιμασία της πικρόξινης μυρωδιάς του διπλανού. Αν αυτός όμως είναι ο κανόνας, το κοτόπουλο με τα 40 σκόρδα είναι η εξαίρεση. Γιατί οι σκελίδες παραμένουν ακέραιες, κλεισμένες στο καβούκι τους και ό,τι μεταφέρουν στο φαγητό είναι μια υπέροχα ευχάριστη γήινη χροιά, από αυτές που διαμορφώνουν τις μαγικές γεύσεις και υπογραμμίζουν την απόλαυσή μας.

Με αφορμή μια γενναία παραλαβή σκόρδων χωρίς ίχνος φαρμάκων στην παραγωγή τους και ένα κοτόπουλo, η συνταγή βρήκε πρόσφατα το δρόμο της για την κουζίνα και κατοχυρώθηκε στις ‘αγαπημένες’. Το κοτόπουλο ψήνεται εντελώς κλεισμένο στο σκεύος με τα αρωματικά και τα 40 σκόρδα, βγαίνει απίστευτα ζουμερό, μαλακό και αρωματισμένο τόσο ωραία που ούτε κατά διάνοια το συνδέει κανείς με τις παρενέργειες της μυρωδιάς. Συνταγή ιδανική για Κυριακές και για προσκλήσεις φίλων, αφού όσο γίνεται στο φούρνο και δεν χρειάζεται την παραμικρή παρέμβαση, πριμοδοτεί την απερίσπαστη κοινωνικότητα.

Ένα–δυο σημεία που αξίζει να γνωρίζει κανείς. Η γαλλική επαρχιακή καταγωγή της συνταγής αξιοποιεί την βασική ιδέα-τρίπτυχο ‘αρωματικά-ελαιόλαδο-σκόρδο’, όλα σε πλούσιες ποσότητες και απλή εκτέλεση, χωριάτικη, ανάλογη της ελληνικής γάστρας. Στα αρωματικά περιλαμβάνονται τα: Θυμάρι, δενδρολίβανο, φασκόμηλο, μαϊντανός, σέλινο κλωναράκια και φύλλα, δάφνη. Το ελαιόλαδο λειτουργεί σαν γεμάτη μπανιέρα, στην οποία αυτά και τα 40 σκόρδα κολυμπάνε. Καθώς η κλασική συνταγή εξελίσσεται, το ελαιόλαδο μειώνεται, αντικαθίσταται εν μέρει από βούτυρο και αρχίζουν να προστίθενται κρασί, κονιάκ, ζωμός (ένα υγρό ή όλα μαζί), βερμούτ (στα χάι του το 60-70), να γίνεται το κοτόπουλο μερίδες και η σάλτσα gravy, να ολοκληρώνεται το πουλί στο φούρνο ξεσκέπαστο ή στην κατσαρόλα, να μπαίνει κρέμα (κατά τη γαλλική συνήθεια της εποχής) ακόμη και να χρησιμοποιούνται καθαρισμένα τα σκόρδα, με σκοπό το τελικό πιάτο να αποκτήσει την χωρίς ταμπού (του σεφ) έντονη άποψη του κυρίαρχου υλικού. Η αλήθεια είναι πως η Julia Child και ο James Beard που έκαναν το κοτόπουλο με τα 40 σκόρδα τρέντι σε ΗΠΑ και Καναδά, το προσέγγισαν με τρόπο που αναδεικνύει την πολυτέλεια της απλότητας (των υλικών εν προκειμένω), γεγονός που αποδεικνύει ότι η μαγειρική με έμπνευση μπορεί να αναποδογυρίζει τα γευστικά δεδομένα και να εντυπωσιάζει.

Ωστόσο, η παρακάτω εκδοχή παραμένει πιο κοντά στο αρχικό κόνσεπτ κι αυτό λόγω εξαιρετικής ποιότητας πρώτων υλών –κοτόπουλο, σκόρδα και αρωματικά σπιτικά-, μειώνοντας όμως τα λιπαρά και παραλείποντας (επίτηδες) το δεσποτικό σέλινο, που επίσης τείνει να κυριαρχεί όπου προστίθεται. Γνωρίζοντας βέβαια το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια δημοφιλής συνταγή εξελίχθηκε, μπορείτε να αποφασίσετε πως θα χειριστείτε τις πιθανές δικές σας εμπνευσμένες επεμβάσεις και, αν θελήσετε να ψάξετε το θέμα περισσότερο, να μην χαθείτε στα επουσιώδη μαγειρικώς και στην φλυραρία των επιμέρους.
Η λογική που εφαρμόστηκε και εδώ είναι η γνωστή του : όσο καλύτερα τα υλικά, τόσο λιγότερη η πολυπλοκότητα. Οπότε, χρησιμοποιήστε τουλάχιστον 3 αρωματικά και ει δυνατόν βιολογικά σκόρδα, μια και είναι πολλά (3-4 κεφάλια), καλό ελαιόλαδο και το καλύτερο κοτόπουλο –η διαφορά είναι όντως τεράστια. 1-2 μαγειρεμένες σκελίδες μπορούν να προστεθούν στο πιάτο κατά το σερβίρισμα και να πιεστούν για να λιώσουν πάνω σε καλό ψωμί ή να πολτοποιηθούν εξαρχής με (λίγη ή όλη) τη σάλτσα με το αρωματικό της ελαιόλαδο δίνοντας είτε μια πυκνή κρέμα για όποιον θέλει να δοκιμάσει χωρίς φόβο το αυθεντικό προβηγκιανό πάθος είτε μια πιο κανονική σάλτσα που θα συνοδεύσει το κοτόπουλο. Η επιλογή δική σας.

Προετοιμασία: 20-30 λεπτά και 1½ ώρα το μαγείρεμα (στον αυτόματο). Θα χρειαστείτε πυρίμαχο σκεύος με καπάκι (πήλινο, κοκότ ή άλλο ανάλογο) που να χωράει το κοτόπουλο.  Εύκολη συνταγή.

Υλικά (για 4 άτομα)
1 κοτόπουλο περ. 1½ κιλό 
40 σκελίδες σκόρδο (3-4 κεφάλια) ολόκληρες, ακαθάριστες
120 ml ελαιόλαδο
100 ml λευκό κρασί
1 αρωματικό πακετάκι από 1 κλωναράκι θυμάρι, 1 μαϊντανό και 1 φύλλο δάφνη, μαζί (για το εσωτερικό του πουλιού)
2 κλαράκια δενδρολίβανο
2 κλαράκια θυμάρι
1 κλαράκι φασκόμηλο
2 κλαράκια μαϊντανό
1 φύλλο δάφνη
3 κ.σ. αλεύρι και 2-3 κ.σ. νερό (για τη ζύμη που θα κλείσει το σκεύος)
αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι

Προθερμαίνετε το φούρνο στους 200 βαθμούς C.
Ετοιμάζετε το κοτόπουλο: Το πλένετε, το σκουπίζετε, αλατοπιπερώνετε εσωτερικά καλά και εξωτερικά και τοποθετείτε στην κοιλιά του το πακετάκι με τα αρωματικά.
Σε βαθύ τηγάνι και μέτρια (προς δυνατή) φωτιά ζεσταίνετε τα 20 ml του ελαιόλαδου και ροδίζετε το κοτόπουλο, γυρνώντας το με τσιμπίδα (όχι με πιρούνα για να μην το γεμίσετε τρύπες) από όλες τις πλευρές, να πάρει ένα χρυσομελί χρώμα (8-10 λεπτά συνολικά). Βγάζετε το κοτόπουλο σε πιατέλα και το σκεπάζετε με αλουμινόχαρτο. Ρίχνετε στο τηγάνι το κρασί, φέρνετε σε σημείο βρασμού για 1 λεπτό και ξύνετε τον πάτο του τηγανιού με ξύλινη σπάτουλα. Αποσύρετε.
Ετοιμάζετε το μπάνιο για τα σκόρδα: Σε κατσαρόλι και μέτρια φωτιά ζεσταίνετε το υπόλοιπο ελαιόλαδο (100 ml) με τα αρωματικά και τα σκόρδα. Το διατηρείτε σε θερμοκρασία χαμηλή για 5 λεπτά, να βγουν μέσα του τα αρώματα αλλά να μην καούν και αλλάξουν χρώμα τα υλικά. Αποσύρετε.
Μεταφέρετε το κοτόπουλο σε πυρίμαχο σκεύος με καπάκι και αδειάζετε πάνω του το λάδι με τα σκόρδα και τα αρωματικά και το περιεχόμενο με το κρασί από το τηγάνι.
Ανακατεύετε το αλεύρι με το νερό ώστε να έχετε μια ζύμη και την μοιράζετε ομοιόμορφα στο καπάκι του πυρίμαχου σκεύους, το οποίο στη συνέχεια εφαρμόζετε στη βάση του, σφραγίζοντάς το. Βάζετε το σκεύος στο φούρνο και ψήνετε για 1 ώρα και 20 λεπτά. Το βγάζετε και γυρίζετε το φούρνο στο max του γκριλ.
Ξεσκεπάζετε το σκεύος με τη βοήθεια μαχαιριού και μόλις το γκριλ ζεσταθεί (5-7 λεπτά) το βάζετε για 3-4 λεπτά, ίσα να πάρει το πτηνό χρώμα. Το βγάζετε και το σκεπάζετε για να διατηρηθεί ζεστό μέχρι το σερβίρισμα.
kotopoulo me 40 skorda

Σερβίρισμα 1 με κρέμα σκόρδου: Κρατήστε 4 -8 ολόκληρα σκόρδα για ντεκόρ στα πιάτα και πολτοποιήστε το περιεχόμενο των υπολοίπων (πιέζοντας τα σκόρδα βγαίνει ο πολτός τους) σε μπολ με το πιρούνι ή στο μούλτι (αν θέλετε την κρέμα λεία), προσθέτοντας 3-4 κ.σ. απ’ τη σάλτσα που ψήθηκαν και συντονίζοντας το αλατοπίπερο, αν χρειάζεται. Θα έχετε μια πηχτή σάλτσα που σερβίρεται συνήθως χωριστά για όποιον θέλει να ενδώσει στα προβηγκιανά αρώματα. Κόψτε και σερβίρετε το κοτόπουλο στα 4 ή 6, κανονικά.
Σερβίρισμα 2. Εναλλακτικά, λιώστε τα σκόρδα με όλη τη σάλτσα και περιχύστε με 2-3 κ.σ. από αυτή κάθε μερίδα κοτόπουλου. Συνοδέψτε με λαχανικά ψητά στο γκριλ ή στον ατμό, με πατάτες, με ωραίο ψωμί φρυγανισμένο και ένα ποτήρι κρασί. Στην υγειά σας!