ενημέρωση 4:08, 29 August, 2026

Καθαρή Μεσόγειος

Το Πρωτόκολλο του Κιότο

image
 

Οιθαλάσσιες μεταφορές και η συμβολή τους στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, λόγω των καυσαερίων που εκπέμπουν τα πλοία, είναι κάτι που έχει απασχολήσει έντονα τη διεθνή κοινότητα ιδιαίτερα μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Η νομοθεσία γίνεται αυστηρότερη για τις εκπομπές των ρύπων αλλά και η κρίση με τη σειρά της έχει δημιουργήσει την ανάγκη για πιο αποδοτικά πλοία. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει τη χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) ως καυσίμου πλοίων για την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελκυστική από οικονομικής πλευράς λύση του ΥΦΑ θα μπορούσε να συμβάλλει στη μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων των πλοίων σε θείο από 3.5% σε 0.5% και κατ’ επέκταση και στη μείωση των ρύπων.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις μεταφορές, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο ναυτιλιακό κλάδο πρέπει να μειωθούν κατά τουλάχιστον 40% μέχρι το 2050. Συνεπώς η χρήση καθαρότερων καυσίμων, όπως είναι το ΥΦΑ, συντελούν στην επίτευξη του στόχου. Μέσω του προγράμματος του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών (ΤΕΝ-Τ) η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συγχρηματοδοτήσει, με ποσό ύψους άνω των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ, μελέτες για τη στήριξη της χρήσης του ΥΦΑ. Επιπλέον στο πρόγραμμα προβλέπεται και η δημιουργία δημόσιων εγκαταστάσεων ανεφοδιασμού με υγροποιημένο φυσικό αέριο σε όλους τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια μέχρι το 2030.

Το έργο κατατάσσεται στα έργα προτεραιότητας και αποσκοπεί στο σχεδιασμό δικτύου και υποδομών για τη μεταφορά και την παροχή ΥΦΑ στην Ανατολική Μεσόγειο δηλαδή Ελλάδα, Κύπρο και Ιταλία καθώς και στον καθορισμό ενός πλαισίου για μια εύρυθμη και βιώσιμη αγορά. Εκτός από μια νέα βιώσιμη αγορά το έργο αποβλέπει και στην αναζωογόνηση της ναυτιλιακής βιομηχανίας καθώς και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας του στόλου.

Το Πρόγραμμα του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών θεσπίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να υποστηρίξει την κατασκευή νέων υποδομών αλλά και για την αναβάθμιση των ήδη υφισταμένων και πρόκειται να ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο του 2015.

  • Κατηγορία GREEN LIFE
  • 0

Γιατί κατεβαίνω

9 Ιανουαρίου 2015

Πριν τις εκλογές του 2012 εξηγούσα, εδώ στο protagon, γιατί έφυγα. Σήμερα, επανέρχομαι μ’ άλλο ένα προσωπικό σημείωμα εξηγώντας γιατί επέστρεψα και μάλιστα με σκοπό να κατέβω στις εκλογές. Όπως σχεδόν όλες οι σύγχρονες νεοελληνικές ιστορίες έτσι κι αυτή η ιστορία ξεκινά με τη χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου περί τα τέλη του 2009, αρχές του 2010.

Πριν από πέντε χρόνια το ελληνικό κράτος πράγματι χρεοκόπησε κι η χώρα ήρθε αντιμέτωπη με μια σκληρή επιλογή μεταξύ (Α) της αποδοχής της χρεοκοπίας του κράτους μας, και (Β) της άρνησής της.

Αυτή η σκληρή επιλογή γρήγορα μεταφράστηκε στο δίλημμα μεταξύ του

(Α) να πασχίσουμε ώστε πάση θυσία να λάβουμε το μεγαλύτερο δάνειο στην ανθρώπινη ιστορία με σκοπό τη συνέχιση των αποπληρωμών των δόσεών μας (υπό όρους λιτότητας που συρρικνώνουν τα εισοδήματα από τα οποία νέα και παλαιά δάνεια θα έπρεπε να αποπληρωθούν), ή

(Β) να επιμείνουμε πάση θυσία στην αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους πριν συναφθεί οποιαδήποτε νέα δανειακή συμφωνία.

Από τον Ιανουάριο του 2010 επιχειρηματολογούσα ότι η «φυσική» τάση της καθεστηκυίας τάξης να μη θέλει να παραδεχθεί τα κακά μαντάτα, να αρνείται την πτώχευση, να προσποιείται ότι πρόκειται για πρόβλημα ρευστότητας (που αντιμετωπίζεται με δανεισμό) επεκτείνοντας τη χρεοκοπία στο μέλλον (μέσω των νέων δανείων), να επαφίεται σε δήθεν μεταρρυθμίσεις (που δεν την αγγίζουν), θα απέβαινε καταστροφική για τον τόπο και δηλητηριώδης για την Ευρώπη.

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά, η απλή διαπίστωση ότι το ελληνικό δημόσιο πτώχευσε, και πως η πτώχευση δεν ξεπερνιέται με δανεικά και λιτότητα, χαρακτηρίζεται από τους κατέχοντες την εξουσία «πρόθεση να χρεοκοπήσω τη χώρα», όπως μόλις με κατηγόρησε η εκπρόσωπος της ΝΔ. Την κα Σπυράκη βέβαια πρόλαβαν χρόνια πριν οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου που με ονόμαζαν «αρχιερέα της χρεοκοπίας». Κάτι σαν τους συγγενείς ασθενούς που χαρακτηρίζουν τον ογκολόγο που διέγνωσε καρκίνο ως θιασώτη της κακοήθειας, θεραπαινίδα του καρκίνου...

Παρά τη σφοδρότατη κριτική που άσκησα στην κυβέρνηση των κυρίων Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου από τα τέλη του 2009 μέχρι και το 2012 ήλπιζα ότι μπορούσα να φανώ χρήσιμος ως συνομιλητής όλων των πολιτικών κομμάτων (πλην των Ναζί) που ήθελαν να συζητήσουν τρόπους απόδρασης από το αδιέξοδο της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Έκρινα ότι η καθίζηση της ελληνικής μακρο-οικονομίας ξεπερνούσε τις κομματικές (και τις προ του 2008) αντιπαραθέσεις και, για αυτό τον λόγο, ότι μπορούσε να σφυρηλατηθεί μια πλατειά υπερ-κομματική συναίνεση όσον αφορά τη στρατηγική απεγκλωβισμού από την ανατροφοδοτούμενη αλλά ανομολόγητη χρεοκοπία.

Πράγματι, το 2010 και το 2011 συχνά συνομιλούσα με υψηλόβαθμα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, της (τότε αντιμνημονιακής) ΝΔ, και με τον Αλέξη Τσίπρα προσωπικά. Σε δημοσιογράφους και φίλους που με ρωτούσαν αν θα με ενδιέφερε να κατέβω στον κοινοβουλευτικό-κυβερνητικό στίβο, η απάντησή μου ήταν εμφατικά αρνητική: «Νομίζω» απαντούσα συστηματικά, «ότι είμαι χρησιμότερος ως ειλικρινής συνομιλητής όλων παρά ως ένας ακόμα κομματικός που αναπαράγει, θέλοντας και μη, τη γραμμή του κόμματος το οποίο υπηρετεί, στρέφοντας τους υπόλοιπους εναντίον του.».

Εκείνη η περίοδος ανοικτών και χρήσιμων συζητήσεων έληξε με την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παπαδήμου-Βενιζέλου η οποία περιχαράκωσε πλήρως τον Μνημονιακό χώρο πίσω από ένα τείχος σιωπής και κυνισμού. Από τις πρώτες μέρες ήταν προφανές ότι, με τις τύχες τραπεζιτών και συστημικών ΜΜΕ να κρέμονται από την υπογραφή και εφαρμογή του 2ου Μνημονίου, εξανεμίστηκε η οποιαδήποτε δυνατότητα διαλόγου με όσους συνδιαμόρφωναν, ή «βασίζονταν» στο, νέο δάνειο των 130 δισ. (και συγκεκριμένα των 50 δισ. που είχαν λαμβάνειν οι τράπεζες). Φαίνεται ότι τα «λεφτά ήταν πολλά» για να διατηρήσουν ανοικτές γραμμές επικοινωνίας όσοι επέλεξαν να υπηρετήσουν το «όραμα» της κυβέρνησης Παπαδήμου – ένα «όραμα» που, τουλάχιστον κατ’ εμέ, έδενε τη χώρα για δεκαετίες στη χρεοδουλοπαροικία (ωθώντας με στη συγγραφή άρθρου με τίτλο ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ) και οικοδομούσε (με τα «ζεστά» νέα δανεικά) τη νέα μορφή κλεπτοκρατίας που ονόμασα Πτωχοτραπεζοκρατία.

Κάπως έτσι φτάσαμε στις διπλές εκλογές του 2012 όταν για πρώτη φορά εξέφρασα ευθαρσώς την υποστήριξή μου στον ΣΥΡΙΖΑ ως το μόνο φιλοευρωπαϊκό κόμμα του οποίου η ηγεσία ήταν αποφασισμένη να έρθει αντιμέτωπη με την πικρή αλήθεια ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία πορευόταν σε δρόμο αντι-Ευρωπαϊκό. Ότι αναλωνόταν σε ατραπούς που υπονόμευαν την ίδια τη Δημοκρατική Ευρώπη με την εμμονή σε τοξικές πολιτικές που στήθηκαν στην πλάτη της Ελλάδας προτού εξαχθούν στην υπόλοιπη Ευρώπη σκορπώντας παντού την ύφεση αρχικά, τον αποπληθωρισμό κατόπιν.

Από τότε τα γεγονότα ήρθαν καταιγιστικά να ενισχύσουν την άποψη εκείνη: Η αθέτηση της υπόσχεσης της συγκυβέρνησης να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος, η απόρριψη από τους κυρίους Στουρνάρα και Σαμαρά της πρόσκλησης της κας Λαγκάρντ για σύμπραξη με το ΔΝΤ ώστε να κουρευτεί το χρέος μας προς την ΕΚΤ και στην ΕΕ, η επιθετική ανοησία του Greek Success Story, ο αυταρχισμός που ήρθε στο αποκορύφωμά του με το «μαύρο» στην ΕΡΤ (και έφερε την επανασύσταση της ΥΕΝΕΔ-ΝΕΡΙΤ), τα ακροδεξιά παίγνια με τη «σοβαρή Χρυσή Αυγή» (πριν την δολοφονία του Παύλου Φύσσα), το σκάνδαλο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών (καθώς και τα φαντάσματα-ομόλογα που διακινούν μέχρι και σήμερα οι τραπεζίτες κάτω από το ραντάρ του Κοινοβουλίου και της κοινής γνώμης), η σικέ έξοδος στις αγορές του περασμένου Απριλίου, η προσποίηση ότι το χρέος έγινε (ως δια μαγείας) βιώσιμο και η χώρα όπου να 'ναι βγαίνει από τα Μνημόνια και κολυμπά χωρίς σωσίβια στις αγορές – όλα αυτά συνιστούσαν την εικόνα ενός καθεστώτος που μόνο στον φόβο των αδύναμων και στο ψέμα των επιτήδειων μπορεί να βασιστεί.

Τον περασμένο Απρίλιο ο Αλέξης Τσίπρας με τίμησε με την πρότασή του να είμαι στο ευρω-ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ. Αρνήθηκα επειδή σκέφτηκα ότι, αν είναι να συμμετάσχω στην εκλογική διαδικασία, αυτό θα είχε αξία μόνο για να επιστρατευτώ κάνοντας κάποια πολύ συγκεκριμένη δουλειά που να νιώθω ότι μπορώ (και που θέλω) να φέρω εις πέρας. Στην Ευρωβουλή, για την οποία δεν τρέφω καμία εκτίμηση, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν. Πέντε χρόνια ατέρμονων εσωστρεφών συζητήσεων σε ένα δήθεν κοινοβούλιο (στερούμενο του δικαιώματος να νομοθετεί) δεν αποτελούσε σοβαρό λόγο να αφήσω τους φοιτητές μου και να ζητήσω την ψήφο των συμπολιτών μας.

Από τα μέσα του 2013 ξένιζα πολλούς αναγνώστες με την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει τη διαφορά στην Ελλάδα μόνο και μόνο επειδή έχει τη δυνατότητα να αλλάξει, προς το καλύτερο, την Ευρώπη (βλ. άρθρα στη New York Times και Boston Review). Το ομολογουμένως «απρόσμενο» σκεπτικό μου στηριζόταν σε μια απλή λογική και για αυτό απέκτησε ερείσματα σε σοβαρούς κύκλους στο εξωτερικό (βλ. π.χ. εδώεδώ κι εδώ): Η Ευρώπη δεν έχει έλλειμμα καλών ιδεών και έξυπνων ανθρώπων. Ο μόνος λόγος που παραμένει καθηλωμένη σε αδιέξοδες πολιτικές είναι το πέπλο της σιωπής που καλύπτει τις διαβουλεύσεις σε συνόδους κορυφής, Eurogroup, Ecofin κ.λπ. Έναςευρωπαίος πρωθυπουργός να τολμήσει να πει την αλήθεια, να ξεκινήσει μια «απαγορευμένη» συζήτηση, αμέσως θα απελευθερώσει τους υπόλοιπους και θα δώσει το έναυσμα για τον θεραπευτικό διάλογο που έως σήμερα απλά δεν έχει τολμήσει κανείς να ξεκινήσει στην Ευρώπη. Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα τον ξεκινήσει. Με ενδιαφέρει να ξεκινήσει. Ο Αλέξης Τσίπρας με έχει πείσει ότι, αν του δοθεί η ευκαιρία, θα το κάνει.

Όταν λοιπόν μου ζητήθηκε να βοηθήσω μια πιθανή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αναλαμβάνοντας κάποια συγκεκριμένη (κατ’ εμέ σημαντική) ευθύνη, μου ήταν ηθικά και πολιτικά αδύνατον να αρνηθώ, ιδίως όταν διαπίστωσα σύμπτωση απόψεων για τόσο για τον στόχο όσο και για τα μέσα. Αποδέχθηκα λοιπόν την πρόταση. Με μία διαφορά: Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι εμείς οι οικονομολόγοι μπορούμε να λειτουργήσουμε ως τεχνοκράτες. Κι όταν προσποιούμαστε τους πολιτικά ουδέτερους τεχνοκράτες λειτουργούμε με τρόπο ακραίως πολιτικό και άκρως αναποτελεσματικό. Δεν είναι θέμα βούλησης. Ο οικονομολόγος δεν μπορεί, όσο και να το ποθεί, να είναι τεχνοκράτης επειδή τα οικονομικά θυμίζουν περισσότερο θεολογία μετά εξισώσεων παρά Φυσικοχημεία. Για αυτό δεν θα αποδεχόμουν να βοηθήσω από μια θέση διορισμένου δήθεν τεχνοκράτη. Για να βοηθήσω, όπως είπα στον Αλέξη Τσίπρα, χρειάζομαι τη δημοκρατική νομιμοποίηση που μόνο ο πολίτης μπορεί να προσφέρει. Στις κάλπες. Για αυτό τον λόγο κατεβαίνω υποψήφιος στις εκλογές. Γιατί στη Β’ Αθηνών; Επειδή πάντα εκεί ψήφιζα.

Κλείνω μοιραζόμενος μια μεγάλη αγωνία που μου προκαλεί η υποψηφιότητα: Κάθε φορά που παρακολουθώ πολιτικά ντιμπέιτ σκέφτομαι ότι είναι το αντίθετο του Σωκρατικού διαλόγου. Και να πειστεί ο Α από τη Β, αν το ομολογήσει «ζωντανά» στον αέρα ότι η Β τον έπεισε, ο Α θα αποκηρυχθεί από το κόμμα του. Αυτή η σκέψη «κλείνει» τον νου στα επιχειρήματα του άλλου μετατρέποντας τα ντιμπέιτ σε μονολόγους-παραστάσεις. Στον θάνατο της διαλεκτικής. Ως μη πολιτικός διατηρούσα το δικαίωμα να αλλάζω άποψη στη μέση μιας συζήτησης χωρίς δέσμευση από κανέναν. Θα καταφέρω να διατηρήσω αυτή τη δυνατότητα; Ή μήπως θα «προσαρμοστώ» πιστεύοντας στο αλάθητο της άποψής μου ή, ακόμα χειρότερα, της «γραμμής»; Η μόνη λύση είναι να παραμείνω μη πολιτικός. Να είμαι έτοιμος να πω πράγματα δυσάρεστα όταν κρίνω ότι πρέπει να ειπωθούν. Κάτι που απαιτεί να έχω την παραίτηση στο τσεπάκι έτοιμη να κατατεθεί τη στιγμή που συναισθανθώ πως μεταλλάσσομαι σε αυτό που πάντα απέρριπτα.

Ο Γιάννης Βαρουφάκης είναι υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β' Αθηνών

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Εγώ, δυστυχώς, δεν είμαι Charlie

Διάβαζα σήμερα, παίδες μου αγαπημένοι, ένα άρθρο στους Financial Times και ξαφνικά ντράπηκα. Το έγραφε ένα καλός και σοβαρός κατά πώς φαίνεται κύριος, ονόματι Robert Shrimley. Αυτός, ο άνθρωπος αυτός, είναι προφανώς πιο έντιμος απ΄ όλους μας που σπεύσαμε να ποστάρουμε στα φασαμπούκια πόσο Τσάρληδες είμαστε και δήλωσε -ούτε λίγο ούτε πολύ- ότι δεν είναι Charlie, χέστης είναι. Πες τα χρυσόστομε, κι εμείς χέστηδες είμαστε. Σκεφτείτε το λίγο. Αράζουμε όλοι στα καναπεδάκια μας και γράφουμε ηρωικές παπαριές κατά του φανατισμού, σκίζουμε τα διαδικτυακά ιμάτια μας υπέρ της ελευθερίας του λόγου, της ακρογωνιαίας αρχής του διαφωτισμού, ενώ την ίδια στιγμή, όχι μόνο δεν βάζουμε τη ζωούλα μας σε κίνδυνο αλλά επιπλέον καραδοκούμε να εξοκείλει λεκτικώς κάποιος για να τον κατασπαράξουμε (πάλι λεκτικώς). Υποκριτάρες του κερατά, δηλαδή.

Τσάρληδες, λέει ο Robert και συμφωνώ απολύτως, ήταν αυτοί οι φοβεροί τύποι που γνώριζαν ότι από μέρα σε μέρα η ζωή τους παιζόταν, που δούλευαν υπό αστυνομική προστασία - λες και μπορεί να σε προστατέψει οποιαδήποτε αστυνομία από του τρελαμένου το όπλο. Κι όμως, φίλε. Δεν το βάζανε κάτω. Αυτοί είναι μαχητές της ελευθερίας, όχι εμείς οι υπόλοιποι που άμα είχαμε την παραμικρή υποψία ότι θα ‘σκαγε τρομοκράτης με σφεντόνα στο Γαλλικό Ινστιτούτο θα είχαμε ροβολήσει και θα 'χαμε ταμπουρωθεί στην Ελληνοαμερικανική Ένωση πριν αλέκτωρ φωνήσαι. Το ίδιο κάνανε και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Ήδη πολλές εφημερίδες υποχώρησαν στον τρόμο και δεν δημοσιεύουν τα βλάσφημα υποτίθεται σκίτσα. Ναααααα μάς πάει όλους. Τη θέλουμε τη ζωούλα μας κι ας είναι και τσουρούτικη.

Οπότε αποφάσισα να μην ξαναπώ τέτοια μεγαλόστομη βλακεία, να βγάλω το καπέλο μου στα παλικάρια με τα πενάκια που χάθηκαν στον ωραίο αγώνα και να ευχηθώ να σταματήσει αυτός ο παραλογισμός γιατί δεν έχουμε πολλούς τέτοιους υπέροχους τρελούς να προστατέψουν την ελευθερία μας αντί για μας. Γιατί εγώ και κατά πάσα πιθανότητα κι εσείς, αν είμαστε κάποιος Τσάρλυ, αυτός είναι ο Τσάπλιν.

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Charlie, από τι πέθανε ο Θεός;

 
Εκφραστές αλλά και εκπρόσωποι του βαθύτερου απελευθερωτικού και ελευθεριακού πνεύματος του Μάη του 68, οι δολοφονημένοι καρικατουρίστες του Charlie Hebdo παρέμειναν πάντα ασυμφιλίωτοι εχθροί του ρατσισμού, της ακροδεξιάς, των καραβανάδων, του παπαδαριού, των  λεφτάδων και της... μικροαστικής βλακείας. Δεν είναι εξάλλου διόλου τυχαίο ότι οι δυο παλιότεροι από αυτούς, ο Wolinski και ο Cabu ήταν στο Μάη του 68 και στα χρόνια που τον ακολούθησαν, πρωταγωνιστές στην αναβίωση της γαλλικής παράδοσης σκληρής πολιτικής σάτιρας και καρικατούρας που βρήκε στο Ντομιέ τον πιο άξιο εκπρόσωπό της.
 
Ελευθεριακοί, αναρχικοί ή απλώς μέλη του ΚΚ, όπως ήταν για πολλά χρόνια ο Wolinski, ήταν όλοι τους πεπεισμένοι άθεοι και αντιεξουσιαστές, όπως ήταν εξάλλου και το ίδιο το  Charlie Hebdo, που προκαλούσε μόνιμα το μίσος όλων των εξουσιών και όλων των κατεστημένων.  Τιμώντας τη μνήμη τους, τους αγώνες τους και την ανεκτίμητη προσφορά τους στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αφιερώνουμε το παρακάτω κείμενο του Ντανιέλ Μπενσαίντ σε σκίτσα του δολοφονημένου Charb, που ήταν και διευθυντής του Charlie Hebdo.

No Pasaran! 

Από τι πέθανε ο Θεός; 
Του Ντανιέλ Μπενσαΐντ*-σκίτσα Charb

(για την αντιγραφή Καπυμπάρα)

Τα δύο άρθρα που δημοσίευσε ο Μαρξ στο Παρίσι το 1844 –«Εισαγωγή στη φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ» και «Σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα»- δεν αρκούνται στο να αναγγέλλουν το θάνατο του Θεού των θρησκειών. Αρχίζουν τη μάχη εναντίον των φετίχ και των ειδώλων που τον υποκαθιστούν: το Χρήμα και το Κράτος.

Στην εργασία του «Η ουσία του χριστιανισμού», ο Φόιερμπαχ είχε καταδείξει όχι μόνο ότι ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά ότι είναι ο δημιουργός του. Δεν είχε υποστηρίξει απλώς ότι «ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, δεν κάνει η θρησκεία τον άνθρωπο». Απέδειξε επίσης, τονίζει ο Μαρξ, ότι «η φιλοσοφία δεν είναι άλλο πράγμα από τη θρησκεία που μετατίθεται και αναπτύσσεται στην ιδέα». Καθιστώντας την «κοινωνική σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο θεμελιακή αρχή της θεωρίας του», «θεμελίωσε [έτσι] τον αληθινό υλισμό». Ο άνθρωπος δεν είναι ένας άνθρωπος αφηρημένος «κουρνιασμένος εκτός του κόσμου», είναι ο «κόσμος του ανθρώπου», ο κοινωνικός άνθρωπος που παράγει, ανταλλάσσει, αγωνίζεται, αγαπάει. Είναι το Κράτος, είναι η κοινωνία.

Το όπιο του λαού

Από τη στιγμή που έγινε αποδεκτό ότι ο άνθρωπος δεν είναι το δημιούργημα ενός παντοδύναμου Θεού, μένει να καταλάβουμε από πού προέρχεται η ανάγκη να επινοήσει ο άνθρωπος μια ζωή μετά το τέλος της ζωής και να φαντάζεται έναν ουρανό απαλλαγμένο από την επίγεια αθλιότητα: «Η θρησκευτική αθλιότητα είναι ταυτόχρονα η έκφραση της υπαρκτής αθλιότητας και η διαμαρτυρία εναντίον της τελευταίας. Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η ψυχή ενός άκαρδου κόσμου, όπως είναι και το πνεύμα μιας κατάστασης πραγμάτων που στερείται πνεύματος. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».

Όπως το όπιο, αποχαυνώνει και ταυτόχρονα ανακουφίζει.

Η κριτική της θρησκείας δεν μπορεί να αρκεστεί στην παπαδοφαγία, την ιμαμοφαγία και τη ραβινοφαγία, όπως κάνει ο μασονικός αντικληρικαλισμός και ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού. Αυτή η προσέγγιση του θρησκευτικού ζητήματος μέλλει να είναι ακόμα, την επαύριο της Κομμούνας του Παρισιού, η προσέγγιση που υιοθετεί ο Ένγκελς. Θα θεωρήσει τότε ξεπερασμένο το «πρόβλημα του αθεϊσμού» και θα προσάψει σε ορισμένους εκπατρισμένους Παριζιάνους ότι θέλουν να «μετατρέψουν τους ανθρώπους σε άθεους με διαταγή του μουφτή», αντί να βγάλουν συμπεράσματα από την πράξη: «Ότι μπορούμε να διατάξουμε ό,τι θέλουμε στα χαρτιά χωρίς ωστόσο να περνάει αυτό στην πράξη, και ότι οι διώξεις είναι το καλύτερο μέσο για να κάνουμε να εμφανιστούν στρατιές πιστών. Μόνο ένα πράγμα είναι βέβαιο: η μοναδική υπηρεσία που μπορούμε να προσφέρουμε σήμερα στο Θεό είναι να διακηρύξουμε ότι ο αθεϊσμός είναι υποχρεωτικό δόγμα και να πλειοδοτήσουμε σχετικά με τους αντικληρικαλικούς νόμους που απαγορεύουν τη θρησκεία γενικώς».

Για το Μαρξ, από το 1844 ήδη, κύριο μέλημα είναι να τελειώνουμε με τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν την ανάγκη της πίστης και των τεχνητών παραδείσων: « Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση της πραγματικής του ευτυχίας. Το ότι απαιτούμε να παραιτηθεί από τις αυταπάτες σχετικά με την κατάστασή του σημαίνει ότι απαιτούμε να παραιτηθεί από μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν, εν σπέρματι, η κριτική της κοιλάδας των κλαυθμών της οποίας η θρησκεία είναι ο φωτοστέφανος».

Η κριτική της θρησκείας έχει λοιπόν ένα σκοπό αναγκαίο αλλά περιορισμένο: να αφαιρέσει από τον άνθρωπο τις αυταπάτες του, τις απατηλές παρηγοριές του, να τον απογοητεύσει, να του ανοίξει τα μάτια «για να σκεφτεί, να δράσει, να διαμορφώσει την πραγματικότητά του ως άνθρωπος απαλλαγμένος από τις αυταπάτες, [ως άνθρωπος] που απέκτησε τη λογική, έτσι ώστε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή  γύρω από τον πραγματικό του ήλιο». Αφού εκλείψει το θρησκευτικό «πέραν» της αλήθειας, το ιστορικό καθήκον είναι να δείξουμε την «αλήθεια του επίγειου κόσμου» και να «αποκαλύψουμε την ανθρώπινη αλλοτρίωση από τις μη ιερές μορφές της»: «Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής».

Διακηρύσσοντας ότι για τη Γερμανία «η κριτική της θρησκείας έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί» αλλά και ότι είναι η προϋπόθεση κάθε κριτικής», το άρθρο του 1844 σχετικά με τη φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ παίρνει τη μορφή ενός μανιφέστου πριν το Μανιφέστο και ενός προγράμματος εργασίας που αναγγέλλει τα νέα καθήκοντα της κριτικής. Το άρθρο «Σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα», που δημοσιεύτηκε στο ίδιο και μοναδικό τεύχος του περιοδικού «Γαλλογερμανικά Χρονικά» -και το οποίο παρανοήθηκε τόσο συχνά- είναι η προέκτασή του ή η πρώτη πρακτική εφαρμογή του.

Σε ένα άρθρο του 1842 σχετικά με «την ικανότητα των σημερινών Εβραίων και χριστιανών να καταστούν ελεύθεροι», ο Μπούνο Μπάουερ, παλιός φίλος του Μαρξ στο Βερολίνο, είχε υποστηρίξει ότι οι Εβραίοι, για να αποκτήσουν την ιδιότητα του πολίτη σε ένα συνταγματικό κράτος, όφειλαν προηγουμένως να πάψουν να συνιστούν ένα λαό «αιωνίως ξεχωριστό από τους άλλους» και συνεπώς να εγκαταλείψουν μια θρησκεία θεμελιωμένη στο μύθο του εκ καταγωγής περιούσιου λαού του Θεού. Επομένως δεν θα χειραφετούνταν πραγματικά, από πολιτική άποψη, παρά όταν θα εγκατέλειπαν τον ιουδαϊσμό και όταν το συνταγματικό κράτος θα εγκατέλειπε με τη σειρά του, το χριστιανισμό.

Για το Μαρξ η θέση του Μπάουερ επιμένει να θεωρεί τον αθεϊσμό απαραίτητη και επαρκή προϋπόθεση της ισότητας «παραβλέποντας την ουσία του κράτους». Σύμφωνα με αυτή τη θέση, θα αρκούσε να θελήσουν οι Εβραίοι να είναι ελεύθεροι, να θελήσουν να βγάλουν το Θεό από το κεφάλι τους, για να γίνουν πραγματικά ελεύθεροι. Κατά το Μαρξ, αντιθέτως, είναι καιρός να «εγκαταλείψουμε τον καθαρώς πνευματικό σοσιαλισμό» και να «περάσουμε  στην πολιτική». Εναντίον του Μπάουερ, αποδεικνύει με βάση το παράδειγμα της Αμερικής –χώρα που είναι εκείνη την εποχή η πιο ελεύθερη πολιτικά και όπου οι θρησκείες δεν παύουν να ανθούν ωστόσο- ότι «ο διχασμός του ανθρώπου σε μη θρήσκο πολίτη και σε θρήσκο ιδιώτη δεν αντιβαίνει καθόλου στην πολιτική χειραφέτηση».

Ο Μαρξ έχει στο στόχαστρο, αντιπαρατιθέμενος στον Μπάουερ, τις ψευδαισθήσεις ενός αθεϊσμού που παραμένει ακόμα μια αφηρημένη κριτική της θρησκείας, μια θρησκευτική, ακόμα, κριτική της θρησκείας, η οποία μένει στο μη πρακτικό πεδίο των ιδεών. Αυτός ο κατά τον τρόπο του Μπάουερ (ή του συγχρόνου μας Μισέλ Ονφρέ!) αθεϊσμός δεν είναι ακόμα, κατά το Μαρξ, παρά «ο τελευταίος βαθμός του θεϊσμού» και ένα είδος «αρνητικής αναγνώρισης της ύπαρξης του Θεού». Την ίδια χρονιά, το 1844, ο Μαρξ γράφει στα Χειρόγραφα του 1844: «Η φιλανθρωπία του αθεϊσμού δεν είναι λοιπόν παρά μια αφηρημένη φιλοσοφική φιλανθρωπία, ενώ εκείνη του κομμουνισμού είναι πραγματική και τείνει άμεσα προς τη δράση». Ο φιλοσοφικός αθεϊσμός είναι λοιπόν η ιδεολογία της πεφωτισμένης αστικής τάξης που νιώθει την ανάγκη να απαλλάξει την οικονομία από την τροχοπέδη της θρησκείας αφήνοντας άθικτη την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Βρίσκει την πιο καθαρή έκφρασή του στο θετικισμό και στη λατρεία της προόδου.

Το «Εβραϊκό Ζήτημα»

 Η πολεμική του εναντίον του Μπρούνο Μπάουερ κοστίζει σήμερα μια αδικαιολόγητα κακή φήμη. Ο μύθος ενός αντισημίτη Μαρξ έχει καταχωριστεί στο λεξικό των παραδεδεγμένων ιδεών. Πρόκειται, κατ’ αρχάς, για έναν χοντροκομμένο αναχρονισμό. Ο φυλετικός αντισημιτισμός άρχισε να ακμάζει κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, παράλληλα με την ανάπτυξη ενός αποικιακού ρατσισμού με έμβλημα τις θεωρίες των Γκομπινό και Τσάμπερλεν ή τον κοινωνικό δαρβινισμό. Κατά το «Ιστορικό λεξικό της γαλλικής γλώσσας», ο όρος δεν πρωτοεμφανίζεται παρά το 1879. Πριν, επρόκειτο για έναν θρησκευτικό αντιεβραϊσμό τρεφόμενο από το βιβλικό μύθο. Τα δύο θέματα μπορούν βεβαίως να συνυπάρχουν και να συμπίπτουν. Όσο για την «εκλεκτική συνάφεια» ανάμεσα στους Εβραίους και στο χρήμα, που αναφέρεται στο κείμενο του Μαρξ, είναι εκείνη την εποχή ένας λογοτεχνικός κοινός τόπος στους συγγραφείς πολεμικών κειμένων όπως ο Τουσενέλ ή ο Μπακούνιν, αλλά και σε μυθιστοριογράφους όπως ο Μπαλζάκ –«Ο οίκος Νυσενζέν»!-, αργότερα στον Ζολά και σε συγγραφείς εβραϊκής καταγωγής όπως ο Χάινριχ Χάινε ή ο Μόζες Χες. Κι αργότερα, ακόμα, στο μυθιστόρημα «David Golder» της Ιρέν Νιμπερόβσκι.

Όσο για το Μαρξ, μπορεί, ως ενθουσιώδη διεθνιστή, να τον εκνευρίζει η μυθολογία του περιούσιου λαού και της κοινοτικής ιδιαιτερότητας, αλλά δεν παύει να υποστηρίζει το κίνημα των Εβραίων της Κολονίας για τα πολιτικά τους δικαιώματα. Σε ένα γράμμα του στον Ρούγκε, το Μάρτιο του 1843, γράφει πως δέχτηκε να συντάξει, έπειτα από αίτησή τους, την έκκληση για την αναγνώριση των εν λόγω δικαιωμάτων: «Αυτή τη στιγμή με επισκέπτεται ο αρχηγός της τοπικής εβραϊκής κοινότητας. Μου ζητάει να συντάξω για τους Εβραίους μια έκκληση απευθυνόμενη στη Δίαιτα. Θα το κάνω. Όσο μεγάλη και αν είναι η απέχθειά μου για την ιουδαϊκή θρησκεία, ο τρόπος θεώρησης του Μπάουερ μου φαίνεται υπερβολικά αφηρημένος. Πρέπει να ανοίξουμε όσο δυνατόν περισσότερα ρήγματα στο χριστιανικό κράτος και να εισάγουμε λάθρα σε αυτό τον ορθό λόγο, στο βαθμό που εξαρτάται από εμάς». Αυτή η χειρονομία όχι μόνο δεν αντιφάσκει στις θέσεις του «Εβραϊκού ζητήματος», που θα γραφεί μερικές βδομάδες αργότερα, αλλά αντιθέτως είναι το παράδειγμα της πρακτικής εφαρμογής τους. Το ζήτημα είναι να «χειραφετηθεί το κράτος από τον ιουδαϊσμό, το χριστιανισμό, τη θρησκεία γενικώς», με άλλα λόγια να διαχωρίσουμε το κοσμικό κράτος από την εκκλησία με το να χειραφετηθούμε από την κρατική θρησκεία, να ενεργήσουμε ώστε το κράτος να μην πρεσβεύει καμιά θρησκεία αλλά να παρουσιάζεται απλώς ως αυτό που είναι. Δεν πρέπει να πιστεύουμε ωστόσο ότι ο άνθρωπος απελευθερώθηκε από τη θρησκεία, από την ιδιοκτησία, από τον επαγγελματικό εγωισμό επειδή «απέκτησε τη θρησκευτική ελευθερία». Με άλλα λόγια ο Μαρξ, απέχοντας πολύ από το να είναι ένας άθεος φονταμενταλιστής και να αναγορεύει τον αθεϊσμό σε νέα επίσημη θρησκεία του κράτους, είναι, στο ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, ένας φιλελεύθερος με την παλιά έννοια του όρου: φανατικός υπερασπιστής των δημόσιων ελευθεριών.

Όταν πολύ αργότερα, το 1876, κατά τη διάρκεια μιας λουτροθεραπείας στο Καρλσμπαντ, συναντάει τον Χάινριχ Γκρετς, πρωτοπόρο των εβραϊκών σπουδών από τη δεκαετία του 1840, συγγραφέα μιας μνημειώδους «Ιστορίας του εβραϊκού λαού», οι σχέσεις τους είναι πολύ ευγενικές. Σε ένδειξη αμοιβαίας εκτίμησης, προσφέρουν ο ένας στον άλλον τα έργα τους. Ο Μαρξ απέχει λοιπόν πολύ από τον Προυντόν, ο  οποίος προτείνει να κλείσουν όλες οι συναγωγές και να μεταφερθούν μαζικά οι Εβραίοι στην Ασία, καθώς και από τα πρόδρομα φαινόμενα του φυλετικού αντισημιτισμού ο οποίος μέλλει να εξελιχθεί σε «σοσιαλισμό των ηλιθίων», σύμφωνα με τη διατύπωση του Γερμανού σοσιαλιστή Άουγκουστ Μπέμπελ.

* Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ (1946 – 2010) ήταν καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII και υπήρξε μέλος του γαλλικού Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος. Συνέγραψε πολλά δοκίμια, μεταξύ των οποίων Marx l’intempestif (1995 –éditions Fayard) και Passion Karl Marx. Les hieroglyphs de la Modernité (2001 – éditions Textuel). Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο Marx, mode d’emploi (2009 – éditions La  Découverte), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2010 με τον τίτλο «Μαρξ, τρόπος χρήσης», σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά από τις εκδόσεις ΚΨΜ. 

Πηγή:tvxs