ενημέρωση 3:19, 25 August, 2026

Ολομέλεια για κλάματα και αυτοί που αποφάσισαν την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες

«Ω Αρετή! Πολύτιμος θεά, μην παραιτήσεις σήμερον την πατρικήν μου γη...»

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Καθ'έξιν καβγατζήδες των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών πάνελ. Καλλιτέχνες που έχουν να κομίσουν το οτιδήποτε στην τέχνη τους πολλά χρόνια, δεκαετίες ίσως, αξιοποιούν ωστόσο επιδέξια την όποια τους αναγνωρισιμότητα. Επαγγελματικά κομματικά στελέχη και επαγγελματίες συνδικαλιστές, απόντες από τη δουλειά τους από όταν σχεδόν διορίστηκαν στο ευρύτερο δημόσιο και εξελέγησαν εκπρόσωποι των συναδέλφων τους. Άνθρωποι οι οποίοι βρέθηκαν στο κοινοβούλιο με ελάχιστες ψήφους συμπολιτών τους μόνο και μόνο επειδή εντάχθηκαν την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο ψηφοδέλτιο. Άνθρωποι των οποίων το μέγα ταλέντο είναι να σταδιοδρομούν εντασσόμενοι μια ολόκληρη ζωή στο σωστό ψηφοδέλτιο. Να συνάπτουν τις κατάλληλες συμμαχίες, να φτύνουν εκεί όπου έγλειφαν και να γλείφουν εκεί όπου έφτυναν, πάντοτε με ένα χειροπιαστό αντάλλαγμα.

Ο αντίπαλος επίσης του «στρατηγού ανέμου» και ειδικός περί τις γράνες Βύρων Πολύδωρας. Ο επαγγελματίας αδελφός του ήρωα, Στάθης Παναγούλης. Ο περί τα πάντα τυρβάζων Μίμης Ανδρουλάκης...

Όλοι οι παραπάνω, αντάμα με μια ντουζίνα υποκοσμιακούς τύπους, απολύτως αντίστοιχους με τα λούμπεν στοιχεία της προπολεμικής Γερμανίας που εντάσσονταν αθρόα στα Ες Ες, αποφάσισαν στο όνομα του ελληνικού λαού την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.  

Άνθρωποι των οποίων το μέγα ταλέντο είναι να σταδιοδρομούν εντασσόμενοι μια ολόκληρη ζωή στο σωστό ψηφοδέλτιο. Να συνάπτουν τις κατάλληλες συμμαχίες, να φτύνουν εκεί όπου έγλειφαν και να γλείφουν εκεί όπου έφτυναν, πάντοτε με ένα χειροπιαστό αντάλλαγμα.

Εάν τους έβλεπες εν ολομελεία, θα σε έπιαναν τα κλάματα. Κυρίως με την αλλαζονική τους ελαφρότητα. Με την ευκολία που προτάσσουν το ατομικό τους συμφέρον, την πάση θυσία επαγγελματική τους –οι ανεπάγγελτοι!- επιβίωση. Όπως, βεβαίως, και πλείστοι άλλοι, οι οποίοι ψήφισαν Σταύρο Δήμα...

Για να επιστρέψουμε από την κοινωνική ανθρωπολογία στην πολιτική, το παιχνίδι εξελίχθηκε κάπως έτσι: Στριμωγμένοι από τους δανειστές έπειτα από την αξιοδάκρυτη έξοδο στις αγορές το φθινόπωρο, πιεζόμενοι να λάβουν και πρόσθετα μέτρα, οι συγκυβερνώντες αποφάσισαν να ρίξουν ζαριά. Να επισπεύσουν τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.

Το σκεπτικό τους στάθηκε ευανάγνωστο και λογικό. Σε περίπτωση που θα συγκέντρωναν τις εκατόν ογδόντα ψήφους, ο συνασπισμός Νέας Δημοκρατίας-Πασόκ θα έπαιρνε μια δεκαεξάμηνη ανάσα ζωής – σε δεκαέξι μήνες ποιος ζει, ποιος πεθαίνει; Σε περίπτωση που θα αποτύγχαναν, θα είχαν βγάλει από τους ώμους τους το άχθος των καινούργιων μέτρων και την ευθύνη για την τελική διαπραγμάτευση με την Τρόικα. Ο Σύριζα, που επί πέντε τώρα χρόνια τάζει λαγούς με πετραχείλια, είτε θα έχανε τις πρόωρες εκλογές, τις οποίες ο ίδιος θα είχε προκαλέσει, είτε θα τις κέρδιζε και θα ερχόταν επιτέλους αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Με τα ξεροκέφαλα –όπως τα αποκαλούσε ο Λένιν- γεγονότα.  

Στριμωγμένοι από τους δανειστές έπειτα από την αξιοδάκρυτη έξοδο στις αγορές το φθινόπωρο, πιεζόμενοι να λάβουν και πρόσθετα μέτρα, οι συγκυβερνώντες αποφάσισαν να ρίξουν ζαριά. Να επισπεύσουν τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας....

Ο Σύριζα αποδέχθηκε την πρόκληση. Με την αυτοπεποίθηση εκείνου που πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από τους προκατόχους του. Ή με την ανασφάλεια αυτού που φοβάται πως εάν χάσει την ευκαιρία, δεν θα την ξαναβρεί. Η λογική έλεγε πως ο χρόνος δούλευε υπέρ του. Ότι όσο καθυστερούσαν να στηθούν οι κάλπες, τόσο η νίκη του διασφαλιζόταν. Ποιος όμως διατηρεί την ψυχραιμία του, κρατάει ψυχρή την κεφαλή του, όταν το κορίτσι των ονείρων του –η εξουσία εν προκειμένω- του κλείνει το μάτι; Σήμερα άνοιξαν μπροστά στα μάτια των Ελλήνων όλα τα ενδεχόμενα.

Εάν πιστέψουν στην ελπίδα, στον ισχυρισμό πως μια άλλη κατάσταση για τις ζωές και για τα πορτοφόλια τους είναι εφικτή, τότε θα εκλέξουν τον Σύριζα.

Εάν κυριαρχήσει εντός τους ο φόβος -το κάλλιο πέντε, κάλλιο δύο, κάλλιο ένα έστω και στο χέρι- θα πυκνώσουν έστω και την ύστατη στιγμή τις γραμμές της Νέας Δημοκρατίας.

Το αρνητικότερο ενδεχόμενο είναι -μέσα στην πόλωση που μας μέλλεται προεκλογικά- ο μεσαίος χώρος, η Κεντροαριστερά, να συρρικνωθεί μέχρι το μη παρέκει. Δεν το γράφω αυτό εκφράζοντας προσωπική πολιτική προτίμηση. Τρέμοντας το γράφω, στην πιθανότητα να μην μπορεί το κόμμα που θα πρωτεύσει στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου να βρει συμμάχους για να σχηματίσει κυβέρνηση. Και να οδηγηθούμε για δεύτερη φορά στις κάλπες, υπό συνθήκες κρισιμότερες κι από του 2012. Ενώ το χρηματιστήριο θα έχει εντελώς κλατάρει, το αποτέλεσμα των θυσιών μιας πενταετίας θα έχει εξανεμιστεί και οι Ευρωπαίοι μάλλον δεν θα σπεύδουν να στέλνουν αεροπλάνα με ευρώ για να ανεφοδιασθούν τα ΑΤΜ...

Αποχωρώντας από την Βουλή, περπάτησα μέχρι το Σύνταγμα. Έξω από το υπουργείο Οικονομικών αντίκρισα τις περίφημες απολυμένες καθαρίστριες να πανηγυρίζουν κατενθουσιασμένες την πτώση της κυβέρνησης. Να νοιώθουν Πασιονάριες υπό το βλέμμα του Τσε Γκεβάρα. Να πιστεύουν προφανώς πως η λαϊκή κυβέρνηση του Σύριζα θα σπεύσει να τις ξαναπροσλάβει με τους ίδιους μισθούς - γιατί όχι και να τους επιστρέψει με τόκο όσα έχασαν αφότου απολύθηκαν; Τις είδα να χλευάζουν τους αστυνομικούς, να τους αποκαλούν σκουλήκια που τα κουίσλινγκ αφεντικά τους θα τα εγκαταλείψουν στην πάνδημη οργή. «Έρχονται κρεμάλες!» απείλησε μια τους.

Μου ήρθε τότε στο νου ένας στίχος του Ανδρέα Κάλβου: «Δυστυχισμένα πλάσματα της πιο δυστυχισμένης φύσεως, τελειώνομεν ένα θρήνον και εις αλλον πέφτομεν πάλιν...» Κι αμέσως μετά προσευχήθηκα με τα λόγια του ίδιου του Κάλβου: «Ω Αρετή! Πολύτιμος θεά, μην παραιτήσεις σήμερον την πατρικήν μου γη...»  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μικρός δίνει το χαρτζιλίκι από τα κάλαντα στον Ν. Χιωτάκη για να σώσει την πόλη

Πανελλήνια συγκίνηση έχει προκαλέσει η αποκάλυψη του πρώην Δημάρχου Ν. Χιωτάκη πως ένα εξάχρονο αγοράκι του πρόσφερε τα χρήματα που έβγαλε από τα κάλαντα, και του ζήτησε να σώσει την Κηφισιά από τον Θωμάκο και τις μηνύσεις.

Ο λιλιπούτειος καλαντιστής -ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του- ονομάζεται Βασίλης Σκορδοκαΐλας.

Ο Βασιλάκης περίμενε τον Νίκο Χιωτάκη έξω από το φυτώριο και, όταν ο πρώην Δήμαρχος εμφανίστηκε πίσω από τις τριανταφυλλιές, φώναξε «έρχονται ιπτάμενες μηνύσεις», οπότε κατάφερε να στρέψει την προσοχή των παρευρισκομένων, -πικροδάφνες, μπιγκόνιες, πατούνες- στον ουρανό, να περάσει μέσα από τα φύλλα τους, να τρυπώσει στο φυτώριο και να πέσει στην αγκαλιά του Νίκου Χιωτάκη.

Ο Βασιλάκης έβγαλε από τις τσέπες του 156 ευρώ -που είχε βγάλει από τα κάλαντα των Χριστουγέννων- και τα έδωσε στον Νίκο Χιωτάκη, ζητώντας του να κάνει τα πάντα για να εκλεγεί ξανά Δήμαρχος, για να μην του τα πάρει ο Χρ. Καλός και, τον ταράξει στις μηνύσεις ο Δήμαρχος Γ. Θωμάκος.

Με δάκρυα στα μάτια, ο Βασιλάκης ζήτησε από τον Νίκο Χιωτάκη να δολοφονήσει όλους τους πολίτες που ψήφισαν τον Γ.Θωμάκο, ώστε να πέσει η πόλη στα χέρια των Θωμάκου-Καλού.

Στη συνέχεια, ο Βασιλάκης είπε στον Ν. Χιωτάκη πως τον βολεύουν οι εκλογές αλλά αυτός θα ήθελε να δει το πλοίο να δένει στο λιμάνι με ασφάλεια, γιατί δεν μπορεί ο κ. Θωμάκος να το ξαναρίξει στις μανιασμένες θάλασσες χωρίς πυξίδα, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς φουγάρο, με μόνο εφόδιο τις αναρίθμητες μηνύσεις.

Ο Νίκος Χιωτάκης συγκινήθηκε πάρα πολύ από τα λόγια του Βασιλάκη, και χρησιμοποίησε τις φράσεις του στη συνέντευξη στη «Κηφισιά», αν και δεν κολλούσαν με τις ερωτήσεις που δεν του έκανε ο καλός δημοσιογράφος.

Ο Βασιλάκης υποσχέθηκε στον Νίκο Χιωτάκη πως θα του φέρει και τα χρήματα από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, -γιατί θα του τα πάρει αναγκαστικά ο Χρ. Καλός- ενώ του τόνισε πως είναι διατεθειμένος να πουλήσει τα όργανά του, για να τον βοηθήσει να σώσει την Κηφισιά από τους Θωμάκο-Καλό, ώστε να μην χάσει η πόλη τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό και τον δρόμο προς την ανάπτυξη των μηνύσεων.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

Γυρίζω τα μάτια μου στο μέλλον

Δεν αλλάζουμε σελίδα, αρχίζουμε να γράφουμε ολόκληρο βιβλίο από την αρχή. Δεν μπαίνουμε απλώς σε μια νέα χρονιά, (ελπίζω ότι) μπαίνουμε σε έναν καινούριο αιώνα. Αν πρέπει να τον ονοματίσω, θα είναι ο αιώνας της αλληλεγγύης.
 
Γράφω αυτό το άρθρο στη στροφή του χρόνου, ταξιδεύοντας με το οχηματαγωγό «Διαγόρας» από τη Ρόδο στην Κω. Μετεωρίζομαι ανάμεσα στα δύο νησιά, με ενδιάμεσους σταθμούς  τη Σύμη, την Τήλο και τη Νίσυρο.
 
Η τηλεόραση στο σαλόνι είναι συνεχώς ανοιχτή, μετεωρίζεται κι εκείνη ανάμεσα στα δύο μεγάλα θέματα των ημερών. Στο μυαλό μου λειτουργούν αλλεπάλληλοι συνειρμοί, μερικοί αρκετά βλάσφημοι. Αλλά σταματάω εδώ με το ναυάγιο, αποφεύγω να διαβάσω τις πολιτικές εξελίξεις μέσα από το φίλτρο αυτής της καταστροφής, μήπως και ολισθήσω σε πολιτική εκμετάλλευσή της. Θα προτιμήσω  να μείνω στα δικά μου λημέρια, της πολιτικής και της κοινωνίας.
 
Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου έπεσε. Όχι μετά από μια μεγάλη διαδήλωση για τα μέτρα που πήρε, για τον πόνο και τη δυστυχία που έσπειρε, για τους εργαζόμενους που στερήθηκαν τις δουλειές τους ή τους μικρομεσαίους που έχασαν τις επιχειρήσεις τους.
 
Όχι για τις θέσεις εργασίας και τα εργασιακά δικαιώματα που εξατμίστηκαν, όχι για τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που βγήκαν όπως όπως στο σφυρί, ούτε εξαιτίας των νόμων που ψήφισε προκειμένου να προσφέρει ασυλία σε μεγάλες επιχειρήσεις ή να  εξυπηρετήσει με πολλαπλούς άλλους τρόπους μεγάλα συμφέροντα,  ντόπια και ξένα.
 
Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου έπεσε γιατί απέτυχε να συγκεντρώσει την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται σύμφωνα με το Σύνταγμα για την εκλογή νέου προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά κατά κάποιον τρόπο υπεραπλουστεύω τα πράγματα. Η άρνηση των βουλευτών της αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένου ικανού αριθμού ανεξάρτητων που αποδεσμεύτηκαν από τα κόμματά τους εξαιτίας της παρατεταμένης κρίσης του πολιτικού συστήματος, να συναινέσουν στην εκλογή του κ. Σταύρου Δήμα, πολλοί εξ αυτών σε αντίθεση με το ατομικό τους συμφέρον,  συμπυκνώνει την άρνηση της κοινωνίας να δεχτεί την παράταση της ζωής αυτής της κυβέρνησης και την απαίτησή της να μη δεχτεί άλλη μία δέσμη μνημονιακών μέτρων.
 
Αλλά έτσι γράφεται η Ιστορία, με συμπτώσεις, με ασυνέχειες και ενίοτε με χαοτικές εξελίξεις. Ελπίζω τουλάχιστον ότι αυτή τη φορά δεν θα γραφτεί με βάση τον φόβο.
 
Ο κ. Σαμαράς, ανάμεσα στα διάφορα τρομοκρατικά που δήλωσε μετά την ιστορική τρίτη ψηφοφορία, είπε ότι «τώρα είναι η ώρα του λαού». Πολύ σωστά: Ήρθε επιτέλους η ώρα που εκείνος και οι συν αυτώ έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποτρέψουν. Αλλά όταν λέμε ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αυτό ακριβώς εννοούμε. Ότι υπάρχει η λαϊκή ετυμηγορία που θα δώσει τη λύση. Όχι οι ύποπτες μανούβρες, όχι η τρομοκράτηση του κόσμου, όχι ο αυταρχισμός και η καταστολή, όχι η συμμόρφωση σε εισαγόμενα προγράμματα -δήθεν- σωτηρίας.
 
Είπε και κάτι άλλο ο πρωθυπουργός. Ότι τάχα ήρθε η ώρα να μάθει ο λαός την αλήθεια. Έμμεση παραδοχή, βέβαια, ότι μέχρι τώρα μας έχουν φλομώσει στην εξαπάτηση. Και ταυτοχρόνως νέα απόπειρα εξαπάτησης, αφού ξέρουμε πολύ καλά ότι όσα αποκρύπτονται εν καιρώ «ειρήνης», σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να αποκαλυφθούν εν καιρώ «πολέμου».
 
Δεν πρόκειται να παραδεχτεί ο κ. Σαμαράς τις συμφωνίες που είχε συνάψει με την τρόικα, με προοπτική να υλοποιηθούν εφόσον έφευγε από τη μέση ο σκόπελος της προεδρικής εκλογής. Θα συνεχίσει να λέει το παραμύθι με το πλοίο που κινδυνεύει έξω από το λιμάνι και δεν τον αφήνουν να ολοκληρώσει την… σωτηρία του. (Να το πάλι το πλοίο, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση η ευθύνη δεν είναι δική μου)
 
Α, και κάτι άλλο. Επειδή λέγονται πολλά σχετικά με το τι ήθελε και την δεν ήθελε ο ελληνικός λαός, βάσει των δημοσκοπήσεων, σε σχέση με την εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας, το μόνο που έχω να πω είναι πως αν δημοκρατία ήταν να ακολουθούμε τις επιταγές των δημοσκοπήσεων, θα είχαμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με πρωθυπουργό… Σαμαρά.
 
Αλλά πολλά είπα πάλι για τον κ. Σαμαρά, εδώ κοιτάμε πια κατευθείαν προς το μέλλον. Τόσον καιρό, βασικό μας μέλημα ήταν να αποδομήσουμε την κυβερνητική αφήγηση, να αντιτάξουμε τη δική μας αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση και πώς πρέπει να αμυνθούμε στην επίθεση που δεχόμασταν από παντού.
 
Μπορούμε πια να περάσουμε στην επόμενη πίστα. Ταξιδεύοντας ακόμα ανάμεσα στη Ρόδο και στην Κω, καθώς το πλοίο αφήνει πίσω του το λιμάνι της Νισύρου, η ευχή μου για τον καινούριο χρόνο είναι ν’ αρχίσουμε μια καινούρια αφήγηση, να μην αλλάξουμε απλώς σελίδα, όπως μου είπε χθες ένας καλός φίλος, αλλά ν’ αρχίσουμε να γράφουμε μόνοι μας ένα καινούριο βιβλίο, από την αρχή, τη δική μας θετική αφήγηση σχετικά με το τι χώρα θέλουμε να φτιάξουμε, πώς θα το κάνουμε αυτό όλοι μαζί παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια μας και όχι αναθέτοντάς την σε τρίτους, όσο «καλοί» κι αν είναι, το πώς θα δημιουργήσουμε πλούτο και πώς θα τον διανείμουμε δίκαια, πώς θα ξαναανακαλύψουμε τη δημόσια σφαίρα, στο πώς θα αφήσουμε στην άκρη το ατομικό συμφέρον για χάρη του συλλογικού, πώς θα εισαγάγουμε μεταρρυθμίσεις αριστερές, προοδευτικές, που τόση ανάγκη έχει ο τόπος, πώς θα καταργήσουμε τα ψεύτικα διλήμματα στην πράξη και πώς θα ξαναβάλουμε την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη, αλλάζοντας τους συσχετισμούς στην Ευρώπη και φτιάχνοντας νέες, αβίαστες και δημιουργικές συμμαχίες.
 
Εύχομαι και πιστεύω ότι το 2015 θα είναι ανατρεπτικό. Αλλά και δημιουργικό επίσης.
Πηγή:thepressproject

 

 
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Κάρολ Ριντ: Ο σκηνοθέτης της καλύτερης βρετανικής ταινίας

 
 
Στις 30 Δεκεμβρίου του 1906, γεννήθηκε ο Βρετανός σκηνοθέτης Κάρολ Ριντ (Sir Carol Reed), γνωστός κυρίως για τις δημιουργίες του: «Απόκληρος της Κοινωνίας» (Odd Man Out -  1947), «Πρώτη Απογοήτευσις» (The Fallen Idol - 1948), «Αγωνία και Έκστασις» (The Agony and the Ecstasy - 1965) και το μιούζικαλ «Όλιβερ!» (Oliver! - 1968), με το οποίο θα κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Όμως το πραγματικό του αριστούργημα, ήταν το φιλμ «Ο Τρίτος Άνθρωπος» (The Third Man) του 1949. Μία από τις καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών...

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Σερ Κάρολ Ριντ (Sir Carol Reed: 30 Δεκεμβρίου 1906 - 25 Απριλίου 1976), γεννήθηκε στο Λονδίνο. Ξεκίνησε ως ηθοποιός από έφηβος ακόμα, αλλά σύντομα πέρασε στη σκηνοθεσία και την παραγωγή. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στον Βρετανικό στρατό, αποκτώντας πολλές εμπειρίες που χρησιμοποίησε αργότερα σε ταινίες του.

Η περίοδος των πιο δημοφιλών του ταινιών χρονολογείται στα τέλη της δεκαετίας του '40 και το περιεχόμενό τους αναφέρεται κυρίως στην παρακμή της μεταπολεμικής Ευρώπης: Odd Man Out / Απόκληρος της Κοινωνίας - 1947, The Fallen Idol / Πρώτη Απογοήτευση - 1948, The Third Man / Ο Τρίτος Άνθρωπος - 1949. Οι συγκεκριμένες ταινίες, βασίζονται σε μυθιστορήματα του Γκράχαμ Γκρην (Graham Greene: 1904-1991).


Μετά το 1956, ο θάνατος του παραγωγού και φίλου του Alexander Korda τον ανάγκασε να αναζητήσει την τύχη του στο Χόλιγουντ, γυρίζοντας ταινίες όπως το "Κατάσκοπος στην Αβάνα" (Our Man in Havana - 1959), επίσης βασισμένο σε άλλο ένα μυθιστόρημα του Γκ. Γκρην, καθώς και το μιούζικαλ «Όλιβερ!» (Oliver! - 1968) το οποίο τιμήθηκε με πέντε Βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και Καλύτερης Σκηνοθεσίας, για τον Κάρολ Ριντ.

Ο σκηνοθέτης υπήρξε παντρεμένος δυο φορές. Την πρώτη με την Βρετανίδα ηθοποιό Νταϊάνα Γουίνγιαρντ από το 1943 έως το 1947. Μετά το διαζύγιό τους παντρεύτηκε την ηθοποιό Πενέλοπι Ντάντλεϊ Γουόρντ με την οποία απέκτησε ένα γιο το Μαξ. Ο Κάρολ Ριντ ήταν επίσης θείος του ηθοποιού Όλιβερ Ριντ. Το 1953 ο Ριντ έγινε ο δεύτερος Βρετανός σκηνοθέτης (μετά τον Αλεξάντερ Κόρντα, ο οποίος ήταν παραγωγός μερικών από τις γνωστότερες ταινίες του Ριντ) που χρίστηκε ιππότης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας.

Ο Κάρολ Ριντ απεβίωσε από καρδιακή προσβολή, στις 25 Απριλίου του 1976 στο σπίτι του στην Τσέλσι σε ηλικία 69 χρονών. Ο σπουδαίος Βρετανός σκηνοθέτης Μάικλ Πάουελ έλεγε χαρακτηριστικά για τον Ριντ ότι: «Ο Κάρολ μπορεί να συναρμολογήσει μια ταινία όπως ο ωρολογοποιός συναρμολογεί ένα ρολόι...»

Ο «Τρίτος Άνθρωπος» (The Third Man - 1949), μας μεταφέρει στη Βιέννη, λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μία πόλη, στην καρδιά της Ευρώπης, άλλοτε αριστοκρατική και χαρούμενη, τώρα έχοντας περάσει από την φονική επίδραση των ναζί, είναι πλέον κατεστραμμένη, φτωχή και διαιρεμένη σε συμμαχικές ζώνες επιρροής. Παράλληλα, η τοπική κοινωνία προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από συντρίμμια, ενώ ανθεί η μαύρη αγορά.

Σε ένα τέτοιο κλίμα καταφτάνει ένας αφελής και άνεργος συγγραφέας λαϊκών μυθιστορημάτων γουέστερν, ο Χόλι Μάρτινς (Τζόζεφ Κότεν), ύστερα από πρόσκληση ενός παλιού του φίλου, του Χάρι Λάιμ (Όρσον Ουέλς).

Όταν όμως φτάνει εκεί τον περιμένει μία δυσάρεστη έκπληξη. Ο Λάιμ έχει ήδη πεθάνει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Και ενώ είναι έτοιμος να φύγει πάλι πίσω στην Αμερική, αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο θάνατος του Χάρι μπορεί και να μην ήταν ατύχημα, αλλά δολοφονία...

Ο Χόλι, γνωρίζει τους φίλους του Χάρι, την κοπέλα του Άννα (Αλίντα Βάλι) κι έναν Άγγλο αστυνομικό επιθεωρητή, καθώς σταδιακά εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην υπόθεση. Το μυστήριο αυξάνεται συνεχώς, καθώς αποκαλύπτεται ότι στον τόπο του ατυχήματος εκτός από τους δύο φίλους του Χάρι, που τον σήκωσαν, υπήρχε κι ένας τρίτος άνθρωπος, που ίσως είχε ρόλο - κλειδί στο περίεργο ατύχημα.

Το μυαλό του νεαρού συγγραφέα αρχίζει να φαντάζεται διάφορα σενάρια ενώ σιγά σιγά ανακαλύπτει όλη την αλήθεια, μία αλήθεια που δεν είχε ποτέ υποψιαστεί...

Η ταινία, βασίζεται στο ομώνυμο κατασκοπικόμυθιστόρημα του Graham Greene, ενώ το υποβλητικό Soundtrack υπογράφει ο Άντον Κάρας (Anton Karas). Το φιλμ σε σκηνοθεσία του Κάρολ Ριντ,διαθέτει μία τριπλέτα εκπληκτικών ηθοποιών. Στους ανδρικούς ρόλους, οι ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών του φιλμ, είναι απλά συγκλονιστικές.

Ο λόγος βέβαια για τους σπουδαίους Τζόζεφ Κότεν και Όρσον Ουέλς. Δύο επιστήθιους φίλους και υπέροχους ερμηνευτές, με τον Κότεν να συνοδεύει τον Ουέλς, σχεδόν σε όλα τα σκηνοθετικά του αριστουργήματα, από τον "Πολίτη Κέιν" του 1941, μέχρι το "Touch of Evil" του 1958. Θα ήταν βέβαια άδικο να μην αναφερθούμε και στην παρουσία της Ιταλίδας ηθοποιού, Αλίνατ Βάλι, πρωταγωνίστρια μεταξύ άλλων σε θρυλικές ταινίες του Χίτσκοκ, του Βισκόντι, του Αντονιόνι και του Παζολίνι.

Η ταινία έκανε τέτοια εντύπωση με την αρτιότητά της που είχαν κυκλοφορήσει πολλά "ανέκδοτα" γύρω από το όνομά της. Ένα από τα πιο γνωστά θέλει τον Αμερικανό σκηνοθέτη Ουίλιαμ Ουάιλερ - και φίλο του Κάρολ Ριντ - όταν είδε την ταινία, να παραξενεύεται τόσο πολύ από τη συχνή χρήση του κεκλιμένου πλάνου που έστειλε στον σκηνοθέτη ένα αλφάδι και του έγραψε: «Κάρολ, την επόμενη φορά που θα γυρίσεις ταινία, απλώς βάλ’ το αυτό πάνω στην κάμερα, εντάξει;»!

Δεν είναι βέβαια λίγοι κι εκείνοι που υποστήριζαν ότι η τελειότητα της ταινίας οφείλεται στο γεγονός ότι στην σκηνοθετική καρέκλα, δεν κάθεται ο Κάρολ Ριντ, αλλά ο μεγάλος Όρσον Ουέλς... Γεγονός το οποίο βεβαία ο ίδιος ο Αμερικανός σκηνοθέτης έχει επανειλημμένα διαψεύσει σε συνεντεύξεις του.

Τίποτα βέβαια από όλα αυτά δεν έχει αποδεχθεί και ίσως να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που πραγματικά μετράει είναι το γεγονός ότι "Ο Τρίτος Άνθρωπος", είναι όντως μία μοναδική ταινία.

Πρόκειται για ένα φιλμ εντυπωσιακού κινηματογραφικού στυλ, που αναμειγνύει με μαεστρία στοιχεία εξπρεσιονιστικά και φιλμ νουάρ. Συνδυάζει το έντονο παιχνίδι, μεταξύ φωτός και σκοταδιού, την παραμόρφωση των προσώπων μέσα από ευρυγώνιο φακό και τα επιτηδευμένα πλάνα, που αθροιστικά συντελούν σε μία κλασσική μεταπολεμική ταινία. Μία διαχρονική δημιουργία που εκφράζει την παράνοια, τον παραλογισμό και το κλίμα φόβου, της πρώτης περιόδου μετά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όντας στην αρχή ακόμα του Ψυχρού Πολέμου.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι η ταινία του Κάρολ Ριντ «Ο Τρίτος Άνθρωπος» (The Third Man - 1949), έχει ψηφιστεί ως η Καλύτερη Βρετανική Ταινία του 20ού αιώνα από το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (British Film Institute), καθώς και μία από τις Καλύτερες Αμερικανικές Ταινίες όλων των εποχών, λόγω της συμμετοχής του Αμερικανού παραγωγού, David O. Selznick.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο σπουδαίος Κριτικός Κινηματογράφου Roger Ebert (που δυστυχώς έφυγε στις 4 Απριλίου του 2013), είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Από όλες τις ταινίες που έχω δει, αυτή ενσαρκώνει τη μαγεία του να πηγαίνεις σινεμά...»