ενημέρωση 11:56, 25 August, 2026

και η Άννα Βίσση εναντίον του Δήμου Κηφισιάς

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Διαβάζουμε από τις εφημερίδες, βλέπουμε από τις τηλεοράσεις, ακούμε από τα ραδιόφωνα την σχετική μήνυση και αγωγή που κατέθεσε η Άννα Βίσση εναντίον του Δήμου Κηφισιάς, για τα αποχετευτικά και για ότι πλημμύρησε. Δεν προξενεί κανένα ενδιαφέρον η είδηση, μόνο ότι απασχόλησε όλα τα ΜΜΕ. Πολλοί συμπολίτες είχαν την ατυχία να βρεθούν σε παρόμοια θέση, το ότι ο Δήμος Κηφισιάς είναι μια ανοχύρωτη πόλη, το γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά. Δεν είχα πρόθεση να ασχοληθώ με το θέμα.

Ο λόγος που γράφω για αυτό το γεγονός είναι άλλος.

Η ανακοίνωση του Δήμου Κηφισιάς που κινήθηκε σε στυλ «ο Δήμος Κηφισιάς έχει κάνει όλες τις ενάργειες μπλα μπλα…» Δηλαδή ο Δήμος μας λέει, ότι όλα βαίνουν καλώς. Δεν υπάρχει το παραμικρό πρόβλημα. Εντάξει , θα πω, αλλά η κ. Βίσση «τρελάθηκε» και άρχισε τις αγωγές και μηνύσεις; Όπως αρκετοί –δυστυχώς- συμπολίτες μας.

Το συγκεκριμένο, το γεγονός το ξέρει καλά ο νέος Δήμαρχος, από παρόμοια γεγονότα το Δικηγορικό του γραφείο –υποθέτω- είναι γεμάτο. Μήπως η κ. Βίσση τα κάνει όλα αυτά για να τύχη δημοσιότητας; Ή ενδεχομένως για κάποια οικονομική απολαβή; Ή μήπως ψάχνει για κάποια δουλίτσα στο Δήμο; Ασφαλώς όχι, τίποτα από τα πιο πάνω δεν ισχύουν. Γνωρίζουμε σε ποια κατάσταση άφησε την πόλη, ο πρώην Δήμαρχος Ν. Χιωτάκης. Ασφαλώς και δεν έχει καμία συμμετοχή σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, η νέα δημοτική αρχή. Ποιος ο λόγος αυτής της γελοίας ανακοίνωσης; Αν ήμουν περαστικός από την πόλη θα έλεγα ότι είναι μια κλασική ανακοίνωση της Δημαρχίας Χιωτάκη. Αλλά ποιος ο λόγος, του να υπερασπιστεί το αίολο έργο της σάπιας-απερχόμενης διοίκησης; Ή έχω χάσει κάτι; Κάποιο επεισόδιο;

Συνεπώς καταλήγω στο φτωχό συμπέρασμα, «άλλαξε ο μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» Δυστυχώς «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλο τα ίδια μένουν», όπως λέει και το τραγούδι.    

Είναι ο χώρος που η Μαλβίνα Κάραλη είχε περιγράψει τη δεκαετία του ’90 ως «δέκα κώλοι γυρεύουν καρέκλα». Και την βρίσκουν, θα πρόσθετα. Σε όλες τις συγκυρίες. Ακόμα και σήμερα.

Με αφορμή την μήνυση που κατέθεσε η Άννα Βίσση εναντίον του Δήμου Κηφισιάς βγήκαν τα νέα τζάκια, οι νέοι δημοτικοί σύμβουλοι και έκαναν –facebok, twitter- ανακοινώσεις, σχόλια. Τι τι γράφουν δεν περιγράφετε, από νοήμονες ανθρώπους. Μέχρι και σχόλια τύπου Ψινάκη διάβασα «άσε μας κουκλίτσα μου», «άσε ρε … Αννούλα» κ.α

Τόση αμετροέπεια σε λίγους μήνες; Τι θα γίνει όταν περάσει ένας χρόνος. Θα παρακαλάμε τους Χιωτάκη και Βάρσο να επιστρέψουν; Είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Τόσο χαμηλά, θεέ μου. Με αφορμή αυτήν την πλευρά, της υπέρμετρης αλαζονείας, του καβαλήματος του καλαμιού είχα αφιερώσει ένα σχόλιο στον τέως Δήμαρχο Χιωτάκη για αυτόν τον λόγο ακριβώς. Το καβαλίκεμα, την αλαζονεία της εξουσίας.

Λίγη παρρησία, λίγο διαφορετική αντιμετώπιση των συμπολιτών δεν βλάπτει. Είναι τραγικά νωρίς για άλλου είδους εκτιμήσεις και αντιμετωπίσεις. Οι πολίτες δεν εξέλεξαν τους νέους δυνάστες, νέους Χιωτάκηδες για υπεύθυνους.

Δεν σας εξέλεξαν οσάν τους νέους τιμωρούς, παρά σαν ανθρώπους λογικούς, άφθαρτους –πλην μέρους- και πάνω από όλα σκεπτόμενους, που περπατάνε στο έδαφος. Όχι καβαλημένους στο άρμα της πόρνης εξουσίας. Δεν είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια γελοία σχόλια, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Θα συμβούλευα, λιγότερα ή καθόλου –καλύτερα- σχόλια και περισσότερη, σοβαρή δουλειά.     

Πηγή:ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ

Ο Ν.Χιωτάκης έθαψε τα καυτά έγραφα, για να μην πέσουν στα χέρια της νέας διοίκησης!

Μη αντέχοντας στη σκέψη ότι ορισμένα καυτά έγραφα μέχρι και το αγαπημένο του κάθισμα, θα το μαγαρίσουν Θωμαικά οπίσθια, ο Ν. Χιωτάκης, έσπευσε να τα φυγαδεύσει κρυφά και να το κρύψει σε ασφαλές μέρος – κατά πάσα πιθανότητα στο εξωτερικό

Ο Ν. Χιωτάκης, παίρνει τα μέτρα του.

Σε ένα πρόχειρο σκαμπό, θα κάθεται προς το παρόν ο Νίκος Χιωτάκης, όλα τα καυτά έγραφα για να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της παράταξης του, μέχρι να περάσει ο κίνδυνος της διοίκησης Θωμάκου, ώστε και να μπορέσει να τα επαναφέρει στο γραφείο του.

Όπως ομολόγησε ο ίδιος σε πρωινή εκπομπή, τα έγραφα και το κάθισμά του, έχουν γι αυτόν μεγάλη συναισθηματική αξία και «δεν αντέχει στη σκέψη ότι κάποιοι αλήτες όχι μόνο θα κάθονται επάνω του αλλά επιπλέον θα γράφουν και με μαρκαδόρους κομμουνιστικά συνθήματα.

Μάλιστα προέτρεψε τους συναδέλφους του στο Δημοτικό συμβούλιο να κάνουν το ίδιο, ενώ υπογράμμισε ότι βρίσκεται σε συνεννόηση με τον αντιδήμαρχο Β. Βάρσο, προκειμένου να θάψουν κάπου και όλα τα έγραφα φωτιά που αποδεικνύουν πόσο μεγάλο είναι το «πρωτογενές πλεόνασμα», που με τόσο κόπο μάζεψαν, ώστε το προφυλάξουν από τα χέρια των «κατακτητών».

Τέλος, στα πλαίσια των προληπτικών κινήσεων εκ μέρους της τέως διοίκησης, κυκλοφόρησε εμπιστευτικό έγγραφο, που συμβουλεύει τα μέλη της παράταξης Χιωτάκη να σβήσουν επειγόντως τις γυμνές φωτογραφίες από τα κινητά και τους υπολογιστές τους, διότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να κλαπούν από μέλη της παράταξης Θωμάκου και να κυκλοφορήσουν σε όλους τους χώρους (εκκλησίες) που συναθροίζετε το πλήθος των πιστών της Κηφισιάς!

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία είναι όλο προϊόν φαντασίας με στόχο τη σάτιρα και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μπορείτε να το καταναλώσετε άφοβα

Μπένεντικτ Κάμπερμπατς: Το τίμημα της ιδιοφυΐας

Ο ηθοποιός που υποδύεται τον ιδιοφυή αλλά παρεξηγμένο Αλαν Τιούρινγκ στο «Παιχνίδι της μίμησης» εξηγεί γιατί δεν έχει και τόση σημασία η διασημότητα
 
Μπένεντικτ Κάμπερμπατς: Το τίμημα της ιδιοφυΐας
 
Λίγα λεπτά δίπλα στον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς αρκούν για να σου δώσουν μια ιδέα για το τι άνθρωπος είναι. Εκτός από ευφυής (μιλάει αγγλικά καθηγητή πανεπιστημίου, με αριστοκρατική αύρα και σε ταχύτατους ρυθμούς, κάτι που αποδίδει στην τεράστια κατανάλωση καφέ σε καθημερινή βάση), μπορεί πραγματικά να σε ξαφνιάσει με τον παρορμητικό χαρακτήρα του. Ετυχε να το νιώσω από κοντά πριν από μερικά χρόνια στο Λονδίνο, όταν τον είδα με αφορμή την ταινία «Το άλογο του πολέμου» του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Σε εκείνη την ταινία ο 38χρονος σήμερα Μπένεντικτ Τίμοθι Κάρλτον Κάμπερμπατς, παιδί ηθοποιών γεννημένο στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου, είχε σχετικά μικρό ρόλο. Ηταν - όπως πάντα - πραγματικά πολύ καλός στον ρόλο του φλεγματικού βρετανού αξιωματικού του πολεμικού ιππικού ο οποίος αποκτά μια σχέση φιλίας με το άλογο του τίτλου κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενώ ετοιμαζόταν να καθήσει στο τραπέζι, τον είδα να ψαχουλεύει ένα πολύ κομψό σακουλάκι από το οποίο τσιμπολογούσε με διακριτικότητα. Τον ρώτησα τι ήταν, μου απάντησε καραμελωμένα φιστίκια. Μετά με ρώτησε αν ήθελα. Του είπα ότι δεν ήταν ανάγκη, αλλά παρ' όλα αυτά σηκώθηκε από την καρέκλα του, πήγε ο ίδιος στο διπλανό δωμάτιο και έφερε για όλους τους δημοσιογράφους σακουλάκια πολυτελείας με καραμελωμένα φιστίκια, φλούδες αποξηραμένων φρούτων και διάφορες άλλες λιχουδιές - τσέπης. Εντυπωσιάστηκα γιατί η εμπειρία μου σε αυτά τα πράγματα λέει ότι οι σταρ δεν συνηθίζουν να είναι τόσο ευγενικοί, πόσω μάλλον να μπαίνουν σε δωμάτια για να δώσουν συνέντευξη τρώγοντας καραμελωμένα φιστίκια.

Οταν πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη συνάντηση, ο Κάμπερμπατς είχε μόλις αρχίσει να γίνεται μεγάλος αστέρας χάρη στον «Sherlock», φυσικά, τη σειρά του ΒΒC που όλος ο κόσμος πια γνωρίζει και όπου δίνει τη δική του, εκσυγχρονισμένη (και απολαυστικά κυνική) εκδοχή στον Σέρλοκ Χολμς του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Η σειρά απέκτησε φανατικούς οπαδούς σε όλον τον κόσμο, πολλοί από τους οποίους άνοιγαν διαδικτυακό διάλογο για την κάθε κίνηση του Σέρλοκ Χολμς, για την κάθε ατάκα του, για το κάθε ξάφνιασμα που τους προκαλούσε.

Ολα προέρχονται από το προσωπικό στυλ του Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, ενός ηθοποιού που μπορεί να σε συνεπάρει θυμίζοντας εκπρόσωπο περασμένων μεγαλείων του Ηνωμένου Βασιλείου την ώρα που κάτι μέσα σου σού λέει ότι μπορεί και να μην παίρνει και τόσο στα σοβαρά τον εαυτό του. Ο Σέρλοκ τον οδήγησε στα ουράνια, όμως ο Κάμπερμπατς χρειαζόταν και μια προσωπική κινηματογραφική επιτυχία. Είχε αρκετές συλλογικές επιτυχίες (το δεύτερο «Χόμπιτ», το τρίτο που αυτές τις ημέρες παίζεται και στην Ελλάδα, ο «Αύγουστος», το «12 χρόνια σκλάβος» ή το «Star Trek Into Darkness». Σε όλες αυτές τις ταινίες παίζει, και μάλιστα καλά, αλλά καμία δεν είναι εστιασμένη πάνω του. Σε αυτό, μέχρι σήμερα, ο Κάμπερμπατς είχε σταθεί σχετικά άτυχος γιατί ο «Ανθρωπος που πούλησε τον κόσμο» όπου υποδύθηκε τον Τζούλιαν Ασάνζ, εμπνευστή του WikiLeaks, δεν συνάντησε επιτυχία.

Στη συνάντησή μας στο Λονδίνο σημείωσα κάτι που είχε πει το οποίο μου έκανε εντύπωση. «Οταν είναι να έρθει η ώρα σου για το μεγάλο βήμα, θα έρθει. Το ταξίδι κάθε ηθοποιού είναι φυσικά διαφορετικό, αλλά σε γενικές γραμμές ο κανόνας λέει ότι τα βήματα γίνονται αργά αργά και σε κάποιες περιπτώσεις η τύχη χτυπά την πόρτα σου και όλα αλλάζουν».
 
Και πράγματι, όλα δείχνουν να αλλάζουν μετά την τελευταία ταινία του, «Το παιχνίδι της μίμησης», που θα παίζεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 8 Ιανουαρίου. Ο Κάμπερμπατς έχει ήδη κερδίσει μια υποψηφιότητα για τις Χρυσές Σφαίρες (ερμηνεία σε δραματική ταινία) και όλα δείχνουν ότι θα υπάρξει και συνέχεια με τη διεκδίκηση ενός Οσκαρ Α' ανδρικού ρόλου. Μπορεί δε και να το πάρει.

Στο «Παιχνίδι της μίμησης» ο Κάμπερμπατς υποδύεται τον μαθηματικό και αναλυτή Αλαν Τιούρινγκ, μια διάνοια, που τον χειμώνα του 1952 συνελήφθη για «απρεπή συμπεριφορά», κατηγορία που αργότερα θα οδηγούσε στην καταδίκη του με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας. Κανείς δεν γνώριζε ωστόσο ότι ο Τιούρινγκ ήταν ένας πρωτοπόρος, ιδιοφυής επιστήμονας, ο πατέρας των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε καθοδηγήσει με επιτυχία μια ομάδα επιστημόνων «σπάζοντας» τον κώδικα της περίφημης γερμανικής μηχανής Enigma. Εκατομμύρια άνθρωποι οφείλουν τη ζωή τους στον Τιούρινγκ.
 
Σύμφωνα με την παραγωγή της ταινίας, το «Παιχνίδι της μίμησης» χρειαζόταν έναν ηθοποιό που θα μπορούσε να συνθέσει την ιδιοφυΐα του Τιούρινγκ με την ανθρωπιά αλλά και τα αρκετά συμπλέγματά του. Πολύ πριν η ταινία δρομολογηθεί, πριν καν ανατεθεί η σκηνοθεσία της στον Μόρτεν Τάιλντουμ, ο νορβηγός σκηνοθέτης είχε σκεφτεί ότι «ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς πρέπει να παίξει τον Αλαν Τιούρινγκ». «Νομίζω ότι ο Μπένεντικτ έχει αυτή τη μείξη ευαισθησίας και δύναμης που μπορούν να συγχρονιστούν για τη δημιουργία ενός πιστευτού κινηματογραφικού ήρωα» είπε ο Τάιλντουμ. «Εκτός από το ότι πιστεύεις στ' αλήθεια ότι ο Μπένεντικτ έχει μετατραπεί σε Αλαν Τιούρινγκ, σίγουρα πιστεύεις ότι αυτός ο άνθρωπος που βλέπεις στην οθόνη έχει τη δυνατότητα να "κατεβάσει" αυτές τις μεγάλες ιδέες». Ο ίδιος ο Κάμπερμπατς «κυνήγησε» τον ρόλο διακαώς γιατί τον ενδιαφέρει πολύ η περίπτωση του Τιούρινγκ.
 
Ο Αλαν Τιούρινγκ απέφευγε τη δημοσιότητα (η οποία υπήρξε τελικά η καταδίκη του). Το ίδιο και ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς. Είναι μεν σταρ και το ξέρει - μετρά δύο εξώφυλλα του περιοδικού «Τime» σε διάστημα ενός μόλις χρόνου! -, δεν θέλει όμως να πέσει θύμα της δημοσιότητας. Δεν γουστάρει το πολύ το νταβαντούρι και δεν διστάζει να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του. «Αντε να φωτογραφίσετε την Αίγυπτο για να δείξετε κάτι σημαντικό στον κόσμο» έγραφε η ταμπέλα με την οποία αντιμετώπισε έναν ιδιαιτέρως επίμονο παπαράτσι που τον παρενοχλούσε στα γυρίσματα ενός επεισοδίου του «Sherlock».

Η κίνηση δεν πέρασε απαρατήρητη από τα βρετανικά ΜΜΕ που έγραψαν λίβελους για τον ηθοποιό, μόνο και μόνο για να τον προκαλέσουν ακόμη περισσότερο και να επαναλάβει την κίνηση στο κέντρο του Λονδίνου. Τη δεύτερη φορά, βέβαια, οι πινακίδες έγραφαν προκλητικές ερωτήσεις επάνω σε θέματα δημοκρατίας, κυβερνητικής πολιτικής, δημοσιογραφίας και τη μάχη ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. «Αυτά είναι σημαντικά και πολυσύνθετα ερωτήματα για τα οποία οι απαντήσεις οφείλουν να είναι σαφείς και ξεκάθαρες» είπε αργότερα, προσθέτοντας: «Στόχος μου ήταν να προκαλέσω για να ανάψει το ντιμπέιτ».
 
Ενδεχομένως ο Κάμπερμπατς να μην έχει και τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και όπως κάθε Βρετανός που σέβεται τον εαυτό του έχει αυτοσαρκασμό και αίσθηση του χιούμορ. Λέει ότι το πρόσωπό του τού θυμίζει τον πλατύποδα Σιντ της «Εποχής  των παγετώνων». Και δεν δείχνει να τον ενοχλεί (ή τουλάχιστον δεν το παραδέχεται) που μια μερίδα από τις αμέτρητες θαυμάστριές του αυτοαποκαλούνται «Cumberbitches».

Ο τρόπος αποφυγής του κόσμου που όταν αντιλαμβάνεται ποιος είναι μπορεί να μετατραπεί σε σμήνος βδελλών είναι πάντως ένα ζήτημα που απασχολεί τον Κάμπερμπατς. Ισως όχι τόσο την εποχή που τον συνάντησα για το «Αλογο του πολέμου», σήμερα όμως σίγουρα. «Αν επιλέξεις και εστιάσεις ένα σημείο πίσω από το πλήθος, τότε θα σε αντιμετωπίσουν σαν να μην τους βλέπεις και κατά κάποιον τρόπο γίνεσαι εσύ το εμπόδιο που θα πρέπει να αποφύγουν. Οσο πιο ψηλοί οι τοίχοι, τόσο πιο σκοτεινά τα παράθυρα, όσο μεγαλύτερα τα σκούρα γυαλιά, τόσο πιο εύκολα προκαλούν την προσοχή. Η καλύτερη μεταμφίεση είναι να είσαι αόρατος στην κοινή θέα». 
 
Η ταινία «Το παιχνίδι της μίμησης» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015.

Κολοκυθοτυρόπιτα

Κάποιοι φίλοι έρχονται, εμείς αμαγείρευτοι, λέμε να κάνουμε μια φουρτάλια με κολοκύθια ή την ορίτζιναλ με πατάτες. Λέω από μέσα μου «ξανά;». Σκέπτομαι για λίγο και αποφασίζω ότι με λίγα φρέσκα κολοκυθάκια και άνηθο, μαζί με γιαούρτι, ανθότυρο και φέτα, που πάντα βρίσκονται στο ψυγείο μας, να παρουσιάσω μια τραγανή κολοκυθοτυρόπιτα. Έτσι είναι μια καλή αλλαγή στο σκηνικό του ανδριώτικου τραπεζιού που πάντα ήθελε και θέλει τις φουρτάλιες στην πρώτη γραμμή.

Κολοκυθοτυρόπιτα (16 κομμάτια)

Υλικά

  • 8 φύλλα έτοιμη παραδοσιακή ζύμη για ευκολία
  • 4 μεγάλα φρέσκα κολοκύθια
  • έξτρα παρθένο ελαιόλαδο για το άλλειμα των φύλλων
  • 500 γρ. κεφαλλονίτικη φέτα τριμμένη (επειδή ειναι πικάντικη)
  • 200 γρ. κρητικό ανθότυρο κομματάκια
  • 2 φρέσκα αυγά ελαφρά χτυπημένα
  • 100 γρ. γιαούρτι (για πιο ξινή γεύση) αλλιώς εβαπορέ 100 ml
  • ψιλοκομμένο άνηθο όσο θέλουμε
  • λίγο αλάτι
  • φρεσκοτριμμένο άσπρο πιπέρι

Το tip της συνταγής είναι:
Αποβραδίς ή κάποιες ώρες πριν ετοιμάσουμε την πίτα, χοντροτρίβουμε τα κολοκύθια με λίγο αλάτι. Τ’ αφήνουμε στο ψυγείο σε τρυπητό ώστε να αφαιρεθεί το νερό και να στραγγίσουν καλά.

Οδηγίες
Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 170 βαθμούς. Σε ένα βαθύ μπωλ χτυπάμε τ’ αυγά, προσθέτουμε τα τυριά και το γιαούρτι ή τό γάλα, το στραγγισμένο κολοκύθι, τον άνηθο, το αλάτι και τέλος φρεσκοτρίβουμε το πιπέρι.
Ανακατεύουμε μέχρι να ενωθούν τα υλικά.

Λαδώνουμε ένα μακρόστενο ταψί - για ευκολία μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτό του φούρνου σας.

Τοποθετούμε στον πάτο λίγο τσαλακωμένα τα μισά φύλλα για να περνά ο αέρας και να γίνει η πίτα μας αφράτη
αφήνοντάς τα νά εξέχουν λίγο από το ταψί. Τα λαδώνουμε παντού - παντού μ’ ένα πινέλο. Από πάνω βάζουμε ισομερώς τη γέμιση.

Συνεχίζουμε κατά τον ίδιο τρόπο με πριν: στρώση-στρώση τα υπόλοιπα 4 φύλλα και τέλος γυρίζουμε πρός τα μέσα ό,τι εξέχει από τό ταψί. Χαράζουμε τήν πίτα σε κομμάτια και αλείφουμε την επιφάνειά της με ελαιόλαδο. Ψήνουμε σε φούρνο 170 βαθμών για περίπου 60 λεπτά ή έως ότου ροδίσει.

Πρίν την κόψουμε, την αφήνουμε για λίγο να κρυώσει και την προσφέρουμε στους ανυπόμονους του σπιτιού που την καλοδέχονται όσο και μια φουρτάλια. Εξάλλου η οικοδέσποινα ειναι "ξένη" και κάνει ό,τι θέλει.