ενημέρωση 12:55, 24 August, 2026

Οι τελευταίες γιορτές της αθωότητας για ένα δωδεκάχρονο αγόρι

Ο Χρήστος Χωμενίδης γράφει γα τα Χριστούγεννα του 1978

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Τα Χριστούγεννα του 1978 στάθηκαν τα τελευταία της παιδικής μου ηλικίας. Όχι επειδή είχα μπει σε καμιά καλπάζουσα εφηβεία που θα με έκανε, στα δώδεκά μου, άντρα – ένα αγοράκι παρέμενα αντιθέτως, ψηλό και μεγαλόσωμο μεν, απρόθυμο δε να εγκαταλείψει τον παιδικό του κόσμο. Καλπάζων ήταν ο καρκίνος του πατέρα μου, ο οποίος θα τον σκότωνε πριν βγει το καλοκαίρι. Μέσα σε έξι μήνες από όταν έδωσε, μέσα Ιανουαρίου, τα πρώτα του συμπτώματα. Τα Χριστούγεννα του 1978 όλα ακόμα έδειχναν να πηγαίνουν πρίμα – τίποτα δεν προοιωνιζόταν τον κεραυνό που θα μας χτύπαγε. Ήμασταν μια οικογένεια που είχε κάθε δικαίωμα να χαίρεται και να ελπίζει στο καλύτερο.

Μέναμε σε ένα ρετιρέ εξήντα τετραγωνικών στο νούμερο τέσσερα της οδό Δροσοπούλου, απέναντι σχεδόν από τον Πανελλήνιο. Η πολυκατοικία εκείνη ήταν - στα μάτια μου τουλάχιστον- ένα κοινωνικό πανόραμα: Στέγαζε όλες σχεδόν τις τάξεις. Στο οροφοδιαμέρισμα του τέταρτου ορόφου, κατοικούσε ένας εφοπλιστής, με την γυναίκα και τις κόρες του, οι οποίες έμοιαζαν βγαλμένες από τεκνικολόρ ταινία της Βουγιουκλάκη, «άσπρες κορδέλες τα κορίτσια φοράνε...». Το έγχρωμο προσωπικό τους βολευόταν στο δεύτερο υπόγειο, σε κάτι μικροσκοπικές κάμαρες δίπλα στον καυστήρα του καλοριφέρ. Στο πρώτο υπόγειο ήταν το διαμέρισμα του θυρωρού, θυρωρός όμως πλέον δεν υπήρχε, η κυρία Ελισάβετ είχε απολυθεί με υπογραφές των ενοίκων όταν, ανύπανδρη ούσα, κατέστη έγκυος, η θέση σχόλαζε εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια... Στο ισόγειο ζούσαν κάτι γραίες με περλέ νύχια, που με κερνούσαν καραμέλες. Στον πρώτο ένας κουρέας κι ένας λογιστής, στον δεύτερο ένας ανάπηρος πολέμου που δεν τον βλέπαμε σχεδόν ποτέ...  

Άκουγε με μανία κλασσική μουσική, κάπνιζε στο κρεββάτι ανοίγοντας τρύπες στα σεντόνια και διαβάζοντας συνεπαρμένος το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και τον «Φύλακα στη Σίκαλη». Εμπιστευόταν, όπως και αρκετοί καψαλισμένοι αριστεροί, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και απεχθανόταν τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Δεν το καταλαβαίνουν ότι τους δουλεύει ψιλό γαζί;» απορούσε όποτε τον έβλεπε να υπόσχεται στις λαοθάλασσες τα πάντα.

Εξίσου ποικιλόχρωμη ήταν και η γειτονιά, η Κυψέλη. Με αυστηρούς καθηγητές και ψηλομύτηδες ιατρούς αλλά και μεροκαματιάρηδες - μανάβηδες, τσαγκάρηδες, περιπτεράδες, που κατοικούσαν δίπλα στις μικρές επιχειρήσεις τους. Στην οδό Πατησίων δέσποζαν τα αριστοκρατικά ζαχαροπλαστεία, το «Τέλειον» και ο «Μηλιώνης», πάστες-ποντικάκια, πάστες-γατάκια, ξυλόγλυπτες καρέκλες, κρυστάλλινες βιτρίνες, γκαρσόνια με παπιγιόν, που είχανε –λες- γεράσει κουβαλώντας δίσκους... Απέναντι, δύο από τα πενήντα και πλέον σινεμά της Κυψέλης: Το πολυτελές «Τριανόν», που η οροφή του τα καλοκαίρια άνοιγε αυτόματα και το οποίο είχε –έλεγαν- επισκεφθεί στα εγκαίνια του ο Αλαίν Ντελόν αυτοπροσώπως. Και το πιο παρακατιανό αλλά και πιο κουλτουριάρικο «Άλμα».

Διακόσια μέτρα στα αριστερά σου, προς την Ομόνοια, ήταν η ΑΣΟΕΕ –η Ανωτάτη Εμπορική όπως την αποκαλούσαν τότε- με κόκκινα πανώ στα κάγκελά της και φοιτητές να μπαινοβγαίνουν με ταγάρια, γένια και εφημερίδες κομμουνιστικών κομμάτων και γκρουπούσκουλων παραμάσχαλα. Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά είχε τότε μεγάλη διείσδυση στην νεολαία. Υπήρχε το ΚΚΕ μ-λ, το μ-λ ΚΚΕ, το ΕΚΚΕ, που διάθετε και εκδοτικό οίκο, τις εκδόσεις «Να Υπηρετούμε τον Λαό». Η εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη και της Κίνας στο Βιετνάμ φούντωνε τις κουβέντες στα πηγαδάκια περισσότερο από τις εσωτερικές ειδήσεις.

Ο μπαμπάς μου ήταν δικηγόρος. Είχε γραφείο απέναντι το δικαστικό μέγαρο της οδού Σανταρόζα – τα δικαστήρια δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί στην Ευελπίδων. Τον χαρακτήριζε μια προσωπική αντίληψη που θα μπορούσες να την πεις και εκκεντρική σε σχέση με τις δοξασίες της εποχής. «Αγοράζουν σαν μαλάκες ΙΧ, για να πηγαίνουν τις Κυριακές στις ταβέρνες και το καλοκαίρι στα χωριά τους!» χλεύαζε τον συρμό. «Εάν βγάζεις λεφτά, καλύτερα να τα επενδύεις σε ωραία κοστούμια.» Είχε τον ράφτη του, τον πουκαμισά του, όταν κέρδισε μια σοβαρή υπόθεση και εισέπραξε την αμοιβή του, έφτιαξε και καλαπόδι σε έναν περίφημο υποδηματοποιό. Άκουγε με μανία κλασσική μουσική, κάπνιζε στο κρεββάτι ανοίγοντας τρύπες στα σεντόνια και διαβάζοντας συνεπαρμένος το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και τον «Φύλακα στη Σίκαλη». Εμπιστευόταν, όπως και αρκετοί καψαλισμένοι αριστεροί, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και απεχθανόταν τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Δεν το καταλαβαίνουν ότι τους δουλεύει ψιλό γαζί;» απορούσε όποτε τον έβλεπε να υπόσχεται στις λαοθάλασσες τα πάντα.

Τα τρόλλεϋ είχαν τότε εισπράκτορες, οι οποίοι κάθονταν στο πίσω μέρος του οχήματος, γυρνούσαν τη μανιβέλα σε ένα μηχάνημα σαν καβουρνιστήρι και εξέδιδαν τα εισιτήρια. Η μαμά μου έπαιρνε το εισιτήριο, το τύλιγε και το έβαζε για να μην το χάσει στο δάχτυλό της, μέσα από τη βέρα της. Φορούσε πελώρια γυαλιά ηλίου –τύπου Τζάκι- και δερμάτινα παντελόνια. Όποτε δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της όπου κι αν πήγαινε, στα πλεκτήρια-πρατήρια της Ιεράς Οδού για να μου ψωνίσει πουλόβερ, στο Αιγάλεω –εξωτικός τότε τόπος, άλλαζες δύο λεωφορεία από την οδό Ακαδημίας- για να επισκεφθούμε μια κυρία που μας βοηθούσε κάποτε στις δουλειές, σε θείους και σε θείες... Με ξεναγούσε εν ολίγοις σε μιαν Αθήνα που ανοικοδομούνταν με φρενήρη ρυθμό, παρέμενε όμως εκτός κέντρου έντονα συνοικιακή, με κουτούκια, μηχανουργεία και με αυλές.

Σε ένα περίπτερο στα Χαυτεία, είχα μπανίσει από το καλοκαίρι του 1978 ένα αεροπλανάκι το οποίο -δεμένο με διαφανή σπάγγο- πετούσε κυκλικά, γδέρνοντας τις κρεμασμένες εφημερίδες. Το είχα μπανίσει, το είχα ερωτευτεί! Επρόκειτο για ακριβή απομίμηση Σπίτφαϊρ, με τον έλικα και τα πολυβόλα του και με το σήμα της RAF στην ουρά του. Πόσο να έκανε; Εκατό δραχμές; Διακόσιες; Στο κάτω-κάτω δεν το πουλούσαν καν σε παιχνιδάδικο, λαθραία θα το είχε πάρει –σκεφτόμουν- ο περιπτεράς από κανέναν ναυτικό. Το ζήτησα για τα Χριστούγεννα. Η μαμά μου το παζάρεψε, ο περιπτεράς το τύλιξε σε μια παλιά «Αθλητική Ηχώ», δεν είχε καν συσκευασία. «Θα περιμένεις τον πατέρα σου για να το στήσετε» με προειδοποίησε η μαμά αυστηρά.

Σκαρφάλωσε ο μπαμπάς στη σκάλα και έμπηξε ένα καρφί στο ταβάνι του παιδικού δωματίου μου. Μέτρησε προηγουμένως τον σπάγγο του αεροπλάνου, μην τυχόν και στην τροχιά του συγκρουστεί με το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Γυρίσαμε τον διακόπτη στο "on", το παιχνίδι δεν πήρε μπροστά. "On – off", "on – off", τίποτα... Βγήκαμε παραμονή Χριστουγέννων, σούρουπο, στη γειτονιά να βρούμε μπαταρίες. Τζάμπα κόπος, το αεροπλανάκι παρέμεινε νεκρό. «Κορόιδα σάς έπιασε ο περιπτεράς!» μας ανακοίνωσε ο πατέρας μου, δίχως να μας κατηγορήσει για αυτό, το πάθημά μας μάς αρκούσε. «Ας ακούσουμε για παρηγοριά το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του Μπαχ!»

Ακούμπησα το Σπίτφάιρ σε ένα ράφι δίπλα στο κρεββάτι μου και το κοιτούσα διαρκώς με πίκρα και με προσμονή. Μέχρι που το έβλεπα στον ύπνο μου, να βάζει εμπρός τη μηχανή και να απογειώνεται χωρίς καν να έχει ανάγκη τον σπάγγο. Πετούσε πάνω απ'την Κυψέλη θριαμβευτικά, έκανε θεαματικές φιγούρες, εφορμούσε κάθετα και ένα δευτερόλεπτο πριν συντριβεί, ανέβαινε ξανά στον αττικό ουρανό. Εγώ ήμουν ταυτόχρονα και πιλότος και πολυβολητής και αλεξιπτωτιστής άμα λάχει. Κάβλωνα –κάβλωνα κυριολεκτικά, για πρώτη φορά στη ζωή μου- στην ιδέα.

Μετά ο πατέρας μου αρρώστησε.  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

«κατέβασαν» το The Pirate Bay (+ που θα το βρείτε)

Εδώ και μερικές ώρες η δημοφιλέστερη πλατφόρμα torrent βρίσκεται εκτός του διαδικτυακού αέρα. Σύμφωνα με το BuzzFeed αυτό συνέβη μετά από επέμβαση της Σουηδικής αστυνομίας στους Server το πρωί της Πέμπτης.
 
 

Το Pirate Bay ιδρύθηκε το 2003 και εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους διαμοιρασμού αρχείων μεταξύ των χρηστών. Σύμφωνα με το Σουηδικό κρατικό ραδιόφωνο η αστυνομία της χώρας κατάσχεσε αρκετούς υπολογιστές και server κατά τη διάρκεια της επέμβασης.

Σύμφωνα με τον TorrentFreak το The Pirate Bay δεν είναι η μοναδική τέτοιου είδους υπηρεσία που έκλεισε το πρωί της Πέμπτης. Την ίδια τύχη είχαν επίσης το EZTV, το Zoink, το Torrage και οι proxy servers του Pirate Bay.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η δημοφιλής πλατφόρμα βρίσκεται εκτός αέρα, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που ταυτόχρονα πλήττονται και άλλες ανάλογες καθώς και οι mirror servers.

Το ίδιο το Pirate Bay έχει δώσει σε μορφή torrent το πλήρες backup του site επιτρέποντας έτσι το ανέβασμα του ξανά από όποιον δεν φοβάται την επιδρομή της αστυνομίας. Θυμίζουμε ότι πριν από ένα χρόνο η ομάδα του Pirate Bay είχε ζητήσει και είχε έρθει σε συμφωνία για το hosting της υπηρεσίας από την Βόρεια Κορέα, αργότερα όμως υποχώρησε και επέστρεψε στη Σουηδία. Τώρα μένει να δούμε αν οι ιδρυτές και οι διαχειριστές του θα καταφέρουν να βρουν δρόμο για να το επαναφέρουν στο διαδίκτυο.

Μέχρι στιγμής πάντως φαίνεται ότι κανένας από αυτούς που έχουν την δυνατότητα δεν έχουν καταφέρει να έρθουν σε επαφή με τους διαχειριστές του site για περισσότερες πληροφορίες, ενώ λίγες είναι οι δηλώσεις και από πλευράς της αστυνομίας της Σουηδίας που έχει αναλάβει την εκτέλεση των δικαστικών εντολών για το κλείσιμό του.

Θα σας ενημερώνουμε για όλες τις εξελίξεις γύρω από το θέμα.

Η Αριστερά που θέλουμε

Φυσικά και αναπόφευκτα, κύριοι του Ποταμιού, η Αριστερά που θα θέλατε είναι τελείως άλλο πράγμα απ’ αυτήν που ο ελληνικός λαός ονειρεύεται, πολύ δε περισσότερο από την Αριστερά που δημιουργείται με την ενεργό παρέμβασή του. Εξάλλου, από πίτα που δεν τρως…
 
Δεν είχα σκοπό, χρονιάρες μέρες, να ασχοληθώ με το Ποτάμι. Αλλά είπε κάτι προχθές ο Σταύρος Θεοδωράκης που άγγιξε θέματα βαθύτερα, πολύ πιο μεγάλα ακόμα και από τα τρέχοντα διακυβεύματα – μεγαλύτερα από τη διαδικασίας για την ανάδειξη προέδρου της Δημοκρατίας, μεγαλύτερα ακόμα  και από τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.
 
Είπε, λοιπόν, ο Θεοδωράκης, έχοντας δίπλα του τον νέο του παρτενέρ, ότι «ο Σπύρος Λυκούδης εκπροσωπεί την Αριστερά που θα θέλαμε».
Ε, αφού έτσι έχουν τα πράγματα, να παραγγείλουμε μια Αριστερά όπως θα την ήθελε ο Θεοδωράκης. Γιατί όχι και μιαν Αριστερά όπως θα την ήθελε ο Σαμαράς, που δεν ξέρω πόσες και ποιες διαφορές θα είχε, άραγε από την Αριστερά του Θεοδωράκη.
 
Μ’ ενόχλησε αυτή η ατάκα, η κατασκευασμένη -όπως και πολλές άλλες- για τις ανάγκες του τηλεοπτικού θεάματος.
Αφήνω στην άκρη το ειρωνικό γεγονός ότι ο συμπαθής  Λυκούδης αποτελεί, με βάση τα όσα διακηρύσσει Το Ποτάμι όλον αυτό τον καιρό, κλασικό παράδειγμα  πολιτικού προς αποφυγήν. Στέλεχος διαδοχικά του ΚΚΕ εσωτερικού, μετά της ΕΑΡ, μετά του Συνασπισμού και μετά της ΔΗΜΑΡ, μια ζωή στον κομματικό μηχανισμό. Σύμφωνα με το βιογραφικό του, καμία άλλη επαγγελματική ενασχόληση ή κοινωνικό έργο. Ένα κομματικό στέλεχος που βρέθηκε για πρώτη φορά στη Βουλή σε μεγάλη ηλικία, κι αμέσως μετά άρχισε να ψηφίζει μνημονιακούς νόμους. Κι έπειτα διέσπασε το κόμμα του οποίου ήταν το Νο2, επικαλούμενος δήθεν κεντροαριστικά νεφελώματα  τα οποία στην πράξη αποδεικνύονται απλώς δεξιά – ούτε καν κεντροδεξιά.
 
Σ’ αυτή τη μικρή δήλωσή του, ο Θεοδωράκης αποκάλυψε επιτέλους και το πολιτικό στίγμα του κόμματος του. Όχι, δεν είναι ένα υπερβατικό κίνημα όπως το παρουσίαζε μέχρι τώρα (αν μπορεί εν πάση περιπτώσει να υπάρξει τέτοιο πράγμα), είναι ένα κλασικό κεντρώο κόμμα που «δεν θα πρέπει να έχει αποκλεισμούς ούτε στα αριστερά του ούτε προς τον φιλελεύθερο χώρο», όπως ανέφερε ο ίδιος, εμφανώς απολογούμενος  για τις εκλογικές συνεργασίες που επιλέγει. Ένα νέο κόμμα που φαίνεται όλο και περισσότερο ότι φτιάχνεται με παλιά φθαρμένα υλικά, θαμπώνοντας την υποτιθέμενη λαμπερότητα της παρθενογένεσής του.  
 
Αλλά δεν είναι αυτό που με ενόχλησε, δικαίωμα του κάθε πολιτικού αρχηγού είναι να κάνει τις επιλογές του και να τις δικαιολογεί όπως θέλει. Με ενόχλησε, και μάλιστα έντονα, η προσπάθεια του Σταύρου Θεοδωράκη να βάλει την Αριστερά στο δικό του καλούπι.
Ε, λοιπόν, την Αριστερά δεν γίνεται να την παραγγέλνει ο κάθε αντίπαλός της καταπώς τον βολεύει εκείνον. Εδώ  την Αριστερά δεν μπορεί να την παραγγείλει και να την κατασκευάσει κατά το δοκούν ούτε… η ίδια η ίδια της η ηγεσία. Η Αριστερά έχει διανύσει  μεγάλη πορεία στη χώρα μας, μια πορεία με θυσίες, ηρωισμούς, αγώνες, φυσικά και με μεγάλα λάθη, αρτηριοσκληρώσεις και αντιφάσεις. Είναι υπόθεση των ίδιων των Αριστερών να φτιάξουν εκείνοι την Αριστερά που θέλουν, που θέλουμε, την Αριστερά που θέλει ο ελληνικός λαός.
 
Μια διαδικασία που ξεκίνησε από το 1968, εν μέση δικτατορία, από τις φυλακές, την εξορία και την παρανομία, μια πορεία με μύριες αντιφάσεις, εμπόδια και δυσκολίες. Μια πορεία, ωστόσο, που κορυφώνεται αυτή τη δύσκολη για τη χώρα περίοδο της κρίσης και των μνημονίων, φέρνοντας την Αριστερά στα πρόθυρα της εξουσίας μέσα από αγώνες, κυρίως όμως επειδή ανέλυσε με ορθό τρόπο τα δεδομένα της πολιτικής συγκυρίας και εξέφρασε έτσι τις επιτακτικές ανάγκες του ελληνικού λαού.
 
Αυτή η Αριστερά προφανώς ενοχλεί τον σκληρό πυρήνα της συντηρητικής ευρωπαϊκής ελίτ, τους τραπεζίτες και την τρόικα. Αυτή η Αριστερά ασφαλώς ενοχλεί τα κάθε είδους λαμόγια, τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, τη διαπλοκή. Αυτή η Αριστερά προφανώς ενοχλεί όσους επιθυμούν να διατηρηθεί η επικρατούσα πολιτική τάξη πραγμάτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, προφανώς ενοχλεί και τον Θεοδωράκη και τους ομοίους του.
 
Θα την ήθελαν ασφαλώς την Αριστερά πιο λάιτ, να συνομολογεί στις λογικές των μονοδρόμων, να γυρνάει αδιάφορα το κεφάλι απέναντι στην ανθρωπιστική κρίση, να προθυμοποιείται να εφαρμόσει πολιτικές εσωτερικές υποτίμησης και να περισώσει το καταρρέον πολιτικό σύστημα, τις πελατειακές σχέσεις και τη διαπλοκή. Ο Σπύρος Λυκούδης έδωσε με πολλούς τρόπους τις μάχες του για να στρέψει την Αριστερά προς αυτή την κατεύθυνση και απέτυχε. Τώρα προσχωρεί σε άλλο πολιτικό χώρο, νομίζοντας ότι μπορεί να φέρει το πολιτικό παρελθόν του ως προίκα. Μόνο που η Αριστερά δεν μπορεί να εκληφθεί ως προίκα, μονάχα ως ευθύνη μπορεί να εκληφθεί – έτσι ήταν πάντα.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεοδωράκης, προσπαθώντας να περιγράψει την Αριστερά της αρεσκείας του χρειάστηκε να επικαλεστεί τα ονόματα δύο εκλιπόντων – του Κύρκου και του Παπαγιαννάκη. Ίσως γιατί δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τα λεγόμενά του. Για τον Λεωνίδα δεν ξέρω, αλλά για τον Μιχάλη δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι θα είχε συναινέσει στη διάσπαση του Συνασπισμού, πολλώ δε μάλλον στη διάσπαση της ΔΗΜΑΡ (αν υποθέσουμε ότι θα είχε ακολουθήσει αυτό το δρόμο).
 
Το αληθινό ερώτημα είναι: Η Αριστερά αυτή είναι η Αριστερά που εμείς θα θέλαμε; Απαντάω ευθαρσώς όχι! Είναι κάτι πιο σπουδαίο απ’ αυτό, είναι η Αριστερά που δημιουργούμε, η Αριστερά που τείνει σ’ αυτό που θέλουμε. Είναι η Αριστερά που αλλάζει και ωριμάζει, που μεγαλώνει και διευρύνεται, η Αριστερά που πιέζεται από την κοινωνία να αναλάβει την ευθύνη και να την οδηγήσει σε μια διέξοδο. Η Αριστερά που προσαρμόζεται και αναβαθμίζεται, χωρίς να προδίδει την καταγωγή της. Η Αριστερά που είναι υποχρεωμένη να επαναπροσδιοριστεί, επιτελώντας ταυτοχρόνως έναν ιστορικό ρόλο που ξεπερνάει τις συμβατικές δυνάμεις της – αλλά έτσι δεν συνέβαινε πάντα στις μεγάλες στροφές της πολιτικής συγκυρίας; Είναι η Αριστερά που ανιχνεύει τα όριά της, η Αριστερά που συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο -και το διακηρύσσει- ότι τίποτα δεν θα καταφέρει ως μηχανισμός, ότι μπορεί να υπάρξει και να υλοποιήσει το πρόγραμμά της μονάχα ως καταλύτης της κοινωνικής συνέγερσης, της κοινωνικής συμμετοχής - σε καμία περίπτωση ως εξάρτημα και παρακολούθημα των αστικών κομμάτων που διαγκωνίζονται για τη διεκπεραίωση μιας εξουσίας ταξικής και αντιδημοκρατικής, που μοχθούν για την παγίωση του κοινωνικού και πολιτικού στάτους κβο.
 
Φτιάχτε λοιπόν εσείς τον τρίτο πόλο που ονειρεύεστε κι αφήστε στην κοινωνία να διεκδικήσει την Αριστερά που της αξίζει.
 
Πηγή:the press project