ενημέρωση 3:16, 23 August, 2026

Η Αλωσις του Αδώνιδος

Αν ήθελε να ξεχωρίσει κανείς μεταξύ των βουλευτών εκείνον που έχει συνδεθεί περισσότερο με το βιβλίο, δεν θα δυσκολευόταν να σκεφτεί τον Αδωνι Γεωργιάδη. Συγγραφέας ο ίδιος, αλλά κυρίως εκδότης, συνοδεύει ακόμα και σήμερα την πολιτική του δράση με τις ιδιότυπες εκπομπές τηλεπωλήσεων εθνωφελών βιβλίων που μεταδίδονται σε πολλά κανάλια και μάλιστα σε όλη την επικράτεια. [Συντάκτες του Ιού: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς]

Αυτή η δραστηριότητα του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας μαρτυρά πολλά για τον τρόπο που πολιτεύεται ο ίδιος, για την πραγματική του σχέση με τα γράμματα, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Μέχρι στιγμής ο κ. Γεωργιάδης έχει συγγράψει τρία βιβλία: έναν κατάλογο αρχαίων ελληνικών νομισμάτων, μία μελέτη για την αποκατάσταση του τρωθέντος ανδρισμού των αρχαίων ημών προγόνων (βλ. Ιός, «Ελλάς, Ελλήνων Ομοφοβικών», «Εφ.Συν.», 21.9.2014) και ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Με το τελευταίο του αυτό βιβλίο ο κ. Γεωργιάδης διεκδικεί μία θέση στην παράδοση των λογοτεχνών-εθνοσωτήρων της ελληνικής συντηρητικής παράταξης, δίπλα στον προδικτατορικό αποστάτη Αθανασιάδη Νόβα, που δοξάστηκε με το περίφημο ποίημα «γαργάλατα», και τον μεταπολιτευτικό υπουργό Δημόσιας Τάξης Αναστάσιο Μπάλκο, που είχε μπλέξει με τα ερωτικά δίκτυα κατασκόπων της Τασκένδης. Για την ακρίβεια ο Αδωνις τούς ξεπερνά, γιατί δεν μπαίνει καν στον κόπο να γράψει κάτι δικό του. Παίρνει ένα έτοιμο μυθιστόρημα, γραμμένο από έναν Αγγλο στα μέσα του 19ου αιώνα. Ακόμα και τη μετάφραση έτοιμη την παίρνει από άλλον. Και το χειρότερο: βάζει το χεράκι του και προσθέτει ή αφαιρεί ό,τι του καπνίσει, μόνο και μόνο για να προσαρμόσει το κείμενο στις δικές του εθνοπατριωτικές εμμονές. Και όλα αυτά, αποκρύβοντας το όνομα τόσο του συγγραφέα όσο και του πραγματικού μεταφραστή. Πρόκειται για ένα βιβλίο-ντροπή!
 
Το αμάρτημα της μητρός του

Στο επίσημο βιογραφικό του ο κ. Γεωργιάδης παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο που εξετάζουμε: «Το τελευταίο μου προσωπικό βιβλίο είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, γύρω από την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως, με τίτλο “Θεοδώρα Φραντζή: η Αλωσις”. Βρίσκεται στην τρίτη επανέκδοση». Και μπεστ σέλερ λοιπόν το πλαστογράφημα. Ομως ακόμα και εδώ ο κ. Γεωργιάδης κάνει μια μικρή λαθροχειρία. Ο ακριβής τίτλος, όπως φαίνεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, περιλαμβάνει και μια γριφώδη φράση: «Εκ του ανωνύμου». 

Οπως θα δούμε, αυτός ο «ανώνυμος» έχει και όνομα και επώνυμο. Και η παράλειψή του έχει σημασία. Η εισαγωγή του κ. Γεωργιάδη είναι κι αυτή αινιγματική: «Πριν από αρκετά χρόνια η αείμνηστη μητέρα μου πληροφορήθηκε από έναν πολύ στενό οικογενειακό μας φίλο την ύπαρξη ενός “χαμένου” έως τότε έργου της κόρης του Γεωργίου Φραντζή, συγγραφέως του περιφήμου “Χρονικού”, της Θεοδώρας με θέμα την Αλωση. Με μεγάλη θέρμη προχώρησε στην έκδοσή του, για να αποδειχθεί όμως λίγο αργότερα και κατόπιν ενδελεχούς φιλολογικής ερεύνης του κ. Χρονοπούλου, ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυθεντικό. Το έργο ετιτλοφορείτο “Θεοδώρα Φραντζή: η Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως” και από τον τίτλο προφανώς θεωρήθηκε ως δήθεν έργο της κόρης του Γεωργίου Φραντζή.

»Το έργο αυτό είχε όμως πολλές αρετές και κυρίως μετέφερε με εκπληκτικό τρόπο, αν και με φανερή τάση να μειώσει τους Ελληνες και να εξυψώσει τους Αγγλους, το κλίμα της εποχής της Αλώσεως. Θεώρησα λοιπόν κρίμα να πάει χαμένο και δεδομένου ότι το ιστορικό μυθιστόρημα ως εργαλείο μπορεί να είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο, απεφάσισα να το αξιοποιήσω».

Για την πρώτη εκείνη έκδοση της μητέρας του κ. Γεωργιάδη ασχολούμαστε σε διπλανές στήλες. Αλλά σπεύδουμε εξαρχής να εξηγήσουμε περί τίνος πρόκειται. Το πρωτότυπο έργο δεν είναι ούτε της Θεοδώρας Φραντζή ούτε κανενός «ανωνύμου». Πρόκειται για το μυθιστόρημα του αγγλικανού θεολόγου, ιεροκήρυκα και λογοτέχνη Τζον Μέισον Νιλ (John Mason Neale, 1818-1866), το οποίο εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1857 με τίτλο «Theodora Phranza; or, the Fall of Constantinople». Ο ακριβής τίτλος δηλαδή απέκλειε κάθε μπλέξιμο. Η Θεοδώρα Φραντζή ήταν μέρος του τίτλου και όχι βέβαια η συγγραφέας! Πολύ γρήγορα, ήδη το 1860, το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Χρήστο Α. Παρμενίδη (ψευδώνυμο του Χρήστου Αναστασιάδη, περ. 1820-1869) και από τότε κυκλοφόρησε σε πολλές επανεκδόσεις με το όνομα φυσικά του Αγγλου συγγραφέα, το όνομα του μεταφραστή και τίτλο «Θεοδώρα Φραντζή ή Η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως, υπό του αιδεσίμου I. [J]. M. Neale». Αντίτυπα από τις εκδόσεις αυτές υπάρχουν σε πολλές ελληνικές βιβλιοθήκες, ενώ με την πρώτη μας αναζήτηση το εντοπίσαμε σε αθηναϊκό παλαιοβιβλιοπωλείο. Το αντίτυπο αυτό ήδη περιλαμβάνεται στη βιβλιοθήκη του «Ιού».

 
  
 
 
 

Τα ελληνικά του Αδώνιδος

Μπορεί ο Αδωνις να κρύφτηκε πίσω από την αρχική λαθροχειρία, αλλά κι αυτός επιμένει μέχρι σήμερα ότι ο συγγραφέας είναι… ανώνυμος! Αλλωστε μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα ένιωθε την άνεση να κατακρεουργήσει το αρχικό κείμενο. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αν συγκρίνει κανείς το τελικό κείμενο που υπογράφει ο Αδωνις με το πρωτότυπο και την αρχική μετάφραση, θα βρεθεί μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη.

Ο κ. Γεωργιάδης έχει παραλάβει τη στρωτή, καλοδουλεμένη, απλή καθαρεύουσα του Παρμενίδη και την έχει «απλοποιήσει» στη δική του καθομιλουμένη. Το αποτέλεσμα είναι μια μικτή γλώσσα που μοιάζει λες και μεταγλώττισε κανείς απλά τις πιο δύσκολες λέξεις. Το αποτέλεσμα είναι σε ορισμένα σημεία για γέλια. Για παράδειγμα, η λέξη «δώμα» (δηλαδή ταράτσα, στο αγγλικό πρωτότυπο «terrace») του Παρμενίδη μεταγλωττίζεται από τον Γεωργιάδη σε «δωμάτιο». Αποτέλεσμα, να διαβάζουμε φράσεις όπως «τα μαρμάρινα δωμάτια των ανακτόρων είχαν γεμίσει από βροχή» (σ. 11) ή «τα μαρμάρινα δωμάτια άστραφταν σαν να ήταν σκεπασμένα με χιόνι» (σ. 18).

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ο Αδωνις έχει φροντίσει να τονώσει το «ελληνικό χρώμα» της πλοκής. Πρώτα πρώτα έχει εξελληνίσει έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές, τον Richard Burstow (Ριχάρδος Βυρστώ, κατά τη μετάφραση Παρμενίδη), ο οποίος -σύμφωνα με τον Neale- ήταν Βαράγγιος (με πατέρα Αγγλο και μητέρα Τουρκάλα από τη Σμύρνη). Αυτό βέβαια δεν το άντεχε ο πατριωτισμός του Αδώνιδος. Με την ευκολία που γνωρίζουμε μετονόμασε λοιπόν τον Βυρστώ σε Νικηφόρο και μάλιστα αντέστρεψε τον λόγο που επιλέχθηκε αυτός για να βοηθήσει τους πολιορκημένους της Κωνσταντινούπολης. Το πρωτότυπο εμφανίζει τον Φραντζή να λέει ότι εμπιστεύεται περισσότερο τους Βαράγγιους παρά τους Ελληνες, ενώ ο Βυρστώ, χάρη στην τουρκική καταγωγή του, μπορεί να παίξει τον ρόλο του κατάσκοπου υποδυόμενος τον Τούρκο.

Ο Αδωνις τα κάνει σαλάτα: «Δεν είναι Βαράγγιος, είναι Ελλην. Τον πατέρα του τον εσκότωσαν οι Τούρκοι και τους μισεί θανάσιμα. Εύκολα μπορεί να υποκριθεί τον Τούρκο» (σ. 17). Μάλιστα με άλλη προσθήκη δικής του έμπνευσης εμφανίζει τον «Ελληνα» να εξηγεί στον Παλαιολόγο: «Πρέπει να γνωρίζετε ότι οι περισσότεροι άρχοντες των Τούρκων στην πραγματικότητα είναι Ελληνες, οι οποίοι αλλαξοπίστησαν και εγκατέλειψαν την ιερά μας πατρίδα. Η οικογένειά μου αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και οι ίδιοι μας οι συγγενείς μάς έδιωξαν από εκεί, αφού πρώτα επαλούκωσαν τον πατέρα μου. Τους Τούρκους αλλά και τους προδότες Ελληνες τους μισώ θανάσιμα» (σ. 54).

Γενικά με τα ονόματα δεν τα πάει καλά ο Αδωνις. Τα τοπωνυμία και οι πόλεις που αναφέρονται στο πρωτότυπο έχουν εν μέρει εξελληνιστεί στην εκδοχή του κ. Γεωργιάδη. Ετσι αναφέρεται η ίδια πόλη αλλού Πύργος αλλού Μπουργκάζ και αλλού Αρτισκός και αλλού Εσκή Μπαμπά. Ακόμα χειρότερο μπλέξιμο γίνεται με το όνομα του προδότη καλόγερου Ιωάσαφ (Joasaph στο πρωτότυπο). Ενώ στο 13ο κεφάλαιο αναφέρεται ως Ιωάσαφ, στο 9ο αναφέρεται πολλές φορές ως Ιωσήφ. Φυσικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Το ερώτημα είναι μήπως δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που μεταγλώττισε τα δύο αυτά κεφάλαια από τη μετάφραση του Παρμενίδη.

Και για να μην ξεχάσουμε και τα εντατικά μαθήματα αντισημιτισμού που του έκανε ο δάσκαλός του ο Κώστας Πλεύρης, ο Αδωνις έχει προσθέσει ένα μόνο πρόσωπο στο μυθιστόρημα, έναν Εβραίο σύμβουλο του Σουλτάνου ονόματι Μπαρτόλομιου. Ο Μωάμεθ εμφανίζεται να λέει στον Μπαρτόλομιου: «Είσαι πραγματικά πολύτιμος σύμβουλος. Δεν ξέρω εάν χωρίς τις συμβουλές σου θα βρισκόμουν εδώ τώρα, πολιορκώντας την Πόλι. Θα πρέπη πραγματικά να μισής πολύ τους Ελληνες, αφού με τόσο ζήλο εργάζεσαι για την καταστροφή τους». Και η απάντηση του Εβραίου: «Τους σιχαίνομαι! Κανένας στον κόσμο δεν θα χαρή περισσότερο από εμένα, όταν η Κωνσταντινούπολις θα πέση στα χέρια σου» (σ. 241-2). Ο Μπαρτόλομιου δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού…

O Άδωνις Γεωργιάδης
Για γέλια και για κλάματα ο βίαιος «εξελληνισμός» του αγγλικού μυθιστορήματος 
 

Οι εθνικές προσθήκες

Εκεί που ο Αδωνις δίνει τα ρέστα του ως πλαστογράφος του αγγλικού ιστορικού μυθιστορήματος είναι τα σημεία όπου έχει προσθέσει κάποιες εμβόλιμες φράσεις ή και παραγράφους ολόκληρες με «εθνικά επιχειρήματα» που είναι εντελώς ξένα από την πλοκή του πρωτότυπου.

«Προσοχή να μη στενοχωρήσουμε τους φίλους μας του Τούρκους!» εμφανίζονται να λένε κατά τον Αδωνι οι ανθενωτικοί. «Προσοχή να μη χαλάσουμε τις αγαθές μας σχέσεις, άλλωστε για τη δική μας προστασία από τους εχθρούς μας κτίζουν οι φίλοι μας αυτό το φρούριο και έτσι εμείς πια δεν θα χρειάζεται να ανησυχούμε για την σωτηρία της Πόλεώς μας, αφού αυτή θα μας την εξασφαλίσει ο Μωάμεθ!» (σ. 16).

Σε άλλο σημείο ο ιππότης Εδουάρδος, αρχηγός των Βαραγγίων ή Αγγλων σωματοφυλάκων του Αυτοκράτορα εμφανίζεται να λέει: «Ποτέ δεν μπόρεσα πραγματικά να καταλάβω, Νικηφόρε, πώς εσείς οι Ελληνες καταφέρατε να ευρεθήτε σε αυτήν την δύσκολη θέσι. Οποια πέτρα και να σηκώσω, από κάτω ευρίσκεται ένας από εσάς. Ως προς τις ικανότητες τούς ξεπερνάτε όλους, Βαράγγιους, Τούρκους, Φράγκους, Λατίνους, Αγγλους, Ρώσους και όμως τώρα παλεύετε για την σωτηρία σας, ενώ θα περίμενε κανείς να κυβερνάτε τον κόσμο ολόκληρο, διότι μα την Πίστη μου, και στην μάχη πάλι πρώτοι είσθε!» (σ. 26).

Με άλλη προσθήκη του Αδώνιδος εμφανίζεται ο εκπρόσωπος των Δυτικών να κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του: «Στους συμπατριώτες μου πάντοτε υπήρχε μεγάλος φθόνος για την Αυτοκρατορία. Χρόνια ολόκληρα σας θεωρούσαμε ισόθεους και εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στη λάσπη και τη φτώχεια» (σ. 41). Και παρακάτω ο Αδωνις προσθέτει: «Αντί σ’ αυτές τις κρίσιμες ώρες να υφίσταται η απόλυτος ομοψυχία μεταξύ του λαού [sic], ώστε όλες οι αναγκαίες δυνάμεις του έθνους να είναι έτοιμες να προσφέρουν στον κοινό αγώνα, ο λαός της Πόλεως ασχολείτο με δογματικής φύσεως ζητήματα, όπως το εάν οι άγγελοι ήσαν αρσενικοί ή θηλυκοί» (σ. 183).

Και βέβαια οι Δυτικοί κατά τον Αδωνι προσφέρουν την αρχηγία του στόλου σε Ελληνα: «Πλοίαρχε γνωρίζω καλά ότι σε ολόκληρο τον Κόσμο ουδείς δύναται να συγκριθή με εσάς τους Ελληνες στην τέχνη της Θαλάσσης. Σού εμπιστεύομαι λοιπόν την αρχηγία. Και αν καταφέρης με αυτά τα λίγα πλοία μας να σπάσης τον κλοιό των Τούρκων, τότε ας γνωρίζουν όλοι ες αεί, ότι η Θάλασσα ανήκει στους Ελληνες!» (σ. 219).

Με τις παιδιάστικες αυτές κοινοτοπίες ο Αδωνις φυσικά ευτελίζει το μυθιστόρημα. Αλλά αυτό που προέχει γι’ αυτόν είναι η «εθνική διαπαιδαγώγηση». Ετσι, εκτός από τις προσθήκες κάνει και διαγραφές. Δεν θα μπορούσε να ανεχτεί για παράδειγμα την ακόλουθη φράση του πρωτοτύπου: «Ο Κύριλλος ήτον αληθής Ελλην, κατά την χειρίστην σημασίαν της λέξεως. Οσον περισσότερον υβρίζετο και εδέρετο, τόσον πλέον επροσκύνει τον δέροντα αυτόν» (σ. 47 της μετάφρασης Παρμενίδη). Η φράση εξαφανίστηκε!
 
Η χαμένη τιμή του Παλαιολόγου

Από το νυστέρι του Αδώνιδος δεν γλιτώνει ούτε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Προκειμένου να περάσει τις δικές του απόψεις για τη Δύση και την Ευρώπη, ο τότε γραμματέας του ΛΑΟΣ έβαλε και στο στόμα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα τα παρακάτω λόγια: «Στις φλέβες μου ρέει το αίμα του Λεωνίδα των Θερμοπυλών, του Μ. Αλεξάνδρου, του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, λες να ατιμάσω τη φυλή μου; [Ξέχνα τη Δύση ιππότα] και συγχώρεσέ με εάν αυτά που θα σου πω, σε θίξουν διότι η γενιά σου από εκεί κρατάει. Μας ξέχασαν ή μάλλον καλλίτερα μας πούλησαν για λίγα εμπορικά ανταλλάγματα. Θα το δης, διότι εγώ θα έχω πεθάνει. Εάν ο Μωάμεθ πάρει την πόλι οι πρώτοι που θα τον συγχαρούν θα είναι οι δήθεν φίλοι μας από την Δύσι. Ολα τα μετρούν με το συμφέρον. Δεν περιμένω πια τίποτε από αυτούς. Δεν το λέω στον Κόσμο, για να μην λιγοψυχήση, όμως αυτή είναι η αλήθεια. Και η ευχή που δίνω στους Ελληνες για το μέλλον είναι να μην τους ξαναεμπιστευθούμε ποτέ! Μόνοι μας θα έπρεπε να μπορούμε να σωθούμε» (σ. 302-3).
Προφανώς ο Αδωνις του 2004 δεν είχε προβλέψει τον Αδωνι του 2014, τον λάτρη του Μνημονίου.

Αλλά το χειρότερο είναι η κατακλείδα του μυθιστορήματος. Το πρωτότυπο κλείνει με ένα φανταστικό έγγραφο βάπτισης του Κωνσταντίνου, γιου της Θεοδώρας Φραντζή και του ιππότη Εδουάρδου στην Αγγλία. Για τον κ. Γεωργιάδη αυτό δεν ήταν αρκετό. Και βάζει τη Θεοδώρα να ρωτά τον άντρα της για ποιο λόγο επέλεξε για τον γιο τους ένα ελληνικό όνομα. Κι εκείνος απαντά ως εξής: «Ο αείμνηστος ημών Αυτοκράτωρ μού εκμυστηρεύθη κάτι για τους Δυτικούς. Ντρέπομαι διότι και εγώ τέτοιος είμαι. Μόλις έμαθα ότι την επομένη της Αλώσεως όλοι οι Γενουάτες και οι Βενετοί έσπευσαν να δώσουν τα συγχαρητήριά τους στον Μωάμεθ, τους σιχάθηκα. Θυμήσου πόσες υποσχέσεις μας έδωσαν. Πόσο κορόιδεψαν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι τιποτένιοι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. […] Ο υιός μας θέλω να ξεχάση ότι έχει Δυτικό αίμα, μόνο το ελληνικό μετράει πια για μένα, διότι όχι μόνο στις στιγμές του πλούτου και της ισχύος, αλλά και στις στιγμές της πτώσεως φαίνονται τα χαρίσματα και των ανθρώπων και των λαών. Και εσείς οι Ελληνες πέσατε με αξιοπρέπεια. Πάλι με χρόνους με καιρούς λοιπόν, πάλι δικά σας θα 'ναι. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό! Μην περιμένετε βοήθεια από εμάς. Μόνοι σας θα απελευθερωθείτε! Μόνοι σας θα τα πάρετε πίσω και θα έρθη ξανά η στιγμή που εμείς οι Δυτικοί θα σας προσκυνήσουμε και πάλι όπως τόσες φορές στο παρελθόν» (σ. 461-2). Προφανώς εδώ ο Αδωνις προφητεύει τον ερχομό της τρόικας…

Για να αποτιμήσει κανείς αυτές τις παρεμβάσεις του Αδώνιδος στο κείμενο του καημένου του Neale πρέπει να συνυπολογίσει ότι καταλαμβάνουν ελάχιστη έκταση, κάτω του 1% του πρωτότυπου. Δεν πρόκειται δηλαδή ούτε καν για μια διασκευή κειμένου, αλλά για πιστή αντιγραφή του, με ορισμένες άτεχνες και άστοχες πινελιές που κακοποιούν το αρχικό μυθιστόρημα προκειμένου να το προσαρμόσουν στη φανατική ημιμάθεια του στενού συνεργάτη των κυρίων Καρατζαφέρη και Σαμαρά. Το αποτέλεσμα είναι μια ακραία φιλολογική απάτη.
 
Καημένη Εθνική Βιβλιοθήκη

Εκείνος που υπογράφει την αρχική παραπλανητική έκδοση του αγγλικού μυθιστορήματος στη σειρά «Βιβλιοθήκη των Ελλήνων» των εκδόσεων Γεωργιάδη ως δήθεν έργου της Θεοδώρας Φραντζή είναι ο Πάνος Τσίνας, επί χρόνια υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο ίδιος αυτοπαρουσιάζεται ως «τ. διευθυντής παρά τη Εθνική Βιβλιοθήκη». Στην πραγματικότητα δεν έφτασε ποτέ στη θέση του διευθυντή, αλλά οπωσδήποτε είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα στέλεχος της Εθνικής Βιβλιοθήκης έπεσε σε παρόμοιο σφάλμα. Θα αρκούσε να έχει διαβάσει κανείς το «Χρονικόν» του ίδιου του Φραντζή για να γνωρίζει ότι το πρόσωπο «Θεοδώρα Φραντζή» είναι ανύπαρκτο. Πρόκειται για πλάσμα της φαντασίας του Τζον Μέισον Νιλ. Ο Φραντζής είχε μόνο μία κόρη που έφερε το όνομα Θάμαρ και πέθανε το 1464, στο σαράι του Σουλτάνου σε ηλικία 16 ετών.

Ο λόγος που ο Τσίνας πέφτει σε παρόμοιο χονδροειδές σφάλμα είναι ότι ο ίδιος υπήρξε ομοϊδεάτης του Αδώνιδος. Ακροδεξιός, αντικομμουνιστής, φιλοχουντικός, συνωμοσιολόγος, αντισημίτης και θιασώτης των «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών», δεν ήταν δύσκολο να επιχειρήσει τη δική του «ανακάλυψη». Επιπλέον ο Τσίνας είναι αντιχριστιανός και αρχαιολάτρης. Καθώς φαίνεται έπεσε στα χέρια του η μετάφραση του Παρμενίδη, χωρίς εξώφυλλο. Αναγραφόταν δηλαδή μόνο ο τίτλος του κειμένου και όχι ο συγγραφέας και ο μεταφραστής. Το αστείο είναι ότι έκανε «έρευνα» και σε άλλες βιβλιοθήκες ο Τσίνας, βρήκε και το μυθιστόρημα του Neale, αλλά το «επιστημονικό» του συμπέρασμα υπήρξε ότι ο Αγγλος ήταν ο μεταφραστής και το ελληνικό κείμενο ήταν το πρωτότυπο! Τι κι αν το βιβλίο έγραφε καθαρά το αντίθετο;

Φυσικά ακόμα κι αν δεν είναι κανείς ειδικευμένος φιλόλογος, είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι η γλώσσα του Παρμενίδη και η πλοκή του μυθιστορήματος δεν έχουν καμιά σχέση με τη μεσαιωνική γραμματεία. Υπάρχουν μάλιστα ακόμα και αναφορές μέσα στο κείμενο που αναφέρονται στον Φραντζή με τρόπο που επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για κείμενο του 19ου αιώνα.

Αλλά ο Τσίνας δεν καταλάβαινε απ’ αυτά. Δημοσίευσε αρχικά ένα απόσπασμα της μετάφρασης Παρμενίδη ως «ντοκουμέντο» σε δικό του βιβλίο («Αιώνος Λήρος», Αθήνα 1981, σ. 128-9), επανέλαβε την «αποκάλυψη» σε νεότερο αυτοβιογραφικό πόνημα («Καϋμένη Ελλάδα!» Αθήνα 1983, σ. 236) και τέλος προχώρησε στην επανέκδοση της μετάφρασης Παρμενίδη στις εκδόσεις Γεωργιάδη το 1990.

Για να μη μείνει αμφιβολία για τον πολιτικό χαρακτήρα όλων αυτών των φιλολογικών αυτοσχεδιασμών, ο Τσίνας φρόντισε στην εισαγωγή του να μας κατατοπίσει: «Στα πλαίσια των επιδιώξεων της ιδρυθείσης κινήσεως υπό τον τίτλον Ελληνική Λαϊκή Πατριωτική Ιδεολογική Συσπείρωσι (Ε.Λ.Π.Ι.Σ.), η οποία σκοπεί να επαναφέρει εις τον Λαόν την Μεγάλην Ιδέαν, δίνουμε σήμερα στη δημοσιότητα το έργο της Θεοδώρας Φραντζή, ελάχιστα γνωστό, αν μη παντελώς άγνωστο στην Ελλάδα» (σ. 5).
Απελπισία!
 
Διαβάστε

  1. Θεοδώρα Φραντζή, «Η Πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 1990)
  2. Η πρώτη παραπλανητική απόδοση του αγγλικού μυθιστορήματος για την Αλωση στη Θεοδώρα Φραντζή, διά χειρός Πάνου Τσίνα.
  3. Αδωνις Γεωργιάδης, «Εκ του ανωνύμου: Θεοδώρα Φραντζή η Αλωσις» (εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα 2004)
  4. Το συγγραφικό ατόπημα του ακροδεξιού τηλε-πολιτικού. Κακοποίηση της ιστορίας, της λογοτεχνίας και της λογικής.

 
Επισκεφτείτε

  1. John Mason Neale, «Theodora Phranza; or, the Fall of Constantinople» (J. Masters, Λονδίνο 1857)
  2. Το αγγλικό πρωτότυπο που κακοποίησε ο Αδωνις. http://anglicanhistory.org/neale/phranza/
  3.  «Θεοδώρα Φραντζή ή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (υπό του αιδεσίμου I. M. Neale, κτλ., μετεφράσθη εκ του αγγλικού υπό Χ. Α. Παρμενίδου, Τύποις Σ. Παυλίδου, Αθήνα 1860). http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/d/2/d/metadata-70-0000239.tkl
  4. «Θεοδώρα Φραντζή ή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως» (αγγλιστί συγγραφείσα υπό του Αιδεσίμου I. M. Neale, κτλ. μεταφρασθείσα δε υπό Χ.Α. Παρμενίδου, Εν Σμύρνη: Ι. Ε. Μάνος, 1879) http://medusa.libver.gr/handle/123456789/5382
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Σάμουελ Μπέκετ: Ένας υπαρξιστής φιλόσοφος του παραλόγου

 

Τίποτα μηδαμινό δεν θα’ χε υπάρξει για το τίποτα τόσο υπαρκτό τίποτα μηδαμινό...

Ο Μπέκετ έχει θεωρηθεί μοντέρνος, μεταμοντέρνος αλλά και «πατέρας» του θεάτρου του παραλόγου, όμως ο ίδιος αρνήθηκε όχι μόνο τους τίτλους αυτούς, αλλά και οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί νόημα στα έργα του.Γεννημένος σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στο Δουβλίνο, ο «Σαμ» σπουδάζει Γαλλικά και Ιταλικά, διαβάζει μανιωδώς τα έργα του Δάντη και το 1928 δίνει διαλέξεις Αγγλικών στην École Normale Supérieure του Παρισιού, τις οποίες παρακολουθούν ως φοιτητές ο Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Επίσης, στο Παρίσι γνωρίζεται με τον Τζέημς Τζόυς και οι δύο Ιρλανδοί αναπτύσσουν στενή φιλική και πνευματική σχέση. Ο βαθμός στον οποίον ο νεαρός Μπέκετ επηρεάζεται από τον Τζόυς έχει ίσως υπερτονιστεί από τους κριτικούς, καθώς κάτι τέτοιο ισχύει κυρίως για το πρώιμο έργο του Μπέκετ, μέχρι δηλαδή να αναπτύξει το μοναδικό προσωπικό του στυλ. Αυτό θα συμβεί μόνο αφού αυτοεξοριστεί στο Παρίσι το 1937 και ζήσει ορισμένες δύσκολες εμπειρίες, όπως ο παγκόσμιος πόλεμος και τα προσωπικά του ψυχικά σκαμπανευάσματα.

Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισβάλουν στη χώρα, ο Σάμουελ Μπέκετ εντάσσεται στη Γαλλική Αντίσταση και δραστηριοποιείται έμμεσα ή άμεσα, με αποκορύφωμα τη διάσωση της αγαπημένης του Σουζάν από τα χέρια της Γκεστάπο. Όπως και τους περισσότερους καλλιτέχνες, ο παραλογισμός και η ματαιότητα του πολέμου καθορίζουν τον ψυχισμό του Μπέκετ, που μέσα από τα έργα του θα εκφράσει τον παραλογισμό και τη ματαιότητα ολόκληρης της ζωής. Ο Μπέκετ πιστεύει πως η ζωή έχει νόημα αλλά αυτό είναι αδύνατο να βρεθεί και έτσι ο κόσμος είναι καταδικασμένα γεμάτος με αιωρούμενες απορίες, αδιέξοδα και απελπισία. Στο διασημότερο θεατρικό του έργο, οι -πάντα περιθωριακοί- ήρωες περιμένουν μάταια την άφιξη του Γκοντό και συμβολικά του Θεού (God-ot), κάτι όμως που για τον Μπέκετ σημαίνει πως «δεν έρχεται, άρα υπάρχει».

Βέβαια, ο τίτλος «απαισιόδοξος προφήτης» δεν είναι απόλυτα εύστοχος για τον Σάμουελ Μπέκετ, που βρίσκει κωμική τη δίχως ελπίδα αναζήτηση της αλήθειας και σημαντικό το να απολαμβάνει κανείς τις ερωτήσεις και το ταξίδι της ζωής. Ο συλλογισμός αυτός του χαρίζει μια πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική ελευθερία: «Δεν υπάρχει ενότητα στον κόσμο, άρα γιατί να υπάρχει στα κείμενά μας; Ποια η πραγματικότητα; Το έργο, τα ίδια τα κείμενα».

Η πεποίθηση του πως η τέχνη πρέπει να είναι υποκειμενική και να εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού, έρχεται σε μορφή αποκάλυψης που βιώνει ο Μπέκετ στο δωμάτιο της μητέρας του στο Δουβλίνο το 1945 και που θα αποτυπώσει αργότερα (1958) μέσω του Κράππ, του ηλικιωμένου ήρωα που ακούει σε κασσέτα το αποκαλυπτικό παρελθόν του.

Γράφει στα Γαλλικά επειδή «είναι πιο εύκολο να γράψεις χωρίς ύφος» και έτσι, μέσα από τον εκφυλισμό της, απομυθοποιεί την ικανότητα της γλώσσας να περιγράψει αντικειμενικά την ουσία και την αλήθεια. Δίνει λοιπόν μεγάλη βαρύτητα στη σιωπή και κυρίως στο οπτικό κομμάτι του θεάτρου, καθώς οι σκηνικές οδηγίες στα έργα του είναι πάντα λεπτομερέστατες. «Η γλώσσα του είναι συνάμα λιτή, βίαιη, ελλειπτική. Δεν τον κρατούν αιχμάλωτο οι γραμματικοί κανόνες: αρχίζει μία φράση στον ενικό, την τελειώνει στον πληθυντικό, αντικαθιστά ένα ρήμα με ένα ουσιαστικό αν νομίζει ότι αυτό βοηθάει. Περνάει από την τέλεια έκφραση του απόλυτου λυρισμού, στη γλώσσα του πεζοδρομίου, στις βωμολοχίες» γράφει η Χριστίνα Τσίγγου στον ελληνικό πρόλογο του «Τέλους του Παιχνιδιού».

Ο Μπέκετ είναι άναρχος, αινιγματικός και παράδοξος σε όλα τα επίπεδα του έργου του. Την παραληριματική του γλώσσα πλαισιώνουν οι δυνατές, μεταφυσικές εικόνες, μια πρωτοφανής χρονική αυθαιρεσία, οι κατακερματισμένοι χαρακτήρες και η πλοκή που περισσότερο θυμίζει αίνιγμα. Παρόλο που η λογική δε λείπει από το έργο του Μπέκετ, ο Μάρτιν Έσσλιν θα το αποκαλέσει «Θέατρο του Παραλόγου», εξηγώντας: «κάθε απόπειρα να καταλήξει κανείς σε μια ξεκάθαρη και σίγουρη ερμηνεία θα ήταν τόσο παράλογη, όσο και το να προσπαθήσει να ανακαλύψει και να καθορίσει που ακριβώς αρχίζει και που ακριβώς τελειώνει το περίγραμμα ενός κιάρο–σκούρο σ’ έναν πίνακα του Ρέμπραντ, ξύνοντας τη μπογιά».

To 1969 απονέμεται στον Σάμουελ Μπέκετ το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του, που «μέσα από νέες λογοτεχνικές και θεατρικές φόρμες, εξυψώνει το μοντέρνο άνθρωπο μέσα από την ένδειά του». Ο Μπέκετ αρνείται να το παραλάβει και διαθέτει το χρηματικό έπαθλο των 73.000 δολαρίων σε νέου και πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και σκηνοθέτες. Όσο μεγαλώνει, το έργο του Μπέκετ γίνεται όλο και περισσότερο μινιμαλιστικό και κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τη ζωή του. Περνάει τα τελευταία του χρόνια απομονωμένος στο Παρίσι.

Πηγή:tvxs

London still Calling: Τζο Στράμερ, ο πρωτοπόρος της πανκ

 

Σαν σήμερα, 22 Δεκεμβρίου του 2002, φεύγει από τη ζωή ο Τζο Στράμερ, ο τραγουδιστής των Clash, που μαζί με τους Sex Pistols αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους της πανκ μουσικής σκηνής της δεκαετίας του ’70. 

 

Μπορεί οι Sex Pistols να ήταν το πρώτο βρετανικό πανκ ροκ συγκρότημα, αλλά οι Clash θεωρήθηκαν η επιτομή του βρετανικού πανκ. Ο λόγος ήταν ότι σίγουρα πέρα από τη μουσική τους, οι Clash είχαν να προσφέρουν πύρινο και ιδεαλιστικό στίχο που παρέπεμπε πρόδηλα σε μία αριστερή πολιτική ιδεολογία. Το συγκρότημα από την αρχή υπήρξε τολμηρό στις μουσικές του επιλογές, επεκτείνοντας το hard rock & roll και με άλλους ήχους, τους οποίους επένδυαν στη συνέχεια οι δύο εξαιρετικές φωνές του συγκροτήματος, Joe Strummer και Mick Jones.

Aπέφυγαν κάθε κλασικό στερεότυπα και υπήρξαν επαναστάτες με αιτία. Είναι το συγκρότημα που περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδησε για την επανάσταση και την εργατική τάξη. Αυτός ήταν ίσως και ο λόγος που απέκτησαν ένα αφοσιωμένο κοινό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Οι Clash δημιουργήθηκαν το 1976. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της καριέρας τους, αποτελούνταν από τους Joe Strummer, Mick Jones, Paul Simonon και Topper Headon (Nicky Headon), με τους τρεις πρώτους να αποτελούν τις σταθερές του συγκροτήματος μέχρι το 1983. Στο χρονικό διάστημα αυτό πολλά άλλα μέλη πέρασαν από το συγκρότημα, ενώ από το 1983 συνέχισε με πολλά νέα μέλη, μέχρι το 1986 που υπήρξε το έτος διάλυσής τους.

Το όνομα του γκρουπ (η σύγκρουση / η κλαγγή) δεν επιλέχθηκε τυχαία. Αντίθετα φαντάζει ιδανική σε μία εποχή που οι απεργίες και οι ταραχές δυναμιτίζουν το Λονδίνο. «Χάζευα ένα φύλλο της εφημερίδας "Evening Standard" ψάχνοντας όνομα για το γκρουπ, όταν παρατήρησα ότι η λέξη "clash" εμφανιζόταν παντού» θα εξηγήσει χρόνια αργότερα ο Paul Simonon.

Το 1977 θα κυκλοφορήσουν το πρώτο τους single, «White Riot», ενώ ένα μήνα μετά, το πρώτο τους άλμπουμ, «The Clash» είναι γεγονός. Οι κριτικές είναι πολύ ενθαρρυντικές. Το ίδιο και οι πωλήσεις που βοηθούν τον πρώτο δίσκο των Clash να φτάσει στο νούμερο 12 των βρετανικών charts. «Όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια όσων έχουν αρκετά χρήματα για να την αγοράσουν» συμπεραίνουν οι Clash, κερδίζοντας το νεανικό κοινό. Ανάλογη θα είναι η πορεία και του δεύτερου άλμπουμ του συγκροτήματος, «Give 'em enough rore», που κυκλοφορεί το 1978. Την ίδια χρονιά το γκρουπ θα εμφανιστεί στη μεγάλη συναυλία που έγινε στο Victoria Park του Ανατολικού Λονδίνου. Οι Clash εμφανίστηκαν μπροστά σε 80.000 άτομα σε μία συναυλία – διαμαρτυρία ενάντια στο ρατσισμό.

Το 1979, ωστόσο, είναι η χρονιά ορόσημο για το βρετανικό πανκ συγκρότημα. Στις αρχές του έτους οι Clash, πραγματοποιούν την πρώτη αμερικανική περιοδεία τους με τίτλο «Περλ Χάρμπορ '79», ενώ λίγο καιρό αργότερα, με ένα ιστορικό εξώφυλλο, θα κυκλοφορήσει το διπλό άλμπουμ «London Calling». Ο δίσκος αυτός θα κάνει ευρέως αναγνωρίσιμους τους Clash. Με πολιτικό στίχο, εμπνευσμένο από την πάλη των τάξεων στην αστική κοινωνία, αλλά και τα συνεχή κρούσματα φυλετικών διακρίσεων, το «London Calling» θα υπάρξει για τους νέους της Βρετανίας ο μουσικός εκφραστής τους. Ο ήχος του δίσκου μετουσιώνεται από το garage/punk & rock του πρώτου τους άλμπουμ, σε ένα mix όπου η reggae, η ska, το κλασικό rock και το punk – rock έχουν τη δική τους θέση.

«Αν δεν ξέρετε τι συμβαίνει γύρω σας, μπορείτε να ρωτήσετε τον διπλανό σας» προαναγγέλλει το «Guns of Brixton». Δηκτικοί, με σαρκαστικό αλλά αληθινό λόγο οι Clash επιχειρούν να προκαλέσουν και να ταρακουνήσουν τα λιμνάζοντα νερά. Και θα τα ταρακουνήσουν με το δίσκο αυτό που αποτέλεσε μία κραυγή απόγνωσης που ένωσε μία ολόκληρη γενιά. «Γροθιά» στη Βρετανική συντηρητική κοινωνία, με αναφορές στον Ισπανικό εμφύλιο, στις εξεγέρσεις των μεταναστών στις συνοικίες των αστικών κέντρων της Βρετανίας, στις αναμνήσεις ναζιστικών εγκλημάτων, με εσχατολογικά σενάρια για το μέλλον, με φόρους τιμής στον George Orwell και τον Montgomery Clift, το London Calling είναι πολιτικό άλμπουμ το οποίο δικαιολογεί απόλυτα το όνομα του γκρουπ.
 

Το ίδιο και το εξώφυλλο του δίσκου. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο πλαίσιο της αμερικανικής περιοδείας τους «Clash Take the Fifth» στο συναυλιακό χώρο του Palladium. Ο Paul Simonon καταστρέφει το μπάσο του επί σκηνής, καταγράφοντας μία χαρακτηριστική εικόνα της παρουσίας των Clash πάνω στη σκηνή και παραπέμποντας στο εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ του Elvis Presley. Η φωτογραφία έχει ψηφιστεί ως ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα στην ιστορία της Rock μουσικής κι έχει λάβει πολλά βραβεία. Το μαγικό ωστόσο είναι ότι προδιαθέτει για τα όσα θα ακολουθήσουν στο «London Calling» και στη μουσική ιστορία του συγκροτήματος.

Πηγή:tvxs

Είναι πολλά τα υπουργεία, Αρη.

Γράφει ο Στέλιος Κούλογλου

Το έθεσε λίγο χοντροκομμένα ο Αντώνης Μαυρογιαλούρος-Σαμαράς στο χθεσινό του διάγγελμα: «Επίσης, μετά την προεδρική εκλογή, μπορούμε να διευρύνουμε το κυβερνητικό σχήμα, με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, ώστε η επόμενη φάση να μας βρει πιο ενωμένους».

Απασχολημένα όπως ήταν με την αποδόμηση του Χαικάλη, λησμόνησαν τα δελτία να σχολιάσουν την επαγγελία που δεν θα είχε διανοηθεί να κάνει ούτε πρωθυπουργός της πιο διεφθαρμένης χώρας της Λατινικής Αμερικής: ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου, κι ενώ ψάχνει απεγνωσμένα για ψήφους, ο Ελληνας πρωθυπουργός προχωρεί σε έμμεση αλλά σαφή προσφορά υπουργείων στα πρόσωπα «που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας». Σε όσους δηλαδή ψηφίσουν τον κ. Δήμα. Αυτό δεν θυμίζει αποστασία του 65; Αυτό δεν αποτελεί μια ωμή απόπειρα εξαγοράς ψήφου και συνειδήσεων με αντάλλαγμα υπουργεία και υφυπουργεία; 

Τσιμουδιά από τους τηλεοπτικούς σχολιαστές. Και οι ανεξάρτητοι βουλευτές του "ναι" στον Δήμα, που δικαιολογημένα θίχτηκαν από την ανακοίνωση των Βουδούρη-Παραστατίδη; Δεν θα έπρεπε τώρα να καταδικάσουν και τον κ. Σαμαρά που υποβαθμίζει τόσο χυδαία την πολιτική ζωή; Δεν θα έπρεπε να διαχωρίσουν την θέση και το μέλλον τους από αυτόν τον ¨εμετό¨υπουργείων; Δεν δικαιούται  κάποιος να υποστηρίξει ότι τα νέα ναι στον Δήμα στην αυριανή, δεύτερη ψηφοφορία -αν δεν συνοδευθούν από την σαφέστατη δήλωση από όσους ψηφίσουν ότι δεν θα δεχθούν θέσεις υπουργών και υφυπουργών- αποτελούν πιθανώς προϊόν συναλλαγής;

Aν δεν ήταν τόσο κρίσιμη η κατάσταση στη χώρα, θα μπορούσε κανείς να ξεκαρδιστεί στα γέλια σκεφτόμενος το προσεχές "ευέλικτο" σημερινό κυβερνητικό σχήμα, στο οποίο θα πρέπει να χωρέσουν καμιά 20ριά ακόμη, όσοι χρειάζονται για να εκλεγεί πρόεδρος. Ο Στέφανος Μάνος που διαθέτει χιούμορ, κελάηδησε ήδη στο twitter του: «Τι κρίμα που δεν είμαι πια βουλευτής, θα μπορούσα να διεκδικήσω υπουργείο με μόνο αντάλλαγμα να ψηφίσω τον κ. Δήμα».

Πηγή:tvxs

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0