ενημέρωση 4:59, 19 August, 2026

Tα φαβορί και τα outsiders των κινηματογραφικών βραβείων

Προσέξτε την Τζουλιάν Μουρ και τον Έντι Ρεντμέϊν.

O Ρέϊφ Φάϊνς στο Grand Budapest Hotel.  

Ολόκληρη η εικόνα των ταινιών και των ηθοποιών που ξεχωρίζουν στα βραβεία που ανακοινώθηκαν αλλά και και σε αυτά που θα δοθούν στους επόμενους μήνες, με ανάλυση για τα φαβορί και τα outsiders. Προσέξτε την Τζουλιάν Μουρ και τον Έντι Ρεντμέϊν.  

Η τρυφερή, ειλικρινής, χαμηλόφωνη, αισθαντική περιπέτεια της ενηλικίωσης όπως την αποτύπωσε σε διάστημα περίπου μιας δεκαετίας ο Ρίτσαρντ Λινλέϊτερ στο Boyhood έχει κατακτήσει τους κριτικούς και των δύο ακτών των ΗΠΑ. Μετά τα βραβεία ταινίας και σκηνοθεσίας από την Ένωση της Νέας Υόρκης, ο Αμερικανός σκηνοθέτης ντουμπλάρει με τους κριτικούς του Λος Άντζελες, αφήνοντας στη δεύτερη θέση και στις δυο κατηγορίες τον Γουές Άντερσον, ο οποίος ωστόσο τιμήθηκε για το σενάριο στο Grand Budapest Hotel. Αμφότερες υπέροχες ταινίες, υποδείγματα χειροποίητου και προσωπικού σινεμά, που παλιότερα θα κατατάσσονταν στο ανεξάρτητο, πριν αυτό πάρει μια περίεργη και λίγο αποχαρακτηρισμένη τροπή, με τους κυμαινόμενους προϋπολογισμούς και τις καλλιτεχνικές επιμειξίες.  

Μάϊκλ Κίτον και Έντουαρντ Νόρτον στο Birdman

Έκπληξη το βραβείο στον Τομ Χάρντι για το Σε Λάθος Χρόνο (Locke), που αν και αξιοσημείωτη ερμηνεία, δεν έδειχνε πως θα εξαργυρωνόταν σε διακρίσεις, λόγω της πληθώρας των δυνατών ανδρών στην κατηγορία αυτή για φέτος.

Η Πατρίσια Αρκέτ απέσπασε το βραβείο α' γυναικείου ρόλου, πάντα για το Boyhood, αφήνοντας στη δεύτερη θέση την Τζουλιάν Μουρ για το Still Alice.  

Στις γυναίκες, μου άρεσαν πολύ η Ρόζαμουντ Πάϊκ για την πολυδιάστατη μοιραία που συνέθεσε στο Κορίτσι που Εξαφανίστηκε αλλά και η Φελίσιτι Τζόουνς ως Τζέϊν Χόκινγκ στη Θεωρία των Πάντων, γιατί κρατάει ένα σοφά δημιουργικό αντίβαρο απέναντι σε έναν ξεχωριστό άνθρωπο

Στους δεύτερους ρόλους, τιμήθηκαν ο Τζ .Κ. Σίμονς για το Whiplash και η Αγκάτα Κουλέζα για το Ida, ταινία που πήρε και το βραβείο για το ξενόγλωσσο φιλμ.

Νωρίτερα, το Σωματείο των Ηθοποιών ανακοίνωσε τις υποψηφιότητες του, αναγνωρίζοντας και πάλι το Boyhood όπου μπορούσε: στο συνολικό καστ και στους δεύτερους ρόλους για τον Ίθαν Χοκ και την Πατρίσια Αρκέτ- καθώς το επίκεντρο είναι η χρονική διαδρομή του Έλαρ Κολτρέϊν και οι γονείς είναι στη διακριτική ευχέρεια των ψηφοφόρων ή των εταιριών παραγωγής, να κρίνουν αν είναι πρωταγωνιστικοί ή δευτεραγωνιστικοί.  

Η πεντάδα των πρώτων ρόλων για τους άνδρες αποτελείται από τον Στιβ Καρέλ για το Foxcatcher, τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς για το Παιχνίδι της Μίμησης, τον Τζέϊκ Τζίλενχαλ για το Nightcrawler, τον Μάϊκλ Κίτον για το Birdman και τον Έντι Ρέντμεϊν για τη Θεωρία των Πάντων.

Αντίστοιχα, οι γυναίκες είναι η Τζένιφερ Άνιστον για το Cake, η Φελίσιτι Τζόουνς για τη Θεωρία των Πάντων, η Τζουλιάν Μουρ για το Still Alice, η Ρόζαμουντ Πάϊκ για το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε και η Ρις Γουίδερσπουν για το Wild.

Στους δεύτερους ρόλους, οι υποψήφιοι είναι ο Ρόμπερτ Ντυβάλ για τον Δικαστή, ο Έντουαρτ Νόρτον για το Birdman, ο Μαρκ Ράφαλο για το Foxcatcher, ο Τζ. Κ. Σίμονς και ο Ίθαν Χοκ.

Και οι υποψήφιες, η Κίρα Νάϊτλι για το Παιχνίδι της Μίμησης, η Έμα Στόουν για το Birdman, η Μέριλ Στριπ για το Into the Woods, η Νεϊόμι Γουότς για το St. Vincent και η Πατρίσια Αρκέτ.  

Μιλώντας για το Σωματείο των Ηθοποιών, απουσιάζει ο Χάρντι και κυρίως ο Τίμοθι Σπολ, που έχει πάρει το βραβείο των Καννών και των κριτικών της Νέας Υόρκης. Έδαφος φαίνεται να χάνει ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν ως Τζέϊμς Μπράουν στο Get on Up, ο Μπιλ Μάρεϊ στο St. Vincent, ο Όσκαρ Άϊζακ στο A Most Violent Year του Τζ. Σ. Τσάντορ, ο Μπράντλεϊ Κούπερ στο American Sniper του Κλιντ Ίστγουντ και ο Ρέϊφ Φάϊνς στο Grand Budapest Hotel. Μου κάνει εντύπωση που δεν έχει φιγουράρει σε καμία λίστα ο Ντέϊβιντ Ογιελόγο στο Σέλμα, που συζητιέται ευρέως και θετικότατα από τους κριτικούς τις τελευταίες εβδομάδες- ίσως αποτελέσει μια από τις προσθήκες που κάνουν τα Όσκαρ ανατρέποντας την ευθυγραμμισμένη λογική των βραβείων που προηγούνται χρονολογικά.

Σε μια πολύ ισχνή χρονιά για τις γυναίκες, μία θέση ουσιαστικά παίζει: η Τζένιφερ Άνιστον είναι αυτή που προτιμήθηκε έναντι της Μαριόν Κοτιγιάρ στην ταινία των αδελφών Νταρντέν, της Έϊμι Άνταμς για το Big Eyes του Τιμ Μπέρτον και ίσως της Χίλαρι Σουόνκ για το Homesman του Τόμι Λι Τζόουνς.  

Στους άνδρες των δεύτερων ρόλων, η πεντάδα μοιάζει φιξαρισμένη, με ευχάριστη υπενθύμιση την παρουσία του Ρόμπερτ Ντυβάλ σε μια ταινία (τον Δικαστή) που χωρίς να είναι κακή, δεν προδιαθέτει για βραβεία- αλλά όπως αποδεικνύεται, δεν είναι εύκολο να παραβλέψεις έναν σπουδαίο ηθοποιό που εκτιμάται σε υψηλό βαθμό από τους συναδέλφους του.

Εκτός από τις πέντε κυρίες στην αντίστοιχη κατηγορία, πιθανές διεκδικήτριες προς τα Όσκαρ είναι η Λόρα Ντερν, η Τζέσικα Τσαστέϊν και η Κρίστεν Στιούαρτ για το Still Alice.  

Μετά από τέσσερις άσφαιρες υποψηφιότητες για Όσκαρ, αυτή είναι η χρονιά της: εκτός από το Still Alice η Τζουλιάν Μουρ απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο φεστιβάλ Καννών για το Maps to the Stars, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στο Hunger Games αλλά και την κακιά μάγισσα στον Έβδομο Γιό.

Άφησα επίτηδες την Στιούαρτ για να αναφερθώ στη συγκεκριμένη ταινία, που έτυχε να δω στη Νέα Υόρκη και θεωρώ πως, παρά το γεγονός πως η Τζουλιάν Μουρ δεν έχει βραβευτεί ακόμη, δεν βλέπω πώς είναι δυνατόν να χάσει τα τρία μεγάλα βραβεία που έρχονται, δηλαδή το Όσκαρ, τη Χρυσή Σφαίρα και το βραβείο του Σωματείου των Ηθοποιών. Υποδύεται μια διακεκριμένη γλωσσολόγο που προσβάλλεται στα 50 της από τη νόσο του Αλτζχάϊμερ και χάνει πολύ γρήγορα τη μνήμη, τις νοητικές δυνατότητες και την ικανότητα της επεξεργασίας και έκφρασης του λόγου, που αποτέλεσε το πεδίο που λάτρεψε, και στο οποίο αφιέρωσε τη ζωή της και αρίστευσε ως καθηγήτρια πανεπιστημίου και συγγραφέας. Το θάρρος με το οποίο αντιμετωπίζει την ασθένεια μια διανοούμενη, το κουράγιο να εκτεθεί στην οικογένεια της, ο πόνος της σοβαρής πιθανότητας κληρονομικής μετάδοσης της σπάνιας παραλλαγής του Αλτζχάϊμερ που έχει σε ένα από τα τρία παιδιά της, η ντροπή της επικοινωνίας μια άλλοτε κραταιάς γυναίκας στον έξω κόσμο, η απώλεια της αξιοπρέπειας, ο σταδιακός εγκλεισμός της σε ένα καβούκι μοναξιάς και παραίσθησης, το άδειασμα της εξυπνάδας και της ζωτικότητας από το πρόσωπο της, αποτυπώνονται με υπέρτατη δεξιοτεχνία και αυθεντική πειστικότητα από την Μουρ.  

Η Τζούλιαν Μουρ ως Alice.  

Μετά από τέσσερις άσφαιρες υποψηφιότητες για Όσκαρ, αυτή είναι η χρονιά της: εκτός από το Still Alice (σπουδαίος τίτλος, αφού σημαίνει πως η Alice έχει ακινητοποιηθεί, αλλά παραμένει ακόμη η ίδια) η Τζουλιάν Μουρ απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο φεστιβάλ Καννών για το Maps to the Stars, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στο Hunger Games αλλά και την κακιά μάγισσα στον Έβδομο Γιό, δύο ταινίες που την έφεραν κοντά σε έναν νεανικό κοινό που προφανώς δεν την έχει δει, ούτε στις ταινίες του Πολ Τόμας Άντερσον, ούτε σε αυτές του Τοντ Χέϊνς. Η Alice της είναι μαεστρική και συγκινητική.  

Η ταινία δεν είναι κάτι σπουδαίο και σίγουρα δεν είναι καλύτερη από το Away From Her με την Τζούλι Κρίστι πάλι σε ρόλο ασθενούς με Αλτζχάϊμερ (υποψήφια κι εκείνη για Όσκαρ). Όλο το καστ, από τον Άλεκ Μπάλντγουιν μέχρι την Κρίστεν Στιούαρτ βρίσκεται εκεί μόνο για να σαπορτάρει την Μουρ και η φράση της "Θα προτιμούσα να είχα καρκίνο" δίνει έμφαση στον σκοπό του φιλμ, δηλαδή να φωτίσει μια νόσο που δεν ηρωοποιεί τον άρρωστο με τα εμφανή σημάδια της σωματικής παρακμής, αλλά φθάνει στο σημείο να τον γελοιοποιεί στα μάτια των φίλων και συγγενών που δνε αναγνωρίζουν το πρόσωπο που πλέον δεν τους αναγνωρίζει.  

Ο Έντι Ρεντμέϊν στο ρόλο του Στίβεν Χόκινγκ.

Αντίστοιχα, ο Έντι Ρεντμέϊν στο ρόλο του Στίβεν Χόκινγκ μπορεί να έχει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά το επίτευγμα της χρονιάς του ανήκει. Στη Θεωρία των Πάντων, καλείται να παρακολουθήσει την εμφανέστερη σωματική κατάρρευση του διάσημου αστροφυσικού και κοσμολόγου και κυρίως να ανοίξει λίγα χιλιοστά το παράθυρο του συναισθήματος σε ένα πρόσωπο που δεν κουνιέται, δεν μιλάει και αδυνατεί να καταθέσει τις αντιδράσεις του, παρά μόνο να πληκτρολογήσει με το ανοιγόκλειμα του ματιού, τις απανωτές και εκρηκτικές σκέψεις του. Κι όμως, με αυτό το ανεπαίσθητο εύρος και τους αναγκαστικούς περιορισμούς, ο Ρεντμέϊν ως και χιούμορ καταφέρνει να "σκάσει" μέσα από τη λάμψη της ματιάς του και τη σπίθα του χαρακτήρα του, με ελάχιστες κινήσεις και εσωτερική ζωηράδα. Είδα την ταινία και τον θαύμασα. Με συγκίνησε βαθύτατα και με απέσπασε από τον οίκτο, όπως συμβαίνει και με τον Χόκινγκ στη συναρπαστική και καθόλου μίζερη στάση ζωής του.

Ο Ρεντμέϊν θα βρει απέναντι του τον καλό του φίλο και ίσως σπουδαιότερο ηθοποιό, τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, που επίσης δεν έχει βραβευθεί μέχρι στιγμής. Ο Άλαν Τούρινγκ που υποδύεται, επίσης διάνοια, βασανισμένος κι εκείνος αλλά με άλλον τρόπο, και άγνωστος μέχρι πρότινος ήρωας που υπέστη χημικό ευνουχισμό και αναγνωρίστηκε πολύ καθυστερημένα από τη χώρα του, για τον μνημειώδη ρόλο του στην αποκρυπτογράφηση των κωδικών των Ναζί στον πόλεμο, αποτελεί υλικό βραβείων, και ως περίπτωση gay μάρτυρα και understated ήρωα, και ως ερμηνεία από τον Κάμπερμπατς, ο οποίος είναι υποψήφιος από το Σωματείο και για την τηλεοπτική του ερμηνεία ως Σέρλοκ- η πολλαπλή καλή επίδοση την ίδια χρονιά, πάντα βοηθάει...  

Την τριάδα των Βρετανών κλείνει ο Τίμοθι Σπολ, που είναι στιβαρός και μετράει στις λεπτομέρειες και στην πιστότητα, όπως την επιδιώκει και πάντα την πετυχαίνει ο σκηνοθέτης του στον Κύριο Τέρνερ, ο Μάϊκ Λι, ο Στιβ Καρέλ που εξέπληξε με τη μεταμόρφωση και τη συνοχή του στο Foxcatcher του Μπένετ Μίλερ και ο Μάϊκλ Κίτον, που ανεστήθη εκ νεκρών με την σαρκαστική πιρουέτα του στο Birdman του Ινιάριτου. Κανείς όμως δεν φτάνει τις εργατοώρες (αν πρέπει να βάλουμε κάτω τη δουλειά) και την υπέρβαση του Ρεντμέϊν.

Στις γυναίκες, μου άρεσαν πολύ η Ρόζαμουντ Πάϊκ για την πολυδιάστατη μοιραία που συνέθεσε στο Κορίτσι που Εξαφανίστηκε αλλά και η Φελίσιτι Τζόουνς ως Τζέϊν Χόκινγκ στη Θεωρία των Πάντων, γιατί κρατάει ένα σοφά δημιουργικό αντίβαρο απέναντι σε έναν ξεχωριστό άνθρωπο, διατηρώντας επιλογές και προσωπικότητα- η Τζόουνς ήταν επίσης θαυμάσια στο περσινό Invisible Woman, ως ερωμένη του Τσαρλς Ντίκενς. Μπροστά στη Μουρ, δεν συγκρίνονται.

Και στους δεύτερους ρόλους, ο Τζ. Κ. Σίμονς είναι απλά θεϊκός σε έναν δεύτερο ρόλο τόσο σαρωτικό που μοιάζει πρώτος και αναντικατάστατος, σαν κι αυτούς που δεν χορταίνεις να βλέπεις, και η Αρκέτ αποτελεί τον συνεκτικό ιστό στο Boyhood.  

Πηγή: lifo

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για το 4ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ

Φλώρος Φλωρίδης, Νίκος Αναδολής, Πέτρος Κλαμπάνης: η ιστορία και το μέλλον του αυτοσχεδιασμού στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Φλώρος Φλωρίδης / Paul Lytton / Phil Wachsmann (ν)τζζρρρτ… Ο ήχος είναι οικείος. Τελευταία φορά τον άκουσα προχθές το βράδυ, μετά τη βροχή. Στεκόμουν κάτω από μια κολώνα της ΔΕΗ περιμένοντας (ως συνήθως…) με μόνη συντροφιά το «τραγούδι» του μετασχηματιστή άνωθέν μου. (ν)τζζρρρτ… (ν)τζζρρρτ… Στην ηλεκτρολογία αυτή η «μουσική» λέγεται «φαινόμενο Corona». Είναι ένας ήχος της Φυσικής που σχετίζεται με τον ιονισμό του αέρα γύρω από ένα ηλεκτρισμένο σώμα, για τον οποίο, νομίζω, πως είχε γράψει κάποτε και ο David Toop. Πρέπει να τακτοποιήσω τα Wire μου…    

(ν)τζζρρρτ… ξανακούω, τώρα, μέσω του πρώτου προσωπικού δίσκου του Φλώρου Φλωρίδη [Σειρά Αυτοσχεδιασμός 4, 1980]. Τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Ο free improvised ήχος στις δόξες του. Ο Φλωρίδης (μαζί με τον Σάκη Παπαδημητρίου) ανοίγει στην Ελλάδα το παιγνίδι ηχογραφώντας ένα άλμπουμ ευφυές (όπως ευφυείς ήταν ανάλογοι δίσκοι του Evan Parker από την ίδια εποχή), που πραγμάτωνε μία άλλη σχέση με το χρόνο. Παίζοντας μόνος του όλα τα όργανα (άλτο και σοπράνο σαξόφωνο, κλαρίνο, φλάουτο και μπαντούρα) και ηχογραφώντας τα χωρίς κάποια συγκεκριμένη επαλληλία, ο θεσσαλονικιός μουσικός διαβρώνει το αναμενόμενο, αφουγκραζόμενος ήχους της φύσης (ή της τεχνικής). Δεν θέλει κότσια για ν’ ακούσεις αυτή τη μουσική. Απλώς, απεμπλοκή από δεσμεύσεις…    

«Άδωνις 21.10.1983». Είναι τα 18α Δημήτρια στη Θεσσαλονίκη και ο Φλώρος Φλωρίδης καταγράφει την πρώτη συνεργασία του (στη δισκογραφία) με τον άγγλο ντράμερ Paul Lytton. Τo LP [j.n.d., 1984] ηχογραφείται ζωντανά από τον Νίκο Παπάζογλου στο Θέατρο Άδωνις (Θεσσαλονίκη), με τους Paul Lytton κρουστά, Hans Schneider μπάσο, Φλώρο Φλωρίδη σοπράνο, άλτο σαξόφωνο και Pinguin Moschner τούμπα, ευφώνιο. Οι τέσσερις μουσικοί αυτοσχεδιάζουν με δύναμη, πάντα μέσα στο πνεύμα της περιόδου.  

Οι τρεις μουσικοί συνομιλούν, καταστρώνοντας σχέδια επιτόπου, μετασχηματίζοντας τις διαθέσεις της στιγμής σε ουσιαστική επικοινωνία.  

«Amore 27.4.1984» [j.n.d., 1985] ήταν ο πλήρης τίτλος ενός τρίτου άλμπουμ, κάτι που σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε (και αυτή τη φορά) με μια φωτογραφική απεικόνιση ενός live στο γνωστό συναυλιακό χώρο της εποχής (το θέατρο ΑΜΟΡΕ, στην Αθήνα πια). Ο Mark Charig ήταν στην τρομπέτα και το άλτο κόρνο (γνωστός από τις συμμετοχές του στους Soft Machine, Keith Tippett Group, Chris McGregor’s Brotherhood of Breath κ.λπ.), η Taya Fisher στο βιολί και ο Φλώρος Φλωρίδης στο κλαρίνο, το άλτο και το σοπράνο σαξόφωνο. Οι τρεις μουσικοί συνομιλούν, καταστρώνοντας σχέδια επιτόπου, μετασχηματίζοντας τις διαθέσεις της στιγμής σε ουσιαστική επικοινωνία. Εδώ δεν εντυπωσιάζει μόνο η εφευρετικότητα των τριών αυτοσχεδιαστών, ούτε φυσικά το γεγονός ότι, κάποιες στιγμές, οι «διαταραχές» βγάζουν προς τα έξω μια κρυμμένη μελωδία. Αυτό που θέλγει περισσότερο είναι η χρήση της ανθρώπινης ανάσας, το χάϊδεμα και το ράπισμα του βιολιού, που ως φυσικά ποτενσιόμετρα αυξομειώνουν εντάσεις – από τη σιωπή, τη σχεδόν σιωπή και το γρύλισμα, έως τον θόρυβο, την έκρηξη, ακόμη και το… χειροκρότημα.  

Η ιστορία των live electronics στην αυτοσχεδιαζόμενη μουσική είναι πολύ παλαιά, αν και θα πρέπει να γίνει, επ’ αυτού, μια κάποια διάκριση. Σημασία δεν έχει να παίζεις τζαζ με συνθεσάιζερ και λοιπά ηλεκτρονικά, αλλά να επιχειρήσεις, δημιουργώντας αρχέτυπα νέων ήχων, να εντάξεις τα αποτελέσματα της τεχνολογίας μέσα στη λογική του αυτοσχεδιασμού. Αυτό καταγράφει η ιστορία από την εποχή των Music Improvisation Company ή των AMM. Ο Φλωρίδης έχοντας δίπλα του σ’ ένα επόμενο σχήμα δύο πρωτοπόρους των δημιουργικών ηλεκτρονικών, τον Paul Lytton (μνημειώδης η συνεργασία του με τον Evan Parker στο «Collective Calls» του 1972) και τον Phil Wachsmann (Lytton και Wachsmann είχαν συνεργαστεί, ανάμεσα σε άλλα, και στο μοναδικό «Some Other Season» της ECM το 1999) συνδέει το όνομά του μ’ ένα εξαιρετικό πρότζεκτ (συμμετείχε και ο μπασίστας Hans Schneider), που μπορεί να πέρασε κάπως απαρατήρητο στην εποχή του, αλλά που τώρα δείχνει εντελώς συμβατό με ό,τι έπαιζαν στα τελευταία χρόνια της ζωής τους οι Sonic Youth ή παίζει ακόμη το Hafler Trio. Βγήκε και σε βινύλιο το 1986 ως «Ellispontos» [j.n.d.], όντας ζωντανά ηχογραφημένο στον Ελλήσποντο και στο Αγροτικό Στούντιο του Νίκου Παπάζογλου στη Θεσσαλονίκη.  

Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; Περίπου τριάντα! Οι τρεις μουσικοί (ο Φλωρίδης πάντα στα πνευστά, ο Lytton σε ντραμς, ηλεκτρονικά και ο Wachsmann σε βιολί, ηλεκτρονικά) όλο αυτό το διάστημα έκαναν τα δικά τους πράγματα, ανακατεύτηκαν μ’ ένα σωρό και διαφορετικά σχέδια, για να ενώσουν ξανά πρόσφατα τις δυνάμεις τους, συνεχίζοντας εκείνο το παλαιό ταξίδι. Έτσι κάπως θα εμφανιστούν στη Στέγη, ως τρίο, την Παρασκευή 12/12…    

Όσοι έχουμε δει «ζωντανό» τον πιανίστα Νίκο Αναδολή (οι εμφανίσεις του δεν είναι και τόσο πολλές στην Ελλάδα, επειδή τα περισσότερα από τα χρόνια της καλλιτεχνικής του διαδρομής τα πέρασε, λόγω σπουδών, στην Αμερική) έχουμε μείνει με… ανοικτό το στόμα. Ο 23χρονος πιανίστας, γιός του ντράμερ των A Priori Σωτήρη Αναδολή (ένα τζαζ συγκρότημα που διέπρεψε στα πάλκα της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία 1976-1985) είναι ένα «θαύμα της φύσης». Μαρτυρούν γι’ αυτό όχι μόνο τα βραβεία που έχει έως σήμερα αποσπάσει (με πρώτο και καλύτερο εκείνο του Martial Solal Competition του 2010), όχι μόνον το τι μεταφέρεται απ’ όσους κατά καιρούς έτυχε να παρακολουθήσουν κάποιο live του, μα ακόμη και από τις πενιχρές ηχογραφήσεις του (υπάρχουν ορισμένες στο site του nikolasjazz.com), αφού η δισκογραφία ακόμη δεν τον έχει ανακαλύψει όσο και όπως πρέπει.  

Ο Νίκος Αναδολής, που έχει προλάβει σε τόσο νεαρή ηλικία να εμφανιστεί στο Blue Note της Νέας Υόρκης, στο European Jazz Festival στο Γκάζι το 2011, και ακόμη σε παραστάσεις στο Μαρόκο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και αλλού, επισκέπτεται και πάλι την Αθήνα μαζί με τους Simon Tailleu μπάσο και Jonas Burgwinkel ντραμς. Απ’ αυτούς, ο Burgwinkel έχει υπάρξει μέλος πάμπολλων τζαζ σχημάτων –Pablo Held Trio, Frank Delle Trio, Clemens Orth Trio, Frederik Leroux Quartet κ.ά.– όντας ένας από τους πιο περιζήτητους ντράμερ της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής, ενώ και ο Tailleu, όπως διαβάζουμε στη γαλλική Wikipedia, έχει εμφανισθεί με τους Yaron Herman, Michel Portal, Stéphane Belmondo, Bireli Lagrene,Didier Lockwood, την τραγουδίστρια Youn Sun Nah κ.ά.    

Ο κοντραμπασίστας Πέτρος Κλαμπάνης, παρότι στα 33 του, έχει ήδη μια 15ετία στα αμερικανικά και ευρωπαϊκά τζαζ δρώμενα. Προσωπικά μπορεί να τον θυμάμαι ως μέλος των Trioism, που είχαν κάνει εκείνο το πολύ ωραίο CD στην Ankh το 2008, στην πράξη όμως ο Κλαμπάνης έχει κυρίως αμερικανική καριέρα. Έτσι, έχει εμφανισθεί σε μερικά από τα πιο γνωστά κλαμπ/μπαρ της Νέας Υόρκης (Cornelia Street Café, DROM, Barbes κ.ά.), έχοντας συμμετάσχει συγχρόνως σε κάμποσα πρότζεκτ, ελάχιστα από τα οποία έχουν εξελιχθεί στην ημεδαπή. Ένα τέτοιο (αμερικανικό) πρότζεκτ είναι και το Contextual, η συνεργασία του δηλαδή με τον πιανίστα Jean-Michel Pilc («μορφή» της γαλλικής και αμερικανικής σκηνής), τον κιθαρίστα Gilad Hekselmanκαι τον ντράμερ John Hadfield.  

Το Contextual, όπως διαβάζουμε και στο petrosklampanis.com, είναι ένας συνδυασμός ποικίλων ηχοτοπίων (αμερικανικών, ευρωπαϊκών, μεσογειακών, ελληνικών παραδοσιακών, oriental…) στηριγμένων στη ρυθμική βάση που επεξεργάζονται οι Κλαμπάνης και Hadfield. Εκεί «επεμβαίνουν» οι Pilc και Hekselman διαμορφώνοντας τα κατάλληλα λυρικά περιβάλλοντα. Εξάλλου και ο ίδιος ο Κλαμπάνης χειρίζεται το κοντραμπάσο του τόσο ως ρυθμικό, όσο και ως μελωδικό όργανο (χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα, πολλαπλές εγγραφές κ.λπ.).  

Υπάρχει και άλμπουμ «Contextual», που κυκλοφόρησε το 2011 στην εταιρεία InnerCircleMusicτου σαξοφωνίστα GregOsby, και το οποίο «ανοίγει» με το γνωστό μας «Θαλασσάκι» – ένα γεγονός που δείχνει οπωσδήποτε (και) την ελληνικότητα της τζαζ του Κλαμπάνη. Στην εμφάνισή τους στη Στέγη οι τέσσερις μουσικοί θα πλαισιωθούν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων (Μαρία Μανουσάκη βιολί, Κέλυ Κοκολάνη βιόλα, Λαέρτης Κοκολάνης βιολί, Αλέξανδρος Μποτίνης τσέλο), προσθέτοντας μια ακόμη διάσταση (την «κλασική») στο δικό τους Contextual.  

Info: Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών 4ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ 12-14 Δεκεμβρίου 2014 Φλώρος Φλωρίδης / Paul Lytton / Phil Wachsmann – 12/12 Νίκος Αναδολής – 13/12 Πέτρος Κλαμπάνης – 14/12  

Πηγή: lifo

Κουτάβι παραλύει από ευτυχία στο μπάνιο

Εθελοντές το βρήκαν εγκαταλελειμμένο στα σκουπίδια και το έσωσαν

 
Το πανευτυχές κουτάβι είναι δύο εβδομάδων και απολαμβάνει το ζεστό μπάνιο και τη θαλπωρή του νέου του σπιτιού. Εθελοντές φιλοζωικής οργάνωσης το βρήκαν μαζί με τις αδελφές του σε κάδο απορριμμάτων. «Όταν τα βρήκαμε ήταν γεμάτα ψύλλους και δεν επρόκειτο να ζήσουν χωρίς τη φροντίδα της μητέρας τους», είπε η Κλερ Φάουλερ, μία από τις εθελόντριες που έσωσε τα κουτάβια και ανέβασε αυτό το υπέροχο βίντεο στο YouTube.

Οι μορφωμένοι έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πάθουν εγκεφαλικό

Ερευνητές του Εράσμειου Πανεπιστημίου του Ρότερνταμ έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «Stroke» (Εγκεφαλικό), και σύμφωνα με το BBC, ανέλυσαν στοιχεία για περίπου υγιείς 9.000 ανθρώπους άνω των 55 ετών σε βάθος 20ετίας.Έως το 2012 οι άνθρωποι αυτοί είχαν πάθει 1.134 εγκεφαλικά, συνολικά.

Η ανάλυση έδειξε ότι όσο πιο πρόωρα κάποιος παραπονιόταν για προβλήματα μνήμης, τόσο πιθανότερο ήταν να πάθει εγκεφαλικό και παράλληλα όσο καλύτερη μόρφωση είχε κάποιος που εμφάνιζε προβλήματα μνήμης, τόσο πιθανότερο ήταν να πάθει εγκεφαλικό.

Ένας απόφοιτος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είχε κατά μέσο όρο 39% μεγαλύτερο κίνδυνο εγκεφαλικού, σε σχέση με έναν χαμηλότερης μόρφωσης. Ο επικεφαλής της ομάδας ερευνητών επεσήμανε ότι η μόρφωση αποτελεί αντίβαρο στην άνοια, καθώς επιτρέπει στον εγκέφαλο να καταπολεμά καλύτερα τα συμπτώματά της. Έτσι, στους πιο μορφωμένους χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να συμβούν εγκεφαλικές βλάβες και να εκδηλωθεί άνοια.
 

  • Κατηγορία ΥΓΕΙΑ
  • 0