ενημέρωση 3:53, 14 August, 2026

«Θα σου φύγω»

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Κάποιες απειλές είναι πολύ χαριτωμένες όταν γίνονται στίχοι. Είναι απολαυστικός δηλαδή ο Νταλάρας όταν λέει «Θα σου φύγω, σ' το 'χα πει, θα σου φύγω και γέλαγες εσύ». Είναι εξίσου χαριτωμένο να διατυπώνονται τέτοιες απειλές εν ίδει ακκισμού μεταξύ ερωτευμένων. Ουσιαστικά το «θα σου φύγω» σημαίνει «καίγομαι να μείνω μαζί σου στην ίδια κατάσταση». Θα περιμέναμε ότι στην πολιτική τα πράγματα είναι πιο σοβαρά εξ ου εκπλήσσει το «θα σου φύγω» του Βασίλη Βάρσου προς τον Νίκο Χιωτάκη. 

Ο πρόεδρος του teeny-weeny εαυτού του απείλησε χθες να αποχωρήσει από την συμπαράταξη εάν μετά τις εξελίξεις δεν λάβει ένα αξιοπρεπές ποσό. Καθόρισε το ποσό –από ότι μαθαίνω- στο ;; το οποίο δεν είναι απλά αξιοπρεπές, είναι φαντασμαγορικό ή και εξωπραγματικό. Διαφορετικά; Διαφορετικά «υπάρχει πρόβλημα σταθερότητας και στρατηγικού προσανατολισμούς;». Μετάφραση: η σταθερότητα είναι η παραταξιακή γαλήνης;, ο προσανατολισμός είναι η κονόμα.

Υπάρχει άραγε κάποιου είδους βοήθεια που θα μπορούσε να παρασχεθεί από τον Χιωτάκη στον Βάρσο; Υπάρχει άραγε τρόπος να μαζέψουν ψηφοφόρους από τον Θωμάκο και το Κανακάκη και να τους χαρίσουν στην παράταξη που θα έλθει αν έλθει σε 5 χρόνια ώστε να έχει το επιθυμητό ποσοστό που θα συμβάλει στην σταθερότητα; Δεν ξέρουμε πειστικό επιχείρημα για τη συσπείρωση της παράταξης υπό τον Βάρσο, υποψιαζόμαστε όμως ότι οι απειλές Βάρσου θα λειτουργήσουν υπέρ του Χιωτάκη.

Η όχι, έχει και η σχολή Βάρσου ορισμένα καλά χαρτιά. Παραδείγματος χάριν, ο ορισμός του Ν. Χιωτάκη σε κάποιο κρατικό πόστο, τόσοι και τόσοι βρίσκουν θέσεις ο Χιωτάκης δεν θα βρει; Τι κουμπάρος με τον Αντώνη Σαμαρά είναι; Αυτά βέβαια είναι το μυστικό σχέδιο Βάρσου ώστε να ξανά πρωταγωνιστήσει στο δημοτικό σκηνικό. Σχέδιο που έχει το σκεπτικό του στην Μποσελβίκικη-πεζοδρομιακή σχολή –τρόπος του λέγειν- που είχε μάθει ο Βάρσος. 

Να εξηγηθούμε: οι πολίτες πλέον έχουν μάθει καλά τον ρόλο που έχει παίξει ο Β. Βάρσος μέσα στην μικρή μας πόλη. Οι υποψήφιοι που από τώρα ψάχνουν που και σε ποιες αγκαλιές θα τρέξουν τους ρώτησε κανείς; Δεν θα πάει σε μια παράταξη η οποία φοβάται να κατέλθει μόνη της στις εκλογές ούτε σε ένα αρχηγό που πουλάει και την ψυχή του στο διάολο μόνο και μόνο να ικανοποιήσει τις τόσες φιλοδοξίες του.

Οι ψηφοφόροι που έχουν τον καημό της χαμένης πλέον αισιοδοξίας θα πάνε απευθείας σε νέες αγκαλιές. Η παράταξη αυτή είναι καταδικασμένη σε αποσύνθεση. Μπορεί ο Βασίλης Βάρσος να θυμάται νοσταλγικά το χρίσμα της Νέας Δημοκρατίας και το άφημα του από τον Κώστα Τασούλα αλλά οι εποχές που ονειρεύεται έχουν περάσει όπως και τα χρόνια. Μπορεί να αναπολεί τις ένδοξες στιγμές της δικής δημαρχίας, που είχαν για τον ίδιο μόνο αξία, αλλά για την πόλη ήταν ένα καλό πάθημα.

Μπορεί ακόμα να σκέφτεται τις εποχές που ήταν δυνατός μέσα στον μηχανισμό και ναίσως μπορεί να τα ξανά πραγματοποιήσει. Να περνούν τα χρόνια ανέμελα και ακούραστα να βγάζει το προς το ζην. Να εξακολουθεί να κερνάει στην υγεία των ψηφοφόρων. Δεν είναι κακό που εξακολουθεί να ονειρεύεται, όπως κάθε συνταξιούχος σκέφτεται τις δόξες αλλά ας πάρει τα όνειρά του και να αφοσιωθεί στο σπιτικό του. Να ψηφίσουν τον Βάρσο, να τινάξει τις ελπίδες τους για εκλογή –λέγε με σταθερότητα- στον αέρα;-

Νεανική Αλληλογραφία 1954-1960 Βασίλης Βασιλικός & Μένης Κουμανταρέας

1η έκδοση Νοέμβριος 2014

Ως σπάνιο ντοκουμέντο μπορεί να χαρακτηριστεί η Νεανική αλληλογραφία του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα, όπως αναπτύχθηκε ανάμεσά τους από το 1954 έως το 1960. Γράμματα εξομολογητικά, τρυφερά, γεμάτα από την επιθυμία ενός μέλλοντος δημιουργικού, που θα τους αναδείξει ως συγγραφείς, αλλά και θα στερεώσει τη φιλία τους που την αισθάνονται ήδη πολύτιμη.

Γράμματα ενδεικτικά όχι μόνο των ενδιαφερόντων των αλληλογράφων, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής. Πρόκειται για τη βασανισμένη για την Ελλάδα δεκαετία του '50, όταν ακόμη και ένα απλό ταξίδι από μια πόλη σε άλλη χρειαζόταν πολύ να το σκεφτεί κανείς πριν το επιχειρήσει.

Με αυτού του είδους τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες διανθίζεται η Νεανική αλληλογραφία του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα: με την αγωνία του έρωτα, την ανάγκη της φιλίας και τις δεσπόζουσες μορφές, όσον αφορά κάθε τους σκέψη και προοπτική, του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου. Πάνω απ' όλα αυτά, όμως, κυριαρχεί το πάθος δύο νέων ανθρώπων για δημιουργία ένα πάθος που παραμερίζει κάθε άλλη, αν και ουσιαστική στην τότε ανάπτυξή τους, εφήμερη δραστηριότητα.

Απο τις εκδόσεις "τόπος"

Ψήνω μηλόπιτα και ονειρεύομαι

Στα δύσκολα σε θέλω... Τι γεύση βάζεις όταν τίποτα δεν μοιάζει με όσα ήξερες μέχρι τώρα; Γυρνάς προς τα πίσω τρέχοντας, για να ψάξεις. Τι σε καθησύχαζε όταν ήσουν μικρός; Ποια μυρωδιά έκανε το σπίτι ασφαλέστερο καταφύγιο; Ποια γλύκα γλύκαινε τον πόνο;

Ένα τηλεφώνημα και βρίσκεις την άκρη. «Μαμά, επειγόντως τη συνταγή για τη μηλόπιτα!».

Για τα μήλα

  • 2 μήλα
  • 1-2 κουταλιές καρυδόψιχα
  • ½ πακέτο βούτυρο
  • 1 φλιτζάνι ζάχαρη
  • 1 σφηνάκι κονιάκ
  • κανέλα και γαρίφαλο σκόνη

Για τη ζύμη

  • 1 φλιτζάνι αλεύρι
  • 5 αυγά
  • 1φλιτζάνι ζάχαρη
  • 1 κουταλάκι μπέικιν πάουντερ
  • 1 σφηνάκι κονιάκ

Ανάβω τον φούρνο στους 170 °C. Στο στρογγυλό ταψί βάζω το βούτυρο και το βάζω για λίγο στον φούρνο να λιώσει. Κόβω τα μήλα σε φετάκια (όχι πολύ λεπτά) και τα στρώνω στο ταψί με το βούτυρο έτσι ώστε η κάθε φετούλα να ακουμπάει λίγο στην προηγούμενη. Στα κενά σκορπίζω την καρυδόψιχα. Ραντίζω τα μήλα με το κονιάκ. Ανακατεύω τη ζάχαρη με την κανέλα και το γαρίφαλο και πασπαλίζω τα μήλα. Βάζω το ταψί στον φούρνο και ψήνω τα μήλα για μισή ώρα περίπου, μέχρι να μαλακώσουν και να καραμελώσουν.

Στο μεταξύ ετοιμάζω τη ζύμη. Χτυπάω τα αυγά με τη ζάχαρη να ασπρίσουν. Προσθέτω το κονιάκ και κοσκινισμένα το αλεύρι με το μπέικιν πάουντερ και ανακατεύω με μια ξύλινη κουτάλα.

Όταν τα μήλα είναι έτοιμα, αδειάζω το μίγμα της ζύμης απο πάνω, το στρώνω να πάει παντού και ψήνω τη μηλόπιτα για 25 λεπτά περίπου (δοκιμάζω πάντα με μια οδοντογλυφίδα που πρέπει να βγαίνει καθαρή από το κέικ).

Βγάζω τη μηλόπιτα από τον φούρνο, την αφήνω λιγο και την αναποδογυρίζω σε πιατέλα. Την αφήνω λίγη ώρα σκεπασμένη με το ταψί να στραγγίξει όλο το σιρόπι και την σερβίρω μόνη της ή ακόμη καλύτερα με παγωτό. 

 

Τα πιλάφια: Του Τοπκαπί

Το παρακάναμε με τα ριζότι και τα μπασμάτι. Τα κοσκινάκια πάλιωσαν και καιρός να ψάξουμε καλύτερα στους πρώτους διδάξαντες. Πιλάφι, οθωμανικό, πέρσικο: πλούσιο, περιπετειώδες στη γεύση, όταν πετυχαίνει εξελίσσεται σαν μαγευτικό όνειρο. Η Μαριάννα Γερασίμου μας έχει διδάξει τα καλύτερα στην Οθωμανική της μαγειρική, που είχα την ευτυχία να εκδώσω, αλλά για να μη κατηγορηθώ ότι ευλογώ τα γένια μου, σήμερα, δεν αντλώ από τα πολύτιμα κιτάπια της Μαριάννας. 

Photo: warmvanillasugar.comPhoto: warmvanillasugar.com

Απαραίτητο να γνωρίζετε ότι τα γνήσια πιλάφια χρειάζονται βούτυρο γάλακτος και ότι θέλουν τον χρόνο και τη φροντίδα μας, όχι κατευθείαν από την κατσαρόλα στο πιάτο. 

Υλικά για 4 συνδαιτημόνες

  • 4 κουταλιές βούτυρο & 1 κουταλιά ελαιόλαδο (ή αλλάζετε την αναλογία κατά την επιθυμία σας)
  • 4 φρέσκα κρεμμυδάκια, ψιλοκομμένα: το λευκό και το τρυφερό από το πράσινο μέρος 
  • 1 ½ φλιτζάνι ασπρισμένα αμύγδαλα αναλάτα
  • 2 κουταλιές κουκουνάρι
  • ½ κουταλάκι κανέλα σκόνη
  • ½ φλιτζάνι μαύρες σταφίδες
  • 2 ½ φλιτζ. ζωμό από κοτόπουλο
  • 1 και ¼ φλιτζάνια ρύζι για πιλάφι (όχι μπασμάτι, όχι για ριζότο - το Agrino είναι μια χαρά)
  • 3 καριφαλόκαρφα
  • 6 κόκκους ολόκληρου πιπεριού
  • 3-4 κλωστές από κρόκο Κοζάνης
  • 1-2 κουταλιές της σούπας μαϊντανό ψιλοκομμένο

Μέσα σε ένα βαθύ κατσαρόλι με βαρύ πάτο λιώνω το μισό βούτυρο μαζί με το ελαιόλαδο. Η φωτιά να 'ναι μέτρια. Ρίχνω τα κρεμμυδάκια και τα ανακατεύω ώσπου να αρχίσουν να μαλακώνουν, για 2 λεπτά -  όχι να πάρουν χρώμα. Δυναμώνω τη φωτιά και προσθέτω τα αμύγδαλα και τα κουκουνάρια. Ροδίζω για 3-4 λεπτά, ανακατεύοντας διαρκώς, μέχρι να γίνουν καστανόξανθα τα κουκουνάρια. Αποσύρω από τη φλόγα και τότε προσθέτω τις σταφίδες και την κανέλα. 

Σε αλλο κατσαρόλι ζεσταίνω το ζωμό καλά, μέχρι να αρχίσει να αναδεύεται η επιφάνειά του. 

Στη βασική κατσαρόλα για το πιλάφι (απλωτή, και βαθουλή): λιώνω το υπόλοιπο βούτυρο (2 κουταλιές δηλαδή) κι όταν αρχίσει να αφρίζει προσθέτω το ρύζι. Ανακατεύω καλά να γυαλίσει και τότε αρωματίζω με τα ολόκληρα πιπέρια, τα γαρίφαλα και τον κρόκο. Χύνω προσεκτικά τον καυτό ζωμό και αλατίζω με φειδώ. Ένα και μοναδικό ανακάτεμα, το πιλάφι, αντιθέτως με το ριζότο, δεν θέλει να το ζαλίζουμε. Μόλις πάρει βράση, χαμηλώνω τη φωτιά και κλείνω το καπάκι. Σε ένα δεκάλεπτο περίπου μικρές τρύπες θα κάνουν την εμφάνισή τους, που σημαίνει ότι το ρύζι θα έχει απορροφήσει τον ζωμό. 

Τραβάω από τη φωτιά την κατσαρόλα και με τη βοήθεια ενός πιρουνιού (επιμένω) και με μαλακές κινήσεις ανακατεύω το ρύζι με το μίγμα από τα κρεμμυδάκια και τους ξηρούς καρπούς. Καλύπτω την κατσαρόλα με μια καθαρή πετσέτα, μετά με το καπάκι και το αφήνω εντελώς ήσυχο για 10 λεπτά. Μόνο πριν το σερβίρισμα το ανακατεύω πάλι με πιρούνι για να αφρατέψει γαρνίροντας με τον μαϊντανό. 

[Συνταγή από το βιβλίο της Sarah Woodward, The Ottoman Kitchen]