ενημέρωση 12:33, 11 August, 2026

Η γραμματική της γκλαμουριάς

 
Τις προάλλες είχα ανεβάσει ένα άρθρο για το ανόητο κείμενο περί "ομηρικής γλώσσας". Αν θυμάστε, εκείνο το κείμενο είχε έναν κατάλογο με καμιά εξηνταριά λέξεις της αγγλικής γλώσσας που υποτίθεται ότι προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά -και τελικά, από τις 63, αν μέτρησα σωστά, λέξεις, μόνο τρεις έχουν πράγματι ελληνική αρχή· και το αποκορύφωμα της αγυρτείας και της ασχετίλας του κειμένου είναι ότι για τις δύο από αυτές τις τρεις αγγλικές λέξεις το ανόητο κείμενο δίνει λάθος ελληνική ετυμολογία. Ελληνική αρχή έχουν οι λέξεις, αλλά όχι εκείνην που φαντάστηκε ο συντάκτης του.
 

Η μια από αυτές είναι η λέξη glamour (glamor αμερικανιστί), για την οποία το ανόητο κείμενο γράφει: GLAMOUR = λατινικό gramour από το γραμμάριο. Οι μάγοι παρασκεύαζαν τις συνταγές τους με συστατικά μετρημένα σε γραμμάρια και επειδή η όλη διαδικασία ήταν γοητευτική και με κύρος, το gramour -glamour , πήρε την σημερινή έννοια.

Η ετυμολόγηση αυτή είναι εντελώς ανακριβής. Καταρχάς, λατινική λέξη gramour δεν υπάρχει, ούτε καν gramor απ’ όσο έψαξα. Έπειτα, η λέξη “γραμμάριο”, που δεν είναι βέβαια ομηρική, χρησιμοποιήθηκε μεν στην ελληνιστική εποχή ως μέτρο βάρους (μονάδα βάρους δύο οβολών), αλλά δεν φαίνεται να πέρασε στα λατινικά. Στα λατινικά πέρασε η λέξη γράμμα, με τη σημασία της χάλκινης νομισματικής μονάδας: gramma. Όταν μετά τη γαλλική επανάσταση θεσπίστηκε το μετρικό σύστημα, από το λατινικό gramma φτιάχτηκαν οι αντίστοιχες γαλλικές (gramme) και αγγλικές (gram) λέξεις.

Όμως σε αυτή την επινοημένη ετυμολόγηση υπάρχουν δυο κόκκοι αλήθειας, που θα τους δούμε στο σημερινό άρθρο.

Ο ένας κόκκος αλήθειας είναι ότι πράγματι η αφετηρία της λέξης glamour βρίσκεται σε κάποιο παράγωγο της αρχαίας ελληνικής λέξης “γράμμα” -αν και όχι στο γραμμάριο. Και ο δεύτερος κόκκος αλήθειας είναι ότι πράγματι στην ιστορία της λέξης εμπλέκεται έντονα το θέμα της μαγείας. Και επειδή η πραγματική ιστορία της λέξης είναι όχι απλώς εξίσου, αλλά μάλλον περισσότερο γοητευτική από την επινοημένη, αξίζει να την αφηγηθούμε.

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκεται η λέξη “γραμματική”, από το επίθετο γραμματικός, ο αναφερόμενος στα γράμματα. Αρχικά ως επίθετο, η γραμματική τέχνη ή γραμματική επιστήμη, η οποία στην κλασική αρχαιότητα σήμαινε κυρίως τη μελέτη των γραμμάτων, των γραπτών χαρακτήρων, αργότερα τη μελέτη των γραπτών κειμένων και σιγά-σιγά πήρε τη σημερινή σημασία - πρώτο σύγγραμμα γραμματικής με τη σημερινή σημασία του όρου θεωρείται η Τέχνη γραμματική του Διονυσίου του Θρακός (100 π.Χ.)

Όπως πολύ συχνά συμβαίνει, αργότερα το ουσιαστικό “μαράθηκε” και έπεσε, και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε -και στο μεταξύ η λέξη περνάει στα λατινικά, grammatica, αρχικά με κάπως ευρύτερη σημασία και στη συνέχεια με τη στενότερη σημερινή, της γραμματικής. Στα μεσαιωνικά λατινικά, που ήταν η κοινή γλώσσα των λογίων της Δυτικής Ευρώπης, grammatica ήταν βεβαίως η γραμματική, αλλά στην ουσία ήταν αποκλειστικά η γραμματική της λατινικής γλώσσας, αφού οι ρωμανικές γλώσσες που βρίσκονταν άλλωστε ακόμα αν όχι στα σπάργανα πάντως σε πρώιμο στάδιο δεν είχαν αρχίσει να αποτελούν αντικείμενο μελέτης.

Από το grammatica, με μια ιδιότυπη λαϊκή φωνητική τροπή -atica > -aire, έχουμε στον 11ο-12ο αιώνα το παλαιογαλλικό gramaire, πάντα με τη σημασία της γραμματικής. Επειδή όμως η γραμματική της λατινικής ήταν προνόμιο των ελάχιστων εγγράμματων, στη γλώσσα του λαού η λέξη συνδέθηκε γενικώς με την ενασχόληση με τα βιβλία και με τη μόρφωση. Κι επειδή την εποχή εκείνη των αλχημιστών πολλή από τη γνώση ήταν ή θεωριόταν απόκρυφη γνώση, κι επειδή οι ασχολούμενοι με αυτό που σήμερα θα λέγαμε επιστήμη φλερτάριζαν και με τη μελέτη του υπερφυσικού, με την αστρολογία, τη μαντεία, γενικά με τη μαγεία (ακόμα κι ο Νεύτωνας, αιώνες αργότερα), το gramaire πήρε και αυτές τις σημασίες -άλλωστε στην εποχή εκείνη δεν ήταν καθόλου σαφής η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε “επιστήμη” και “μαγεία”.

Το να θεωρείς μαγεία αυτό που δεν καταλαβαίνεις, άλλωστε, είναι αντίληψη που τη βρίσκουμε και στα νεότερα χρόνια, αν σκεφτούμε την υποδοχή που είχαν εφευρέσεις όπως το τηλέφωνο ή ο κινηματογράφος -άλλωστε κι εμείς ειρωνικά αποκαλούμε “σύνεργα του διαβόλου” τις υπερεξελιγμένες ή υπερπολύπλοκες συσκευές, ενώ και στην αργκό των πληροφορικάριων έχει φτιαχτεί η λέξη automagic για πράγματα που γίνονται “μόνα τους” χωρίς ο χρήστης να καταλαβαίνει τον μηχανισμό. Αλλά πλατειάζω.

Είχαμε μείνει στο πώς η grammaire πήρε και τις σημασίες της απόκρυφης γνώσης, της ενασχόλησης με τη μαγεία, οπότε γεννήθηκε και ο όρος grimoire ως παραλλαγή του grammaire, αποκλειστικά με τη σημασία της ενασχόλησης με τις απόκρυφες τέχνες. Κάτι ανάλογο έγινε στα αγγλικά, όπου πλάστηκε ο όρος gramarye με τη σημασία και πάλι της μαγείας.

Από το gramarye προέκυψε, στα σκοτσέζικα κυρίως, η λέξη glammar, glamor, glamour, με τη σημασία “ξόρκι” (When devils, wizards or jugglers deceive the sight, they are said to cast glamour o’er the eyes of the spectator εξηγεί τη λέξη μια υποσημείωση του 1721). Η λέξη έμενε πάντως σε σχετικήν αφάνεια, ήταν άλλωστε κι εποχές που καίγαν τις μάγισσες (διότι, όπως έχει πολύ σωστά εξηγήσει ο φίλος μας ο Ρογήρος, η Αναγέννηση έκαψε τις πολλές τις μάγισσες, όχι ο Μεσαίωνας), μέχρι που ήρθε, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα ο σερ Ουόλτερ Σκοτ και την αναβίωσε, αρχικά με την παλιά της σημασία (This species of Witchcraft is well known in Scotland as the glamour, or deceptio visus, and was supposed to be a special attribute of the race of Gipsies εξηγεί μια υποσημείωση σε έργο του) -όμως, από το ξόρκι και τη μαγεία, η λέξη δεν άργησε να πάρει τη σημασία της γοητείας, και μετά της απαστράπτουσας ομορφιάς. Παρόμοια σημασιακή εξέλιξη υπάρχει σε πολλές άλλες λέξεις (π.χ. fascination, γόης) και θα άξιζε χωριστό άρθρο. Που γοητεύει γητεύει, θα λέγαμε.

Προς τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, η αγγλική λέξη glamour και το επίθετό της glamorous χτυπάνε την πόρτα της ελληνικής γλώσσας, για να εκφράσουν ακριβώς αυτή την απαστράπτουσα χλιδή που θέλησαν (και κατάφεραν) κάποιοι να πλασάρουν σαν νέο ιδανικό για τη μεσαία τάξη. Οπότε, γκλάμουρ, που βάσει των όσων προηγήθηκαν είναι αντιδάνειο. Και από το γκλάμουρ, η αργκοτική γκλαμουριά, και από αυτήν ο γκλαμουράτος, που αποκτά μιαν απρόσμενη ομοιότητα με τον επίσης αργκοτικό ‘μουράτο’.

Το λεξικό του Μπαμπινιώτη καταγράφει από την πρώτη έκδοσή του και το “γκλάμουρ” αλλά και τη “γκλαμουριά”. Ίσως ένας λόγος που το έκανε να σπεύσει να λεξικογραφήσει τον σχετικά νιόφερτο (το 1998) τύπο να ήταν ακριβώς το ότι αποτελεί αντιδάνειο και έχει ενδιαφέρουσα (και ελληνική) ετυμολογία. Αν πάντως παινέψουμε το λεξικό για την ταχύτητα των ανακλαστικών του, δεν θα το συγχαρούμε για την ακρίβεια των ορισμών του, διότι η γκλαμουριά δεν είναι απλώς λέξη της αργκό με σημασία “η αίγλη, η λάμψη και η γοητεία”, δεν είναι ένα απλό αργκοτικό συνώνυμο του “γκλάμουρ”. Είτε το είχαν αρχικά κατά νου εκείνοι που έπλασαν τη λέξη, είτε την απόχτησε στη συνέχεια (λόγω και της κατάληξης; ), η γκλαμουριά έχει πολύ συχνά μειωτική καιαπαξιωτική απόχρωση. Χωρίς εικονοκλαστική διάθεση, θα παινέψω περισσότερο τον Vrastaman του slang.gr, ο οποίος γράφει:

γκλαμουριά:  Απαστράπτουσα χλιδή, πραγματική ή επινοημένη. Οι φέροντες χαρακτηριστικά γκλαμουριάς αποκαλούνται γκλαμουράτοι. Η έκφραση συνήθως εμπεριέχει ψήγματα σαρκασμού, εκτός εάν ο χρήστης της στερείται παντελώς της αίσθησης του γελοίου.

Μπορεί να περιέχει ψήγματα σαρκασμού, μπορεί και πιο γερή δόση. Πουτάνα γκλαμουριά, λέει το τραγούδι. Πουτάνα, αλλά ελληνικής ετυμολογίας.

sarantakos.wordpress.com

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το «Top10» των εγκαταλελειμμένων πόλεων του κόσμου

Οι εγκαταλελειμμένες πόλεις προσφέρουν μια καθηλωτική θέα σε όσους τις επισκέπτονται. Η άλλοτε, ακμάζουσα ζωή των κατοίκων έχει αντικατασταθεί από ερημωμένους δρόμους, ετοιμόρροπα κτήρια και από τα ερείπια σπιτιών και χώρων εργασίας. Ακολουθούν 10 εγκαταλελειμμένες πόλεις από όλο τον κόσμο, όπως τις ξεχώρισε το National Geographic. Επιμέλεια: Μαρία Αγγελοπούλου

Σεντ Έλμο, Κολοράντο

Κάποτε ήταν μια σημαντική πόλη, λόγω των ορυχείων της. Κατά μήκος των σιδηροδρομικών οδών που διέρχονταν από το Κολοράντο γίνονταν εμπορικές συναλλαγές. Το Σεντ Έλμο εγκαταλείφθηκε το 1922, όταν ο σιδηρόδρομος έκλεισε. Πολλά από τα κτήρια, συμπεριλαμβανομένων των καταστημάτων, των σπιτιών και της εκκλησίας, έχουν μείνει ανέπαφα και πολλά από αυτά έχουν μέσα τους ακόμη τα υπάρχοντα των κατοίκων τους.

Το Σεντ Έλμο βρίσκεται στον Εθνικό Δρυμό Γκάνισον. Προσφέρει στους επισκέπτες διαδρομές για πεζοπορία και οδήγηση off-road για τους λάτρεις της τετρακίνησης. Η περιοχή έχει εύκολη πρόσβαση από την πόλη.

Τσάκο Κάνυον, Νέο Μεξικό

Ο πολιτισμός των Τσάκο αναπτύχθηκε περίπου από το 800 μ.Χ. έως το 1100. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το φαράγγι (από αυτό πήρε το όνομα της και η πόλη «Κάνυον») λειτούργησε ως τελετουργικό, κοινωνικό και εμπορικό κέντρο. Μέσα από το φαράγγι περνά δρόμος 14 χιλιομέτρων. Οι κάτοικοι της περιοχής έχτιζαν τα σπίτια τους κυκλικά. Η κυκλική αυτή δομή ονομάστηκε «Κίβας», και συνήθως χρησιμοποιούσαν τούβλα, λάσπη, ψαμμίτη και ξύλο για την κατασκευή τους. Πολλά από τα κτήρια παραμένουν άθικτα μέχρι και σήμερα.

Μπόντι, Καλιφόρνια

Το 1879, η Μπόντι ήταν μια  πολύβουη πόλη εξόρυξης χρυσού και φιλοξενούσε 8.500 κατοίκους. Ήταν γνωστή για τους συχνούς διαπληκτισμούς των κατοίκων της. Μέσα σε μια δεκαετία, ο χρυσός στα μεταλλεία είχε αρχίσει να εξαντλείται με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της πόλης να έχεις μια σταθερή πτώση μέχρι την πλήρη εγκατάλειψη της. Τα 150 κτήρια της πόλης έχουν μείνει όπως τα άφησαν οι κάτοικοι Η Μπόντι βρίσκεται στην Καλιφόρνια, 11 χιλιόμετρα νότια της πόλης Μπρίτζπορτ.

Χάμπερστόουν και Σάντα Λάουρα, έρημος Ατακαμά, Χιλή

Στην περιοχή βρίσκονταν ορυχεία του νιτρικού καλίου. Αυτές οι δύο γειτονικές πόλεις στη βόρεια Χιλή εγκαταλείφθηκαν το 1958. Τα κτήρια, που έχουν διατηρηθεί σε καλή κατάσταση μέχρι σήμερα, είναι ένα θέατρο με τα καθίσματα του, σπίτια, ένα ξενοδοχείο και καταστήματα στα οποία βρέθηκαν άθικτοι οι τιμοκατάλογοι τους.  Οι Χάμπερστόουν και Σάντα Λάουρα βρίσκονται κοντά στην πόλη Πόζο Αλμόντε και 48 χιλιόμετρα ανατολικά της Ικίκε, η οποία είναι η πλησιέστερη πόλη για να μείνετε με αεροδρόμιο. 

Μπανγκάρ, Ρατζαστάν, Ινδία

Όταν η Μπανγκάρ στη βορειοδυτική Ινδία, κατακτήθηκε από τον βασιλιά Ράτζα το 1720, η πόλη εγκαταλείφθηκε. Χρονολογείται πριν τον 17ο αιώνα και περιλαμβάνει ετοιμόρροπες εκκλησίες, σπίτια, φρούριο καθώς και ένα μεσαιωνικό παζάρι. Λέγεται ότι είναι στοιχειωμένη και πολλοί θρύλοι πλανώνται γύρω από την άνοδο και την ταχεία πτώση της πόλης. Επομένως, δικαίως κερδίζει τον τίτλο της πόλης φάντασμα. Η Μπανγκάρ βρίσκεται 29 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Τζαιπούρ και εκδρομές είναι διαθέσιμες για όσους θέλουν να επισκεφτούν την «στοιχειωμένη» πόλη.

Καγιακόι, Ανατολία, Τουρκία

Όταν έλαβε τέλος ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος το 1923, περίπου ένα εκατομμύριο Έλληνες, που ζούσαν στην Τουρκία επαναπατρίσθηκαν. Έτσι και το ελληνικό χωριό Καγιακόι στη δυτική Τουρκία, στο οποίο ζούσαν περίπου 2.000 κάτοικοι εγκαταλείφθηκε. Στα ερείπια του χωριού βρίσκονται εκατοντάδες σπίτια και μόνο δύο εκκλησίες διασώθηκαν και διατηρούνται ως ιστορικός τόπος. Η Φετίγε είναι η πλησιέστερη πόλη και βρίσκεται 4 χιλιόμετρα βόρεια του Καγιακόι.

Πιραμίντεν, Σβάλμπαρντ, Νορβηγία

Αυτή η αρκτική πόλη εξόρυξης άνθρακα ανήκε στην ΕΣΣΔ από το 1927. Ήταν ένας ιδανικός Σοβιετικός οικισμός με στρατώνες εργαζομένων, ένα αθλητικό κέντρο και μια προτομή του Λένιν. Το ορυχείο πια δεν λειτουργεί, αλλά υπάρχουν πολλά κτήρια, όπως μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία, ένα θέατρο και μια αίθουσα μουσικής με το μεγαλύτερο πιάνο του κόσμου. Όλα αυτά έχουν μείνει στην πόλη όπως ήταν όταν εγκαταλείφθηκε το 1998. Οι ξεναγήσεις στην περιοχή είναι διαθέσιμες. Μπορείτε να μείνετε στο Λονγκιαρμπίεν, στη μεγαλύτερη πόλη του Σβάλμπαρντ και να κάνετε μια ολοήμερη εκδρομή με βάρκα στο Πιραμίντεν.

Ερκολάνο, Νάπολη, Ιταλία

Το καλοκαίρι του 79 μ.Χ. ο Βεζούβιος εξερράγη, θάβοντας στην τέφρα του το μικρό και πλούσιο παραθαλάσσιο θέρετρο. Αρχαιολογικές ανασκαφές, που έχουν γίνει, αποκάλυψαν ιδιωτικές βίλες, καταστήματα, λουτρά, και μια σειρά από αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Το Ερκολάνο είναι 8 χιλιόμετρα νότια της Νάπολης. Είναι προσβάσιμο από την πόλη με λεωφορείο ή τρένο.

Μπελσίτε, Επαρχία Σαραγόσα, Ισπανία

Στην περιοχή της Μπελσίτε έλαβε χώρα μια ιδιαίτερα βίαιη μάχη κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936-1939). Κατεχόμενη από τις δυνάμεις του Φράνκο το 1937, η πόλη δέχθηκε επίθεση από τον Ρεπουμπλικανικό Στρατό. Η πολιορκία είχε ως αποτέλεσμα να καταστρέψει την πόλη Μπελσίτε. Πλέον, τα ερειπωμένα κτήρια της μένουν εκεί για να υπενθυμίζουν την έντονη βία, που γνώρισε η περιοχή. Τα ερείπια της παλιάς πόλης είναι 0,8 χιλιόμετρα μακριά από την σύγχρονη πόλη της Μπελσίτε, νοτιοανατολικά της πόλης Σαραγόσα.

Κολμανσκόπ, Ναμίμπια, Αφρική

Βρίσκεται ανάμεσα στους αμμόλοφους της ερήμου Ναμίμπ. Η πόλη χτίστηκε για να μείνουν εκεί οι εργαζόμενοι ενός κοντινού ορυχείου διαμαντιών. Έχει εγκαταλειφθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και από τότε η έρημος βουλιάζει όλο και περισσότερο τα σπίτια στην άμμο. Παρόλα αυτά οι εσωτερικοί χώροι κάποιων κτηρίων παραμένουν σε καλή κατάσταση. Η κοντινή πόλη Λούντεριτζ είναι η κοντινότερη περιοχή για να εξερευνήσετε την Κολμανσκόπ και άλλες εγκαταλελειμμένες πόλεις της περιοχής.

Ρακόμελο με έρωντα

Συντροφεύει και παρηγορεί, ενίοτε προλαβαίνει και τον πονόλαιμο ή τον βήχα. Οι περισσότεροι το θέλουν μετά το φαγητό. Εγώ το προτιμώ τα βράδια, στην ησυχία του σπιτιού, στο ημίωρο εκείνο της περισυλλογής.

Photo: <a href=

Υλικά:

  • 1 λίτρο τσικουδιά
  • 6 κουταλιές της σούπας μέλι θυμαρίσιο
  • 2 ξύλα κανέλα
  • 4 καρφάκια γαρίφαλο
  • 1 κουταλιά της σούπας φυλλαράκια έρωντα (δίκταμο)

Βάζω όλα τα υλικά σε μια κατσαρόλα και βράζω σε χαμηλή φωτιά. Είμαι συνέχεια από πάνω και προσέχω πολύ γιατί αυτό που βράζω είναι αλκοόλ!

Στη δεύτερη καλή βράση απομακρύνω από τη φωτιά και του δίνω το χρόνο του σκεπάζοντας την κατσαρόλα. Μισή ώρα μετά ξεσκεπάζω, σουρώνω και αποθηκεύω σε γυάλινο μπουκάλι. Δεν χρειάζεται να συντηρηθεί στο ψυγείο.

κάστανα στιφάδο

Άλλο φαγητό είχα στο μυαλό μου γι' αυτή την εβδομάδα, άλλο προέκυψε τελικά! Αυτά συμβαίνουν, φυσικά, όταν συναναστρέφεται κανείς με ανθρώπους και κυρίως μέρη δυνατής γαστρονομικής αξίας, οπότε πιστεύω ότι ο αυθορμητισμός μου θα σας εκπλήξει ευχάριστα. Ερχόμενη στο ραντεβού μου με τον Χαράλαμπο Μαστορίδη για να ετοιμάσουμε το χειμερινό μενού, ανάλογα πάντα με τα εποχιακά υλικά, με μεγάλη μου χαρά είδα ότι για πιάτο ημέρας είχε ένα από τα πολύ ιδιαίτερα και αγαπημένα μου κρητικά πιάτα. Κάστανα και μάλιστα μαγειρεμένα στιφάδο.

Δεν έχω δοκιμάσει πουθενά αλλού το συγκεκριμένο πιάτο εκτός από εδώ. Και η πρώτη φορά ήταν τόσο συγκλονιστική, που κάθε χρόνο περιμένω τέτοια εποχή την κυρία Διαμάντω να το φτιάξει και να μοσχοβολήσει η κουζίνα κανέλα, δάφνη και μοσχοκάρφι. Το στιφάδο δεν το τρώω γενικότερα, είτε είναι με κρέας είτε με θαλασσινά. Το πάντρεμα όμως του κάστανου με το κρεμμύδι και τα μπαχαρικά, είναι πραγματικά μια έκρηξη για τον ουρανίσκο και υπάρχει απόλυτη αρμονία στη γεύση, το άρωμα και την υφή. Κοινώς, τα μηνίγγια παίζουν τουμπερλέκι!

Κάστανα με μανιτάρια στιφάδο

  • 1 κιλό κάστανα
  • 1 κιλό κρεμμυδάκια για στιφάδο
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • ½ ποτήρι του κρασιού ελαιόλαδο
  • 4 μεγάλα μανιτάρια Portobello
  • ½ ποτήρι του κρασιού λευκό κρασί
  • 3 μεγάλες ντομάτες τριμμένες
  • 1 κουταλάκι πελτέ ντομάτα
  • αλάτι πιπέρι, 1 ξύλο κανέλα, 4-5 μοσχοκάρφια, 2 φύλλα δάφνης
  • Νερό

Με ένα μαχαίρι χαράζουμε τα κάστανα και τα βάζουμε στον φούρνο για λίγο σε δυνατή φωτιά, για να μπορούμε να τα καθαρίσουμε πιο εύκολα. Τα κρατάμε στην άκρη και σε μια κατσαρόλα τσιγαρίζουμε στο ελαιόλαδο τα κρεμμυδάκια και το σκόρδο. Προσθέτουμε τα μανιτάρια και σβήνουμε με το κρασί.

Σειρά έχουν τα κάστανα, που τα αφήνουμε λίγο να τσιγαριστούν με τα υπόλοιπα υλικά και συνεχίζουμε με την τριμμένη ντομάτα, τον πελτέ, αλάτι και τα μπαχαρικά. Προσθέτουμε νερό σχεδόν να τα σκεπάσει και, μόλις πάρει βράση το φαγητό μας, χαμηλώνουμε τη φωτιά και το αφήνουμε καρτερικά να σιγομαγειρευτεί, ανακατεύοντας ανά διαστήματα.

Μπορεί να χρειαστεί να προσθέσουμε νερό. Μόλις η σάλτσα δέσει, το φαγητό μας είναι έτοιμο.