ενημέρωση 1:04, 3 August, 2026

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι,Δημήτρης Στεφανάκης,εκδόσεις Ψυχογιός
"Καλοκαιρινό ταξίδι στο χρόνο και στη φιλοσοφία."
 
Κριτική του βιβλίου από τη Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
Μετά από ένα ταξίδι στο χρόνο, μέσα από την αφηγηματική δεινότητα του Δημήτρη Στεφανάκη,στο βιβλίο "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι"(εκδόσεις Ψυχογιός) ο Αλμπέρ Καμύ βρίσκεται ολοζώντανος το καλοκαίρι του '98 στη Μύκονο,40 χρόνια μετά το θάνατό του.

Σκοπός της Αριάδνης που τον επαναφέρει στο γεμάτο από φως και λάμψη νησί ,(το οποίο είχε επισκεφθεί ο ίδιος ο Καμύ μετά την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας.) είναι να τελειώσει το ημιτελές του μυθιστόρημα" ο πρώτος άνθρωπος". Ο Δημήτρης Στεφανάκης, στο βιβλίο του ,γνώστης και μελετητής του κεντρικού του ήρωα καθιστά σαφές ότι πρόκειται για ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Καμύ, τη Μεσόγειο και το ελληνικό καλοκαίρι. Με ένα άκρως ελκυστικό, καλοκαιρινό και καλαίσθητο εξώφυλλο,στο οποίο δεσπόζει ο ανεμόμυλος,σήμα κατατεθέν των ελληνικών νησιών και του ελληνικού καλοκαιριού ,αλλά και μέσα στις 250 καλογραμμένες και με γλαφυρή ,κινηματογραφική αφήγηση σελιδες του βιβλίου,ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας άκρως ενδιαφέρουσας περιήγησης σε φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αναζητήσεις υπό το άπλετο ελληνικό φως.
 
Άνθρωποι σύγχρονοι ,αλλά και φιλόσοφοι,σύγχρονοι του Καμύ,δίνουν δυναμική στο κείμενο,μια και ο καθένας, "ιδιοφυής με τον τρόπο του" δίνουν ώθηση στο ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη της μυθοπλασίας. Με αποφθεγματικό λόγο,που σε ωθεί να θες να διαβάσεις ξανά και ξανά πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος,η γραφή του Στεφανάκη τείνει να είναι κλασική και διαχρονική,μεταφέροντας παράλληλα τον αναγνώστη σε διαστάσεις του χρόνου ο οποίος φαίνεται βασικός άξονας και πρωταγωνιστής της ιστορίας.
 
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο,προσωπικά διάβασα με μια ανάσα,και ανέτρεξα αρκετές φορές στις σελίδες του.Μια μυθοπλασία που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν και πότε πρέπει να δίνουμε δεύτερη ευκαιρία ατους εαυτούς μας και στους άλλους,αφού ,όπως ο συγγραφέας αναφέρει: "δεν μπορείς να μπεις για δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό", μπορείς όμως να βιώσεις όσα σου επιτρέψει να "συλλαβίσεις" η ροή του...
 
Ένα ταξίδι στις Κυκλάδες και στο φως, που συμφιλιώνει τη ζωή με τον θάνατο, ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και τα απωθημένα της ψυχής.
 
Είναι ο θάνατος το αναπάντεχο τέλος που κόβει οριστικά το νήμα της ζωής και της δημιουργίας, ή υπάρχει κάποτε μια δεύτερη ευκαιρία για να ολοκληρώσει κανείς ό,τι άφησε; Οι απαντήσεις στο βιβλίο,αλλά και εντός μας.
 
Το καλοκαίρι εξάλλου είναι τόσο όμορφο,ώστε επιβάλλεται να το συλλαβίζουμε για να κρατήσει,όσο είναι δυνατόν ,περισσότερο. "Το καλοκαίρι είναι αήττητο."

Όχι, δεν είναι γκασπάτσο!

Έφτασε η εποχή της κρύας σούπας. Στην αρχή του καλοκαιριού ακόμα απολαμβάνουμε τη ζέστη, δε χρειαζόμαστε αντίδοτο. Όταν πιάσουν όμως οι γερές ζέστες αρχίζουμε να λαχταράμε δροσερό φαγητό, απλό και ευκολοφάγωτο. Στο σπίτι μας, με τις ισπανικές διασυνδέσεις, η αγαπημένη μας καλοκαιρινή σούπα είναι μια ανδαλουσιανή ντοματόσουπα και, όπως σας πρόλαβα στον τίτλο, δεν είναι το γκασπάτσο. Καλό είναι και το γκασπάτσο, η υγρή σαλάτα, και προσεχώς θα σας μιλήσω και γι' αυτό στις διάφορες παραλλαγές του, αλλά πρώτα έρχεται το «σαλμορέχο» από την περιοχή της Κόρδοβας.

Απαραίτητη προϋπόθεση: πρέπει να σας αρέσει το σκόρδο. Στην Ισπανία δεν υπάρχει κομπλεξική αντιμετώπιση του σκόρδου και της κατανάλωσής του. Δεν θεωρείται κοινωνικά επιλήψιμο, ούτε ερωτικά απωθητικό. Εκεί, ούτε και σε καμμιά άλλη χώρα, δεν έχω ακούσει ποτέ ζευγάρι να διαπραγματεύεται την απόλαυσή του στο στυλ «ή και οι δύο ή κανένας».
Αυτή είναι καθαρά ελληνική δυναμική.

Άλλη απαραίτητη προϋπόθεση: να έχουν βγει οι αληθινές ντομάτες, κόκκινες, γλυκές, ζουμερές και ωριμασμένες πάνω στη ντοματιά. Η τρίτη προϋπόθεση είναι το άριστης ποιότητας παρθένο ελαιόλαδο. Να θυμάστε ότι η αρετή της σούπας αυτής είναι η απλότητα, η φρεσκότητα και η γνησιότητα των υλικών.

Την έμαθα από τον φίλο μας τον Ραφαέλ, που μεγάλωσε στη Λόχα της Ανδαλουσίας, και μας έλεγε ότι αποτελεί σε όλη την περιοχή το καλοκαιρινό βραδινό παιδικό φαγητό, μαζί με... πατάτες τηγανητές. Περιττό να σας πω ότι ο συνδυασμός αυτός έχει γίνει και η δική μας (και των φιλοξενούμενών μας) αγαπημένη, καλοκαιριάτικη γουρουνιά.

Σαλμορέχο Κορντομπέζε

Υλικά

  • 15 ώριμες ντομάτες
  • μισό πακέτο ψωμί σάντουιτς χωρίς κόρες (αν είναι από φούρνο και όχι βιομηχανικό, τόσο το καλύτερο)
  • 1½ φλιτζάνι καλό ελαιόλαδο
  • 10 σκελίδες σκόρδο λειωμένες
  • 1 κουταλιά καλό, δυνατό ξύδι
  • αλάτι και φρεσκοαλεσμένο πιπέρι

(Οι ποσότητες είναι στο περίπου και εξαρτώνται από τα γούστα του καθενός - πιο πολύ σκόρδο για πιο δυνατή, πιο πολύ ψωμί για πιο παχύρρευστη, πιο πολύ λάδι για πιο λεία, κλπ.)

Οδηγίες
Ξεφλουδίζουμε και ξεσποριάζουμε τις ντομάτες, τις αλατίζουμε και αφήνουμε να στραγγίξουν λίγη ώρα στο σουρωτήρι. (Το ζουμί το βάζουμε στο ψυγείο και το πίνουμε ως ντοματόζουμο).
Τις πολτοποιούμε σε μηχάνημα κουζίνας. Προσθέτουμε στον πολτό το σκόρδο και το ψωμί κομμένο με το χέρι σε κομμάτια. Το αφήνουμε να μουλιάσει για 15 λεπτά.

Πολτοποιούμε πάλι στην πιο δυνατή ταχύτητα και όταν ο πολτός είναι πια λείος, προσθέτουμε λίγο - λίγο το λάδι δουλεύοντας το συνέχεια. Η τελική υφή πρέπει να είναι κρεμώδης.
Στο τέλος προσθέτουμε το ξύδι και πρόσθέτουμε και άλλο αλάτι, αν χρειάζεται. Βάζουμε στο ψυγείο για τουλάχιστον 8 ώρες και σερβίρουμε σε μπολ με φρεσκοαλεσμένο πιπέρι κατά βούληση.

Στην Ισπανία προσφέρεται προαιρετικά ως γαρνίρισμα ψιλοκομμένο jamon iberico ή και ψιλοκομμένο αυγό σφιχτό. Εμείς το προτιμάμε σκέτο αλλά εδώ. στην Κέρκυρα, το έχω σερβίρει και με ντόπιο «νούμπουλο». Επίσης, αν θέλετε, έχετε από δίπλα ψιλοκομμένο δυόσμο.

 

Γαλλικά φιλιά του φθινοπώρου

Με γαλλικά φιλιά ξυπνήσαμε πολλές Κυριακές (έτσι καθιέρωσε η Αναστασία Λαμπρία να λέγονται τα french toasts εντός bostanistas), μετά τα αρωματίσαμε με λεμόνι και τζίντζερτα στριφογυρίσαμε γεμίζοντάς τα σοκολάτα και η πρωτομαστόρισσα τα εξελλήνισε ακομπανιάροντάς τα με φέτα και θυμάρι. Και μπορεί μία από τις γνωστές ονομασίες τους να είναι “pain perdu” (που στα γαλλικά μεταφράζεται ως το ψωμί που χάθηκε, που πήγε στράφι), ωστόσο μόνο για χαμένη υπόθεση δεν πρόκειται: το κομμάτι από το χθεσινό ή και προχθεσινό καρβέλι, που περίσσεψε, δεν πετιέται αλλά γίνεται λιχουδιά πρώτη για το λασκάτο πρωινό του σαββατοκύριακου που από σήμερα αχνοφαίνεται. Τώρα μάλιστα που δειλά - δειλά πιάνουν τα κρύα, θα τους φορέσουμε τα φθινοπωρινά τους, μήλα μελωμένα και κανέλα, για να πάρουν τα «γαλλικά φιλιά» κάτι από τη γεύση της εποχής.

Photo: abuckscountykitchen.com

Για περίπου 10 φέτες ψωμιού (κομμένες σε πάχος 2 εκατοστών) χρειαζόμαστε:

  • 2 κ.σ. κρυσταλλική ζάχαρη
  • 4 κ.γλ. κανέλα
  • 1 φλιτζ. γάλα
  • λίγο αλάτι
  • 4 αυγά
  • 4 κ.σ. βούτυρο
  • λίγο λάδι για τηγάνισμα
  • 2 μήλα κομμένα σε λεπτές φέτες
  • 1 φλιτζ. μέλι αραιωμένο με 3 κ.σ. ζεστό νερό

Ξεκινάμε με τον φούρνο, που τον ζεσταίνουμε στους 200 βαθμούς. Διαλέγουμε μια πλατιά πιατέλα ή στρώνουμε μια σχάρα με χαρτί φούρνου και την αφήνουμε στο πλάι, θα χρειαστεί εντός ολίγου.

Έχουμε φροντίσει να κόψουμε πρωτύτερα τα μήλα σε λεπτές φέτες. Σ' ένα μεγάλο αντικολλητικό τηγάνι και μέτρια φωτιά λιώνουμε 2 κ.σ. βούτυρο. Ρίχνουμε εκεί τα μήλα και τα γυρίζουμε ώσπου να ροδίσουν - τότε αδειάζουμε το αραιωμένο μέλι (σε ρόλο σιροπιού σφενδάμου, που δεν έχουμε όλοι στα ντουλάπια μας), ανακατεύουμε να τα τυλίξει και πασπαλίσουμε με 1 κ.γλ. κανέλα. Αφήνουμε το τηγάνι κατά μέρος σκεπάζοντάς το με το καπάκι του ή μ' ένα πλατύ πιάτο, για να διατηρηθούν τα μελωμένα μήλα ζεστά.

Ζεσταίνουμε ένα δεύτερο τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά και κατόπιν, σε άνετο μπολ, ανακατεύουμε τη ζάχαρη με την υπόλοιπη κανέλα. Προσθέτουμε το γάλα, το αλάτι και τα αυγά, ανακατεύοντάς τα με τον αυγοδάρτη μέχρι να ενωθούν. Παίρνουμε μία προς μία τις παχουλές, κομμένες φέτες του ψωμιού και τις βουτάμε εκεί φροντίζοντας να βραχούν καλά ενώ στο τηγάνι ρίχνουμε 1 κ.σ. βούτυρο και 1 λάδι. Τοποθετούμε τις πρώτες 3 ή 4 φέτες (αποφεύγουμε το στρίμωγμα) και τις αφήνουμε να ροδίσουν - το ίδιο και από την άλλη πλευρά. Μέχρι να ετοιμαστούν όλες, θα πρέπει να διατηρηθούν ζεστές, οπότε τώρα επιστρατεύουμε την πιατέλα ή τη στρωμένη με χαρτί σχάρα και τις βάζουμε στον ζεσταμένο φούρνο ώσπου να ολοκληρώσουμε. Αν το τηγάνι στεγνώσει, το καθαρίζουμε γρήγορα με λίγο απορροφητικό χαρτί και ανανεώνουμε με άλλες δύο κουταλιές από βούτυρο και λάδι.

Μόλις τελειώσουμε με τις φέτες, τις απλώνουμε στα πιάτα και σερβίρουμε με τα μήλα που καραμελώσαμε. Λίγο μέλι ακόμα από πάνω; Ναι. Άχνη ζάχαρη για βαρβάτη γλύκα; Ναι. Κανέλα επιπλέον σε κάθε φέτα; Ε, ναι.

Ένα δίπιτο χωρίς γλουτένη, παρακαλώ»

Η ζωή με το γκότζι μπέρι, το κολλαγόνο και τον κράταιγο είναι πολλά υποσχόμενη, αλλά όχι και τόσο απολαυστική

Από τηλεοράσεως, ευειδής νεαρά αποκαλύπτει το μυστικό της ομορφιάς της: ένα σφηνάκι κάθε μέρα. Όχι αλκοόλ (κάνει κακό στο δέρμα), αλλά αγνό, ανόθευτο, αρίστης ποιότητος κολλαγόνο. Χαμογελάει με νόημα, γεμίζει τη μεζούρα με το μαγικό υγρό και τη φέρνει στο στόμα της. Στην υγειά μας, άσπρο πάτο, να πάνε κάτω τα φαρμάκια, μαμά μην τρέχεις, τι σου 'κανα και πίνεις...

«Αν δεν θέλετε να το πιείτε», συμβουλεύει πάντα με το μάτι λάγνο, «μπορείτε να το βάλετε ως ντρέσινγκ στη σαλάτα σας». Σε λίγο, λοιπόν, και στην ταβέρνα της γειτονιάς σας: «Παιδί, πιάσε μια τζατζίκι, μια μαρίδα και μια χωριάτικη με κολλαγόνο». Δεν είναι, πάντως, λίγες οι φίλες μου που πνίγουν τις αγωνίες τους στο πόσιμο κολλαγόνο: για «ρεκτιφιέ» στο πι και φι, για υγεία, ευτυχία και για τον ιδανικό γαμπρό στην πόρτα τους έτοιμο να τους κάνει πρόταση γάμου (εντάξει, ο γαμπρός δεν περιλαμβάνεται στα οφέλη της κολλαγονοθεραπείας, ποιος ξέρει, όμως, μπορεί στο μέλλον...).

Όσες και όσοι δεν πίνουν κολλαγόνο έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στα γκότζι μπέρι, τους καρπούς (σαν διασταύρωση μούρου, κράνου και σταφίδας) που πλασάρονται ως η απόλυτη υπερτροφή, με φυτοστερόλες, καροτίνες, υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, αμινοξέα και όλα αυτά που ακούγονται τρομακτικά ώσπου να σου εξηγήσουν ότι είναι ωφέλιμα. Τις προάλλες η Τίνα μάς έβγαλε ριζότο με γκότζι και σπανάκι. Και για γλυκό, τάρτα με γκότζι. Η σαλάτα ήταν παραδοσιακή, με λαδόξιδο, μάλλον επειδή δεν είχε μάθει ακόμη ότι το κολλαγόνο γίνεται και ντρέσινγκ. 

«Διάβασα», είπε, ότι «ο φημισμένος Λι Κουίνγκ Γιουέν ή Λι Τσινγκ Γιουν, που έφτασε 252 ετών, κατανάλωνε καθημερινά γκότζι μπέρι». «Τελικά τον λένε Κουίνγκ ή Τσινγκ;» ρώτησα, αλλά προσπέρασε σχεδόν ενοχλημένη την απορία μου και συνέχισε το... αποστολικό έργο της: τη διάδοση των γκότζι μπέρι στο ελληνικό τραπέζι.

Μια άλλη ομοτράπεζη γύρισε τη συζήτηση στις μαγικές ιδιότητες του ιπποφαούς, που «υπήρχε από την εποχή των παγετώνων και περιέχει περισσότερη βιταμίνη C ακόμη και από τον κράταιγο». «Τι είναι ο κράταιγος;» ρώτησα δειλά. «Είναι η μπουρμπουτζελιά». «Μάλιστα». Λίγο μετά αποσύρθηκα για να ψάξω στο Internet του κινητού τηλεφώνου μου τι είναι η μπουρμπουτζελιά. «Είναι η τσαπουρνιά» διάβασα. Δηλαδή; Δηλαδή «πολύτιμο βότανο που θεωρείται "τροφή της καρδιάς"».

Επέστρεψα στο τραπέζι ενημερωμένος, έχοντας αποστηθίσει και μια συνταγή για ρυζόγαλο με ιπποφαές, για να κάνω τον έξυπνο. Η κουβέντα, όμως, είχε περάσει στο αλεύρι χωρίς γλουτένη. «Το ξέρετε ότι φίλη μου έχασε 22 κιλά κόβοντας τη γλουτένη;». Εγώ, πάλι, στα τρία χρόνια που την έχω κόψει, έχω πάρει πέντε κιλά. Ίσως επειδή δεν έχω κόψει και τα εκλεράκια. «Μπορείς να φτιάξεις εκλεράκια χωρίς γλουτένη», με συμβούλεψαν, «ή κέικ με αλεύρι Ζέας». Ακολούθως περάσαμε στο γάλα χωρίς λακτόζη, στα προϊόντα από χαρούπι, στα σαπούνια με γάλα γαϊδούρας που τρέφεται αποκλειστικά με βιολογικό σανό, στις θρεπτικές ιδιότητες που έχει το κανναβούρι...

Η Τίνα έφερε να δοκιμάσουμε «κάτι φοβερά μπισκοτάκια με κανναβούρι και παπαρουνόσπορο». Ήμουν έτοιμος να ρωτήσω αν αυτά υπάγονται στην κατηγορία σνακ ή στην κατηγορία βρώσιμος μπάφος, αλλά η Άννα είδε ότι το μάτι μου είχε αρχίσει να γυαλίζει και με κλώτσησε κάτω από το τραπέζι: «Μετά θα πάμε σουβλάκια». «Κανονικά ή με πίτα από κάνναβη, γύρο από σόγια και σος από τόφου;».

Κράτησε τον λόγο της: τα σουβλάκια ήταν παραδοσιακά, το σουβλατζίδικο μύριζε την τσίκνα που σε ακολουθεί και στο σπίτι. Προσπάθησα να τη βγάλω από πάνω μου προτού πλαγιάσω, κάνοντας ντους με «ενεργειακό αφρόλουτρο». Ναι, ενεργειακό: προτού το χρησιμοποιήσω πρέπει να χαϊδεύω το μπουκάλι του και να κάνω θετικές σκέψεις για να μεταφέρω την ενέργειά μου στο περιεχόμενο και εκείνο μετά μού... επιστρέφει κάτι που δεν ξέρω ακριβώς τι είναι.

Πάντως, ακολουθώ κατά γράμμα τις οδηγίες από τότε που μου το δώρισαν - δεν θέλω ειρωνείες. Αν νιώθω τη διαφορά από τα απλά αφρόλουτρα; Όχι. Ίσως να μην είμαι καλός δέκτης. Ίσως, πάλι, επειδή δεν πιστεύω με όλο μου το είναι στο μιράκολο. Γιατί, ακόμη και αν υποκύπτω στη γοητεία τους, συχνά αναρωτιέμαι: τα «νέα» προϊόντα που μας θωρακίζουν απέναντι στις ασθένειες (από το απλό κρυολόγημα ως τον καρκίνο), απέναντι στον χρόνο (η αιώνια νεότητα προβάλλει όλο και πιο εφικτή), απέναντι στον θάνατο τον ίδιο, είναι τόσο θαυματουργά όσο μας υπόσχονται ή... μόδα είναι και θα περάσει;

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0