ενημέρωση 4:05, 3 August, 2026

Η σκοτεινή πλευρά της (πλαστικής) ομορφιάς

Με ανατριχιαστικό τρόπο που χαράσσεται στη μνήμη, ο Γάλλος σκηνοθέτης Frédéric Doazan επιλέγει να αναδείξει την εμμονή των γυναικών αλλά και γενικότερα της κοινωνίας, με τα πρότυπα ομορφιάς και την διατήρηση της νεότητας. Σε μία μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο «Supervenus» ο ρόλος των πλαστικών επεμβάσεων, με μια δόση υπερβολής, γίνεται μια νοσηρή εμμονή που μόνο καταστροφή μπορεί να επιφέρει καθώς και να αλλοιώσει τα φυσικά χαρακτηριστικά της κάθε γυναίκας.

Το βίντεο ξεκινώντας με μια φαινομενικά αθώα διάθεση ως προς τις πλαστικές επεμβάσεις καταλήγει σε ένα τρομακτικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για μια μεν σκληρή κριτική των σύγχρονων προτύπων αλλά με μια δόση πραγματικότητας. Η ταινία μικρού μήκους πήρε τιμητική διάκριση σε Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Βαυαρίας.

 Πηγή : athens voice

 
 
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ετοιμάζω πετιμέζι με τρόπο απλό

Δεν είμαι σχολαστική μαγείρισσα (η τελειοθηρία μου εξαντλείται στα λογοτεχνικά έργα), αντίθετα, αν υπάρχει πιο απλός τρόπος να γίνει κάτι, σίγουρα θα τον κυνηγήσω και θα τον βρω. Έτσι, όταν φίλη αναγνώστρια ζήτησε βοήθεια με την μέθοδο του φιλτραρίσματος με στάχτη για να καθαρίζει το πετιμέζι, προθυμοποιήθηκα να βοηθήσω με οδηγίες, όχι πώς να το κάνει, αλλά πώς να το αποφύγει ή μάλλον να το παρακάμψει.

Χρόνια τώρα δεν έφτιαχνα πετιμέζι ακριβώς επειδή βαριόμουνα όλη αυτή την διαδικασία, μέχρι που πειραματίστηκα με την ακόλουθη μέθοδο. Το πετιμέζι που φτιάχνω μπορεί να μην έχει κρυστάλλινη καθαρότητα αλλά είναι νόστιμο, καθαρό και ασφαλές. Φέτος για πρώτη φορά δοκίμασα να το κάνω με μούστο που είχε ήδη «βράσει» στο βαρέλι και φιλτραριστεί και η όλη υπόθεση έγινε ακόμα πιο εύκολη. Βέβαια αυτό ισχύει μόνο για μας που κάνουμε το δικό μας κρασί. Για τους υπολοίπους, ξεκινάμε με σουρωμένο χυμό από σταφύλια. Η ποσότητα δεν μετράει γιατί το συστατικό είναι ένα μόνο.

Οδηγίες

Βάζετε σε μεγάλη κατσαρόλα μερικά λίτρα φρέσκο χυμό σταφυλιού (και διαφορετικά είδη, αν θέλετε) σουρωμένο. Βράζετε για μισή ώρα και κατεβάζετε απ τη φωτιά μέχρι να κρυώσει. Βάζετε την κατσαρόλα στο ψυγείο για τουλάχιστον 5 - 6 ώρες.

Βγάζετε απ το ψυγείο και μεταφέρετε τον χυμό σε καθαρή κατσαρόλα, αργά και λίγο-λίγο, προσέχοντας τα κατακάθια να μείνουν όλα στην αρχική κατσαρόλα. Βράζετε τον καθαρό πια χυμό σε σχετικά χαμηλή φωτιά ξεσκέπαστο για δυο - τρεις ώρες τουλάχιστον, έως ότου ελαττωθεί κατά πολύ ο όγκος του και γίνει αρκετά πυκνό σιρόπι. Ανακατεύετε όλο και πιο συχνά προς το τέλος με ξύλινη κουτάλα και βάζετε σε αποστειρωμένα βάζα (25 λεπτά σε φούρνο 120 βαθμών).

 

Το οθωμανικό πιλάφι μου

Μπορεί να μην τρώω λαχονόρυζο αλλά με τα πιλάφια (εννοώ τα βρώσιμα) έχω άριστες σχέσεις. Σπυρωτό ρύζι, χιονάτο μπασμάτι, χυλωμένο ριζότο αλλά κυρίως τούρκικα, οθωμανικά, μυρωδάτα και λαχταριστά. Δασκάλα μου η Μαριάννα Γερασίμου, η πρώτη που μου αποκάλυψε, μεταξύ πολλών άλλων, τη γοητευτικότατη και απολύτως οικονομική οργάνωση του Παλατιού.

Εδώ, δεν χρησιμοποιήθηκαν αιγινήτικα φυστίκια... Photo: soupstodesserts.com

Εδώ, δεν χρησιμοποιήθηκαν αιγινήτικα φυστίκια... Photo: soupstodesserts.com

Και προσφιλέστατο σε όσους τρώνε από τα χέρια μου το Πράσινο πιλάφι της, που ανάγεται στον 16ο αιώνα: τα μυρωδικά και λαχανικά το βάφουν καταπράσινο, τα φυστίκια το εκτινάσσουν στους ουρανούς...

Συμπέρασμα για την τεχνική: το πιλάφι δεν θέλει να το ζαλίζουμε, θέλει τον χρόνο του, την τρυφερότητά μας και την ησυχία του. Ποτέ κουτάλια στο ανακάτωμα, μόνο πιρούνι!

  • 1 ποτήρι του νερού ρύζι για ριζότο (εγκατέλειψα τα ιταλικά προσφάτως γιατί ανακάλυψα ότι το Agrino για ριζότο κάνει τέλεια τη δουλειά του)
  • 1 κιλό σπανάκι
  • 4 κουταλιές βούτυρο (φυσικά γάλακτος αλλά εάν είστε εναντίον, αντικαταστήστε το με ελαιόλαδο, παρεκκλίνοντας από τις τούρκικες συνήθειες)
  • 1 μέτριο κρεμμύδι
  • 2 χούφτες φρέσκο κόλιαντρο (δεν τον συμπαθώ και τον παραλείπω αλλά οφείλω να τον συμπεριλάβω στα υλικά)
  • ½ ματσάκι δυόσμο
  • ½ ματσάκι μαϊντανό
  • ½ ματσάκι άνηθο
  • 1 χούφτα ανάλατα φιστίκια Αιγίνης
  • πιπέρι μπόλικο, αλάτι με μέτρο

Επί το έργον:

Πλένω σε χλιαρό νερό το ρύζι και το αφήνω να στραγγίσει. Ψιλοκόβω τα μυριστικά (άνιθο, μαϊντανό, κόλιαντρο και δυόσμο). Πλένω το σπανάκι, κρατάω μόνο τα φύλλα και τα χωρίζω στα δύο. Ζεματάω τα μισά σε 2 ποτήρια νερό για 10 λεπτά και κρατάω τον ζωμό (τα βρασμένα φύλλα δεν τα χρησιμοποιώ γι' αυτό το φαγητό μου).

Κόβω τα ωμά φύλλα σε λεπτές λωρίδες και σε κυβάκια το κρεμμύδι. Σε τηγάνι λιώνω 2 κουταλιές από το βούτυρο, ροδίζω το κρεμμύδι και ρίχνω και το σπανάκι. Ανανατεύω μια-δυο φορές και τα αφήνω σε χαμηλή φωτιά για 6-7 λεπτά.

Τώρα: σε απλωτή κατσαρόλα με βαρύ πάτο ρίχνω τον μετρημένο ζωμό από το σπανάκι, αλατίζω και, μόλις πάρει βράση, προσθέτω κατά σειρά το ξανθισμένο κρεμμύδι, το σπανάκι και το ρύζι. Ανακατεύω 1-2 φορές, κλείνω το καπάκι, αφήνω να βράσει σε δυνατή φωτιά για 3-4 λεπτά, χαμηλώνω, συνεχίζω το βράσιμο για άλλα 10.

Λιώνωτο υπόλοιπο βούτυρο σε μικρό τηγανάκι, καβουρντίζω λίγο τα φιστίκια, προσθέτω τα ψιλοκομμένα μυριστικά. Μόλις το ρύζι αρχίζει να κάνει τρυπούλες, ρίχνω το μίγμα βουτύρου και μυρωδικών με μια κυκλική κίνηση στο πιλάφι. Δεν ανακατεύω, δεν το ζαλίζω. Αντιθέτως, το σκεπάζω με μια λινή πετσέτα, κλείνωτο καπάκι και το αφήνω σε ελάχιστη φωτιά για λίγα ακόμη λεπτά (5-6).

Κατεβάζω από τη φωτιά, περιμένω ένα δεκάλεπτο να ξεκουραστεί το πιλάφι, το ανακατεύω με πιρούνι (για να μη λασπώσει) και το σερβίρω.

Επειδή με ρώτησες

Ψωμί δανειστήκαμε, λέξεις ποτέ. Είχαμε δικές μας, κατάδικές μας, με αυτές περάσαμε απέναντι, με αυτές ανοίξαμε πανιά, με αυτές βγήκαμε στη θάλασσα. Θαλασσινοί ήμασταν δεν ήμασταν καραβοκύρηδες.

Είχαμε δικό μας σκουλήκι, δικό μας καλάμι και σαράκι. Αυτό άλφα, βήτα, γάμα γαβγίσαμε.

Σκυλιά σταθήκαμε, δεν φοβηθήκαμε.

Χρήματα μπορεί να δανειστήκαμε, ιστορίες ποτέ. Είχαμε τις δικές μας.

Ας το πάρουμε από την αρχή από εκεί που ξεκινήσαμε -επειδή με ρώτησες- ερχόμαστε από δρόμο χωματένιο, το όχι το είχαμε, με αυτό γεννηθήκαμε, για το ναι πηγαίναμε, στην πόρτα του τη σιδερένια σταθήκαμε, στηθήκαμε, χτυπήσαμε χίλιες φορές, τα χίλια της τα σκαλοπάτια τα μετρήσαμε και εγώ δεν ξέρω πόσες. Στο κεφαλόσκαλό της, βροχές και χιόνια. Χρόνια.

Όλα τα άλλα δεν τα ξέραμε, γωνίες σημαδεύαμε να μην χαθούμε, σαν το θυμάρι του βουνού κοιτούσαμε και περπατούσαμε, πόδια μάς έδωσε ο Θεός και μάτια. Τη γλώσσα τη φτιάξαμε μονάχοι μας, ξέχασε να μας τη βάλει, όπως ξέχασε να τη βάλει και στο άλογο του στρατηγού ο γλύπτης που έφτιαξε το άγαλμα του και όταν το κατάλαβε αυτοκτόνησε. Ο Θεός ο δικός μας όχι. Ζει, αν κρίνω από τα νέα του δημιουργήματα. Δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες.

Πιάνανε τα λόγια μας. Δένανε. Ανεβαίνανε. Στην αρχή σιγά- σιγά, δειλά- δειλά, συλλαβιστά, αυτό το είχαμε πονηρευτεί, δεν τις λύναμε όλες τις ασκήσεις και ας τις ξέραμε, αφήναμε και μια άλυτη. Γνωρίζαμε τη θέση μας, κάτι είχαμε ακούσει για τον φθόνο. Για τον φόνο. Περνούσε ο καιρός, η γλώσσα κόκαλα δεν έχει αλλά κάτι έκανε, κάτι κατάφερε. Κάπου έφτασε. Τόλμησε. Προσπάθησε. Τώρα τελευταία έπιασε και την άλυτη, εκείνη την άσκηση την παλιά, την ξεχασμένη, την αφημένη, την παιδική και τότε είδε, κατάλαβε πως δεν ήταν και τόσο εύκολη όσο νόμιζε, συνειδητοποίησε πως αν το ψάρι  βρομάει  από το κεφάλι, ο άνθρωπος από τη γλώσσα. Αυτή είναι που αδυνατίζει πρώτα- πρώτα, αυτή ξεθωριάζει χωρίς να το αντιληφτείς και ένα ωραίο πρωί είσαι νεκρός και σάπιος. Άλαλος.

Τώρα λοιπόν -επειδή με ρώτησες- τον δρόμο ανάποδα, από το ναι στο όχι, στην αρχή.       

Πηγή : protagon