ενημέρωση 7:10, 31 July, 2026

μαρμελάδα βερίκοκο κατευθείαν απ΄ τον παράδεισο

Η γλυκιά μαρμελάδα βερίκοκο θα ονειρεύεται εσαεί την ψηλότερη θέση στο βάθρο των μαρμελάδων κι ας την διεκδικεί ανέκαθεν με ήπιο τρόπο. Το βερίκοκο (ή αρμενιακό δαμάσκηνο, prunus armeniaca όπως λέγεται επιστημονικά) έχει παλιά καταγωγή, ιστορία και μυθολογία, που πάει πίσω στον 8ο με 12ο αι. π.Χ., όπου εμφανίζεται ως σύμβολο στα κόκαλα του μαντείου της δυναστείας των Shang. Μύθοι και χορταστικά βερίκοκα τα έχουν βρει εδώ και αιώνες, οι πρώτοι δε τοποθετούν τα αρωματικά σαρκώδη φρούτα κατευθείαν στον παράδεισο ως “χρυσά μήλα’, τα οποία λέγεται πως αφθονούσαν στους Άγιους Τόπους. Εξ ου και κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν πως βερίκοκα κρέμονταν από το βιβλικό δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού -και όχι μήλα-, άρα η Εύα ήταν εκείνη που έδειξε στον Αδάμ τι εστί βερίκοκο. Στους βαβυλωνιακούς μύθους, όταν μετά τη δημιουργία του κόσμου, ένας άμοιρος σκώληξ παρακάλεσε τον θεό Ήλιο Σαμάς για τροφή, ο Σαμάς του πρόσφερε βερίκοκα, φρούτα ταιριαστά για θεϊκή επιλογή καθότι ήταν χρυσά όπως ο ίδιος και το γλυκό τους άρωμα μόνο μυρωδιές που σχετίζονται με ουράνιες θεότητες μπορεί να χαρακτηρίζει. Κάποιοι αρχαίοι πάλι, πίστευαν την βερικοκιά σαν προφητικό ή μαντικό δέντρο και τουλάχιστον μαγικό· στην Κίνα, ο Κομφούκιος συγκέντρωσε ορισμένα από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά βιβλία σε ένα βερικοκόδασος, ενώ στην κινέζικη μυθολογία το βερίκοκο ανήκει στα πέντε διασημότερα φρούτα της αρχαιότητας, μαζί με το δαμάσκηνο, το ροδάκινο, τον κόκκινο χουρμά (jujube ή Ziziphus jujuba απ” το ελληνικό ζίζυφον) και το κάστανο (Nectar and Ambrosia: An Encyclopedia of Food in World Mythology, Tamra Andrews, 2000).

Καιρό ήθελα να γράψω γι” αυτή την φωτεινή μαρμελάδα, δεύτερη στη γενική σειρά προτίμησης μετά την νεαρά ευγενή της κατηγορίας, την lady-φράουλα. Το ότι ακολουθεί τη φράουλα και στη δική μας σειρά άρθρων είναι εντελώς τυχαίο πάντως και άσχετο με τον αγώνα της γευστικής ικανοποίησης, όπου με το πλούσιο άρωμα και την παραδεισένια της γεύση, η μαρμελάδα βερίκοκο έχει ένα γερό μερίδιο απόλαυσης και αφοσιωμένου κοινού.

μαρμελάδα βερίκοκοΑπό τις γνωστές ποικιλίες βερίκοκων, τα πρώιμα απ” την Κορινθία αντανακλούν και το αρχαίο όνομα του φρούτου, πραικόκκιο (και μετά πρεκόκιο, βρεκόκιο, βερεκόκιο, βερικόκκιο, βερίκοκκο) -προφανώς, το βερίκοκο δεν υπολείπεται σε γλωσσική ιστορία, κι αν θέλετε περισσότερα για την ετυμολογία του, διαβάστε εδώ. Τα πρώιμα που εμφανίζονται τον Μάιο ακολουθούν τα ευτραφή, λιγότερο όμως νόστιμα, βερίκοκα Μπεμπέκου και τα μικρά πιο γλυκά Διαμαντοπούλου, μέσα στον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Τα τελευταία βερίκοκα του Αυγούστου είναι τα χρυσοκίτρινα τρυφερά Nancy(Pêche de Nancy η ποικιλία) και πριν απ” αυτά τα Louizet, στρογγυλά, σφιχτά, αρωματικά και ανθεκτικά.

Για μαρμελάδα κάνουν όλα τα βερίκοκα, όσο πιο αρωματικά όμως είναι τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα. Στη συγκεκριμένη συνταγή η ζάχαρη είναι συνολικά λιγότερη απ” το 50%, το βράσιμο ως συνήθως σύντομο, οπότε η μαρμελάδα είναι ωραία γλυκιά και άκρως ελκυστική, με καθαρό πορτοκαλοκίτρινο χρώμα. Θέλοντας το φρούτο να είναι εμφανές και να διατηρεί την υφή του στο τέλος (βλ. φωτό), τα βερίκοκα κόπηκαν στα δύο (τα μεσαίου μεγέθους) και στα τέσσερα, τα μεγαλύτερα. Σε περίπτωση που θέλετε η μαρμελάδα να έχει πιο ενιαία εμφάνιση και τα φρούτα να είναι ενοποιημένα με το ζελέ, κόψτε τα κομμάτια τους μικρότερα απ” την αρχή και λιώστε τα στο ανακάτεμα, πιέζοντάς τα με την κουτάλα κατά τη διάρκεια του βρασμού.

Ότι το ρίξαμε στις μαρμελάδες φέτος είναι περισσότερο από εμφανές. Οι περισσότερες συνταγές είναι εξαιτερικά γρήγορες, με στόχο να μην καταστρέφουν τα φρούτα και η οπτική της μαρμελάδας να ανοίγει την όρεξη. Μείνετε συντονισμένοι για την ανακεφαλαίωση και όσες γλυκιές γεύσεις ακολουθούν.

Προετοιμασία: 10 λεπτά περίπου για το καθάρισμα των φρούτων και άλλα 20 λεπτά για όλα τα υπόλοιπα. Τα βερίκοκα πρέπει να είναι ώριμα και σφιχτά. Εύκολη και γρήγορη συνταγή.

Υλικά (για 1 lt μαρμελάδα περίπου)
1 κιλό βερίκοκα καθαρισμένα (περί το 1.100 γραμ. με κουκούτσια)
400 γραμ. ζάχαρη
100 ml νερό
———————
για το τέλος
80 γραμ. ζάχαρη
30 γραμ. πηκτίνη
χυμός από 1 λεμόνι (60 ml)

μαρμελάδα βερίκοκο -βερίκοκα ώριμα και σφιχτάΕτοιμάζετε τα φρούτα: Τα πλένετε και τα κόβετε-ανοίγετε στη μέση ή στα 4 ανάλογα με το μέγεθος. Αφαιρείτε το κουκούτσι και ένα μικρό μουσούδι που έχουν στη βάση, καθώς και ένα πιο σκούρο τμήμα (αν υπάρχει) που δημιουργείται μερικές φορές στη βάση του κοτσανιού.
Βάλτε ένα μικρό πιατάκι στην κατάψυξη για τον έλεγχο της μαρμελάδας στο δέσιμο.
μαρμελάδα βερίκοκοΚάνετε την μαρμελάδα βερίκοκο: Σε φαρδιά κατσαρόλα, με βαρύ πάτο κατά προτίμηση και μέτρια φωτιά, βάζετε τη ζάχαρη και το νερό και ανακατεύετε όσο ζεσταίνονται μέχρι να έχετε ένα κανονικό σιρόπι. Προσθέτετε τα βερίκοκα, ανακατεύετε καλά και σκεπάζετε την κατσαρόλα. Βράζετε σε μέτρια (προς χαμηλή) φωτιά για 10 λεπτά (ο χρόνος μετράει απ” το σημείο βρασμού), ανακατεύοντας 2-3 φορές σ” αυτό το διάστημα.
Βγάζετε το καπάκι, ανακατεύετε και ξαφρίζετε, αν χρειάζεται. Βάζετε το θερμόμετρο. Μόλις η θερμοκρασία φτάσει τους 100 βαθμούς C (συνήθως σε 2-3 λεπτά), προσθέτετε την υπόλοιπη ζάχαρη ανακατεμένη με την πηκτίνη και ρίχνετε τον χυμό του λεμονιού. Βράζετε για άλλα 2-3 λεπτά και αποσύρετε.
μαρμελάδα βερίκοκομαρμελάδα βερίκοκοΚάνετε το τεστ: Βγάζετε το καταψυγμένο πιατάκι και του προσθέτετε 1 κουταλιά από την μαρμελάδα βερίκοκο. Ελέγξτε με το κουτάλι αν δημιουργώντας μια διαχωριστική γραμμή στην μαρμελάδα, αυτή στέκεται ακριβής και ξεκάθαρη. Δοκιμάστε την μαρμελάδα βερίκοκο – yummy ;-)
Αποθήκευση: Αφήστε λίγο να κρυώσει και μεταφέρετέ την σε αποστειρωμένα βάζα. Φυλάξτε τα σε δροσερό μέρος.
Σερβίρισμα: Βούτυρο και ψωμί, κουλουράκια και κρουασάν, γιαούρτι, τυριά, αλαντικά και κρύα κρέατα, τάρτες με πρώτη και καλύτερη την πάστα φλόρα. Όλα ταιριάζουν στην μαρμελάδα βερίκοκο. Αδύνατον να μην την ευχαριστηθείτε.

Πηή : pandespani

Skagboys: οι ημέρες πριν το Trainspotting

Είκοσι χρόνια μετά το παταγώδες «Trainspotting», ο συγγραφέας που έδωσε φωνή στη γενιά του ακραίου περιθωρίου επαναφέρει το ίδιο κουαρτέτο ανυπόληπτων οπιουχομανών –Ρέντον, Αρρωστάκι, Μπέγκμπι, Σπαντ– στις πιάτσες και τους τεκέδες του Εδιμβούργου, προκειμένου να ξύσει τον πάτο του κουταλιού. Το «Skagboys» είναι η απαρχή της ιστορίας τους.

n

Δυο γραμμές μέσα στο βιβλίο και καταλαβαίνεις αυτομάτως πως ο Ίρβιν Γουελς δεν θα πήγαινε κόντρα στον μύθο των χαρακτήρων που τον ανέδειξαν, πως παρά τη δικαιολογημένη δυσπιστία απέναντι στα sequel και τα prequel, το «Skagboys» είναι ένα βιβλίο που όφειλε να γραφτεί. «Οι μαλάκες που προσπαθούν να ψυχαναλύσουν τους τελειωμένους παραβλέπουν ένα καίριο σημείο: μερικές φορές το κάνεις γιατί απλώς είναι εκεί κι εσύ είσαι όπως είσαι».

Καλά τα λες, κοκκινοτρίχη, συχνά τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς. Όλα τα ελαττωματικά γονίδια και τα κοινωνικοοικογενειακά δράματα του κόσμου (υπάρχουν άφθονα στο «Skagboys») δεν αρκούν για να ξαποστείλουν κάποιον στον λάκκο με τους βρικόλακες χωρίς σταυρό και σκόρδο. Δεν υπάρχει βιολογικός ντετερμινισμός στην πρέζα, όπως κανείς δεν υπέκυψε στην έξη επειδή η ζωή παραείναι αδυσώπητη για να της επιβληθεί. Ο εθισμός δεν υπόκειται σε απλουστεύσεις.

Στην περίπτωση του Μαρκ Ρέντον, μπορεί να είναι ένας έμφυτος ανηδονισμός που καταπραΰνεται μονάχα από το μακάριο «γαμώτο μου… γαμημένη ομορφιά… είμαι αθάνατος, ακαταμάχητος» της χρήσης. Ο Σάιμον Γουίλιαμσον, το Αρρωστάκι, διέπεται από τη φιλοσοφία ότι κανείς δεν ευεργετήθηκε για τις επιφυλάξεις του και, αποφασισμένος καθώς είναι να τα γευτεί όλα από μία φορά, σκορπά τη νιότη του προσπαθώντας να διαιωνίσει εκείνη την πρώτη φορά. Υπάρχουν ασφαλώς και τα γεννημένα θύματα σαν τη μικρή Μαρία, ανεπανόρθωτα βεβηλωμένη, εξαρτημένη και βγαλμένη στο κλαρί προτού προλάβει να το αντιληφθεί. Είναι ένα πανσπερματικό σύμπαν, φτιαγμένο από άπειρες ψηφίδες και κανείς δεν ξέρει να το συνθέτει καλύτερα από κάποιον που το βίωσε στο πετσί του, σαν τον Ίρβιν Γουέλς.

n

Το «Skagboys» ήταν ένα γραμμάτιο που περίμενε να ξεπληρωθεί. Ευθύς αφότου ολοκλήρωσα την πυρετική ανάγνωση του βιβλίου, άρπαξα τη φθαρμένη πρώτη έκδοση του «Trainspotting» (ημερομηνία με ξεθωριασμένο μελάνι: Νοέμβριος 1995 - πώς περνάει ο καιρός!) και την ξεκοκάλισα σε μια καθισιά. Μπορεί το βιβλίο να είναι σκαλισμένο στο δέρμα μου σαν τατουάζ, αλλά είχα λησμονήσει τη συνέντευξη του συγγραφέα στο παράρτημα. Λέει εκεί ο Γουέλς: «Πολλοί μου έχουν προτείνει να γράψω ένα sequel, αλλά νομίζω ότι θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον ένα prequel, τοποθετημένο στο Εδιμβούργο τη δεκαετία του ’80. Κάτι που να δείχνει από πού προέρχονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τα θεμέλια για όλη αυτή την υποκουλτούρα που απεικονίζεται στο βιβλίο». Αν έμοιαζε άκαιρο τότε, τίποτε δεν θα μπορούσε να το δικαιολογεί περισσότερο τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η Βρετανία τη δεκαετία του ’80… Η σημερινή Ελλάδα ωχριά. Με τον πληθωρισμό και την ανεργία να εκτινάσσονται σε ανήκουστα μεταπολεμικά επίπεδα, η Θάτσερ ανέρχεται στην εξουσία την άνοιξη του 1979 με το σύνθημα «Οι Εργατικοί δεν δουλεύουν», μονάχα για να τριπλασιάσει τον αριθμό των ανέργων από τα 1,2 στα 3,6 εκατομμύρια έως το 1982, αριθμός που θα παραμείνει σταθερός μέχρι το 1986. Οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, ενώ μία θέση εργασίας αντιστοιχεί σε 35 άτομα. Το ίδιο διάστημα, η εργασία πλήρους απασχόλησης αντικαθίσταται από θέσεις μερικής απασχόλησης και σεμινάρια επανεκπαίδευσης, αλλά οι στατιστικές μέθοδοι πραγματοποιούν άλματα προόδου: 29 αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού της ανεργίας καταστούν πρακτικά αδύνατη την κατάδειξη του πραγματικού αριθμού των ανέργων. Εκατοντάδες χιλιάδες διαγράφονται από τα μητρώα ανεργίας καθώς γίνεται ολοένα δυσκολότερο να πάρει κανείς επίδομα, και, στη συνέχεια, στα νούμερα ανεργίας προσμετρώνται μόνο όσοι λαμβάνουν βοήθημα και όχι όσοι το ζητούν.

Κράτος πρόνοιας, πλήρης απασχόληση, ισότητα στην εκπαίδευση, όλα τα δεδομένα έχουν πάει περίπατο ή συρρικνώνονται σε σημείο εξαφάνισης. Σε αυτό το τοπίο εστιάζει ο Γουέλς και εκεί ανιχνεύονται οι ρίζες των ηρώων του, σε μια κοινωνική καμπή όπου «τώρα είναι πράγματι ο καθένας για τον εαυτό του». Παρά την κατάλυση του κοινωνικού συμβολαίου, ο Ρέντον δεν παύει να εμπνέεται από τα ιδεώδη της εργατικής τάξης και να της εκδηλώνει τη βαθιά αφοσίωσή του. Υπάρχει το γήπεδο, υπάρχουν οι φίλοι, τα καλαμπούρια, οι βόλτες, οι μπάντες, οι κασέτες, το σεξ, υπάρχει η Northern Soul και τα ταξίδια για πάρτι στο Μπλάκμπουλ. Υπάρχει εκείνη η αίσθηση που συνεπαίρνει ένα παιδί σαν τον Ρέντον, το συναίσθημα πως «είναι υπέροχο να είμαι εγώ: ένα νέο, έξυπνο παιδί της εργατικής τάξης από αυτά τα πανέμορφα νησιά. Πόσο πιο ευλογημένο μπορεί να είναι ένα ανθρώπινο ον;».

Ο τρόπος που η ζωή του Ρέντον και της ανέμελης κουστωδίας του μετατρέπεται από αστερισμός δυνατοτήτων σε ένα άθλιο μονοπάτι γεμάτο λακκούβες, ο τρόπος που η σφοδρότητα του κοινωνικού πολέμου διυλίζεται μέσα στις προσωπικές ανασφάλειες και τις εσωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων προκειμένου να τους εμποτίσει με παραίτηση και αυτοκαταστροφικότητα, είναι μια ιστορία που μόνο ο Ίρβιν Γουελς γνωρίζει πώς να περιγράψει. Δηλαδή με χιούμορ, στοργή, ανθρωπιά, ωμό ρεαλισμό και απλή γλώσσα που απευθύνεται σε εσένα και σε εμένα – για πολλοστή φορά πιστοποιεί πως είναι ο Χιούμπερτ Σέλμπι τζούνιορ της γενιάς μας.

«Οι περισσότεροι είναι απλά καθημερινά παιδιά που βυθίστηκαν στο μηδέν με τις ουσίες για να αποτινάξουν την ντροπή του να μην κάνουν τίποτα» αποφαίνεται σε κάποιο σημείο. Και αν στα χρόνια του «Trainspotting» η σήψη απαλυνόταν από το ηδονικό τριπάρισμα του έκστασι και του ρέιβ, εδώ δεν διαβάζουμε για τίποτε άλλο παρά για την εξαθλίωση της ηρωίνης.

Στο τέλος, με τη συνθηματολογική υστερία των ανίδεων να απαγορεύει την πρόσβαση των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών σε καθαρά σύνεργα και τα προγράμματα ανταλλαγής συρίγγων να σφραγίζονται, ένας καινούργιος ιός, εκείνη την εποχή αναφερόμενος αποκλειστικά σαν ασθένεια των ομοφυλόφιλων, θερίζει την κοινωνία των πρεζάκηδων που μοιράζεται βελόνες φόρα παρτίδα, ενώ το Εδιμβούργο κατακτά τον τίτλο της «ευρωπαϊκής πρωτεύουσα του AIDS». Σε μια τέτοια γκρίζα αστική άβυσσο αναζητούν τη φτιάξη τους οι Ρέντον και Σία. Ζουν ανάμεσά μας.

Πηγή : athens voice

Το βιβλίο της Κατερίνας

Περιγραφή

Η ιστορία μου αρχίζει από το τέλος – το δικό της και το δικό μου. Έτσι ξεκινά το Βιβλίο της Κατερίνας, μιας γυναίκας που πάλεψε μια ζωή με την ψυχική αρρώστια, και που, αν νικήθηκε, έζησε και μεγαλούργησε ταπεινά χάρη στην αγάπη. Μια οικογενειακή σάγκα γεμάτη ζοφερά μυστικά και θανάσιμες ενοχές, ένα βιβλίο μυστηρίου γύρω από έναν αδιανόητο φόνο και τα δυο του θύματα, και μια κατάδυση σε μια ψυχή που συγκλονίζει με το φως και το σκοτάδι της.

Μας λέει η Κατερίνα:

Αυτό το βιβλίο δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν.

Αυτό το βιβλίο, θα πουν, είναι γεμάτο ψέματα. κακοήθειες, ανακρίβειες, παραχάραξη της οικογενειακής μας ιστορίας από ένα μυαλό χολωμένο κι άρρωστο, που γυρεύει εκδίκηση

για τον θάνατο που μόνο του επέλεξε. Ωστόσο εμένα αυτή είναι η αλήθεια μου, κι από κει και πέρα, ο καθείς ας διαλέξει τη λήθη που του ταιριάζει, που τον ανακουφίζει. έτσι είναι αν έτσι νομίζουνε.

Αυτό το βιβλίο με διαλύει.

Αυτό το βιβλίο έχει σκοπό να με διαλύσει, να με κάνει κομμάτια. Μέσα στα κομμάτια μου είμαι. Κι όποιος την ακούσει δεν θα την ξεχάσει ποτέ. 

Αύγουστος Κορτώ
Το βιβλίο της Κατερίνας
«Μ’ αρέσουνε τα μπούτια του...»

«Μ’ αρέσουνε τα μπούτια του...» και λέει το όνομα ενός συμμαθητή του.
Μέχρι και πριν μια στιγμή, νόμιζα πως ήμουν προετοιμασμένη για μια τέτοια αποκάλυψη. Έχω διαβάσει ένα σωρό σχετικά βιβλία και άρθρα. Ξέρω για την αμφισεξουαλικότητα των παιδιών, για τη λανθάνουσα φάση, για το αρνητικό οιδιπόδειο που ενδεχομένως του έχω δημιουργήσει εκτοπίζοντας τον πατέρα του ως πρότυπο και περιβάλλοντάς τον με γυναίκες που τον λατρεύουν τυφλά, όπως η Ζωή, και άρα καθιστούν την κατάκτηση της γυναίκας περιττή.
Και πιστεύω ή πίστευα μέχρι πριν μια στιγμή – πως θα μπορούσα να χειριστώ το θέμα, εφόσον προέκυπτε, με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και αγάπη.
Μα τώρα, καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούν κι εγώ δεν βρίσκω τι να πω, η πρώτη μου παρόρμηση δεν είναι να αγκαλιάσω τον γιο μου και να τον διαβεβαιώσω πως όλα είναι εντάξει, πως δεν έκανε τίποτα κακό και πως θα εξακολουθώ να τον αγαπώ το ίδιο και περισσότερο, είτε αυτό που νιώθει τώρα αλλάξει, είτε παραμείνει το ίδιο.
Όχι, αυτό που θέλω πιο πολύ είναι να κατεβάσω μια καρτέλα Stedon και μια εξάδα μπύρες και να κοιμάμαι τρεις μέρες και να μην υπάρχω και να μη σκέφτομαι τα εγκληματικά μου λάθη, που έκαναν τον γιο μου ομοφυλόφιλο (λέξη οικτρή που ούτε νοερά αντέχω να την αρθρώσω).
Πάνε τα όνειρα, το υπέρλαμπρο μέλλον, πάνε τα πρωθυπουργιλίκια και τα Νόμπελ και τα εγγόνια. Στα σαράντα ο γιος μου δεν θα βρίσκεται στις εγκυκλοπαίδειες, αλλά στα γιαπιά. Η μοναξιά, η εξαθλίωση και η χλεύη θα τον καταπιούν. Μπορεί ακόμα και να καταλήξει σφαγμένος, σαν τον Παζολίνι.
Αλλά, όσο περιμένει και απάντηση δεν παίρνει, ο Πέτρος έχει κολλήσει το πιγούνι στο στέρνο και τα μάτια του έχουν βουρκώσει. Πρέπει κάτι να πω, τώρα, πρέπει να καταπιώ τον πανικό και να χαμογελάσω.
Έτσι, τον αγκαλιάζω και του λέω ότι δεν πειράζει, αυτά συμβαίνουν, και μπορεί να αλλάξει με τα χρόνια, αλλά, κι αν δεν αλλάξει, δεν χάλασε ο κόσμος, δεν έκανε τίποτα κακό, είναι πάντα το αγόρι μου, ο θησαυρός μου, και τον λατρεύω κάθε στιγμή και περισσότερο. Μολαταύτα, «Συγγνώμη» ψιθυρίζει μες στον κόρφο του.
Το γεγονός και μόνο ότι ντρεπόταν να μου μιλήσει, το ότι ζητάει συγγνώμη, είναι απόδειξη ότι ο κόσμος μας είναι σκάρτος, σιχαμένος.
Μα είμαι κι εγώ σιχαμένο και σκάρτο κομμάτι του.
Διότι, μόλις συνέρχεται και το χαμόγελο ανθίζει δειλά στα χείλη του, τον πιάνω από τους ώμους, και με ύφος συνωμοτικό, όπως όταν ετοιμάζουμε μισή δόση κέικ για να φάμε οι δυο μας και να μην γκρινιάζει ο μπαμπάς του ότι θα το κάνω τόφαλο το παιδί η γλυκατζού η άρρωστη, του λέω:
«Αλλά μην το πούμε ακόμα στον μπαμπά, έτσι;»
Πάρε κι άλλη άθλια σιωπή. Σαν να μην έφτανε αυτή που με κατέτρωγε.
Έπρεπε να κάνω συνένοχο τον γιο μου.