Στου Λούη μυρίζει ανθρωπίλα
Ο Κώστας ήταν φορτηγατζής. Φορτηγό δημόσιας χρήσης μέχρι την απελευθέρωση των αδειών. Εκεί άλλαξαν τα δεδομένα του. Δεν έβγαινε ούτε μια πρόσθεση στη ζωή του. Μόνο στις «αφαιρέσεις» εξασκούνταν στα καθημερινά. Επείγονταν, λοιπόν, για αλλαγή «δρομολογίου». Το ίδιο και ο φιλαράκος του, ο Μιλτιάδης. Είχαν και ένα άλλο κοινό. Λάτρευαν την τζαζ μουσική. Αυτή της Νέας Ορλεάνης.
Κάποια μέρα, ο Κώστας διάβασε το βιβλίο «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Εκείνος ο άτιμος ο ήρωας της ιστορίας, ο Λούης, του καρφώθηκε στο κεφάλι. Πολλώ δε μάλλον, που κατάφερε να τον γνωρίσει. Τον μάγευε και το σκηνικό της ζωής του Λούη. Εκείνα τα ολοήμερα καφενεία, κάπου στο πουθενά, με το μωσαϊκό και τα πούλια να χτυπάνε στο τάβλι μαζί με όλα τα «αχ!» των πιστών τους. Η ατμόσφαιρά αυτών των καφενείων, το «όλοι οι καλοί χωράνε», το «είτε έχεις είτε δεν έχεις ευρώ στην τσέπη».
Έτσι κάπως, άρχισαν να ψάχνουν την περιοχή του Κεραμικού. Έπεσαν πάνω σε πολυκατοικία με 350 μετανάστες. Μπουγάδες απ’ άκρη σ’ άκρη. Αγώνας του ιδιοκτήτη να τους βγάλει. Ήρθε και η κρίση και πήραν τον δρόμο τους. Βάφτηκε η πολυκατοικία. Ξεπετάχτηκε κι ένα μαγαζί. Απέναντί του στάθηκε ο Κώστας, επί ώρες, να μετρήσει πόσοι άνθρωποι περνάνε... Έρευνα αγοράς και καλά. Περίμενε, περίμενε…. Πού πας ρε Καρακίτσο; Μην είδατε κανέναν πεζό; Ίχνος ενθάρρυνσης.
Εκείνος θα το έκανε συνεταιρικά με τον Μιλτιάδη και «ό,τι θέλει ας γίνει». Ίχνος εξτραβαγκάνζας στη διακόσμηση. Εκ των ενόντων, κάπως. Μπήκε και η μαμά του Κώστα στο χορό, που έκανε τα πιο ωραία ντολμαδάκια, κι ήταν και πολύ δυναμική, 60 τόσο χρονών, και μ΄ ένα μηχανάκι να τρέχει σαν Βέγγος σε θηλυκή έκδοση. Και βρήκαν τους πιο εξαιρετικούς προμηθευτές με κυριότερο έναν μερακλή Αρμένη. Και δώσ’ του χούμους και ταμπουλέ και σύγκλινο Μάνης και λαιμός στο τηγάνι με μπόλικο λεμόνι. Στα γράφω όλα αυτά και φαντάζεσαι κάτι μεγάλο; Καλέ! Μια σταλιά τόπος. Ένα ωραίο τίποτα. Με συγκλονιστική όμως μουσική. Λούις Άρμστρογκ κ.λ.π. Και από καιρό σε καιρό συγκροτήματα ή μουσικοί -τζαζίστες πάντα- που απορείς πως χωράνε, αλλά χωράνε.
Κι έχει μια ατμόσφαιρα τόσο ζεστή, τόσο φιλική, τόσο σα να είναι δικό σου πράγμα, ολόδικό σου. Με πήγε ο φιλαράκος μου, ο Δημήτρης ο Γιατζόγλου… Ξέρει ο άτιμος να επιλέγει μέρη! Αυτά, τα όμορφα της κρίσης.
Κι έτσι όπως έβλεπα την περιοχή… Ξεδοντιασμένη, αφημένη, στα αγριευτικά της γκράφιτι… Πόσοι έτρεξαν επί Ολυμπιάδας να προλάβουν την άνθιση που δήθεν έρχονταν και θα άλλαζε τον χάρτη της Αθήνας και όλες αυτές οι «εναλλακτικές περιοχές» που με μαγικό ραβδί θα εκτίναζαν τον οικονομικό δείκτη γης στα ύψη της υπεραπόδοσης…
Τελικώς, μείναμε εμείς κι εμείς. Ένα «εμείς και εμείς» που άλλοτε σου κόβει τα πόδια από τρόμο και αδιέξοδο και άλλοτε… Αν προκύψει ένας Κώστας και ένας Μιλτιάδης….Γίνεται ένα «εμείς και εμείς» γλυκά χουχουλιάρικο. Γίνεται ένα στέκι... Πώς να σας το πω; Στέκι που μυρίζει ανθρωπίλα. Ακριβώς αυτό. Εναγώνια αναζητάει το ρουθούνι μου την ανθρωπίλα απ΄όπου κι αν αναδύεται!
Πηγή:protagon
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
