Το New Deal των μέσων ενημέρωσης
Ήταν μια στιγμή που καταμεσής των μαχών του μνημονίου μάλλον πέρασε απαρατήρητη για τους περισσότερους θεατές. Σε ένα πάνελ του «Ενικού» με τον Νίκο Χατζηνικολάου, ο τότε πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα μέλος του ΕΣΡ, Γιώργος Πλειός, διαφοροποιήθηκε για λίγο από τη συνήθη εξέταση της ευθύνης των μέσων στην παραγωγή συναίνεσης για τις πολιτικές που παρήγαγαν και αναπαρήγαγαν τη χρεοκοπία, προκειμένου να συγκεντρωθεί σε κάτι που σπάνια συζητούσε κανείς: την οργανική, οικονομική συμμετοχή τους στην έλευση της κρίσης.
Ανακάλεσα τελείως αβίαστα αυτήν την τηλεοπτική συζήτηση του 2014, σχεδόν αυτόματα, όταν ο συνάδελφος Damian Mac Con Uladh έκανε την εξής οξυδερκή παρατήρηση επί τη δημοσιεύσει της λίστας Πέτσα με τα χρηματικά ποσά για τη διαφημιστική καμπάνια «Μένουμε Σπίτι»: ότι το πρώτο και ίσως μείζον πρόβλημα του ελληνικού μιντιακού τοπίου αναδεικνύεται κατευθείαν από τον ίδιο τον αριθμό των μέσων ενημέρωσης που υπάρχουν στη λίστα: 272 εφημερίδες, 627 ειδησεογραφικοί ιστότοποι, 245 ραδιοφωνικοί και 88 τηλεοπτικοί σταθμοί – και αυτοί οι αριθμοί δεν χαρτογραφούν καν ολόκληρο το τοπίο.
Η ιδιαιτερότητα των μέσων ενημέρωσης ως επιχειρήσεων είναι απλή, πλην όμως διττή. Από τη μία, είναι οι μόνες μη-κρατικές επιχειρήσεις που όταν παράγουν ελλείμματα, μπορεί να συνεχίσουν να υποστηρίζονται από τους ιδιοκτήτες τους για δεκαετίες. Από την άλλη, είναι οι μόνες επιχειρήσεις που ο κύκλος των εργασιών τους δεν είναι ετήσιος, αλλά πολιτικός.
Η δεύτερη αυτή ιδιότητα έχει βαθιές ρίζες. Μπορεί να φτάνουν μέχρι την αντι-καποδιστριακή εφημερίδα «Απόλλων» που εξέφραζε τους κοτζαμπάσηδες της Ύδρας και που ανέστειλε την κυκλοφορία της την επομένη της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας καθώς, όπως έγραψε στο τελευταίο πρωτοσέλιδο, «ο σκοπός επληρώθη». Σίγουρα, όμως, εκτείνονται μέχρι την πρώτη μεταπολεμική έκρηξη του Τύπου την δεκαετία του ‘60, όταν οι ιδιοκτήτες περιφερειακών εφημερίδων συνειδητοποίησαν ότι η εγγύτητα με το αναγνωστικό τους κοινό και οι στενοί δεσμοί των κοινωνιών τους, τους επέτρεπαν να κάνουν ένα diversification, εντάσσοντας στη ροή των εσόδων τους και τους συστηματικούς εκβιασμούς των τοπικών παραγόντων.
Αργότερα, κάποιοι εκ των πρωτοπόρων θα επέκτειναν οργανωμένα αυτή την επιχειρηματική ιδέα στην Αθήνα, που μόνο σπασμωδικά την είχαν πιάσει επιμέρους δημοσιογράφοι. Σε μια διογκωμένη δημόσια σφαίρα που τη δεκαετία του ‘80 χρωματιζόταν από το πολυσέλιδο ταμπλόιντ και το ιλουστρασιόν περιοδικό, περιμένοντας την έκρηξη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, μια κατηγορία που εξαπολύεται στη δημόσια σφαίρα μπορούσε να φτάσει παντού. Ως τέτοια, είχε πλέον υψηλή χρηματική αξία, άλλοτε ως αυτόνομο ποσό και άλλοτε ως μοχλός ανταλλαγής με κάποιο δημόσιο έργο. Αυτό το συμβόλαιο κράτησε περίπου τριάντα χρόνια, από τις αρχές του ‘80 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000.
Και μετά ήρθε η κρίση. Ο Τύπος είχε ήδη αρχίσει να ακολουθεί τη διεθνή καθοδική τάση λόγω της έλευσης του διαδικτύου, η οποία εδώ οδηγούσε στα τάρταρα τις επιχειρήσεις των οποίων η οικονομική ευρωστία δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη βασική τους παραγωγική δραστηριότητα, την οποία θα επιχειρούσαν οι ιδιοκτήτες να εκσυγχρονίσουν. Λίγο μετά το Καστελόριζο, τα μέσα ενημέρωσης είχαν πλέον γίνει ο πιο αναιμικός και προβληματικός παραγωγικός τομέας της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και στα βάθη της μνημονιακής περιόδου, τα μέσα ενημέρωσης συνέχισαν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.
Δεν ήταν ένδειξη πλουραλισμού και αυτό αποδείχθηκε στην πράξη. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους μοιράζεται όχι απλά την ίδια οπτική, ούτε καν την ίδια ατζέντα, αλλά και το ίδιο περιεχόμενο με ελαφρώς παραλλαγμένο copy-paste. Η ποσότητα σήμαινε τον κατακερματισμό. Τα υπάρχοντα μέσα δεν εκπροσωπούν πλέον σχεδόν τίποτα άλλο, πέρα από μια αφηρημένη καθεστωτική οπτική και τις στενές ιδιοτέλειες του εκάστοτε εκδότη. Έχοντας αντιστρέψει πλήρως και οριστικά τη σχέση δημοσιογραφίας και πολιτικής, ώστε η δημοσιογραφία αντί να δημιουργεί δικά της θέματα και να τα επιβάλλει στην ατζέντα, απλώς υποδέχεται τα θέματα που η πολιτική επιθυμεί να αναδείξει, τα μέσα ενημέρωσης δεν ενδιαφέρονται πια να συσσωματωθούν σε μεγαλύτερους οργανισμούς, εκπροσωπώντας ιδεολογίες, κουλτούρες, κοινωνικές ομάδες ή ρεύματα σκέψης, ενώ δεν επιχειρούν καν πια να καινοτομήσουν στη μορφή που θα έχει η διαχείριση της ενημέρωσης.
Όπως αυτό το κατακερματισμένο τοπίο αποτελείται από ελλειμματικές, συρρικνωμένες και ειδικής αποστολής επιχειρήσεις, έτσι πρέπει να δούμε και τη «λίστα Πέτσα» ως αυτό που πραγματικά είναι: κρατικές επιδοτήσεις που σκοπό έχουν να παγιώσουν αυτή την κατάσταση, να δώσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αρένα της αγοράς έναντι του αντιπολιτευόμενου Τύπου, να προστατεύσουν τις ασήμαντες επιχειρήσεις από την απόρριψη κοινού και διαφημιστών, να υπερβούν τα στοιχειώδη κριτήρια διαφάνειας του μητρώου διαδικτυακών μέσων και εν τέλει, αντί μιας ενίσχυσης του Τύπου που θα δράττονταν της ευκαιρίας να θεσπίσει αυστηρά δεοντολογικά και επιχειρηματικά κριτήρια, να δοθούν με μία ανταποδοτική χειρονομία στους πρόθυμους συμμάχους της κυβερνώσας παράταξης, παγιώνοντας την κυριαρχία της στην ενημέρωση.
Άλλωστε, η επιβίωση της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης Μητσοτάκη εξαρτάται καθοριστικά από μια τέτοια μιντιακή σφαίρα. Ο πολιτικός κύκλος εργασιών των μέσων ενημέρωσης που ξεκίνησε με την αναδίπλωση Τσίπρα και το τέλος του «αντιμνημονίου», έκλεισε με την άνοδο του νεοφιλελεύθερου ρεβανσισμού στην εξουσία. Ήταν η ώρα να κάνουν οι εκδότες ταμείο και κατά το ρητό, οι καλοί λογαριασμοί είναι που κάνουν τους καλούς φίλους.
Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
