Βαρέθηκα
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Μια πόλη που θυμίζει χαρταετό, μια κοινωνία που παραμυθιάζεται και μια πόλη σαλιγκάρι
Βαρέθηκα. Βαρέθηκα –εδώ και πολλά χρόνια- να μετράω και να ξαναμετράω τα ψέματα που λένε οι Άρχοντες της πόλης. Βαρέθηκα να δουλεύω μέχρις εξαντλήσεως ή να κυνηγάω τη δουλειά, την οποιαδήποτε σχεδόν δουλειά. Να παζαρεύω και το τελευταίο ευρώ, να υποκύπτω σε εξουθενωτικούς όρους της αγοράς, να πληρώνομαι με εξωφρενική καθυστέρηση κι όποτε τελικά πληρώνομαι, να βλέπω ότι μέσα στα μάτια μου, όλων των πολιτών αυτής της πόλης να παίρνουν πιο εύκολα τα χρήματα από τους συμπολίτες μου. Βαρέθηκα να αλέθομαι στις μυλόπετρες του κάθε ενός τυχάρπαστου παλιάνθρωπου της κοινωνικής ζωής…
Τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν επί της ουσίας ποτέ. Ζω και αγαπάω μια πόλη-σαλιγκάρι, η οποία έρπει και βοσκάει τίποτα χορταράκια κι ευθύς ξανακλείνεται στο καβούκι της για να μην την αρπάξει κανένα πουλί.
Όταν φαλίρισε το Ελληνικό δημόσιο, όταν πληροφορήθηκα σε απευθείας σύνδεση, ότι την έχουμε όντως πολύ άσχημα, έδειξα κατανόηση και καρτερία. Ψήθηκα να βαφτίσω την κρίση ευκαιρία. «Θα στερηθούμε» σκέφτηκα όμως τουλάχιστον θα νοικοκυρευτεί το μαγαζί. Θα οικοδομήσουμε νέες δομές. Καινούργιες, υγιείς σχέσεις μεταξύ μας. Ότι ξεκίνησε στραβά από ιδρύσεως σχεδόν της νεότερης Κηφισιάς, τώρα –εφόσον αντιμετωπίσουμε την χρεοκοπία σαν δημιουργική καταστροφή- θα ισιώσει...»
Όταν, το επόμενο καλοκαίρι, βγήκαν οι αγανακτισμένοι στις πλατείες, τους κοίταζα με σηκωμένο φρύδι. «Για δες τους» σκεφτόμουν «πώς υστερίζονται επειδή έχασαν τη βολή και το καταναλωτικό τους σφρίγος! Πώς –αντί να αναζητήσουν τις ευθύνες μέσα τους και γύρω τους- εναγκαλίζονται θεωρίες συνομωσίες, σπεύδουν να ενοχοποιήσουν κάποιους άλλους. Πώς αντιμετωπίζουν την πολιτική και την Ιστορία με όρους ποδοσφαίρου: Οι «δικοί μας» εναντίον των «κακών ξένων», τα «παλικάρια» από τη μια κι από την άλλη οι «τοκογλύφοι», οι «πατριώτες» και οι «κουίσλινγκ»... Δες τους με τι ευκολία καταπίνουν το δόλωμα του κάθε δημαγωγού, ο οποίος τους αθωώνει, τους κολακεύει, τους τάζει λαγούς με πετραχήλια...»
Το 2014, οι εκλογές στάθηκαν μια σύγκρουση σε δυο γύρους ανάμεσα στους παλιούς, τους ξεβρασμένους από την πόλη, αρνητές της ζοφερής πραγματικότητας και σε εκείνους που υπόσχονταν ότι θα τη διαχειριστούν προς το αμοιβαίο συμφέρον.
Ενώ η νέα Διοίκηση διεκήρυσσε ότι θα διαμόρφωνε ένα τελείως νέο σκηνικό την ίδια στιγμή έκανε τα ίδια με τους προκατόχους της. Πως θα τα καταργούσε έστω, τις παλιές παθογόνες εξαρτήσεις. Οι τέως ισχυροί του Δήμου σχεδίαζαν πώς θα ξαναέλθουν στα πράγματα, ξανά στο μεγάλο φαγοπότι. (Από ότι απεδείχθη, κάθε άλλο παρά μπλόφαραν...) Προφανώς γνώριζαν καλύτερα όλα τα ντεζαβαντάζ του «θρησκευτικού σχήματος»
Ο Γ. Θωμάκος αντιθέτως επέμενε να αρνείται την φθορά το βόλεμα, τα ασύστολα ψέματα, να υπόσχεται ολική επαναφορά στις παλιές καλές μέρες. Η ψήφος όποιου είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του ήταν προφανής.
Με το που σχηματίστηκε η Δημαρχία Θωμάκου, ούτε στιγμή δεν πίστεψα στις φλούδες υποσχέσεις, στα αίολα παλιού-καιρού συνθήματα, δεν πίστεψα ότι αυτός ο σχηματισμός δεν πρόκειται να βρει το βήμα, την περπατησιά του, ειλικρινά πως μπορούν να ορθώσουν ένα λόγο πειστικό, να κάνουνε κάτι, έστω αν θα έμπαιναν σε μια επιταχυνόμενη πορεία. Ότι θα παύαμε επιτέλους να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, θα πραγματοποιούσαμε την πολυδιαφημισμένη επανεκκίνηση.
Κούνια που με κούναγε.
Αρκετές συμβάσεις υμετέρων για να έχουμε το άλλοθι, την δικαιολογία ότι πραγματοποιήσαμε κάτι- κι άλλες πεντέξι, που οι συμβάσεις τους ευνοούσαν σκανδαλωδώς κάποιους ημέτερους. Σε ένα πράγμα απεδείχθησαν ικανές οι ημέτερες Διοικήσεις: Στο να σφίγγουν το ζωνάρι. Των άλλων.
Εδώ κι έναν-ενάμιση χρόνο, η κατάσταση απλώς σέρνεται. Η πόλη θυμίζει χαρταετό που του τραβάνε κάθε τόσο απότομα το σκοινί για να πάρει ύψος κι εκείνος αναπηδάει στιγμιαία στον αέρα και ξανακάνει βουτιά. Το "θρησκευτικό success story", το πολυδιαφημισμένο τέλος των παλαιών, των ανίκανων, των λαμόγιων, θαύματα που κρατήσαν τρεις ημέρες. Ενώ ταυτόχρονα η πόλη ψάχνετε για να ανακαλύψει νέους τρόπους επιβίωσης έρχονται οι «Δημοτικοί Άρχοντες» και κάνουν πάρτι μασκέ για να υποστηρίξουν τα αδέσποτα ζώα: Μάλιστα, αφού έχουμε λύσει τα προβλήματα μας, δεν ασχολούμαστε με τα ατυχή αδέσποτα;
Οι καλοί Χριστιανοί, που μόνο στα λόγια επιδεικνύουν την χριστιανοσύνη τους, έχουν αφήσει το αυτόματο πιλότο στα άξια χέρια της Εκκλησίας. Οι ίδιοι η μόνη σχέση που έχουν πλην της δεικτικής αδιαφορίας, το μόνο τους μέλημα είναι πως θα αρπάξουν τους ψήφους από τους πιστούς.
Έχουν παρκάρει τις τύχες των ανήμπορων πολιτών στα στιβαρά χέρια των ανθρώπων της Εκκλησία, η μόνη σχέση είναι μια προσχηματική προσευχή. Έχουν γίνει «κοινοί προαγωγοί, νταβατζήδες» στους κόλπους της Εκκλησίας, ότι χειρότερο.
Γράφω τις γραμμές αυτές και η οργή ξεχειλίζει, αυξάνεται, παραμένει εφιαλτικά υψηλή. Και οι πολίτες, όσοι απλώς δεν δύνανται να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, πληθαίνουν...
Και να έχεις και κάτι τύπους να σου σηκώνουν το δάκτυλο και να ισχυρίζονται με ύφος ιεροκήρυκα πως η νέα διοίκηση έχει στρίψει το τιμόνι της πόλης στο αύριο. Και να έχεις και τους φιλοσόφους να χρησμοδοτούν ότι απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας, σάμπως οι τοπικές νοοτροπίες να αλλάζουν μέσα σε πέντε είτε σε δέκα χρόνια. Και να έχεις και τον Θωμάκο να ευπρεπίζεται και να προβάρει τα Δημαρχιακά του κοστούμια και αβρούς αστικούς τρόπους. Και να έχεις και τους επιχειρηματίες της σχολής Αυλίτη –«με το ντοβλέτι τζάνεμ, πάντα με το ντοβλέτι...»- να ανακαλύπτουν όψιμα τις αρετές του Νίκου και του Βασίλη.
Μπλε φουλάρια αγορασμένα από τον "Hermes"...
Βαρέθηκα. Βαρέθηκα να ζω σε μία κοινωνία που διαρκώς παραμυθιάζεται ή σπάει πλάκα με τον εαυτό της -τον μασκαρεύει και τον σατιρίζει- μόνο και μόνο επειδή δεν τολμάει να τον κοιτάξει κατάματα. Βαρέθηκα να καίγεται η γούνα μας κι εμείς να φανατιζόμαστε για ηλιθιότητες όπως τα καμώματα του Γ. Θωμάκου, τον ανάγωγο Βαγγέλη Αυλίτη, το εάν πρέπει ή όχι να λοξοκοιτάμε...
Θα λαχταρούσα -για πρώτη φορά στη ζωή μου- να ιδιωτεύσω. Να κλείσω τα μάτια και τα αυτιά μου στη χαμέρπεια. Να σταματήσω να ασχολούμαι με τις φιλοδοξίες και με τα συμπλέγματα του καθενός που έχει αρπάξει μια σημαία ευκαιρίας και την ανεμίζει εμπρός στο πρόσωπό μου. Ανέκαθεν στο κάτω-κάτω, ένας γυναικείος ώμος, μια μελωδία που σφυρίζει κάποιος άγνωστος στο δρόμο, δυό πιτσιρίκια που αυτοσχεδιάζουν παίζοντας με δίδασκαν και με ενέπνεαν απείρως περισσότερο από ότι στην Κηφισιά αποκαλείται ο νέος θρησκευτικός θώκος. Και στον οποίο, εκών άκων, κι εγώ συμμετέχω.
Δεν διαθέτω όμως αυτή την πολυτέλεια. Πρέπει και σήμερα να στηθώ σε κάποια ουρά, να διαπραγματευθώ με έναν υπάλληλο μίαν ακόμα ευνοϊκή ρύθμιση, να υπολογίσω μέχρι πότε φτάνουν τα λεφτά μου, να αγχωθώ για το τι θα κάνω μετά...
Οφείλω –το χειρότερο- να το πάρω απόφαση ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν επί της ουσίας ποτέ. Πως ζω και αγαπάω μια πόλη-σαλιγκάρι, η οποία έρπει και βοσκάει τίποτα χορταράκια κι ευθύς ξανακλείνεται στο καβούκι της για να μην την αρπάξει κανένα πουλί. Κλείνεται στο καβούκι της και βράζει στο ζουμί της.
Και τρέφεται με το ζουμί αυτό.-
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
