ενημέρωση 6:32, 23 July, 2026

Η ηγέτης του AfD λέει ότι η γερμανική κυβέρνηση πρέπει να παραιτηθεί εν μέσω χαμηλών ποσοστών αποδοχής

Δεν έχει καμία απολύτως υποστήριξη, είπε η Άλις Βάιντελ

ΒΕΡΟΛΙΝΟ, 18 Ιουλίου. /TASS/. Η Άλις Βάιντελ, συμπρόεδρος του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), δήλωσε ότι η νυν γερμανική κυβέρνηση υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς (CDU) θα πρέπει να παραιτηθεί εν μέσω χαμηλής λαϊκής υποστήριξης.

«Με ποσοστό αποδοχής 15%, μια τέτοια κατάσταση δεν έχει ξανασυμβεί. Αυτή η γερμανική κυβέρνηση θα ήταν καλύτερα να παραιτηθεί αύριο, επειδή δεν έχει καμία απολύτως υποστήριξη», δήλωσε η Βάιντελ, μιλώντας σε προεκλογική εκδήλωση του AfD στο Μαγδεμβούργο.

Ταυτόχρονα, τάχθηκε υπέρ της μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Πρέπει να δηλώσουμε ξεκάθαρα τι θέλουμε. Εμείς, ως Εναλλακτική για τη Γερμανία, θέλουμε να αποκαταστήσουμε την κυριαρχία των κρατών εντός της ένωσης», τόνισε η Βάιντελ. «Δεν θα επιτρέψουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μας επιβάλει τους κανόνες της, όπως την απαγόρευση των κινητήρων εσωτερικής καύσης, η οποία καταστρέφει αθόρυβα την αυτοκινητοβιομηχανία μας», εξήγησε. «Υποστηρίζουμε το γερμανικό ντίζελ και τη γερμανική βενζίνη. Και έχετε το δικαίωμα να επιλέξετε ποια αυτοκίνητα θα οδηγήσετε. Και οι κατασκευαστές έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν ποια αυτοκίνητα θα παράγουν», κατέληξε η ηγέτιδα του AfD.

Σε μια κατάταξη πολιτικών που καταρτίστηκε από το ινστιτούτο έρευνας κοινής γνώμης INSA στις αρχές Ιουνίου, ο Merz κατατάχθηκε τελευταίος. Σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, η υποστήριξη προς το μπλοκ CDU/CSU έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με τις τελευταίες εκλογές της Bundestag, στις οποίες το CDU και το CSU συγκέντρωσαν το 28,5% των ψήφων. Εν τω μεταξύ, το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) ήδη προηγείται σε ορισμένες κατατάξεις, καθιστώντας το πιο δημοφιλές κόμμα.

Μόσχα - η συνεργασία της Ιαπωνίας με το Κίεβο ως βοήθεια στη δολοφονία Ρώσων αμάχων

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Αντρέι Ρουντένκο λέει ότι η Ρωσία χαρακτηρίζει μια τέτοια συνεργασία ως ανοιχτά εχθρική ενέργεια.

ΜΟΣΧΑ, 19 Ιουλίου. /TASS/. Η Ρωσία θεωρεί τη συνεργασία της Ιαπωνίας με το καθεστώς του Κιέβου στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη ως συμβολή στη δολοφονία Ρώσων πολιτών, δήλωσε ο υφυπουργός Εξωτερικών Αντρέι Ρουντένκο σε συνέντευξή του στο TASS.

«Παρακολουθούμε την κατάσταση με την ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ των Ιαπώνων κατασκευαστών drones και των Ουκρανών κατασκευαστών μαχητικών drones. Δεδομένων των συστηματικών τρομοκρατικών προκλήσεων της Ουκρανίας με τη χρήση UAV εναντίον πολιτικών στόχων στη Ρωσία, χαρακτηρίζουμε μια τέτοια συνεργασία με το καθεστώς του Κιέβου ως ανοιχτά εχθρική ενέργεια: Τα ουκρανικά drones σκοτώνουν απλούς Ρώσους πολίτες και το Τόκιο συμβάλλει σε αυτό», δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Επισήμως κυβέρνηση υποδίκων και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ η Νέα Δημοκρατία

Οι διώξεις σε βάρος τεσσάρων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύουν ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά την κυβέρνηση. Και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καλά θα κάνει να δώσει εξηγήσεις στην κοινωνία αντί να απαιτεί προκλητικά «συγγνώμη για τις αθλιότητες».

Πλέον κανείς δεν μπορεί να μιλάει για «σκευωρία» σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ούτε για «προσπάθεια σπίλωσης προσώπων». Ούτε για «επιλεκτική στοχοποίηση» μιας πολιτικής παράταξης.

Ούτε, βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίζει πια ότι η όλη υπόθεση δεν αγγίζει την κυβέρνηση.

Γιατί οι διώξεις από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε βάρος τεσσάρων κυβερνητικών βουλευτών, μαζί με την παράλληλη αρχειοθέτηση της υπόθεσης ως προς άλλους επτά βουλευτές, απαντάει σε όλα τα παραπάνω.

Καταρχάς, γιατί πολύ απλά τέσσερις βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας  είναι και επισήμως κατηγορούμενοι για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Μια υπόθεση με μεγάλη απαξία, αφού αφορά τη διασπάθιση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και μάλιστα σε τέτοια κλίμακα ώστε να τεθεί σε κίνδυνο συνολικά η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση στον αγροτικό τομέα.

Ναι, οι βουλευτές αυτοί διώκονται για «απλά πλημμελήματα» όπως είπε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά αυτά είναι ηθική αυτουργία σε απιστία, ηθική αυτουργία σε παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και ειδικά για την Κατερίνα Παπακώστα για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης με υπολογιστή.

Ναι, όντως δεν κατηγορούνται ότι πήραν ένα ντουφέκι και άρχισαν να πυροβολούν. Ούτε ότι έκαναν ληστείες τραπεζών. Όμως, αυτά για τα οποία κατηγορούνται δεν είναι ακριβώς συμβατά με την ιδιότητα του βουλευτή ενός κόμματος εξουσίας.

Να το πω απλά: αυτά είναι πλημμελήματα, που εάν οδηγήσουν σε καταδίκες οδηγούν κάποιον εκτός πολιτικής. Γιατί, ιδίως εάν μιλάμε για κόμματα εξουσίας πώς μπορείς μετά να ασκήσεις εξουσία με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να υπάρχει διαρκώς η υποψία της παρανομίας και της κακοδιαχείρισης.

Επομένως, η Νέα Δημοκρατία είναι αντιμέτωπη με το ότι βουλευτές κατηγορούνται για αδικήματα που δεν συνάδουν, με οποιονδήποτε τρόπο, με την έννοια του κόμματος διακυβέρνησης, παρά μόνο εάν στον ορισμό του προσθέσουμε και την ενδημική διαφθορά.

Ταυτόχρονα, το ίδιο το γεγονός ότι δεν ασκήθηκαν κατηγορίες σε βάρος όλων, προσδίδει κύρος στη δίωξη, αφού αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για γενικευμένη στοχοποίηση, αλλά για δίωξη εκείνων ακριβώς για τους οποίους υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις εμπλοκής.

Και βέβαια δεν ασκήθηκαν διώξεις μόνο σε αυτούς τους τέσσερις. Συνολικά διώκονται, σε αυτό το «πακέτο» που αφορά το 2021, 22 άτομα, που περιλαμβάνουν και δύο διευθυντές υπουργών, δηλαδή επίσης πολιτικά στελέχη, όπως και ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Δ. Μελάς, επίσης ένας διορισμός που αποτελεί πολιτική επιλογή της Νέας Δημοκρατίας.

Και εδώ πρέπει να πούμε κάτι πολύ σημαντικό. Η Νέα Δημοκρατία φρόντισε, μετατρέποντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει σε απαλλακτικό βούλευμα, να μην διωχθούν δύο εμπλεκόμενοι υπουργοί (Βορίδης και Αυγενάκης). Γιατί είναι προφανές ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ προήλθε από πολιτικές αποφάσεις των προϊστάμενων υπουργών, τις οποίες έκαναν πράξη τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τους βουλευτές στην πραγματικότητα να υλοποιούν το τελικό στάδιο, δηλαδή εκεί όπου η διασπάθιση κονδυλίων αποσκοπούσε πια στην ψηφοθηρία.

Και όλα αυτά αφορούν, ας μην το ξεχνάμε, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Υπάρχουν και επόμενες περίοδοι προς διερεύνηση. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην υπό εξέλιξη έρευνα για τις επιδοτήσεις του 2022 φέρεται να εμπλέκονται τρεις πρώην βουλευτές της ΝΔ.

Επομένως, είναι τουλάχιστον απορίας άξιο γιατί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πανηγυρίζει επειδή τέσσερις βουλευτές, μαζί με ανθρώπους που συνδέονται με το κόμμα του, παραπέμπονται με κατηγορίες που εάν προσπαθούσα να τις εξηγήσω σε κάποιον που δεν γνωρίζει από νόμους και δικονομία και με ρώταγε «γιατί τους κατηγορούν, παιδί μου;», η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω θα ήταν: «τους κατηγορούν ότι είναι λαμόγια, μπάρμπα».

Ιδίως, όταν τον χαρακτηρισμό κυβέρνηση υποδίκων, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας, δεν τον «κέρδισε» τώρα, καθώς τον είχε ήδη κατακτήσει με τις παραπομπές στο Ειδικό Δικαστήριο για Καραμανλή και Τριαντόπουλο, σε σχέση με την τραγωδία στα Τέμπη.

Την ίδια στιγμή αποτελεί πρόκληση να βγαίνει με αυτά τα δεδομένα ο πρωθυπουργός με ύφος τιμητή των πάντων και να αναρωτιέται «ποιος θα ζητήσει συγγνώμη για εκείνες τις αθλιότητες;»

Από πού και ως πού είναι αθλιότητα η διερεύνηση ενός μεγάλου σκανδάλου, από έναν Ευρωπαϊκό Θεσμό, ενός σκανδάλου που αφορά ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και έναν μηχανισμό κατανομής αυτών των αγροτικών επιδοτήσεων, που βρίσκεται στην καρδιά του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας, που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς και τελικά το ίδιο το μέλλον της αγροτιάς στη χώρα μας; Από πότε οι δικαστικές έρευνες και η αναζήτηση στοιχείων με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι «αθλιότητα»; Και γιατί είναι αθλιότητα η προσεκτική στάθμιση των στοιχείων έτσι ώστε στο τέλος να υπάρχει δίωξη για αυτούς για τους οποίους όντως υπάρχουν στοιχεία;

Ταυτόχρονα, αποτελεί βαθιά προσβολή προς την ελληνική κοινωνία το να απαιτεί ο πρωθυπουργός να ζητήσουμε συγγνώμη, όσοι – δικαιολογημένα όπως αποδεικνύεται από τις σημερινές διώξεις – μιλήσαμε για σκάνδαλο με εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών, καθώς ακριβώς για αυτό πρόκειται.

Αλλά όταν η αλαζονεία της εξουσίας συναντά τη βεβαιότητα ότι «πρόθυμα» και – «ταϊσμένα» – ΜΜΕ θα αναπαράγουν το σουρεαλιστικό επιχείρημα «καταρρέει η σκευωρία, μόνο τέσσερις στους έντεκα διώκονται», γιατί να μην βγει και ο πρωθυπουργός και να πει: «θα ζητήστε και συγγνώμη».

Μόνο που εάν έχουμε έστω και μικρή σχέση με την πραγματικότητα, τότε γίνεται σαφές ότι εάν κάποιος πρέπει να ζητήσει συγγνώμη, αυτός είναι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του, για τον τρόπο που κακοδιαχειρίστηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια και έβαλαν τη χώρα στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών. Αλλά δεν θα την ακούσουμε αυτή τη στιγμή, έστω για να αποδειχτεί ότι μπορεί να ισχύει εκείνο που μας έλεγαν όταν είμασταν παιδιά, ότι δηλαδή «από όταν εφευρέθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Ακόμη χειρότερα, βλέπουμε έναν πρωθυπουργό περίπου να ζητάει και τα ρέστα.

Όμως, σε τελική ανάλυση, όλα αυτά είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, που δημιουργεί η επίπλαστη εικόνα επικοινωνιακής κυριαρχίας που γεννά η «φούσκα» του φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος. Γιατί, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η κοινωνία και γνώμη έχει σχηματίσει και καταδικαστικές αποφάσεις ετοιμάζεται να εκδώσει στις εκλογές. Γιατί ακόμη και σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί τους πολιτικούς εκ προοιμίου διεφθαρμένους, υπάρχουν κάποια όρια στον κυνισμό της εξουσίας που μπορεί να ανεχτεί η κοινωνία. Όρια που έχει προ πολλού ξεπεράσει η Νέα Δημοκρατία.

Πηγή: in

Σταθερότητα ή ακυβερνησία; Η Ιστορία διαψεύδει το δίλημμα που θέτει ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Στην ιστορία της Μεταπολίτευσης και όταν χρειάστηκε η χώρα κυβερνήθηκε επαρκώς από σχήματα συνεργασίας. Οι περιπτώσεις του 1989 και του 2012 διαψεύδουν τα διλήμματα που βάζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Για «αυτοδυναμία» μιας τρίτης τετραετίας μίλησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την πληγωμένη -από τις πυρκαγιές- βόρεια Εύβοια, την ώρα που έχει ανοίξει και πάλι η συζήτηση για το χρόνο των εκλογών. Η Νέα Δημοκρατία είναι και πάλι γνωστό τι θα επικαλεστεί, το αφήγημα της πολιτικής σταθερότητας, έναντι της αστάθειας και της ενδεχόμενης ακυβερνησίας.

Πρόκειται για την κεντρική στρατηγική που θα ακολουθήσει έως τις επόμενες κάλπες, είτε αυτές στηθούν το Φθινόπωρο είτε την Άνοιξη του 2027. Γι’ αυτό και σημειώνεται αυτή η προσπάθεια συσπείρωσης, η οποία μπορεί να αποδώσει ως ένα βαθμό, αλλά να φτάσει στο σημείο να φέρει ποσοστά αυτοδυναμίας δείχνει κομματάκι δύσκολο έως ακατόρθωτο στην παρούσα συγκυρία.

Σταθερότητα και Οικονομία

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μητσοτάκης επικαλείται τη «σταθερότητα». Από το 2023 και τις εκλογές εκείνης της χρονιάς αποτέλεσε βασική του «σημαία». Υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία πως οι επενδύσεις προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα, ότι η οικονομία κινδυνεύει από κυβερνήσεις συνεργασίας χωρίς κοινό πρόγραμμα και πως μια ισχυρή κυβέρνηση αποτελεί προϋπόθεση για μεταρρυθμίσεις.

Μπορεί το ίδιο αφήγημα να έχει την ίδια απήχηση 3 ή 4 χρόνια μετά και ειδικά από τη στιγμή που από τη μια σχεδόν ολοκληρώθηκαν οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης που προσέφεραν απλόχερα «καύσιμο» στην κυβέρνηση, απ’ την άλλη καίρια ζητήματα που άπτονται της Οικονομίας, όπως η ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής ουδέποτε αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά στην επταετή διακυβέρνηση της ΝΔ;

Οι δημοσκοπήσεις προς ώρας πάντως, λένε όχι. Προτιμούν δηλαδή την «πολιτική αλλαγή» από τη «σταθερότητα» που επικαλείται ο πρωθυπουργός.

Η Ιστορία τα λέει αλλιώς

Το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία» το χρησιμοποιεί ο κ. Μητσοτάκης  εδώ και αρκετούς μήνες. Το έχουν κάνει «καραμέλα» διάφοροι υπουργοί του, που το εκφράζουν ακόμα πιο εκβιαστικά ή γραφικά, όπως για παράδειγμα με τη φράση «μετά τον Μητσοτάκη το χάος». Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Βυθίστηκε η χώρα όταν οι πολίτες αποφάσισαν να μην δώσουν την πολυπόθητη αυτοδυναμία σε κάποιο κόμμα; Τί μάς λέει η Ιστορία;

Η πρώτη πραγματική δοκιμασία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος ήρθε τον Ιούνιο του 1989. Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη επικράτησε με ποσοστό άνω του 44%, ωστόσο ο εκλογικός νόμος που είχε θεσπίσει προηγουμένως το ΠΑΣΟΚ δεν της επέτρεψε να αποκτήσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Αντί να οδηγηθεί η χώρα σε πολιτική παράλυση, τα κόμματα αναζήτησαν λύση. Έτσι συγκροτήθηκε η κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού της Αριστεράς υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη, με συγκεκριμένη αποστολή και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα.

Η διάρκειά της υπήρξε μικρή, όμως η σημασία της ήταν ιστορική. Για πρώτη φορά πολιτικές δυνάμεις που μέχρι τότε βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα συμφώνησαν ότι η χώρα όφειλε να κυβερνηθεί, ακόμη και μέσα από έναν δύσκολο συμβιβασμό.

Οικουμενική

Οι εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου έτους δεν έδωσαν ούτε τότε αυτοδυναμία. Ακολούθησε η οικουμενική κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, στην οποία συμμετείχαν η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός. Πρόκειται ίσως για το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταπολίτευσης όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί υποχρέωσαν τους βασικούς αντιπάλους να καθίσουν στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο.

Είναι προφανές ότι η περίοδος εκείνη συνοδεύτηκε από έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, οικονομικές δυσκολίες και θεσμικές εντάσεις. Δεν μπορεί, όμως, να χαρακτηριστεί περίοδος ακυβερνησίας. Αντιθέτως, υπήρχαν κυβερνήσεις, λαμβάνονταν αποφάσεις, λειτουργούσε η δημόσια διοίκηση και η συνταγματική τάξη δεν αμφισβητήθηκε ούτε στιγμή.

Οι εκλογές μέσα στην κρίση

Ανάλογη συζήτηση αναπτύχθηκε και το 2012, όταν η οικονομική κρίση είχε οδηγήσει σε πρωτοφανή κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού. Οι εκλογές του Μαΐου εκείνης της χρονιάς δεν παρήγαγαν βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία και η χώρα οδηγήθηκε σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Το γεγονός αυτό χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα κινδύνου. Ωστόσο, ακόμη και τότε, το συνταγματικό πλαίσιο λειτούργησε όπως ακριβώς προβλέπεται. Υπηρεσιακή κυβέρνηση ανέλαβε τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων, οι θεσμοί συνέχισαν να λειτουργούν και, μετά τις εκλογές του Ιουνίου, συγκροτήθηκε κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ.

Με άλλα λόγια, ούτε το 1989 ούτε το 2012 η Ελλάδα έμεινε χωρίς κυβέρνηση. Αντιθέτως, οι πολιτικές εξελίξεις επιβεβαίωσαν ότι το Σύνταγμα διαθέτει τις ασφαλιστικές δικλείδες ώστε ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής αβεβαιότητας να διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους.

ΝΔ και κυβερνήσεις συνεργασίας

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η ίδια η Νέα Δημοκρατία έχει συμμετάσχει σε αυτές τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Το 1989 συγκυβέρνησε με τον Συνασπισμό, το 1990 στηρίχθηκε σε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ το 2012 αποτέλεσε τον βασικό κορμό μιας τρικομματικής κυβέρνησης. Δύσκολα, λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι κάθε μορφή συνεργασίας συνιστά από μόνη της απειλή για τη χώρα.

Για παράδειγμα, ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν εκείνος που το 1989 μιλούσε περί «λαϊκής εντολής που επιβάλει συνεννόηση». Χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 2012 ο Αντώνης Σαμαράς θα πει – ενόψει της συγκυβέρνησης: «Όσα αναφέρει το πρόγραμμα σύγκλισης των τριών κομμάτων, της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, ισχύουν απολύτως. Είναι η πυξίδα της κυβέρνησης». Λίγες μέρες αργότερα θα προσθέσει: «Ο λαός το έκρινε και μας έστειλε εδώ… και για να συνεργαστούμε μεταξύ μας».

Κατά συνέπεια το ερώτημα που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι γιατί η ΝΔ του 1989 και του 2012 θεωρούσε τις συνεργασίες αναγκαίες, ακολουθώντας -όπως έλεγε ο Αντώνης Σαμαράς- τον «δύσκολο δρόμο της κοινής ευθύνης», ενώ η ΝΔ του 2026 θεωρεί την απουσία αυτοδυναμίας κίνδυνο ακυβερνησίας.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0