ενημέρωση 3:11, 12 August, 2026

A touch of class - Ο Δημήτρης Μυράτ, η Τζένη Καρέζη και ο Δημήτρης Χορν σε σπάνιο στιγμιότυπο απ΄το γάμο της με τον Ζάχο Χατζηφωτίου

Η λήψη είναι συγκεκριμένα από τη γαμήλια δεξίωση που είχε δοθεί στην “Auberge” με καλεσμένη την αφρόκρεμα της κοσμικής Αθήνας τον Μάιο του 1962 για τον γάμο της ηθοποιού με τον Ζάχο Χατζηφωτίου.

Ο Δημήτρης Μυράτ, η Τζένη Καρέζη και Δημήτρης Χορν είχαν καταγραφεί σε ένα σπάνιο στιγμιότυπο από την γαμήλια δεξίωση που είχε δοθεί στην “Auberge” με καλεσμένη την αφρόκρεμα της κοσμικής Αθήνας τον Μάιο του 1962 για τον γάμο της ηθοποιού με τον Ζάχο Χατζηφωτίου.

Λέγεται ότι έξω από την εκκλησία στη Φιλοθέη όπου τελέστηκε το μυστήριο είχε συγκεντρωθεί πλήθος 5 χιλιάδων ατόμων ενώ οι προσκεκλημένοι ήταν μόνο 500. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο Ζάχος Χατζηφωτίου είχε αφηγηθεί:

A touch of class: Ο Δημήτρης Μυράτ, η Τζένη Καρέζη και ο Δημήτρης Χορν σε σπάνιο στιγμιότυπο απ΄το γάμο της με τον Ζάχο Χατζηφωτίου 2

«Με την Τζένη Καρέζη νομίζω ήμασταν μαζί τέσσερα χρόνια. Άλλη η Τζένη στο θέατρο και τον κινηματογράφο και άλλη στο σπίτι. Υποδειγματική σύζυγος, μαγείρευε. Με την Τζένη χωρίσαμε επειδή σχεδόν δεν βλεπόμασταν. Άλλο το δικό της ωράριο, αλλιώτικο το δικό μου. Όταν εγώ ερχόμουν στο σπίτι να κοιμηθώ, εκείνη σηκωνόταν να πάει σε πρωινό κινηματογραφικό γύρισμα. Μέναμε στο ίδιο σπίτι, αλλά δεν βρισκόμασταν. Μόνο στον διάδρομο βρισκόμασταν». 

Πηγή: Grace

Πώς είναι να βλέπεις το γυμνό πορτρέτο σου να πωλείται για 39 εκατομμύρια δολάρια

Η μούσα του Λούσιαν Φρόιντ, Σου Τίλεϊ, μιλά για το έργο «Sleeping by the Lion Carpet» («Κοιμισμένη δίπλα στο χαλί με το λιοντάρι»), έναν από τους τέσσερις πίνακες του καλλιτέχνη στους οποίους απεικονίζεται γυμνή

ΗΣου Τίλεϊ ήταν 35 ετών και εργαζόταν σε μια υπηρεσία εύρεσης εργασίας στο Λονδίνο όταν έβγαλε τα ρούχα της και επέτρεψε στον Βρετανό ζωγράφο Λούσιαν Φρόιντ να τη ζωγραφίσει γυμνή.

Την Τετάρτη, ένα από τα τέσσερα γυμνά πορτρέτα που δημιούργησε ο Φρόιντ με μοντέλο την Τίλεϊ πωλήθηκε στον οίκο Sotheby’s του Λονδίνου έναντι 39 εκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας την τρίτη υψηλότερη τιμή που έχει επιτευχθεί ποτέ σε δημοπρασία για έργο του καλλιτέχνη.

«Η Μόνα Λίζα δεν ήταν ζωντανή όταν έγινε διάσημη. Εγώ όμως είμαι», σχολίασε η Τίλεϊ αναφερόμενη στο ενδιαφέρον που εξακολουθεί να συγκεντρώνει το έργο «Sleeping by the Lion Carpet» («Κοιμισμένη δίπλα στο χαλί με το λιοντάρι»), το οποίο φιλοτεχνήθηκε το 1995-1996.

 Πώς φτιάχτηκαν οι πίνακες της Τίλεϊ

Ο Φρόιντ, εγγονός του διάσημου ψυχαναλυτή Σίγκμουντ Φρόιντ, ήταν τότε 70 ετών και ήδη μια θρυλική μορφή στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου. Είχε γίνει γνωστός για τα οδυνηρά ειλικρινή πορτρέτα φίλων, εραστών και γνωστών του, συχνά γυμνών. Όταν της ζήτησε για πρώτη φορά, το 1992, να ποζάρει για εκείνον, η Τίλεϊ ένιωθε μάλλον συνηθισμένη σε σύγκριση με τον διάσημο ζωγράφο. Μια ανύπαντρη γυναίκα, σχεδόν με τα μισά του χρόνια, που εργαζόταν ως προϊστάμενη σε κέντρο απασχόλησης και παράλληλα έκανε νυχτοκάματα ως ταμίας στο λονδρέζικο νυχτερινό κέντρο Taboo, που ανήκε σε κάποιον φίλο της.

Ο φίλος αυτός, όμως, ήταν ο καλλιτέχνης περφόρμανς Λι Μπάουερι, ο οποίος είχε ήδη ποζάρει για τον Φρόιντ. Πίστευε ότι η Τίλεϊ θα αποτελούσε εξαιρετικό μοντέλο, επειδή ήταν αξιόπιστη και τολμηρή, όπως λέει η ίδια. Εκείνος ήταν που τους γνώρισε. Σήμερα, στα 69 της χρόνια, η Τίλεϊ θυμάται ακόμη την πρώτη τους συνάντηση, σε γεύμα στο River Cafe του Λονδίνου. «Ένιωθα το βλέμμα του να με διαπερνά σε όλη τη διάρκεια του γεύματος», λέει. Δέχτηκε να ποζάρει επειδή, όπως παραδέχεται, «ήταν αστείος και μας πήγαινε σε ωραία εστιατόρια». Μετά τη λήξη της πρωινής βάρδιας της πήγαινε στο ατελιέ του. Κάθε πίνακας απαιτούσε περίπου εννέα μήνες για να ολοκληρωθεί. Όταν τελείωσε ο πρώτος, άλλαξαν τον τρόπο εργασίας τους. Η Τίλεϊ αναπροσάρμοσε το ωράριό της ώστε να ποζάρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, επιτρέποντας στον Φρόιντ να τη ζωγραφίζει στο φυσικό φως, το οποίο προτιμούσαν και οι δύο. Ο ζωγράφος την πλήρωσε αρχικά με 20 λίρες ημερησίως, ποσό που αντιστοιχούσε τότε περίπου σε 35 δολάρια. Αργότερα αύξησε την αμοιβή στις 33 λίρες, δηλαδή περίπου 50 δολάρια.

Η ίδια το έκανε περισσότερο για διασκέδαση και από περιέργεια. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πόσο πολύτιμα θα γίνονταν κάποτε τα πορτρέτα της. «Υπολογίζω ότι η αξία μου φτάνει περίπου τα 100 εκατομμύρια λίρες», λέει. Στην πραγματικότητα, τα έργα στα οποία απεικονίζεται έχουν μεταπωληθεί σε δημοπρασίες έναντι περίπου 129 εκατομμυρίων δολαρίων συνολικά, συμπεριλαμβανομένου και του «Lion Carpet».

Οι προσωπογραφίες της σταθμός στο είδος για τον 20ο αιώνα

Σήμερα, η καλλιτεχνική συνεργασία τους θεωρείται μία από τις μεγάλες κατακτήσεις της προσωπογραφίας του 20ού αιώνα. Οι τέσσερις μνημειακών διαστάσεων πίνακες του Φρόιντ, στους οποίους η Τίλεϊ απεικονίζεται γυμνή να κάθεται, να κοιμάται ή να είναι ξαπλωμένη στο πάτωμα του ατελιέ του, έχουν εκτεθεί σε μουσεία και αποτελούν αντικείμενο πόθου συλλεκτών σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι κριτικοί έχουν περιγράψει το πληθωρικό και ευάλωτο σώμα της με όρους που παραπέμπουν στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική. Το «Sleeping by the Lion Carpet» αποτέλεσε το τελευταίο και κορυφαίο έργο της συγκεκριμένης ενότητας πορτρέτων, γεγονός που ίσως εξηγεί και την τιμή των 39 εκατομμυρίων δολαρίων που πέτυχε στη δημοπρασία, σύμφωνα με τον δημοπράτη Όλιβερ Μπάρκερ. Ο πίνακας έχει παρουσιαστεί σε πολυάριθμες εκθέσεις αφιερωμένες στον Φρόιντ. Ο κριτικός τέχνης Μάρτιν Γκέιφορντ έγραψε ότι το έργο «ξεπερνά τους «Λουόμενους» του Κουρμπέ και άλλα παρόμοια έργα του παρελθόντος ως προς την επιβλητικότητα της φυσικής παρουσίας που αποπνέει». Ο Sotheby’s είχε εκτιμήσει ότι η τιμή πώλησής του θα κυμαινόταν μεταξύ 33 και 46 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο καμβάς, με ύψος σχεδόν δυόμισι μέτρα, ξεπέρασε την τιμή των 33,6 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε καταβάλει το 2008 ο Ρώσος δισεκατομμυριούχος Ρομάν Αμπράμοβιτς για το συγγενικό έργο «Benefits Supervisor Sleeping» του 1995. Ωστόσο, η πώληση της Τετάρτης εξακολουθεί να υπολείπεται του ποσού των 56,2 εκατομμυρίων δολαρίων που κατέβαλε αγοραστής το 2015 για το «Benefits Supervisor Resting», επίσης με μοντέλο την Τίλεϊ και φιλοτεχνημένο το 1994. Το απόλυτο ρεκόρ για έργο του Φρόιντ παραμένουν τα 86,3 εκατομμύρια δολάρια που κατέβαλε ο αγοραστής του έργου «Large Interior, W11 (από τον Watteau)», το οποίο δημιουργήθηκε μεταξύ 1981 και 1983 και πωλήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια από τους διαχειριστές της περιουσίας του συνιδρυτή της Microsoft, Πολ Άλεν.

Η σχέση της με το σώμα της και τις απεικονίσεις του

Η Τίλεϊ, πλέον συνταξιούχος, ζει στο Σεντ Λέοναρντς-ον-Σι, μια παραθαλάσσια λουτρόπολη περίπου 110 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Λονδίνου. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με την κηπουρική και πηγαίνει συχνά στον κινηματογράφο. Την Τετάρτη παρακολούθησε τη δημοπρασία μέσω ζωντανής διαδικτυακής μετάδοσης, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου στον καλλιτεχνικό χώρο Hastings Contemporary, όπου είχε προσκληθεί να μιλήσει για τον Φρόιντ.

Η Τίλεϊ απόλαυσε τον ρόλο της ως μίας από τις σημαντικότερες μούσες του καλλιτέχνη, ιδιαίτερα επειδή, όπως λέει, δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή ερωτική ένταση ανάμεσά τους. «Ευτυχώς», σχολιάζει, για αυτή η καθαρά επαγγελματική και φιλική σχέση είναι που την έκανε να νιώθει αρκετά άνετα ώστε να αφήνει τον Φρόιντ να καθορίζει τις στάσεις του σώματός της. «Μερικές φορές αποκοιμιόμουν στ’ αλήθεια και αισθανόμουν ένα χέρι να μετακινεί το στήθος μου στη θέση που ήθελε», θυμάται. Δεν την ενοχλούσε, λέει, επειδή ένιωθε πως στα μάτια του αποτελούσε ένα έργο τέχνης.

Η πρώτη φορά που είδε τον εαυτό της ολοκληρωμένο πάνω στον καμβά δεν ήταν εύκολη εμπειρία. Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το σώμα της. «Μου φάνηκα σχεδόν τερατώδης», λέει. Κάποτε, σε μια έκθεση της Whitechapel Gallery όπου παρουσιαζόταν ένα από τα πορτρέτα της, ένιωσε άβολα όταν άκουσε έναν επισκέπτη να ισχυρίζεται ότι ο Φρόιντ θα πρέπει να μισούσε τις γυναίκες, εξαιτίας του αμείλικτου τρόπου με τον οποίο είχε αποδώσει τις πτυχώσεις και τις ατέλειες του σώματός της. «Με αποκάλεσε καημένη χοντρή γυναίκα», θυμάται. Αποφάσισε όμως ότι ο άνδρας αυτός έκανε λάθος.

«Ξέρω ότι δεν είμαι από τις ομορφότερες γυναίκες του κόσμου», λέει και συμπληρώνει: «Όμως υπάρχουν μέρες που βάφομαι λίγο και νιώθω υπέροχα».  Αισθάνθηκε ακόμη καλύτερα καθώς τα πορτρέτα του Φρόιντ άρχιζαν να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αναγνώριση. Με τα χρόνια έχει δεχθεί ακόμη και επικοινωνίες από ανθρώπους που είχαν ποζάρει για τον Ζαν-Μισέλ Μπασκιά και άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, ζητώντας τη συμβουλή της για το πώς να διαχειριστούν τη δημόσια έκθεση και την κριτική που συνοδεύει τον κόσμο της τέχνης. Η ίδια τους συμβουλεύει «να το αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία». Τους προειδοποιεί επίσης να μην περιμένουν δικαιώματα από τις μεταπωλήσεις των έργων. Οι μούσες δε δικαιούνται τίποτα.

Κανένας συλλέκτης δεν την έχει προσκαλέσει ποτέ να δει τα πορτρέτα της από κοντά στις ιδιωτικές του συλλογές, λέει η ίδια — ούτε καν ο δισεκατομμυριούχος Τζο Λιούις, ο οποίος πούλησε το «Lion Carpet». Ωστόσο, ενόψει της δημοπρασίας της Τετάρτης, ο Sotheby’s την κάλεσε να επισκεφθεί το έργο στα γραφεία του στην Bond Street. Στη συνέχεια της ζήτησαν αν θα ήταν διατεθειμένη να ποζάρει ξανά μπροστά του, αυτή τη φορά ντυμένη, δίπλα σε αντίγραφο του αυθεντικού χαλιού που είχε αγοράσει ο Φρόιντ από αγορά της Portobello Road.

Η Τίλεϊ δέχτηκε. Τη διασκέδασε ιδιαίτερα το γεγονός ότι, έπειτα από τόσα χρόνια, της δινόταν η ευκαιρία να ξαναζήσει για λίγο τον ρόλο της.

H Anthropic κατηγορεί την Κίνα ότι «έκλεψε» τις προηγμένες ικανότητες του Claude

H Anthropic υποστηρίζει ότι η κινεζική Alibaba κόπιαρε τις ικανοτήτες του μοντέλου με τη μέθοδο της «απόσταξης».

Σε μια απότομη κλιμάκωση του ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη, η αμερικανική Anthropic κατηγορεί τον κινεζικό γίγαντα του ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba ότι υπέκλεψε τις προηγμένες δυνατότητες του μοντέλου της Claude.

Με επιστολή της προς την αμερικανική Γερουσία, η Anthropic καταγγέλλει ότι εταιρείες που συνδέονται με την Alibaba πραγματοποίησαν μεγάλη επιχείρηση «απόσταξης» (distillation), μια τεχνική στην οποία οι απαντήσεις ενός ισχυρού μοντέλου χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση ενός πιο αδύναμου.

Στην επιχείρηση, η οποία σύμφωνα με την Anthropic ήταν η μεγαλύτερη επίθεση του είδους της, σχεδόν 25.000 διαφορετικοί λογαριασμοί είχαν 28,8 εκατομμύρια αλληλεπιδράσεις με το Claude από τις 22 Απριλίου μέχρι τις 5 Ιουνίου 2026.

H επιστολή, η οποία φέρει ημερομηνία 10 Ιουνίου, εστάλη στους γερουσιαστές Τιμ Σκοτ και Ελίζαμπεθ Γουόρεν, επικεφαλής της Επιτροπής Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ενόψει προγραμματισμένης συνεδρίασης για την τεχνητή νοημοσύνη.

«Γεωπολοτικοί ανταγωνιστές»

Η Anthropic υπενθυμίζει στο κείμενο ότι οι ΗΠΑ έχουν εντάξει την Alibaba σε μαύρη λίστα λόγω των φερόμενων συνδέσεών της με τον κινεζικό στρατό.

«Οι επιθέσεις απόσταξης μετατρέπουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια αμεικανικών επενδύσεων […[ σε μια γιγάντια επιδότηση για τους γεωπολιτικούς ανταγωνιστές μας» κατήγγειλε η καλιφορνέζικη εταιρεία.

Η επίθεση «βιομηχανικής κλίμακας», είπε, έβαλε στο στόχαστρο τα πιο προηγμένα χαρακτηριστικά του Claude, όπως την προσέγγισή του στη λήψη αποφάσεων και τη συλλογιστική του ικανότητα.

Τον Απρίλιο, ο Λευκός Οίκος είχε κατηγορήσει ανοιχτά την Κίνα ότι υποκλέπτει την πνευματική ιδιοκτησία των αμερικανικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.

Είχε προηγηθεί τον Φεβρουάριο η καταγγελία της Anthropic για επιχειρήσεις απόσταξης από την κινεζική DeepSeek, η οποία εξέπληξε τον κόσμο της τεχνολογίας το 2025 όταν παρουσίασε ένα προηγμένο μοντέλου χαμηλού κόστους.

Παρόμοιες κατηγορίες εναντίον κινεζικών εταιρειών έχει προβάλλει και η OpenAI.

Στις 12 Ιουνίου, δύο ημέρες αφότου συντάχθηκε η επιστολή της Anthropic, η αμερικανική κυβέρνηση απαίτησε από την εταιρεία να εμποδίσει την πρόσβαση μη αμερικανών χρηστών στο νέο μοντέλο Fable, μια αποδυναμωμένη βερσιόν του μοντέλου Mythos, το οποίο φέρεται να διαθέτει προηγμένες ικανότητες κυβερνοεπιθέσεων.

Η Anthropic εξέφρασε τη διαφωνία της αλλά επέλεξε τελικά να αποσύρει εντελώς το Fable.

Τελικά θέλουμε Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή τα «ευρωπαϊκά ιδεώδη» σταματούν όταν το ζήτημα είναι η γίδα στη δική μας πλάτη;

Κάποια στιγμή πρέπει να συζητήσουμε εάν πραγματικά θέλουμε έναν θεσμό όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, άρα και την αυτοτέλειά του

Εάν κανείς διαβάσει δημοσιεύματα αρκετών φιλοκυβερνητικών μέσων, θα πιστέψει ότι η κ. Κοβέσι είναι κάποια εμμονική που υποκινούμενη, άγνωστο από ποιους, προσπαθεί να παρέμβει στην εσωτερική ελληνική πολιτική ζωή, να την ποινικοποιήσει και να κάνει τη ζωή της κυβέρνησης δύσκολη σε προεκλογική περίοδο.

Όμως, για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κ. Κοβέσι ηγείται ενός πολύ σημαντικού ευρωπαϊκού θεσμού και η δράση της συμβάλλει στο να βαθύνει η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την ώρα που σε πιο άμεσο επίπεδο βοηθάει, ώστε να περιοριστεί η διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων και άλλες εκδοχές διαφθοράς στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και ο λόγος που εκτιμήθηκε ότι έχει σημασία να υπάρχει ένας ευρωπαϊκός εισαγγελικός θεσμός, αυτόνομος από τις εθνικές δικαστικές αρχές, ήταν ακριβώς ότι συχνά σε εθνικό επίπεδο μεθοδεύεται η συγκάλυψη τέτοιων υποθέσεων. Αντιθέτως, ένας ευρωπαϊκός θεσμός που δεν θα λογοδοτούσε σε εθνικά όργανα αλλά σε ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν θα είχε κανένα λόγο να συγκαλύπτει υποθέσεις, γιατί θα ήταν έξω από τα εθνικά πολιτικά δίκτυα και έξω από τους εθνικούς μηχανισμούς χειραγώγησης ή εκβιασμού της δικαιοσύνης.

Επειδή, όμως, η απονομή της δικαιοσύνης είναι σε εθνική υπόθεση, δηλαδή αφορά τα εθνικά δικαστήρια, έπρεπε να έχουν γραφεία σε κάθε χώρα στελεχωμένα από εισαγγελικούς λειτουργούς κάθε χώρας.

Στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποδείχτηκε ιδιαίτερα ικανή να εντοπίζει σκάνδαλα και να ξεκινά την ποινική διερεύνησή τους, σκάνδαλα όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ. Για να το κάνει αυτό στηρίχτηκε στη δουλειά των Ελλήνων εισαγγελέων που εργάζονται για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτοί ειδικά βρέθηκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης και των φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης. Εξηγεί γιατί η κυβέρνηση προφανώς θα προτιμούσε να επιλεγούν κάποιοι άλλοι, αλλά και το γιατί η ίδια η Κοβέσι ήθελε να ανανεώσει τη θητεία τους ακριβώς επειδή έκαναν τη δουλειά τους σωστά.

Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση, αντί να αγκαλιάσει και να σεβαστεί τον νέο θεσμό, τον έβαλε στο στόχαστρο και έκανε το ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των ήδη υπηρετούντων κεντρικό. Αρκεί να αναλογιστούμε τις ιδιαίτερα επιθετικές και απαξιωτικές για την κ. Κοβέσι δηλώσεις που έκαναν ακόμη και υπουργοί της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Όμως, η απόφαση για την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εισαγγελικών λειτουργών που εργάζονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αφορά το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Η κ. Κοβέσι υποστήριξε ότι ακριβώς επειδή είναι αυτοτελής ευρωπαϊκός θεσμός έχει την αρμοδιότητα της απόφασης και τα εθνικά όργανα απλώς την επικυρώνουν. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είχε άλλη γνώμη, θεωρώντας ότι το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, και αποφάσισε να μην ανανεωθούν πλήρως, δηλαδή για πέντε χρόνια, αλλά μόνο για δύο. Η κ. Κοβέσι αντέδρασε, προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, η προσφυγή της απορρίφθηκε και όλα δείχνουν ότι πάμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Αυτό μπορεί να φαντάζει ως ένα νομικό και διαδικαστικό ζήτημα, όμως δεν είναι. Γιατί ανεξαρτήτως του ποια θα είναι η τελική απόφαση, το ζήτημα ξεκίνησε γιατί η κυβέρνηση εξαρχής αντιμετώπισε με εχθρότητα έναν θεσμό ακριβώς επειδή αποκάλυψε τα σκάνδαλά της.

Αντί δηλαδή να υποστηρίξει τον θεσμό αυτό η κυβέρνηση στην πράξη τον πολέμησε. Και αυτό ήταν που δημιούργησε ένα κλίμα που δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χώρο της δικαιοσύνης.

Γιατί εάν η κυβέρνηση είχε εξαρχής πει ότι αποδέχεται τη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ότι αναγνωρίζει τη σημασία του έργου της και ότι υπόσχεται ότι θα τη βοηθήσει με κάθε τρόπο, ότι της παρέχει κάθε υποδομή που θα χρειαστεί, προφανώς και τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Και ίσως να μην είχαμε φτάσει στην αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τον Άρειο Πάγο.

Και αυτό μας φέρνει στο πραγματικό ερώτημα: θέλουμε όντως «να γίνουμε Ευρώπη»; Θέλουμε όντως ευρωπαϊκούς θεσμούς που να λειτουργούν; Θέλουμε όντως να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα «ενδημικής διαφθοράς»; Ή όλα αυτά ξεχνιούνται όταν στο στόχαστρο είναι το δικό μας κόμμα, τα δικά μας στελέχη, η δική μας διαφθορά.

Πηή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0