ενημέρωση 1:35, 5 September, 2026

Το λεξιλόγιο της «ΕΛ.Α.Σ» - Πώς ο Αλέξης Τσίπρας χτίζει το νέο του αφήγημα

Η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα για την διακήρυξη του νέου κόμματος. Η «ΕΛ.Α.Σ» παρουσιάζεται ως νέα αρχή μέσα από ένα λεξιλόγιο που συνδέει δημοκρατία, αξιοπρέπεια, ασφάλεια και καθημερινότητα.

Ηβραδιά της 26ης Μαΐου 2026 στο Θησείο δεν συνιστά απλώς την ανακοίνωση ενός νέου πολιτικού φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα. Η παρουσίαση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ) αποτελεί μια προσεκτικά οργανωμένη άσκηση πολιτικής επικοινωνίας για τον επαναπροσδιορισμό του προοδευτικού αφηγήματος.

Δημοκρατία – Άνθρωπος – Ζωή: οι συχνότερες λέξεις

Το επιτελείο και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχουν προσεκτικά επιλέξει τους βασικούς άξονες στους οποίους κινήθηκε η ομιλία, οι οποίοι σηματοδοτούν την πολιτική ταυτότητα του νέου κόμματος. Δημοκρατία, άνθρωπος και ζωή βρίσκονται στο επίκεντρο.

O Τσίπρας επιλέγει να μην ξεκινήσει από τον κομματικό ανταγωνισμό, αλλά από την κοινωνική εμπειρία.

Η λέξη «άνθρωπος» δεν λειτουργεί τυχαία ως ένας από τους δύο ισχυρότερους όρους της ομιλίας. Συμπυκνώνει την προσπάθεια να εμφανιστεί το νέο κόμμα «ΕΛ.Α.Σ» ως φορέας μιας πολιτικής που βάζει, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, «τους ανθρώπους πάνω από τους αριθμούς». Η πολιτική αντιπαράθεση δεν παρουσιάζεται μόνο ως μάχη προγραμμάτων, αλλά ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ηθικές τάξεις.

Η λέξη «δημοκρατία», από την άλλη, λειτουργεί ως ο βασικός αξιακός άξονας. Ο Τσίπρας μιλά για «Δημοκρατία χωρίς ασυλία», για λογοδοσία, για θεσμούς, για δικαιώματα, για «Νέα Μεταπολίτευση». Εδώ η πλαισίωση που έχει επιλέξει το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζει το «πρόβλημα» της χώρας όχι μόνο ως οικονομικό, αλλά και ως θεσμικό και ηθικό. Η κρίση παρουσιάζεται ως κρίση εμπιστοσύνης. Και η απάντηση δεν είναι απλώς κυβερνητική εναλλαγή, αλλά «αλλαγή πολιτικής».

 

Η δομή της ομιλίας Τσίπρα

Η ομιλία στηρίζεται σε μια γνώριμη αφηγηματική δομή. Πρώτα η διάγνωση της κρίσης, μετά η αναγνώριση του «κοινωνικού άχθους», στη συνέχεια η ηθική καταγγελία και τέλος η υπόσχεση συλλογικής επανεκκίνησης. Οι επτά δεσμεύσεις λειτουργούν ως μετάβαση από τη ρητορική στην προγραμματική γλώσσα: αξιοπρεπής ζωή, δημοκρατία, δίκαιη ανάπτυξη, κοινωνικό κράτος, ανθεκτικότητα, ψηφιακή κυριαρχία, εξωτερική πολιτική ειρήνης.

Οι κεντρικοί θεματικοί άξονες της ομιλίας

Αποκωδικοποιώντας τις βασικές θεματικές της ομιλίας, συγκροτείται ένα σαφές σημασιολογικό πεδίο με τους παρακάτω άξονες.

  • «Κοινωνία»: Εμφανίζονται στην κορυφή των μετρήσεων. Ο όρος υποκαθιστά παλαιότερες ταξικές αναφορές Τσίπρα, στοχεύοντας σε ένα ευρύτερο, πολυσυλλεκτικό ακροατήριο.
  • «Δημοκρατία» & «Δικαιοσύνη»: Λειτουργούν ως οι δίδυμοι πυλώνες της νέας ρητορικής, συχνά σε άμεση σύζευξη («η δημοκρατία εκφυλίζεται χωρίς δικαιοσύνη»).
  • «Ασφάλεια» & «Αξιοπρέπεια»: Λέξεις που παραδοσιακά μονοπωλούσε η συντηρητική παράταξη, εδώ επανανοηματοδοτούνται καθώς συνδέονται με την εργασία, τη στέγαση και ευρύτερα την καθημερινότητα. Στην ομιλία, η ασφάλεια δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή ατζέντα της τάξης ή της άμυνας.
  • «Δεσμευόμαστε»: Η επαναλαμβανόμενη χρήση του ρήματος στον πρώτο πληθυντικό λειτουργεί επιτελεστικά, προσδίδοντας «κυβερνητική βαρύτητα» και ηγετική αποφασιστικότητα.

Το Δίπολο «Εμείς» απέναντι στους «Άλλους»

Ο λόγος του Τσίπρα δομείται γύρω από μια κάθετη ρήξη, με την οριοθέτηση του πολιτικού αντιπάλου.

Από τη μία πλευρά, τοποθετείται η «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία», οι μισθωτοί, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και η νεολαία, όπου αυτο-τοποθετείται και το νέο κόμμα. Απέναντί, δεν βρίσκεται απλώς η παρούσα κυβέρνηση, αλλά ένα συστημικό πλέγμα εξουσίας. Με αναφορές σε «καρτέλ» που ελέγχουν την οικονομία, σε «άπληστη ολιγαρχία» που λυμαίνεται τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και σε ξένα funds περιγράφει ο Αλέξης Τσίπρας τους «Άλλους».

Από τη μία οι πολλοί, από την άλλη οι λίγοι. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι εργαζόμενοι, οι νέοι που σκέφτονται να φύγουν στο εξωτερικό, οι εκπαιδευτικοί, οι συνταξιούχοι, οι άνθρωποι του τουρισμού, οι κτηνοτρόφοι, οι μικρομεσαίοι. Από την άλλη, η «ολιγαρχία», τα «καρτέλ», τα «funds», τα «εξωθεσμικά κέντρα», τα «παλιά κόμματα»

«Μικρές ιστορίες» της καθημερινότητας

Ο λόγος του Αλέξη Τσίπρα εστιάζει στην καθημερινότητα με αναφορές και προσωπικές ιστορίες της «διπλανής πόρτας».

Στη μέση της ομιλίας του, τα στατιστικά της ανεργίας και της ακρίβειας αποκτούν ονόματα και πρόσωπα:

  • Ο 32χρονος Γιάννης, ερευνητής με διδακτορικό που μένει στο παιδικό του δωμάτιο.
  • Η Σοφία, εκπαιδευτικός στην επαρχία που συνθλίβεται από το ενοίκιο.
  • Ο συνταξιούχος Δημήτρης στο σούπερ μάρκετ.
  • Ο κτηνοτρόφος Στέργιος.

Δεν μιλάει πια για τον λαό ως αφηρημένη μάζα, αλλά για ανθρώπους γνώριμους σε όλους μας. Οι ιστορίες που επικαλείται θυμίζουν -λίγο πολύ- ιστορίες που όλοι μας κάπως γνωρίζουμε. Αυτές οι «μικρές ιστορίες» γίνονται τα σημεία διεπαφής μεταξύ της θεωρητικής (μακρο)πολιτικής και του καθημερινού πολίτη-ψηφοφόρου.

Ο «Νέος Πατριωτισμός» ως Πολιτική Πυξίδα

Γίνεται έντονα μια επίκληση σε έναν «Νέο Πατριωτισμό». Εδώ, επιχειρείται η επανοικειοποίησή του όρου «πατριωτισμός». Συνδέεται όχι με εθνικιστικές κορώνες, αλλά με την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και την προστασία του διεθνούς δικαίου με ρητές μάλιστα αναφορές σε Ουκρανία, Γάζα και Κυπριακό.

Και το όνομα αυτού – ΕΛ.Α.Σ

Το όνομα ΕΛ.Α.Σ – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη παρουσιάστηκε μέσα από έναν σκηνοθετικό τρόπο γεμάτο συμβολισμούς. Βίντεο με μικρές ιστορίες των πρωταγωνιστών της καθημερινότητας και στο τέλος του ένα νεαρό κορίτσι πλησιάζει τον Αλέξη Τσίπρα για να του δώσει «σαν σκυτάλη» το όνομα του νέου κόμματος.

Το «ΕΛ.Α.Σ» ως ακρωνύμιο παραπέμπει αναπόφευκτα σε ιστορικές μνήμες της Αριστεράς και της Εθνικής Αντίστασης, κάτι που ενισχύεται από τις αναφορές της ομιλίας στο ΕΑΜ, την ΕΔΑ, το ΠΑΣΟΚ των πρώτων χρόνων της Αλλαγής και τον ΣΥΡΙΖΑ της «Πρώτης Φοράς Αριστερά». Η νέα αρχή, επομένως, δεν παρουσιάζεται ως ρήξη με το παρελθόν, αλλά ως απόπειρα σύνθεσης πολιτικών παραδόσεων: Ριζοσπαστική Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία, Πολιτική Οικολογία.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ναζίμ Χικμέτ - Η ποίηση της αντίστασης που ξεπέρασε σύνορα, διώξεις και μισαλλοδοξία

Η ζωή, οι διώξεις και το έργο ενός ποιητή που μίλησε με μια φωνή βαθιά πολιτική, ανθρώπινη και διαχρονική.

Ναζίμ Χικμέτ πέθανε σαν σήμερα, στις 3 Ιουνίου 1963, στη Μόσχα. Ο τούρκος ποιητής έζησε πολιτικές διώξεις, φυλακίσεις και εξορία και άφησε πίσω του ένα έργο βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο. Ένα έργο που ξεπέρασε από νωρίς τα όρια της χώρας, της γλώσσας και της ιδεολογικής του παράταξης.

Η είδηση του θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ στη Μόσχα προκάλεσε συγκίνηση πολύ πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης και της Τουρκίας.

Λίγες ημέρες μετά τον χαμό του, στις 16 Ιουνίου 1963, ο Γεώργιος Φτέρης σύστηνε τον ποιητή στους αναγνώστες του «ΒΗΜΑΤΟΣ», γράφοντας για τον θάνατό του:

«Οι τιμητικές εκδηλώσεις που επροκάλεσε ο πρόσφατος θάνατος του διάσημου Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, στη Μόσχα, είναι βέβαια κάτι το ευεξήγητο, άμα τις ιδούμε από την πλευρά της Ρωσίας και των άλλων κρατών που έχουν την ίδια με τη Ρωσία ιδεολογική τοποθέτηση. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να σκεφτεί ότι οι κομμουνιστές τιμούν έναν ομοϊδεάτη τους, που αγωνίστηκε σ΄όλη του τη ζωή κάτω από την ίδια με τη δική τους σημαία.

»Αλλά εδώ […] οι εκδηλώσεις αυτές δεν περιορίζονται μέσα στο κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, αφού και σ’ άλλες χώρες, μόλις μαθεύτηκε πως πέθανε ο Ναζίμ Χικμέτ, έγκριτοι λογοτέχνες και ειρηνόφιλοι ολωσδιόλου απροκάληπτοι κοινωνικά, έσπευσαν να τιμήσουν και την προσωπικότητά του και το έργο του».

Ο άνθρωπος πέρα από την ιδεολογία

Η παρατήρηση αυτή αποκτούσε ιδιαίτερο βάρος μέσα στο πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής. Ο Χικμέτ δεν ήταν ένας «ουδέτερος» ποιητής. Ήταν κομμουνιστής, στρατευμένος, κυνηγημένος από το τουρκικό κράτος, ένας δημιουργός του οποίου η ζωή και το έργο είχαν σημαδευτεί από τη σύγκρουση με την εξουσία:

«Το ότι ο τιμώμενος Τούρκος ποιητής ανήκε, με όλη την ιστορία του και με όλη τη δημιουργία του, σε μια παράταξη αντίθετη προς την αστική, δεν σημαίνει […] ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπομε τον άνθρωπο, και να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας για να μην ακούμε τον ποιητή».

Ο Φτέρης έβλεπε στον τρόπο με τον οποίο τιμήθηκε ο Χικμέτ μια ένδειξη ότι ο κόσμος «αρχίζει να γιατρεύεται σιγά – σιγά από το πάθος της μισαλλοδοξίας». Και υπογράμμιζε πως στον πνευματικό τομέα οι τέχνες δημιουργούν, συχνά, «μεταξύ των λαών ένα είδος “ελευθέρας ζώνης”».

Για το ελληνικό κοινό, ο Φτέρης στεκόταν και σε ένα άλλο στοιχείο: τη στάση του Ναζίμ Χικμέτ απέναντι στο Κυπριακό:

«Είχε το θάρρος, μέσα σ’ ένα μήνυμά του προ ετών να υποστηρίξει το δικαίωμα του Κυπριακού λαού για την αυτοδιάθεση. Αυτό ήταν μια γενναία, μια τίμια πράξη, και στις πράξεις που είναι γενναίες και τίμιες οφείλουμε όλοι σεβασμό».

Απέναντι στα στερεότυπα της εποχής

Η τουρκική καταγωγή του ποιητή δίνει στον Φτέρη την αφορμή να τοποθετηθεί και απέναντι στα στερεότυπα της εποχής.

«Για να αντιδράσω στη νοοτροπία, στη γνωστή αντίληψη μιας μερίδος του ελληνικού κοινού- εθνική έπαρση στο βάθος της – ότι τάχα ένας Τούρκος, ένας Τουρκαλάς, όπως εσυνηθίσαμε να νιώθουμε τους Τούρκους – δεν γίνεται νάναι ποιητής. Λοιπόν γίνεται και παραγίνεται.

»Ο Τούρκος ποιητής […] θα ετιμούσε κάθε τόπο, κάθε ευρωπαϊκό τόπο, και τον δυσκολότερο στα γούστα του, τον απαιτητικότερο, κι εκείνουν που έχει μια παλιά οικειότητα με τον ποιητικό λόγο […]

»Δεν υπάρχει κανένα ειδικό βασιλικό διάταγμα της Θείας Πρόνοιας για να βγάζουν επ’ άπειρον ποιητές μόνο οι θεωρούμενες καλλιεργημένες, οι ευρωπαϊκές και οι αγγλοσαξωνικές ράτσες. Μπορούν να βγάλουν κι’ οι Τούρκοι, κι’ οι Αρβανίτες, ας πούμε, κι’ οι φελλάχοι, κοντολογής κάθε λαός, από τη στιγμή που θα βρεθούν – άνθρωποι ικανοί να πάρουν επαφή και να συγκινηθούν με τα γεγονότα που επηρεάζουν την ανθρώπινη περιπέτεια».

Μια ποίηση κατανοητή και διεθνής

Δεν είναι τυχαίο ότι και ο ίδιος ο Χικμέτ μιλούσε για μια ποίηση ανοιχτή, κατανοητή, που δεν θα απευθύνεται μόνο σε λίγους.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 1.1.1963, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο τούρκος κριτικός Χασάν Κκουρέχ τοποθετεί τον Ναζίμ Χικμέτ κοντά στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, καθώς και οι δύο, όπως σημειώνει ο Φτέρης, αντλούν από «τη μεγάλη λαϊκή πηγή»:

«Εκείνος […] κατόρθωσε να εντάξει τον τουρκικό ποιητικό λόγο στη δυτική ποιητική αντίληψη».

Όπως εξηγεί ο Φτέρης, η τουρκική ποίηση παρέμεινε για αιώνες δεμένη με την αραβοπερσική και μουσουλμανική παράδοση, συχνά απομακρυσμένη από τη γλώσσα του λαού. Παράλληλα, όμως, στην ύπαιθρο αναπτύχθηκε μια ζωντανή λαϊκή ποίηση, από την οποία άντλησε και ο Ναζίμ Χικμέτ. Με τη δημοκρατική περίοδο, η τουρκική ποίηση άρχισε σταδιακά να αλλάζει μορφή, ώσπου ο Χικμέτ ολοκλήρωσε αυτή τη μεταβολή, φέρνοντας στην ποίησή του τη γλώσσα και την έκφραση των μαζών.

«Ο Ναζίμ Χικμέτ ολοκληρώνει τη μεταβολή, χωρίς ν΄ αφήσει αχρησιμοποίητη την ποιητική πείρα του παρελθόντος και μπάζει μέσα στην ποίησή του, που είναι δυτική στη μορφή της, την εκφραστική γλώσσα των μαζών».

Η έμπνευση από τον λαό

Στο ίδιο πνεύμα, ο Τριστάν Τζαρά, που είχε προλογίσει γαλλική μετάφραση ποιημάτων του Χικμέτ, αναφέρεται στο παγκόσμιο στοιχείο της ποίησής του. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τζαρά έβλεπε στο έργο του Χικμέτ μια ποίηση που, παρότι γεννημένη μέσα από τις ελπίδες και τους αγώνες του τουρκικού λαού, άγγιζε τους κοινούς πόθους όλων των ανθρώπων:

«Αν και το έργο του ανάβει ειδικά τις ελπίδες του τουρκικού λαού, η ποίησή του αγκαλιάζει την έκφραση, τη βαθύτατα ανθρώπινη, των κοινών πόθων όλων των λαών της οικουμένης […] Η ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ ανήκει στον κόσμο της πνευματικής δημιουργίας του σημερινού ανθρώπου, και με το πλάτος της ιστορικής της γνησιότητος αποκτά την αξία μιας οριστικής, μιας μόνιμης αλήθειας».

Το λαϊκό στοιχείο υπήρξε καθοριστικό στην ποίηση του Χικμέτ. Μέσα από αυτό αντλούσε τη χαρά, τον πόνο και την ανάγκη για ελευθερία, δίνοντας στα ποιήματά του έναν χαρακτήρα άμεσο, συχνά επικό, που ξεπερνούσε τα εθνικά σύνορα και μιλούσε για κοινές ανθρώπινες εμπειρίες.

Από αστική οικογένεια στον κοινωνικό αγώνα και τις διώξεις

Ο Φτέρης παραθέτει στην επιφυλλίδα του ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Χικμέτ, μέσα από τα οποία σκιαγραφείται η πολιτική και πνευματική του διαδρομή. Από τα πρώτα του ποιήματα και την αγωνιστική του διάθεση μέχρι τη στροφή του στον κομμουνισμό, τις φυλακίσεις και την εξορία:

«Ο Ναζίμ Χικμέτ γεννήθηκε στο 1902 στην Πόλη (άλλοι λένε στη Θεσσαλονίκη), κατάγεται από μια καλή αστική οικογένεια και άρχισε να γράφει ποιήματα πολύ νέος.

»Όπως πολύ νέος έδειξε μια έντονη αγωνιστική διάθεση. Στο 1920-22, εθνικιστής εκείνη την εποχή, άφησε τη Μικρασία όπου πολέμησε, και πήγε στη Μόσχα σταλμένος από τον Μουσταφά Κεμάλ για να σπουδάσει κοινωνιολογία.

»Εγύρισε κομμουνιστής κι’ από τότε δίνεται ολάκερος στον κοινωνικόν αγώνα, που δεν τον διακόπτουν παρά μόνο οι συχνές και μακρές φυλακίσεις του.

»Ανάμεσα 1929-1938 εκδίδει καμιά δεκαριά συλλογές ποιημάτων, γράφει τρία θεατρικά έργα, σάτιρες και άρθρα πολιτικά.

»Για να βγάζει το ψωμί του εργάζεται όπου βρει, σε τυπογραφεία, σ’ εφημερίδες.

»Στο 1938 καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε πολυετή φυλάκιση. Στην Προύσα, κλεισμένος στη φυλακή, έγραψε τα καλύτερα ποιήματά του, αυτά που τον επιβάλανε κι’ έξω από την Τουρκία, για να τον τοποθετήσουν κοντά στο Λόρκα, στο Μαγιακόφσκη και στον Νερούντα.

»Στο 1950, χάρη στις ενέργειες που έγιναν στο εξωτερικό, βγήκε από τη φυλακή και ξαναπήγε στη Μόσχα, όπου και πέθανε […]

»Και σαν τελευταίο σύνθημα, λίγοι στίχοι σε μετάφραση του κ. Στ Μαγιόπουλου, από το ποίημα “Αισιοδοξία”, γιατί ο Ναζίμ Χικμέτ ήταν πάντα αισιόδοξος, και στις φοβερότερες δοκιμασίες του, πάντα με τα μάτια του γυρισμένα προς τη ζωή:

“Μερες καλές θα δούμε παιδιά

μέρες καλές

ηλιόλουστες

θα δούμε.

Μεσ’ στα γαλάζια

θα οδηγήσουμε τη μηχανή μας,

παιδιά

μεσ’ τα γαλάζια…”

Το Ινστιτούτο Τσίπρα ανοίγει τη συζήτηση για την Ψηφιακή Κυριαρχία – «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους;»

Η παρέμβαση από το Ινστιτούτο Τσίπρα έρχεται σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση για την ψηφιοποίηση του κράτους δεν μπορεί να μένει μόνο στην ευκολία του χρήστη. «Στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, των δεδομένων και των cloud υποδομών, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το κράτος χρησιμοποιεί τεχνολογία. Είναι ποιος την ελέγχει. Ποιος κατέχει τη γνώση. Ποιος συγκεντρώνει τα δεδομένα» αναφέρει το ΙΝΑΤ

Την ώρα που ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους παρουσιάζεται συχνά ως ζήτημα περισσότερων πλατφορμών, ταχύτερων υπηρεσιών και νέων τεχνολογικών λύσεων, το ΙΝΑΤ θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: όταν το Δημόσιο πληρώνει για ψηφιακά έργα, τι ακριβώς αποκτά;

Αυτό είναι το βασικό ερώτημα της νέας μελέτης του ΙΝΑΤ με τίτλο «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους; Από την ξεπερασμένη λογική της εξάρτησης στη σύγχρονη ψηφιακή κυριαρχία», την οποία επεξεργάστηκαν ο Βαγγέλης Κανούλας, Καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ, και η Ευγενία Φωτονιάτα, Συντονίστρια του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ.

Η παρέμβαση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση για την ψηφιοποίηση του κράτους δεν μπορεί να μένει μόνο στην ευκολία του χρήστη. Η ψηφιακή κυριαρχία, όπως σημειώνει το ΙΝΑΤ, δεν είναι τεχνικός όρος για ειδικούς. Είναι ένα πρακτικό ζήτημα δημοσίου συμφέροντος: αν το κράτος, μέσα από τις ψηφιακές δαπάνες, αποκτά γνώση, τεχνογνωσία, υποδομές, δικαιώματα, ανοιχτά πρότυπα και δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή — ή αν περιορίζεται να αγοράζει υπηρεσίες που το κρατούν διαρκώς εξαρτημένο από λίγους μεγάλους τεχνολογικούς παρόχους.

Με αυτή την έννοια, η αμηχανία που εκφράστηκε πρόσφατα απέναντι στον όρο «ψηφιακή κυριαρχία» ίσως είναι αποκαλυπτική: δεν δείχνει ότι η έννοια είναι δυσνόητη, αλλά ότι ένα μέρος της πολιτικής σκέψης εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον ψηφιακό μετασχηματισμό με εργαλεία μιας προηγούμενης εποχής. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των δεδομένων και των κρίσιμων cloud υποδομών, το να μετρά κανείς την πρόοδο μόνο με τον αριθμό των πλατφορμών θυμίζει περισσότερο διαχειριστικό εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 2000 παρά στρατηγική για το μέλλον.

Στη μελέτη αναγνωρίζεται ότι η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, όπως το gov.gr, διευκόλυνε σημαντικά την καθημερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το επόμενο βήμα δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερες πλατφόρμες ή ταχύτερη έκδοση πιστοποιητικών. Στην εποχή των δεδομένων, της τεχνητής νοημοσύνης και των cloud υποδομών, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την τεχνολογία, ποιος κατέχει τη γνώση και τι μένει τελικά στο Δημόσιο.

Σύμφωνα με το ΙΝΑΤ, η αντίληψη που ταυτίζει την πρόοδο με περισσότερες ψηφιακές συμβάσεις, περισσότερες αναθέσεις και μεγαλύτερη εξάρτηση από κλειστά συστήματα ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή. Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα διαφορετικό μοντέλο ψηφιακού μετασχηματισμού, στο οποίο δημόσιο χρήμα σημαίνει δημόσια αξία.

Η μελέτη εστιάζει σε τέσσερις βασικούς άξονες:

• Δημόσιες συμβάσεις ψηφιακών έργων: διαφάνεια, απολογισμός κόστους, έλεγχος υπεργολαβιών, ανοιχτά πρότυπα, διαλειτουργικότητα, τεκμηρίωση και πραγματική δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή.
• Data centers: οι μεγάλες επενδύσεις ψηφιακών υποδομών πρέπει να συνοδεύονται από ρήτρες εθνικής ωφέλειας, πρόσβαση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων σε υπολογιστική ισχύ, θέσεις υψηλής εξειδίκευσης και διαφάνεια στο ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

• Τεχνητή νοημοσύνη: η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει παθητικός χρήστης ξένων εργαλείων, αλλά να επενδύσει σε ελληνικές λύσεις, δημόσια υπολογιστική ισχύ, ασφαλή δημόσια δεδομένα, προμήθειες καινοτομίας και αλγοριθμική λογοδοσία.

• Δημόσιο χρήμα – δημόσια αξία: κάθε ψηφιακό έργο που χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο οφείλει να αφήνει πίσω του τεχνογνωσία, υποδομές, τεκμηρίωση, δυνατότητα ελέγχου και επαναχρησιμοποιήσιμη ψηφιακή περιουσία.

Το ΙΝΑΤ ζητά επίσης ανεξάρτητο δημόσιο έλεγχο των μεγάλων ψηφιακών έργων των τελευταίων ετών. Όχι με λογική ποινικής προεξόφλησης, αλλά με κριτήρια διαφάνειας, ανταγωνισμού, πραγματικού κόστους, υπεργολαβιών, τεχνολογικής εξάρτησης και δημοσίου οφέλους.

Όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, το βασικό δίλημμα δεν είναι πια «ψηφιακό ή αναλογικό κράτος». Αυτό έχει κριθεί. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν το Δημόσιο θα λειτουργεί ως μόνιμος πελάτης τεχνολογικών λύσεων ή ως κράτος που αποκτά γνώση, έλεγχο και κυριαρχία πάνω στις κρίσιμες ψηφιακές του υποδομές.
Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο στο site του ΙΝΑΤ

Η ανάλυση από το Ινστιτούτο Τσίπρα

Όπως αναφέρεται από τη νέα ανάλυση με τίτλο Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους, το Ινστιτούτο Τσίπρα αναφέρει τα εξής:

Από την ξεπερασμένη λογική της εξάρτησης στη σύγχρονη ψηφιακή κυριαρχία

Υπάρχουν φράσεις που, χωρίς να το επιδιώκουν, ανοίγουν μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Η πρόσφατη ειρωνική αναφορά του Κυριάκου Πιερρακάκη στην έννοια της «ψηφιακής δημοκρατίας και κυριαρχίας» είναι μια τέτοια περίπτωση. Όχι επειδή έχει ιδιαίτερη σημασία η προσωπική του απορία. Αλλά επειδή φωτίζει έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης για το κράτος, την τεχνολογία και το δημόσιο συμφέρον.

Η έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας δεν είναι ούτε ακαδημαϊκή πολυτέλεια ούτε σύνθημα για ειδικούς. Είναι ένα απολύτως πρακτικό ερώτημα για το πώς λειτουργεί το κράτος, πώς ξοδεύεται το δημόσιο χρήμα και ποιος ελέγχει τελικά τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της χώρας.

Γιατί σήμερα το ζήτημα δεν είναι απλώς αν μια υπηρεσία του Δημοσίου έγινε ψηφιακή. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, έχει ήδη συμβεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους ψηφιακό κράτος χτίζουμε: ένα κράτος που αποκτά γνώση, ικανότητα και έλεγχο ή ένα κράτος που μετατρέπει διαρκώς βασικές λειτουργίες του σε υπηρεσίες που αγοράζει απ’ έξω;

Εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την ψηφιακή κυριαρχία.

Όταν το Δημόσιο επενδύει σε ψηφιακά έργα, δεν πρέπει να αγοράζει απλώς μια εφαρμογή που λειτουργεί σήμερα. Δεν αρκεί να εκδίδεται πιο γρήγορα ένα πιστοποιητικό, να ανοίγει μια πλατφόρμα χωρίς ουρές ή να μεταφέρεται μια συναλλαγή από το γκισέ στην οθόνη.

Το κρίσιμο είναι τι μένει πίσω.

Μένει γνώση στο Δημόσιο; Μένει τεχνογνωσία; Μένουν υποδομές που μπορεί να ελέγχει και να εξελίσσει; Μένουν δικαιώματα, ανοιχτά πρότυπα, δυνατότητα διαλειτουργικότητας και αλλαγής προμηθευτή; Μένει, τελικά, δημόσια αξία στη χώρα;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν μιλάμε για ψηφιακά κυρίαρχο κράτος. Μιλάμε για ένα κράτος που πληρώνει, αλλά δεν αποκτά. Για ένα κράτος που χρησιμοποιεί συστήματα που δεν ελέγχει, ανανεώνει διαρκώς άδειες που δεν του ανήκουν και οργανώνει κρίσιμες λειτουργίες πάνω σε υποδομές από τις οποίες δύσκολα μπορεί να απεγκλωβιστεί.

Αυτό δεν είναι σύγχρονος ψηφιακός μετασχηματισμός. Είναι η παλιά λογική του κράτους-πελάτη, ντυμένη με τεχνολογικό λεξιλόγιο.

Η αντίληψη που ταυτίζει την πρόοδο με περισσότερες πλατφόρμες, περισσότερες συμβάσεις και περισσότερες αναθέσεις σε μεγάλους τεχνολογικούς παρόχους δεν είναι νέα. Ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή: τότε που το ζητούμενο ήταν απλώς να μπει ένας υπολογιστής σε κάθε υπηρεσία, να ψηφιοποιηθεί ένα έντυπο, να φύγει ο πολίτης από την ουρά.

Σήμερα αυτό δεν αρκεί. Στην εποχή των δεδομένων, της τεχνητής νοημοσύνης, των cloudυποδομών και των κρίσιμων ψηφιακών συστημάτων, η απλή αγορά υπηρεσιών μπορεί να γίνει νέα μορφή εξάρτησης.

Δείτε εδώ όλη την ανάλυση

Προοδευτική πολιτική είναι αυτή που αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων και όχι αυτή που φαντάζει «ριζοσπαστική» με βάση το «αριστερόμετρο»

Κάποια στιγμή πρέπει να συμφωνήσουμε ότι το ερώτημα είναι εάν θα αλλάξουν προς το καλύτερο οι ζωές των ανθρώπων και όχι εάν κάτι ταιριάζει με τη μία ή την άλλη ιδεολογική εμμονή μας

Η χώρα χρειάζεται μια βαθιά αλλαγή πολιτικής. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας είναι σήμερα βαθιά δυσαρεστημένη, ανασφαλής και χωρίς αισιοδοξία για το μέλλον. Αλλά και με το ότι μια σειρά από αντικειμενικούς δείκτες εξηγούν γιατί οι πολίτες αισθάνονται έτσι: κρίση κόστους ζωής, εκτίναξη του πληθωρισμού, αύξηση της απασχόλησης κυρίως στις πιο κακοπληρωμένες θέσεις, ελλείψεις προσωπικού στη δημόσια υγεία, εμπορευματοποίηση και επισήμως της ανώτατης εκπαίδευσης και ένας ορατός κίνδυνος ύφεσης ή έστω σημαντικής οικονομικής επιβράδυνσης στο άμεσο μέλλον, όταν τελειώσουν οι χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Προσθέστε σε όλα αυτά την κρίση θεσμών που έφεραν στο προσκήνιο οι υποκλοπές και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το ισχυρό αίτημα να αποδοθούν πραγματικά ευθύνες για την τραγωδία των Τεμπών, αλλά και τη συστηματική επένδυση της κυβέρνησης σε μια όλο και πιο αυταρχική αντίληψη της εξουσίας.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί η κοινωνία αναζητά μια πολιτική που να περιλαμβάνει την αναδιανομή εισοδήματος, την επένδυση στην εργασία και την αξιοπρέπειά της, τη δημιουργία καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας, την αναπτυξιακή δυναμική σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, την Πράσινη Μετάβαση με όρους που δεν θα επιβαρύνουν την κοινωνία και την αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών. Άρα, η κοινωνία αυτή τη στιγμή αναζητά μια προοδευτική και δημοκρατική πολιτική.

Αναζητά, όμως, μια πολιτική που να γίνει πράξη, που να μπορέσει όντως να φέρει βελτίωση στη ζωή των ανθρώπων, και όχι μια «ιδεολογική τοποθέτηση». Και το λέω αυτό γιατί θεωρώ ότι ορισμένοι κάνουν μια σύγχυση ανάμεσα στην αριστερή πολιτική και το «αριστερόμετρο», δηλαδή μια εγκεφαλική σύλληψη της πολιτικής που δεν εξετάζει τι μπορεί να γίνει, αλλά απλώς εάν αυτό που γράφεται σε μια διακήρυξη είναι αρκούντως «ριζοσπαστικό».

Ακόμη χειρότερα: στη χώρα μας διάφοροι κατά καιρούς ξεθάβουν το αριστερόμετρο, όχι επειδή όντως θεωρούν ότι είναι εφικτή μια πιο αριστερή πολιτική, αλλά γιατί βολεύει αυτό για να πλασαριστούν ως τάση ή ως ρεύμα. Αυτό, άλλωστε, ήταν και ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε και ο ΣΥΡΙΖΑ, που, όσο πλησίαζε στην εξουσία αλλά και αργότερα, είδε να εμφανίζονται τάσεις στο εσωτερικό που «ανακάλυπταν» ότι ήταν πιο αριστερά από την ηγεσία, όχι γιατί όντως ήταν, αλλά γιατί αυτό βόλευε έτσι ώστε να κατοχυρωθούν ως «τάση», να διεκδικήσουν θέσεις ως «τάση», να πάρουν υπουργεία ως «τάση», και ας εφάρμοσαν τελικά και αυτοί την ίδια πολιτική που τώρα καταγγέλλουν. Με αποκορύφωμα ότι σήμερα βλέπουμε πρώην υπουργούς να καταγράφουν τις… μετρήσεις του δικού τους αριστερόμετρου, ή να κάνουν αφ’ υψηλού «αριστερή κριτική» παραβλέποντας ότι είναι γνωστή η διαδρομή τους, γνωστό και το έργο τους (ενίοτε και το μη έργο τους). Και επειδή τα ΜΜΕ πάντα σπεκουλάρουν στην ατάκα και στην πολεμική, μέχρι και τον Καρανίκα, άνθρωπο που εμφανώς συμπαρατάσσεται με την κυβέρνηση και ο οποίος ουδέποτε ήταν σύμβουλος ή στέλεχος (απλώς μισθοδοτήθηκε κατά βάση με κοινωνικά κριτήρια), αξιοποιούν ως «αριστερή κριτική». Άλλωστε, είναι εμφανές ότι σήμερα τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ με μεγάλη χαρά δίνουν βήμα σε οποιονδήποτε κάνει κριτική στον Τσίπρα ή στην ΕΛΑΣ.

Ας σημειώσουμε εδώ πώς στη Νέα Δημοκρατία, παρότι συχνά ο ανταγωνισμός για την εξουσία μπορεί να είναι πιο αδίστακτος, εντούτοις επειδή είναι κόμμα διακυβέρνησης, «κόμμα του κράτους», φροντίζουν δημόσια να μην εμφανίζονται ως σκορποχώρι από τάσεις. Κάποιοι πάλι φαίνεται ότι νοσταλγούν την εποχή που η Αριστερά αποτελείτο από «λίγους και εκλεκτούς» και εμφανίζονται ως αυτόκλητοι «πορτιέρηδες» στο ποιος χωράει ή δεν χωράει σε έναν πλατύ ενωτικό σχηματισμό που θέλει να καταστήσει εφικτή την αριστερή διακυβέρνηση.

Όμως, καλό θα ήταν όλοι αυτοί, επειδή τα χρόνια έχουν περάσει και διάφοροι μετρήθηκαν, όχι με βάση το «αριστερόμετρο», αλλά με βάση την πραγματική απήχηση που έχουν στην κοινωνία, να είναι πιο μετρημένοι στην εκτιμήσεις ή στις εύκολες κριτικές για το πώς εκπροσωπούνται τα λαϊκά στρώματα.

Γιατί σε τελική ανάλυση τα λαϊκά στρώματα, οι επισφαλώς εργαζόμενοι, οι νέοι, οι μισθωτοί αυτό που θέλουν είναι να υπάρξει μια διακυβέρνηση που να μπορεί να επιλύσει κάποια από τα προβλήματά τους και όχι να υπάρξει μια καλύτερη «γεωμετρία» στην αριστερά.

Γιατί, οι χώρες δεν κυβερνιούνται με βάση τις διακηρύξεις, αλλά με νομοσχέδια. Και τα κοινωνικά προβλήματα λύνονται με θεσμικές αλλαγές και με χρηματοδότηση, που για να έρθει θα πρέπει να υπάρχει ως φόρος. Και οι άνθρωποι ζουν σε σπίτια, πηγαίνουν σε σχολεία, σπουδάζουν σε πανεπιστήμια, επισκέπτονται νοσοκομεία και εκεί είναι που θέλουν αλλαγές και όχι απλώς σε ένα «πρόγραμμα».

Και εδώ ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: το πιο εύκολο πράγμα είναι να στοχαστούμε πώς θέλουμε να είναι ο κόσμος. Πώς θα θέλαμε να είναι μια κοινωνία δικαιοσύνης, με ισότητα, ελευθερία, δυνατότητα δημιουργίας και απαλλαγή από τον καταναγκασμό – και ενίοτε ανορθολογισμό – της αγοράς. Και ως ένα βαθμό πρέπει να το κάνουμε γιατί έχει σημασία να κρίνουμε την κοινωνική πραγματικότητα με βάση ιδανικά και αξίες και τη συλλογική μας ικανότητα να φανταστούμε πώς είναι μιας αξιοβίωτη ζωή.

Το ζήτημα, όμως, που έχουμε μπροστά μας, είναι πώς μπορούμε τώρα, σε αυτή τη χρονική στιγμή, σε αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, σε αυτό το γεωπολιτικό τοπίο, να κάνουμε κάτι που θα κάνει τη ζωή των ανθρώπων καλύτερη.

Για παράδειγμα, το πιο πιθανό είναι η χώρα μας να ήταν σε καλύτερη κατάσταση, εάν δεν είχε επιλεγεί να μπούμε στο ευρώ, την ώρα που με όρους πραγματικής σύγκλισης ήμασταν μακριά από τις πιο αναπτυγμένες χώρες. Όμως, αυτή τη στιγμή έτσι που είναι διαρθρωμένη η ελληνική οικονομία κανείς δεν μπορεί στα σοβαρά να προτείνει π.χ. μια έξοδο, την ώρα που ούτε η κοινωνία είναι έτοιμη να αντέξει το κόστος και την αναστάτωση. Άρα αναγκαστικά μιλάμε για τους περιορισμούς του ευρωπαϊκού πλαισίου, ιδίως σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό πλαίσιο. Ούτε προφανώς μπορεί κανείς να έρθει και να πει σε αυτό το πλαίσιο π.χ. θα αντιστραφούν οι ιδιωτικοποιήσεις που έγιναν τις περασμένες δεκαετίες, ιδίως όσες επιβλήθηκαν από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Για να μην αναφερθώ στο ότι σε δύσκολους καιρούς στα γεωπολιτικά η χώρα δεν μπορεί εύκολα να εξέλθει του «δυτικού» πλαισίου στο οποίο ανήκει. Και βέβαια είναι εύκολο να πει κανείς «να τα πάρουμε από αυτούς που έχουν για να τα δώσουμε σε αυτούς που δεν έχουν», αλλά ας σκεφτούμε ότι υπάρχουν όρια στο πόση επιπλέον επιβάρυνση μπορεί να αντέξει η μεσαία τάξη. Πάνω από όλα, είναι σαφές ότι για να έχεις περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη χρειάζεσαι και οικονομική ανάπτυξη, άρα θα πρέπει να σκέφτεσαι και με τέτοιους όρους.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα; Ότι όποιο κόμμα και να είναι στην εξουσία θα εφαρμόσει την ίδια πολιτική; Ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για μια διαφορετική πολιτική;

Όχι! Αλλά σημαίνει ότι αντί για συνθήματα χρειάζεται συγκεκριμένη επεξεργασία, κοστολόγηση, εξέταση των θεσμικών προϋποθέσεων. Ναι, η «πατριωτική εισφορά» δεν σημαίνει ότι το κεφάλαιο θα χάσει τα μέσα παραγωγής. Σημαίνει, όμως, ότι θα φορολογηθούν εκείνοι ακριβώς που όντως έχουν πολύ μεγάλη κερδοφορία και θα υπάρξουν πόροι που θα μπορέσουν όντως να βοηθήσουν να λειτουργήσουν καλύτερα τα δημόσια νοσοκομεία και τα δημόσια σχολεία. Και είναι κάτι που μπορεί να γίνει. Το ίδιο ισχύει για κάθε βήμα που θα οδηγεί σε συλλογικές συμβάσεις που θα εξασφαλίζουν καλύτερες απολαβές και θα ενισχύουν τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζόμενων. Αντίστοιχα, μπορεί να μην είναι εφικτό να πάρουν οι γιατροί του ΕΣΥ τους μισθούς των συναδέλφων τους στη Δυτική Ευρώπη, όμως μπορούν να υπάρξουν εκείνες οι αυξήσεις και εκείνες οι προσλήψεις που θα οδηγήσουν στο να καλυφθούν οι ανάγκες. Και μπορεί οι ιδιωτικοποιήσεις στην ενέργεια να μην αντιστρέφονται, αλλά μπορούν να γίνουν βήματα προς μια ενεργειακή πολιτική που να είναι δικαιότερη για τους πολίτες. Αντίστοιχα, το να γίνουν βήματα που θα συγκρατούν το κόστος στέγης και θα προσφέρουν στέγη για κάποιους ανθρώπους θα σημαίνουν πραγματικές διαφορές. Και σίγουρα το να μην διασπαθίζεται η δημόσια και ευρωπαϊκή δαπάνη για να ευνοούνται «ημέτεροι», αλλά για να ενισχύονται πραγματικά επενδυτικά σχέδια και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είναι κάτι που επίσης μπορεί να βελτιώσει κάπως τα πράγματα για αρκετούς ανθρώπους.

Όλα αυτά ισχύουν ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για τις θεσμικές αλλαγές και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Γιατί μπορεί να μην έχουν άμεσο κοινωνικό αποτέλεσμα, όμως το να λειτουργούν οι θεσμοί είναι απαραίτητο στοιχείο ώστε το κράτος να είναι πιο φιλικό προς τον πολίτη.

Αλλά ακόμη και στην εξωτερική πολιτική, είναι εύκολο να λέμε παραλλαγές του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», όμως ξέρουμε ότι η χώρα δεν μπορεί να εξέλθει από τις σημερινές γεωπολιτικές δεσμεύσεις της. Μπορεί, όμως, να μην πανηγυρίζει όποτε ο Νετανιάχου βομβαρδίζει τη Γάζα ή τον Λίβανο, να συντονίζεται με τις χώρες που λένε ότι πρέπει να σταματήσει η ασυλία που έχει ο Νετανιάχου, να προσπαθεί η Ευρώπη να ξαναγίνει πόλος ειρήνης.

Όλα αυτά είναι απλώς μερικά εφικτά, πραγματικά βήματα ώστε να υπάρξει μια επόμενη μέρα για τη χώρα που θα είναι καλύτερη από τη σημερινή. Δεν είναι επανάσταση, είναι όμως μια καλύτερη «κανονικότητα». Είναι ένας περιορισμός της σημερινής ανασφάλειας και μια μεγαλύτερη αισιοδοξία ότι πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα. Είναι ένας τρόπος ώστε να σταματήσουν οι νέοι να θέλουν να μεταναστεύσουν. Και είναι σίγουρα πολύ περισσότερα από όσα θα μπορέσουν ποτέ να πετύχουν οι κάθε λογής επίδοξοι «αριστερομέτρες».

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0