ενημέρωση 3:44, 9 September, 2026

Γιατί αντιδρά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη ρύθμιση της κυβέρνησης για την επίσπευση των ερευνών για πολιτικούς

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξέδωσε ανακοίνωση και η επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι απέστειλε σχετικές επιστολές στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη - Τι υποστηρίζουν νομικές πηγές.

νέα νομοθετική ρύθμιση, για να επισπεύδονται οι ποινικές διαδικασίες, όταν εμπλέκονται ποινικά, πολιτικά πρόσωπα κρίνεται ως σωστή από νομικούς και δικαστικούς, ωστόσο έχει προκαλέσει την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στο πεδίο που σχετίζεται με τη δράση της στην Ελλάδα σε σχέση με τις έρευνες της που αφορούν βουλευτές.

Ήδη η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξέδωσε ανακοίνωση και η επικεφαλής της Λάουρα Κοβέσι απέστειλε σχετικές επιστολές στον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη.

Τι προκάλεσε τη νέα τριβή στις σχέσεις της κυβέρνησης και της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από τη ρύθμιση για ταχύτερη διαδικασία εκκαθάρισης των ποινικών εμπλοκών των πολιτικών;

To γεγονός, ότι στη νέα ρύθμιση η ανάκριση για τέτοιες υποθέσεις με πολιτικά πρόσωπα, κυρίως βουλευτές για τους οποίους αίρεται η ασυλία, ανατέθηκε στο εξής όχι σε απλό ανακριτή του πρωτοδικείου όπως ίσχυε μέχρι τώρα και ισχύει γενικά για κάθε πολίτη, αλλά σε εφέτη ανακριτή, δηλαδή σε δικαστή κατά τεκμήριο εμπειρότερο, ο οποίος επιλέγεται με την ψήφο των συναδέλφων του, δηλαδή στην Αθήνα ψηφίζουν για την επιλογή του περί τους 180 και πλέον δικαστές.

Η ανάθεση ανακριτικών καθηκόντων σε εφέτη ανακριτή σύμφωνα με την κυρία Κοβέσι μπορεί να διαταράσσει τις αρμοδιότητες των Ελλήνων εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση σε νομοτεχνική βελτίωση της νέας ρύθμισης.

Ωστόσο από τη νέα τριβή μεταξύ της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του υπουργείου Δικαιοσύνης εκείνο που επισημαίνεται από νομικές πηγές, είναι το γεγονός ότι υπάρχει δυσπιστία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από το γεγονός, ότι το ποινικό μας σύστημα διαθέτει ακόμα -αν δεν αναθεωρηθεί το σύνταγμα- προστατευτικές διατάξεις για τα πολιτικά πρόσωπα.

Από την άλλη πλευρά, νομικές πηγές σημειώνουν ότι η επίσπευση των διαδικασιών σε περιπτώσεις ποινικής εμπλοκής βουλευτών εξυπηρετεί την ανάγκη όχι για ατομική τους προστασία αλλά για προστασία του θεσμού του κοινοβουλίου και του πολιτεύματος καθώς δεν μπορεί να σέρνονται κατηγορίες σε βάρος τους επί μακρόν με ό,τι αυτό μπορεί για την πολιτική ισορροπία να συνεπάγεται.

Σε κάθε περίπτωση οι σχέσεις Κοβέσι και ελληνικής κυβέρνησης αναμένεται και πάλι να δοκιμαστούν μόλις καθαρογραφεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου που ανανέωσε τη θητεία τριών Ελλήνων εισαγγελέων που υπηρετούν στο κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στη χώρα μας μόνον για δύο χρόνια, ενώ η Λάουρα Κοβέσι είχε προβεί σε ανανέωση πενταετίας.

Άλλωστε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μετά την απόφαση περί διετούς ανανέωσης του Αρείου Πάγου, την αρμοδιότητα του οποίου επί του θέματος έχει ήδη δεχθεί, διατήρησε επιφυλάξεις περιμένοντας το κείμενο της απόφασης για να αντιδράσει.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου αναμένεται να είναι έτοιμη ενδεχομένως την επόμενη εβδομάδα.

 

Η Πενέλοπε Κρουζ στις Κάννες με την ταινία για τον Γκαρθία Λόρκα – Αποθέωση και συγκίνηση με 16’ χειροκρότημα

Η Πενέλοπε Κρουζ λάμπει στην queer επική ταινία των Los Javis για τον Γκαρθία Λόρκα, «La bola negra» (Η Μαύρη Μπάλα), κερδίζοντας 16λεπτο χειροκρότημα στις Κάννες.

Η ταινία «The Black Ball» (La Bola Negra, Η Μαύρη Μπάλα) των Χαβιέ Αμπρόσι και Χαβιέ Κάλβο, ένα queer έπος που καλύπτει 85 χρόνια ισπανικής ιστορίας και είναι εμπνευσμένο από ένα ημιτελές απόσπασμα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών την Πέμπτη, αποσπώντας 16λεπτη επευφημία ορθίων.

Η πρεμιέρα σηματοδοτεί το ντεμπούτο στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών για το κινηματογραφικό δίδυμο γνωστό συλλογικά ως Los Javis, το οποίο έχει αποκτήσει ένθερμο διεθνές κοινό με τις σειρές «Veneno» και «La Mesías».

Η δολοφονία από τον φασισμό

Το δίδυμο δήλωσε σε μια ομιλία γεμάτη συγκίνηση, ενώ το χειροκρότημα συνεχιζόταν:

«Πριν από ενενήντα χρόνια, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από τον φασισμό επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Οπότε, σε όλους όσους πιστεύουν ότι θα κάνουμε πίσω στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, έχουμε άσχημα νέα.

»Γιατί είμαστε εδώ για να μείνουμε. Σας ευχαριστούμε, λοιπόν. Φεστιβάλ των Καννών, σε ευχαριστούμε. Ζήτω οι Κάννες. Σας ευχαριστούμε για την ευκαιρία. Είθε όλοι μας να γνωρίζουμε πραγματικά ότι βρισκόμαστε στον ίδιο αγώνα».

Κρουζ

Οι σκηνοθέτες Χαβιέ Κάλβο και Χαβιέ Αμπρόσι, καθώς και οι ηθοποιοί Πενέλοπε Κρουζ, Λόλα Ντουένας, Κάρλος Γκονζάλες, Μίλο Κουίφες, Γκιταρίκα ντε λα Φουέντε και Μιγκέλ Μπερναρντό ποζάρουν στο κόκκινο χαλί για την προβολή της ταινίας «La bola negra» (Η Μαύρη Μπάλα), που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του 79ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, στις 21 Μαΐου 2026. REUTERS/Gonzalo Fuentes

Τρεις γενιές gay ανδρών

Η ταινία «The Black Ball» ανατρέχει στις αλληλένδετες ζωές τριών ομοφυλόφιλων ανδρών σε τρεις εποχές –το 1932, το 1937 και το 2017– συνυφαίνοντας ιστορίες επιθυμίας, απώλειας και όσων μια γενιά κληροδοτεί στην επόμενη.

Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε μια μορφή κοινωνικής απόρριψης: η άρνηση εισόδου ενός νεαρού ομοφυλόφιλου άνδρα σε ένα κλαμπ της Γρανάδας.

Η Γκλεν Γκλόουζ εμφανίζεται σε ρόλο δεύτερου πλάνου μαζί με τον Guitarricadelafuente –τον αγαπημένο Ισπανό τραγουδοποιό, που κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο– τον Μιγκέλ Μπερναντέου, τον Κάρλος Γκονζάλες, τον Μίλο Κουίφες και τη Λόλα Ντουένας, ενώ η Πενέλοπε Κρουζ έχει μια εκτεταμένη cameo εμφάνιση.

«Πριν από ενενήντα χρόνια, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δολοφονήθηκε από τον φασισμό επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Οπότε, σε όλους όσους πιστεύουν ότι θα κάνουμε πίσω στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, έχουμε άσχημα νέα. Γιατί είμαστε εδώ για να μείνουμε»

Γυρίσματα (και) στην Ελλάδα

Οι Αμπρόσι και Κάλβο συνέγραψαν το σενάριο μαζί με τον θεατρικό συγγραφέα Αλμπέρτο Κονεχέρο, αντλώντας έμπνευση από τις τέσσερις σωζόμενες σελίδες ενός ημιτελούς μυθιστορήματος του Γκαρθία Λόρκα –το οποίο γράφτηκε πριν ο ποιητής δολοφονηθεί από τις δυνάμεις των Εθνικιστών το 1936– καθώς και από το θεατρικό έργο του Κονεχέρο  «La piedra oscura».

Η ταινία γυρίστηκε σε διάστημα 12 εβδομάδων στην Καστίλη και Λεόν, την Κανταβρία, την Ανδαλουσία και τη Μαδρίτη, με επιπλέον γυρίσματα στην Ελλάδα.

Βασικά μέλη του συνεργείου της ταινίας «La Mesías» επέστρεψαν για την παραγωγή, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή φωτογραφίας Γκρις Τζορντάνα και του συνθέτη Ραούλ Ρίφρι.

Η ταινία «The Black Ball» είναι επίσης η πρώτη ταινία που παράγεται από την Suma Content Films, το νέο κινηματογραφικό τμήμα της εταιρείας παραγωγής των Los Javis.

Η ταινία «The Black Ball» ανατρέχει στις αλληλένδετες ζωές τριών ομοφυλόφιλων ανδρών σε τρεις εποχές –το 1932, το 1937 και το 2017– συνυφαίνοντας ιστορίες επιθυμίας, απώλειας και όσων μια γενιά κληροδοτεί στην επόμενη

Κρουζ

«The Black Ball» (La Bola Negra, Η Μαύρη Μπάλα)

Οι Αμπρόσι και Κάλβο συγκαταλέγονται στις πιο συναρπαστικές φωνές της ισπανικής κινηματογραφικής σκηνής από την πρώτη τους ταινία μεγάλου μήκους, το «Holy Camp!».

Έκαναν το διεθνές τους ντεμπούτο με το «Veneno», τη σειρά τους για το HBO Max που αφορά την Ισπανίδα τρανς ακτιβίστρια και καλλιτέχνιδα, Κριστίνα Όρτιζ, και εδραίωσαν περαιτέρω τη φήμη τους με το «La Mesías», το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Σαν Σεμπαστιάν, έγινε η πρώτη ισπανική σειρά στο Sundance, κέρδισε βραβεία στο γαλλικό Series Mania και σάρωσε στα ισπανικά βραβεία Feroz και Forqué.

Το «The Black Ball» είναι η πρώτη τους ταινία μεγάλου μήκους στην επίσημη επιλογή των Καννών και διεκδικεί τόσο το Χρυσό Φοίνικα όσο και το Queer Palm.

Το «The Black Ball» είναι συμπαραγωγή των Movistar Plus+, Suma Content Films, El Deseo των Pedro και Agustín Almodóvar και Le Pacte, ενώ τις διεθνείς πωλήσεις αναλαμβάνει η Goodfellas.

*Με στοιχεία από variety.com | Αρχική Φωτό: Η Πενέλοπε Κρουζ ποζάρει στο κόκκινο χαλί κατά την άφιξη των καλεσμένων στην προβολή της ταινίας «La bola negra» (Η Μαύρη Μπάλα), που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του 79ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, στις 21 Μαΐου 2026. REUTERS/Gonzalo Fuentes

Υποκλοπές - ο εξευτελισμός του κράτους δικαίου και των θεσμών συνεχίζεται

Οι υποκλοπές παραμένουν σκιά στη δημοκρατία μας. Και ο τρόπος που το χειρίζεται η Νέα Δημοκρατία και οι παρατρεχάμενοι απλώς κάνει τα πράγματα χειρότερα

Κάποιες φορές χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα. Η υπόθεση με τις υποκλοπές δεν είναι απλώς ένα ατόπημα μιας κυβέρνησης. Ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια λογική «περασμένα, ξεχασμένα».

Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα κυβερνητικής θεσμικής παραβατικότητας στην Ευρώπη.

Γιατί πολύ απλά αφορά το γεγονός ότι το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο προσωπικός πολιτικός μηχανισμός του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, φέρεται να συντόνισε μέσω της ΕΥΠ, της οποίας είχε τον άμεσο έλεγχο, και αργότερα μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, που προμήθευσε εταιρεία τα στελέχη της οποίας είχαν σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη, συμπεριλαμβανομένου του γενικού γραμματέα (και ανιψιού) του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, τη συστηματική παρακολούθησε υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών, πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων, με σκοπό να ελέγχει τις κινήσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να μαζεύει στοιχεία για τους «κρατάει».

Αφορά, ακόμη, το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση έχει αρνηθεί όχι μόνο να αναλάβει την ευθύνη για αυτό το μεγάλο πλήγμα στο κράτους δικαίου στη χώρα, αλλά και έχει αξιοποιήσει τόσο την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει όσο και το γεγονός ότι ελέγχει τη διαδικασία διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης, για να εξασφαλίζει ασυλία και ατιμωρησία για αυτό το σκάνδαλο.

Και αφορά, τέλος, το γεγονός ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν προσπάθησε να διαλευκάνει αυτή την υπόθεση και να αναδείξει το πρόβλημα, όχι μόνο κατ’ επανάληψη αρχειοθέτησε την υπόθεση, αλλά και αρνείται να εξηγήσει επί της ουσίας γιατί δεν προσπαθεί να την ερευνήσει, παρότι και το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε και καταδίκασε πρωτόδικα τους ιδιώτες εμπλεκόμενους κατάφερε να αποκαλύψει σημαντικές πλευρές της και να υποδείξει προς τα πού έπρεπε να στραφεί η έρευνα.

Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό είναι το θέμα και πόσο προκλητική η συνεχιζόμενη άρνηση διερεύνησης. Κάτι που φάνηκε και στην παρουσία του σημερινού επικεφαλής της ΕΥΠ, κ. Θεμιστοκλή Δεμίρη, στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής όπου προκλητικά αρνήθηκε να δώσει εξηγήσει στο γιατί παρακολουθήθηκε από την ΕΥΠ για λόγους εθνικής ασφάλειας ο Νίκος Ανδρουλάκης.

Δηλαδή, ο επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ένας αξιωματούχος που λογοδοτεί στη Βουλή, αρνήθηκε να δώσει πειστικές απαντήσεις ως προς το γιατί η υπηρεσία του παρακολουθούσε ένα πολιτικό στέλεχος που σήμερα είναι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, περιφρονώντας με τη στάση του και τη Βουλή και επί της ουσίας τις βασικές αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και εδώ δεν μπορεί παρά να σταθεί κανείς στη στάση του Προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη. Γιατί ενώ δεν έχει κάνει κάποια παρέμβαση υπέρ του κράτους δικαίου σε σχέση με τις υποκλοπές και έχει ακολουθήσει πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα, εντούτοις όταν από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ (και άλλων κομμάτων) έγινε ενημέρωση στους δημοσιογράφους για την απαράδεκτη στάση του κ. Δεμίρη και την άρνησή του να απαντήσει στα ερωτήματα των βουλευτών, το μόνο που είχε να δηλώσει ήταν ότι θα πρέπει να αποδοθούν ευθύνες σε όσους υποτίθεται ότι παραβίασαν τον απόρρητο χαρακτήρα της συνεδρίασης, παραβλέποντας βέβαια να πει ότι το απόρρητο αφορά την προστασία απόρρητων πληροφοριών που είναι σημαντικές για την εθνική ασφάλεια και καθόλου δεν καλύπτει την ενημέρωση για την άρνηση κρατικών αξιωματούχων να απαντήσουν σε εύλογες ερωτήσεις βουλευτών, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Την ίδια ώρα είχαμε και την άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να προσέλθει στη Βουλή επικαλούμενος προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε ότι το να προσκαλούνται στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής εκπρόσωποι της δικαστικής εξουσίας παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Χωρίς να θέλω να μπω στην νομική ουσία του ζητήματος – αν και αξίζει να σημειωθεί ότι και η σχετική πρόβλεψη του Κανονισμού της Βουλής δεν έγινε από ανθρώπους που αγνοούν τη διάκριση των εξουσιών – δεν μπορώ παρά να σταθώ στο γεγονός ότι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, που σίγουρα δεν συντονίστηκε με το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» όταν αρχειοθέτησε ξανά την υπόθεση των υποκλοπών, θα μπορούσε προσερχόμενος στη Βουλή να εξηγήσει αυτή την επιλογή και με αυτόν τον τρόπο να αποκαταστήσει το κύρος της Δικαιοσύνης που έχει πληγεί σοβαρά το τελευταίο διάστημα.

Με μια τέτοια στάση αυτό που μένει στο τέλος είναι η αίσθηση μιας κυβέρνησης που «πιστώνεται» παρακολουθήσεις ακόμη και δικαστικών και έχοντας τον τελικό λόγο στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, απλώς την χειραγωγεί, εξασφαλίζοντας ότι όσες και όσοι αναλαμβάνουν αυτήν την ηγεσία την κρίσιμη στιγμή θα της προσφέρουν ασυλία.

Σε τελική ανάλυση, καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι ανεξάρτητη δικαιοσύνη δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη δικαιοσύνη.

Όλα αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα παραμένει μεγάλο και η χώρα αντιμέτωπη με μια κρίση που αφορά τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών, με ευθύνη της κυβέρνησης και του τρόπου που αντιμετωπίζει την κυβερνητική εξουσία ως τρόπαιο και αποκλειστικό προνόμιο που δεν έχει καμιά διάθεση να το μοιραστεί, ούτε και να το παραχωρήσει εύκολα. Γι’ αυτό το λόγο και «φροντίζει» σε κάθε καμπή απλώς να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάει ότι η αναπόφευκτη έξοδός από την εξουσία στις επόμενες εκλογές, όποτε και εάν γίνουν, θα σημαίνει ότι αυτά τα ερωτήματα επιτέλους θα απαντηθούν και οι ευθύνες θα αποδοθούν.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και 7 χρόνια έχει αποδείξει ότι δεν σηκώνει το τηλέφωνο για τα προβλήματα της κοινωνίας

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και 7 χρόνια έχει αποδείξει ότι δεν σηκώνει το τηλέφωνο για τα προβλήματα της κοινωνίας

Φαίνεται ότι στη Νέα Δημοκρατία έχουν ξεμείνει πια από πολιτικές προτάσεις και ικανότητα να απαντήσουν στα επείγοντα αιτήματα της κοινωνίας. Και έτσι αναγκαστικά αναζητούν την εξυπνάδα της εβδομάδας, την ατάκα που θα «μείνει», ιδίως εάν την αναπαράγουν τα – πολλαπλώς «ταϊσμένα» – φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ.

Η τελευταία ατάκα ήταν αυτή που αφορούσε ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι «ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο τηλέφωνό αν αυτό χτυπήσει στις τρεις τα ξημερώματα;». Μια ιδέα «κλεμμένη» βέβαια από την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον το 2008, στην αναμέτρησή με τον Μπάρακ Ομπάμα, αλλά προφανώς στην πολιτική, όπως και στην τέχνη, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ενίοτε, όπως και σε αυτήν περίπτωση, υπάρχουν μόνο κακές αντιγραφές.

Η λογική είναι προφανής: στις τρεις τα ξημερώματα θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να πληροφορηθεί ο πρωθυπουργός ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να αποβιβαστούν στη Μυτιλήνη και τότε αυτός – και μόνο αυτός – θα μπορεί να πάρει τις αποφάσεις, να οργανώσει την άμυνα και κυρίως να τηλεφωνήσει στον Ερντογάν και να τον πείσει να μαζευτεί. Οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν απροετοίμαστος, δεν θα ήξερε τι θα κάνει, θα πανικοβαλλόταν, θα έπαιρνε καταστροφικές για τη χώρα αποφάσεις.

Αντιθέτως, μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κατέχει από κυβερνησιμότητα και μπορεί, πάντα με στιβαρό χέρι, να κρατήσει το τιμόνι της χώρας σε δύσκολους καιρούς.

Μόνο που αυτό το αφήγημα – γιατί περί κατασκευασμένου αφηγήματος πρόκειται – παραβλέπει μια πολύ απλή παράμετρο, τον πρότερο… μη σύννομο βίο.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και 7 σχεδόν χρόνια δεν είναι δίπλα στο τηλέφωνο για να το σηκώσει και να λύσει πραγματικά προβλήματα. Τουλάχιστον όχι όταν αυτά αφορούν την κοινωνία, τους πολλούς και όχι τους λίγους και εκλεκτούς.

Φαίνεται ότι στη Νέα Δημοκρατία έχουν ξεμείνει πια από πολιτικές προτάσεις και ικανότητα να απαντήσουν στα επείγοντα αιτήματα της κοινωνίας. Και έτσι αναγκαστικά αναζητούν την εξυπνάδα της εβδομάδας, την ατάκα που θα «μείνει», ιδίως εάν την αναπαράγουν τα – πολλαπλώς «ταϊσμένα» – φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ.

Η τελευταία ατάκα ήταν αυτή που αφορούσε ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι «ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο τηλέφωνό αν αυτό χτυπήσει στις τρεις τα ξημερώματα;». Μια ιδέα «κλεμμένη» βέβαια από την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον το 2008, στην αναμέτρησή με τον Μπάρακ Ομπάμα, αλλά προφανώς στην πολιτική, όπως και στην τέχνη, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ενίοτε, όπως και σε αυτήν περίπτωση, υπάρχουν μόνο κακές αντιγραφές.

Η λογική είναι προφανής: στις τρεις τα ξημερώματα θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να πληροφορηθεί ο πρωθυπουργός ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να αποβιβαστούν στη Μυτιλήνη και τότε αυτός – και μόνο αυτός – θα μπορεί να πάρει τις αποφάσεις, να οργανώσει την άμυνα και κυρίως να τηλεφωνήσει στον Ερντογάν και να τον πείσει να μαζευτεί. Οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν απροετοίμαστος, δεν θα ήξερε τι θα κάνει, θα πανικοβαλλόταν, θα έπαιρνε καταστροφικές για τη χώρα αποφάσεις.

Αντιθέτως, μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κατέχει από κυβερνησιμότητα και μπορεί, πάντα με στιβαρό χέρι, να κρατήσει το τιμόνι της χώρας σε δύσκολους καιρούς.

Μόνο που αυτό το αφήγημα – γιατί περί κατασκευασμένου αφηγήματος πρόκειται – παραβλέπει μια πολύ απλή παράμετρο, τον πρότερο… μη σύννομο βίο.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και 7 σχεδόν χρόνια δεν είναι δίπλα στο τηλέφωνο για να το σηκώσει και να λύσει πραγματικά προβλήματα. Τουλάχιστον όχι όταν αυτά αφορούν την κοινωνία, τους πολλούς και όχι τους λίγους και εκλεκτούς.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο για να μπορέσει η χώρα μας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην Πανδημία, και – όσο και εάν θέλει να το ξεχάσει – η χώρα τότε αντιμετώπισε το πρόβλημα πολύ χειρότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να υπαγορεύσει μέτρα για την έκρηξη ακρίβειας που δεν καταγράφεται μόνο στην εκτίναξη του πληθωρισμού αρκετά πάνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και στο γεγονός ότι σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία δεν τα βγάζει πέρα και κινδυνεύουμε να γίνουμε «κοινωνία ενός πέμπτου»· μια χώρα διαιρεμένη ανάμεσα στο ένα πέμπτο, που όντως πάει καλύτερα και όλους τους υπόλοιπους που αγωνιούν για την επιβίωση.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει στα ανοιχτά ερωτήματα του «τι κάνουμε μετά το Ταμείο Ανάκαμψης», με αποτέλεσμα η χώρα να έχει μπροστά της μια περίοδο όπου αντί για ανάπτυξη το πιο πιθανό είναι να έχουμε ύφεση και μάλιστα χωρίς ορίζοντα εξόδου.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν τον κάλεσε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ουσιαστικά για να τον ενημερώσει ότι τα βάζει με τη διαφθορά, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, και ότι θα πρέπει και αυτός να αποδείξει ότι όντως είναι «θεσμικός», αλλά αντιθέτως φρόντισε έκτοτε να αξιοποιήσει τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως μηχανισμό κυβερνητικής ασυλίας και προκλητικής ατιμωρησίας.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν οι συγγενείς των θυμάτων με αγωνία ζητούσαν απαντήσεις, πλήρη απόδοση των ευθυνών και πάνω από όλα δεσμεύσεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθούν ξανά δύο τρένα να κινούνται στην ίδια γραμμή σε αντίθετη κατεύθυνση μόνο και μόνο επειδή δεν έγιναν έργα που έπρεπε να είχαν ήδη γίνει.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο έγκαιρα και η εξωτερική πολιτική της «σωστής πλευράς της ιστορίας» μεταφράστηκε σε ασυλία συμμάχων που έφτασαν στο σημείο να προβαίνουν σε επικίνδυνες πρακτικές εντός της ελληνικής «ζώνης ευθύνης».

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο μηχανισμός του Μαξίμου το μόνο τηλέφωνο που, όπως φαίνεται, σήκωσαν με σπουδή ήταν αυτό πολιτικών, δικαστικών, αξιωματικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων για να παρακολουθήσουν τις συνομιλίες τους. Και το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σηκώνει ούτε τώρα το τηλέφωνο για να απαιτήσει πλήρη διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών, χαίνουσα πληγή στο σώμα του Κράτους Δικαίου, αλλά αντίθετα δρομολογείται η συγκάλυψή του με όπλο για άλλη μια φορά ότι ελέγχει την πλειοψηφία της Βουλής, επιβεβαιώνει πλήρως όσους υποστηρίζουν ότι το «κόκκινο τηλέφωνο» της χώρας πρέπει να περάσει σε άλλα χέρια.

Για όλους αυτούς τους λόγους η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός δεν μπορεί παρά να είναι «σίγουρα όχι εσύ».

Γιατί όντως η χώρα χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο. Όχι μόνο στις 3 π.μ. αλλά οποτεδήποτε μέσα στη μέρα. Και πρωτίστως να έχει κάτι να πει όταν το σηκώσει. Γιατί εκεί είναι η ουσία του προβλήματος.

Δηλαδή, η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που να μπορεί να σχεδιάσει, να προτείνει και να υλοποιήσει μέτρα που θα ανακουφίζουν τα λαϊκά στρώματα, θα βάζουν φραγμό στα υπερκέρδη, θα συγκρατούν τις τιμές βασικών αγαθών, θα οδηγούν σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα επενδύουν στη δημόσια υγεία και τη δημόσια παιδεία, θα κάνουν πράξη μια πραγματικά δίκαιη «Πράσινη Μετάβαση», θα βοηθούν την κοινωνία να σταθεί στα πόδια της και τη χώρα να αποκτήσει ξανά τη δική της φωνή στη διεθνή σκηνή.

Έναν πρωθυπουργό που θα κάνει πράξη ένα διαφορετικό ήθος και ύφος της εξουσίας, με σεβασμό στη δημοκρατία και στόχο την αποκατάσταση του βαθιά πληγωμένου κύρους των θεσμών, ακριβώς ώστε να αποκτήσουν ξανά οι πολίτες εμπιστοσύνη σε αυτούς και να μη νιώθουν αβοήθητοι.

Έναν πρωθυπουργό που θα λογοδοτεί στους πολίτες, θα μπορεί να κάνει πραγματικό απολογισμό κοινωνικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι μόνο των φιλικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Έναν πρωθυπουργό που θα σεβαστεί και θα διευκολύνει εκείνους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που σήμερα αγωνίζονται για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα.

Κοντολογίς η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που θα μπορεί όντως να κυβερνήσει και όχι απλώς να εξυπηρετήσει ημετέρους την ώρα που η κοινωνία θα υποφέρει.

Έναν πρωθυπουργό που θα σηκώνει το τηλέφωνο και τα προβλήματα θα λύνονται υπέρ του συμφέροντος των πολλών. Οι πολίτες θα αισθάνονται ότι μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι στις 3 τα ξημερώματα και όχι ότι επί 24ωρου βάσεως κοιμούνται «τον ύπνο του δικαίου». Και αυτός ο πρωθυπουργός σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Για την ιστορία, οι αντιγραφείς έπρεπε να θυμούνται ότι το τηλέφωνο στο τέλος το σήκωσε ο Ομπάμα, όχι η Χίλαρι Κλίντον.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο για να μπορέσει η χώρα μας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην Πανδημία, και – όσο και εάν θέλει να το ξεχάσει – η χώρα τότε αντιμετώπισε το πρόβλημα πολύ χειρότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να υπαγορεύσει μέτρα για την έκρηξη ακρίβειας που δεν καταγράφεται μόνο στην εκτίναξη του πληθωρισμού αρκετά πάνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και στο γεγονός ότι σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία δεν τα βγάζει πέρα και κινδυνεύουμε να γίνουμε «κοινωνία ενός πέμπτου»· μια χώρα διαιρεμένη ανάμεσα στο ένα πέμπτο, που όντως πάει καλύτερα και όλους τους υπόλοιπους που αγωνιούν για την επιβίωση.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει στα ανοιχτά ερωτήματα του «τι κάνουμε μετά το Ταμείο Ανάκαμψης», με αποτέλεσμα η χώρα να έχει μπροστά της μια περίοδο όπου αντί για ανάπτυξη το πιο πιθανό είναι να έχουμε ύφεση και μάλιστα χωρίς ορίζοντα εξόδου.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν τον κάλεσε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ουσιαστικά για να τον ενημερώσει ότι τα βάζει με τη διαφθορά, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, και ότι θα πρέπει και αυτός να αποδείξει ότι όντως είναι «θεσμικός», αλλά αντιθέτως φρόντισε έκτοτε να αξιοποιήσει τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως μηχανισμό κυβερνητικής ασυλίας και προκλητικής ατιμωρησίας.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν οι συγγενείς των θυμάτων με αγωνία ζητούσαν απαντήσεις, πλήρη απόδοση των ευθυνών και πάνω από όλα δεσμεύσεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθούν ξανά δύο τρένα να κινούνται στην ίδια γραμμή σε αντίθετη κατεύθυνση μόνο και μόνο επειδή δεν έγιναν έργα που έπρεπε να είχαν ήδη γίνει.

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο έγκαιρα και η εξωτερική πολιτική της «σωστής πλευράς της ιστορίας» μεταφράστηκε σε ασυλία συμμάχων που έφτασαν στο σημείο να προβαίνουν σε επικίνδυνες πρακτικές εντός της ελληνικής «ζώνης ευθύνης».

Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο μηχανισμός του Μαξίμου το μόνο τηλέφωνο που, όπως φαίνεται, σήκωσαν με σπουδή ήταν αυτό πολιτικών, δικαστικών, αξιωματικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων για να παρακολουθήσουν τις συνομιλίες τους. Και το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σηκώνει ούτε τώρα το τηλέφωνο για να απαιτήσει πλήρη διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών, χαίνουσα πληγή στο σώμα του Κράτους Δικαίου, αλλά αντίθετα δρομολογείται η συγκάλυψή του με όπλο για άλλη μια φορά ότι ελέγχει την πλειοψηφία της Βουλής, επιβεβαιώνει πλήρως όσους υποστηρίζουν ότι το «κόκκινο τηλέφωνο» της χώρας πρέπει να περάσει σε άλλα χέρια.

Για όλους αυτούς τους λόγους η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός δεν μπορεί παρά να είναι «σίγουρα όχι εσύ».

Γιατί όντως η χώρα χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο. Όχι μόνο στις 3 π.μ. αλλά οποτεδήποτε μέσα στη μέρα. Και πρωτίστως να έχει κάτι να πει όταν το σηκώσει. Γιατί εκεί είναι η ουσία του προβλήματος.

Δηλαδή, η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που να μπορεί να σχεδιάσει, να προτείνει και να υλοποιήσει μέτρα που θα ανακουφίζουν τα λαϊκά στρώματα, θα βάζουν φραγμό στα υπερκέρδη, θα συγκρατούν τις τιμές βασικών αγαθών, θα οδηγούν σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα επενδύουν στη δημόσια υγεία και τη δημόσια παιδεία, θα κάνουν πράξη μια πραγματικά δίκαιη «Πράσινη Μετάβαση», θα βοηθούν την κοινωνία να σταθεί στα πόδια της και τη χώρα να αποκτήσει ξανά τη δική της φωνή στη διεθνή σκηνή.

Έναν πρωθυπουργό που θα κάνει πράξη ένα διαφορετικό ήθος και ύφος της εξουσίας, με σεβασμό στη δημοκρατία και στόχο την αποκατάσταση του βαθιά πληγωμένου κύρους των θεσμών, ακριβώς ώστε να αποκτήσουν ξανά οι πολίτες εμπιστοσύνη σε αυτούς και να μη νιώθουν αβοήθητοι.

Έναν πρωθυπουργό που θα λογοδοτεί στους πολίτες, θα μπορεί να κάνει πραγματικό απολογισμό κοινωνικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι μόνο των φιλικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Έναν πρωθυπουργό που θα σεβαστεί και θα διευκολύνει εκείνους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που σήμερα αγωνίζονται για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα.

Κοντολογίς η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που θα μπορεί όντως να κυβερνήσει και όχι απλώς να εξυπηρετήσει ημετέρους την ώρα που η κοινωνία θα υποφέρει.

Έναν πρωθυπουργό που θα σηκώνει το τηλέφωνο και τα προβλήματα θα λύνονται υπέρ του συμφέροντος των πολλών. Οι πολίτες θα αισθάνονται ότι μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι στις 3 τα ξημερώματα και όχι ότι επί 24ωρου βάσεως κοιμούνται «τον ύπνο του δικαίου». Και αυτός ο πρωθυπουργός σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Για την ιστορία, οι αντιγραφείς έπρεπε να θυμούνται ότι το τηλέφωνο στο τέλος το σήκωσε ο Ομπάμα, όχι η Χίλαρι Κλίντον.

Πηγή: in