ενημέρωση 4:19, 27 October, 2026

Αλέξης Τσίπρας - Αποστολή στην Κρήτη λόγω χαμηλής πτήσης

Διήμερη περιοδεία ξεκινά ο Αλέξης Τσίπρας σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει τις άσχημες δημοσκοπικές επιδόσεις της ΕΛΑΣ στο νησί

Στην Κρήτη αναμένεται να φτάσει σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας, σε μια κρίσιμη επίσκεψη για το εγχείρημα της ΕΛΑΣ – καθώς, όπως και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός παραδέχεται στους συνομιλητές του, η Κρήτη είναι μια από τις περιοχές όπου η ΕΛΑΣ δεν βρίσκεται δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, καθώς αποτελεί «ειδική περίπτωση», εννοώντας την εντοπιότητα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, του Νίκου Ανδρουλάκη.

Μια έρευνα στην περιφέρεια των Χανίων ήρθε να τον επιβεβαιώσει: όπως αναφέρεται από την «To the point», στην πρόθεση ψήφου στα Χανιά προηγείται η ΝΔ με 24,2%, στη δεύτερη θέση βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ με 11,1%, τρίτο είναι το ΚΚΕ με 7,7% και τέταρτη η ΕΛΑΣ με 7,6% – στην έδρα του Παύλου Πολάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ φτάνει το 4,2%.

Από τη μια άκρη έως την άλλη

Ο πρώην πρωθυπουργός αναμένεται να μείνει σήμερα και αύριο στην Κρήτη, για μια σειρά επαφών και συναντήσεων που αφορούν όλα τα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερινότητας του νησιού, είτε είναι οι καταστροφές από τις πλημμύρες είτε ο ΒΟΑΚ είτε η αναπτυξιακή προοπτική.

Ο ίδιος ο Τσίπρας θα βρεθεί στο Ηράκλειο και στο Λασίθι, ενώ αύριο θα περιοδεύσει σε χωριά του Ρεθύμνου, ενώ ο γραμματέας του κόμματος, Μίλτος Χατζηγιαννάκης, με κλιμάκιο μια σειρά τομεαρχών μεταξύ των οποίων ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης (οικονομία), ο Κώστας Λαγοβάρδος (ενέργεια), ο Θωμάς Μόσχος (αγροτική ανάπτυξη), ο Γιώργος Μπουλμπασάκος και η Ρόζα Βρεττού (υγεία) θα επισκεφθεί τα Χανιά και θα έχει εκεί συναντήσεις με τοπικούς παράγοντες (και τον δήμαρχο Παναγιώτη Σημανδηράκη).

Ολη η έμφαση στην Κρήτη έρχεται και μετά τη φημολογία πως, για να ενισχύσει την παρουσία της ΕΛΑΣ στο νησί, ο Τσίπρας θα είναι υποψήφιος σε μια από τις περιφέρειες του νησιού (κάτι που ωστόσο επιχειρήθηκε και το 2023 με το Ρέθυμνο, όμως η δεύτερη έδρα πήγε στο ΠΑΣΟΚ).

Το βλέμμα της Αμαλίας είναι προφανώς στις «τρύπες» της περιφέρειας, οι οποίες αν κλείσουν θα μπορούσαν να βγάλουν το ποσοστό της ΕΛΑΣ από τη στασιμότητα του φθινοπώρου – κομβικές θεωρούνται και οι δημοσκοπήσεις της επόμενης εβδομάδας, οι οποίες θα δείξουν και την τάση που θα καθορίσει τις τεταμένες σχέσεις στην προοδευτική αντιπολίτευση και θα κινήσει το χέρι τόσο στην Αμαλίας όσο και στη Χαριλάου Τρικούπη για το κλείσιμο εκκρεμοτήτων – ειδικά όσον αφορά πρόσωπα, περισσότερο ή λιγότερο, που αναμένεται να ενταχθούν σε κάθε πλευρά.

Τα μηνύματα Ανδρουλάκη από το Καστελλόριζο

Σε νησιωτική περιοδεία, πάντως, βρέθηκε τις προηγούμενες μέρες και ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος επισκέφθηκε το Καστελλόριζο, επαναλαμβάνοντας εκεί τις θέσεις του κόμματος για τη νησιωτικότητα, την ασφάλεια και το ίσο δικαίωμα στην πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση και υγεία: «Προτεραιότητα του ΠΑΣΟΚ είναι να βελτιώσουμε τη ζωή των μόνιμων κατοίκων σε όλα τα νησιά της χώρας (…) Να κάνουν οικογένειες και να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Για να είναι τα νησιά μας ζωντανά, χειμώνα – καλοκαίρι», ανέφερε ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος κατέθεσε στεφάνι στον τάφο της «κυράς» Δέσποινας Αχλαδιώτη στη Ρω.

Συνεχίζοντας την τακτική της προγραμματικής αντιπολίτευσης και θέλοντας να φιλοτεχνήσει ένα προφίλ κυβερνητικής ετοιμότητας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απευθύνει χαιρετισμό σήμερα το πρωί στο συνέδριο των Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ενώ αύριο αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το σχέδιο νόμου της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το ιδιωτικό χρέος.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ποιος είναι ο πραγματικός πήχης για τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Πώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με τις δηλώσεις του περί αποχώρησής του από την ηγεσία της ΝΔ στο 25%, επιχείρησε να ρίξει τον πήχη της αμφισβήτησής του εκ των έσω. Ποιο ποσοστό στις εκλογές αποτελεί το ψυχολογικό όριο για τη ΝΔ. Πού είχε θέσει τον πήχη ο Νίκος Δένδιας.

Αίσθηση προκάλεσε (και) στο εσωτερικό της ΝΔ η τελευταία τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την οποία έθεσε ρητά το 25% ως ένα ποσοστό, το οποίο εφόσον πάρει στις εκλογές, αυτό θα σημάνει και την αποχώρηση του ίδιου από την ηγεσία της ΝΔ.

Και πόσο μάλλον όταν με την τοποθέτησή του αυτή, ο πρωθυπουργός άθελά του «άδειασε» και τον αντιπρόεδρο του κόμματός του, Άδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος είχε φτάσει στο σημείο, με τις γνωστές του ακρότητες, να εγκαλεί ότι έχουν… «πάρει μπάφο», όσους τολμούν να αναφερθούν στο σενάριο (που κατά κόρον συζητιέται στο εσωτερικό της «γαλάζιας» παράταξης) για συγκυβέρνηση της ΝΔ με άλλο κόμμα, χωρίς τον Κυρ. Μητσοτάκη πρωθυπουργό, εφόσον δεν υπάρχει αυτοδυναμία.

Μάλιστα το ερώτημα που είχε τεθεί στον κ. Γεωργιάδη (Action24) περί συγκυβέρνησης χωρίς πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη, δεν είχε ως υπόθεση εργασίας το να πάρει η ΝΔ 25%, αλλά μεγαλύτερο ποσοστό και συγκεκριμένα 28%, γεγονός που καθιστά σαφές ότι ο πήχης για τη συζήτηση αυτή μπαίνει και υψηλότερα από το 25%, στο οποίο επέλεξε να αναφερθεί ο πρωθυπουργός, με τη δήλωσή του πως αν έφερνε «25% στις εκλογές, καλά θα έκαναν» οι βουλευτές του να του ζητήσουν να φύγει από την ηγεσία της ΝΔ.

Ρίχνει τον πήχη της αμφισβήτισής του

Στην κυβέρνηση λένε ότι ο πρωθυπουργός έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση γιατί με βάση τις μετρήσεις που έχει στα χέρια του, η δική του προσωπική αποδοχή είναι πιο υψηλή από την αποδοχή του κόμματος και ότι με αυτόν τον τρόπο θέλει να πιέσει το εκλογικό του ακροατήριο να μην επιλέξει τη χαλαρή ή την τιμωρητική ψήφο, στη λογική ότι «αν θέλει Μητσοτάκη θα πρέπει να ρίξει ψήφο στη ΝΔ».

Επισήμως το Μαξίμου, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, δήλωσε πως ο πρωθυπουργός «απάντησε ειλικρινώς, όχι ανοίγοντας κάποιο θέμα, αλλά κλείνοντας το θέμα».

Για να προσθέσει ότι «απάντησε με ειλικρίνεια γιατί, όπως έχει αποδείξει ο Κυρ. Μητσοτάκης, δεν είναι κολλημένος με την καρέκλα, μπορεί κάποιος ακόμα και με χαμηλότερο από αυτό το ποσοστό να έπραττε διαφορετικά, αλλά δεν είμαστε εκεί, είμαστε παραπάνω», καθιστώντας έτσι σαφές ότι το Μαξίμου -κάνοντας μια στροφή στην τακτική του- επιχειρεί τώρα να εμφανίσει ένα πιο «ταπεινό» προφίλ, προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την έως τώρα ρητορική του, η οποία ως γνωστόν έχει κινηθεί έντονα στο πνεύμα «Μητσοτάκης ή χάος».

Η ουσία όμως είναι ότι, με τον τρόπο που τοποθετήθηκε σχετικά με το ποσοστό του 25%, ο Κυρ. Μητσοτάκης επιχείρησε να ρίξει τον πήχη της εσωκομματικής αμφισβήτησής του στο 25%, έτσι ώστε να μην αμφισβητηθεί, ξορκίζοντας τα σενάρια αλλαγής αρχηγού εν κινήσει, στην περίπτωση που πάρει ποσοστό πάνω του 25% και ακόμα και κάτω από το 30%. Θέλοντας έτσι να κλείσει και τη σχετική συζήτηση (όπως κατέστησε σαφές με τη σχετική αναφορά του και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος).

Το ψυχολογικό όριο για τη ΝΔ

Γιατί βέβαια για την κυβέρνηση, το ψυχολογικό όριο που θέλει σε ποσοστά να περάσει, είναι το 30%. Αφενός γιατί το 30% τίθεται στο «γαλάζιο» εσωτερικό ως το όριο που κάνει ένα κόμμα να θεωρείται μεγάλο, και αφετέρου γιατί θεωρείται ένα ποσοστό με βάση το οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί η προσφυγή σε δεύτερες κάλπες με το επιχείρημα της επίτευξης αυτοδυναμίας, η οποία με χαμηλότερα ποσοστά θα φαντάζει άπιαστη.

Υπάρχει βέβαια και το αμέσως επόμενο ψυχολογικό όριο για τη ΝΔ, το οποίο είναι το 28% του κακού αποτελέσματος που πήρε στις περασμένες ευρωεκλογές. Μετά από αυτό ακολουθεί το 25% που αν η ΝΔ το απολέσει, χάνει και το κλιμακωτό μπόνους εδρών.

Με άλλα λόγια, το 25% και κάτω, που εμφανίστηκε τώρα ο πρωθυπουργός να θέτει ουσιαστικά ως πήχη για την αποχώρησή του από την ηγεσία του κόμματος, για πολλούς στο εσωτερικό της ΝΔ είναι ήδη ένα αποτέλεσμα που θεωρείται αυτονόητο ότι θα προκαλούσε μια τέτοια εξέλιξη, όπως αυτή που περιέγραψε για τον εαυτό του ο Κυρ. Μητσοτάκης.

Πού είχε θέσει τον πήχη ο Δένδιας

Άλλωστε είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση, τον περασμένο Ιούνιο, στο OT FORUM, του Νίκου Δένδια, ο οποίος είχε θέσει με σαφή τρόπο το ποιος είναι ο πήχης πάνω από τον οποίο καλείται να περάσει, ως προς το αποτέλεσμα των εκλογών, ο πρωθυπουργός.

Ο υπουργός Άμυνας είχε επισημάνει πως «η Νέα Δημοκρατία διατυπώνει μια αυτόνομη πολιτική πρόταση στην ελληνική κοινωνία. Επί τη βάσει αυτή της πρότασης, οφείλει να διεκδικεί μια αυτοδύναμη κυβέρνηση, πάντα αυτό επιδιώκαμε. Αν θα μας το δώσει ο ελληνικός λαός, είναι μια άλλη συζήτηση, αλλά αυτός είναι ο πήχης των επιδιώξεών μας».

Και είχε τονίσει με νόημα: «Και χαίρομαι ειλικρινά που ο πρωθυπουργός επιτέλους έθεσε τέλος σε όλη αυτή τη συζήτηση περί της απόστασής μας από τον δεύτερο, τον τρίτο, τον πέμπτο, τον ένατο, τον δέκατο και οριοθέτησε την επιδίωξή μας με ένα μόνο βασικό κριτήριο: Θα μπορέσουμε να κάνουμε κυβέρνηση ή δεν θα μπορέσουμε; Αυτός είναι ο πήχης για εμάς».

Με άλλα λόγια, ως πήχη πάνω από τον οποίο καλείται να περάσει ο Κυρ. Μητσοτάκης, μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, ο υπουργός Άμυνας είχε θέσει το να μπορέσει ή όχι να κάνει κυβέρνηση.

Η στεγαστική κρίση μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη

Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα θα επιδεινώνεται, εάν δεν υπάρξει ριζικά διαφορετική πολιτική για τη στέγη ως κοινωνικό αγαθό

Το γεγονός ότι στην Ισπανία μια πολιτική κρίση πυροδοτήθηκε από την έξωση μιας 87χρονης γυναίκας γιατί το σπίτι που νοίκιαζε πρώτα ο πατέρας της και μετά αυτή για 70 χρόνια πουλήθηκε σε ένα fund ακινήτων που πολλαπλασίασε το ενοίκιό της, απλώς υπογραμμίζει τη σημασία που έχει το πρόβλημα της στέγης στην Ευρώπη σήμερα.

Αυτή τη στιγμή σε όλη την Ευρώπη υπάρχει έλλειμμα κατοικιών σε τιμές που να είναι προσιτές για έναν μισθωτό, με αποτέλεσμα φαινόμενα όπως η παρατεταμένη παραμονή των νέων με τους γονείς τους. Τα γενναία προγράμματα κοινωνικής στέγης ανήκουν στο παρελθόν, όταν είχε θεωρηθεί ότι η προσφορά αξιοπρεπούς κατοικίας ήταν βασική υποχρέωση των κρατών. Ας  μην ξεχνάμε ότι από τον 19ο αιώνα έως και στα μέσα του 20ου αιώνα η τρώγλη έγινε συνώνυμη με τη φτώχεια, την εξαθλίωση και την κοινωνική αδικία.

Η χώρα μας είναι αλήθεια ότι δεν ακολούθησε την κατεύθυνση της μαζικής προσφοράς κοινωνικής κατοικίας, εάν και καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο λόγος που σταμάτησαν να υπάρχουν γειτονιές με παραπήγματα είναι γιατί φτιάχτηκαν προσφυγικές κατοικίες. Κυρίως το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με την άναρχη δόμηση στις μεγάλες πόλεις, που όμως επέτρεπε σχετικά εύκολη απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας, τις εντάξεις στα σχέδια πόλης, τις νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων και το σύστημα της αντιπαροχής που επίσης κρατούσε σχετικά χαμηλά το κόστος δόμησης. Το αποτέλεσμα ήταν υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και σχετικά χαμηλά ενοίκια, καθώς συνήθως αυτός που ενοικίαζε έμενε στην ίδια πολυκατοικία και επέλεγε ενοικιαστή με άλλα κριτήρια και όχι αποκλειστικά το μέγιστο κέρδος.

Το μοντέλο είχε αρχίσει να αλλάζει και το κόστος να ανεβαίνει – βοήθησαν σε αυτό και τα σχετικά φτηνά στεγαστικά δάνεια πριν την κρίση – αλλά όταν ήρθε η κρίση οι τιμές των σπιτιών και τα ενοίκια υποχώρησαν σε σημαντικό βαθμό.

Όμως, προς το τέλος της μεγάλης κρίσης η κατάσταση στην αγορά κατοικίας άρχισε να αλλάζει δραματικά. Η νέα μορφή που πήρε ο τουρισμός τόσο μέσα από την αύξηση των διανυκτερεύσεων στην Αθήνα όσο και με νέες μορφές όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, σήμαιναν ότι μέρος του οικιστικού αποθέματος δεν ήταν πια διαθέσιμο, κάτι που αντικειμενικά σήμαινε άνοδο των τιμών και των ενοικίων.

Την ίδια στιγμή η κατοικία άρχισε να γίνεται πεδίο επένδυσης. Εδώ και χρόνια εταιρείες επενδύσεων, αλλά και ξένα funds αγοράζουν μαζικά ακίνητα, από αυτά που παραδοσιακά θα ήταν για κατοικία, όπως μπορούμε να δούμε σε αρκετές γειτονιές της Αθήνας αλλά και άλλες περιοχές, ιδίως όπου υπάρχει τουρισμός. Οι ανακαινίσεις σπιτιών συνήθως συνεπάγονται και ότι αυτά στη συνέχεια πωλούνται ή ενοικιάζονται σε πολύ πιο υψηλές τιμές.

Αυτή τη στιγμή οι τιμές των ακινήτων είναι 85% υψηλότερες από το επίπεδο που ήταν το 2017. Και μπορεί να έχει υποχωρήσει το χρέος των νοικοκυριών, όμως η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται πιο δύσκολη εάν σκεφτούμε ότι ο δείκτης τιμών κατοικιών προς εισόδημα του ΟΟΣΑ έφτασε το 109,7 για το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών των κατοικιών στο δεύτερο τρίμηνο ήταν 5,5%, άρα η κατάσταση επιδεινώνεται. Η χώρας μας έχει τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικού κόστους στέγασης στις πόλεις, με το 29% των νοικοκυριών να πρέπει να διαθέσουν άνω του 40% του εισοδήματος για τη στέγαση. Και όλα αυτά την ώρα που τα πραγματικά εισοδήματα ακόμη να ανακάμψουν πραγματικά και που οι πολίτες δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο το υψηλό κόστος στέγασης αλλά και την πολύ μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής. Το γεγονός ότι το φαινόμενο είναι πολύ πιο έντονο στις μεγάλες πόλεις και στις τουριστικές περιοχές δεν σημαίνει ότι εντοπίζεται μόνο σε αυτές. Και βέβαια, όλα αυτά οδηγούν και σε άλλα προβλήματα, όπως η έκρηξη των ενοικίων για φοιτητική στέγη, που πλέον αποθαρρύνουν φοιτητές και φοιτήτριες από το να εγγραφούν σε περιφερειακά πανεπιστήμια, ή τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εκπαιδευτικοί και γιατροί που καλούνται να υπηρετήσουν στην επαρχία.

Με όρους αγοράς όλα αυτά είναι κατανοητά. Από ορισμένες απόψεις ακόμη και «θεμιτά»: αυτή τη στιγμή η όλη κατάσταση ενισχύει τα εισοδήματα των ιδιοκτητών, ενώ τα πράγματα πάνε καλύτερα για τις τράπεζες γιατί αφενός δανείζουν πολύ πιο συντηρητικά αφετέρου ανεβαίνει η αξία των εξασφαλίσεων. Όμως, εκτός από την αγορά υπάρχει και η κοινωνία και οι ανάγκες των ανθρώπων. Και αυτές οι ανάγκες, όπως έχει δείξει όλη η ιστορία των πολιτικών για την κατοικία, δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο με όρους αγοράς.

Και αυτό μας φέρνει στη δομική αδυναμία της σημερινής κυβέρνησης να απαντήσει στη στεγαστική κρίση. Αφενός, γιατί τα περισσότερα μέτρα που έχει ανακοινώσει, όπως η επιστροφή δύο ενοικίων είναι ο ορισμός του ημίμετρου, καθώς δεν απαντάει στην αιτία του προβλήματος. Αφετέρου, γιατί η λογική της είναι πάντα να επιδοτήσει ουσιαστικά την αγορά ακινήτου, όμως και αυτό, ακόμη και εάν βοηθήσει ως ένα βαθμό, πάλι δεν απαντά στο πρόβλημα. Ακόμη και η προσπάθεια να «ανοίξουν τα κλειστά σπίτια», πάλι το πιο πιθανό είναι να κατευθυνθεί στις κερδοφόρες κατευθύνσεις των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων, παρά στην ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών για στέγαση. Για να μην αναφερθώ σε προτάσεις όπως η προσπάθεια να προσελκυστούν ακόμη περισσότερες «επενδύσεις» στην κατασκευή σπιτιών προς ενοικίαση, με το επιπλέον κίνητρο μερικών παραπάνω ορόφων κατά παρέκκλιση των κανόνων δόμησης.

Γιατί, όπως δείχνει και η κατάσταση στην Ευρώπη, η κατάσταση απλώς θα επιδεινώνεται εάν δεν υπάρξει μια άλλη πολιτική για τη στέγαση. Και αυτή δεν μπορεί να θεωρεί ότι ούτως ή άλλως η αγορά θα επιλύσει το πρόβλημα. Γιατί πολύ απλά δεν θα το κάνει. Όπως και στο παρελθόν χρειάζονται λύσεις εκτός πλαισίου αγοράς: νέα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας με δημόσια χρηματοδότηση, ριζικός περιορισμός στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, προστασία απέναντι στις αυξήσεις ενοικίων. Κάποια συμφέροντα θα θιγούν. Κάποιες κερδοφορίες μπορεί να επηρεαστούν. Όμως, ως προς την κοινωνία θα είναι μεγάλη πρόοδος.

Ας προσθέσω και μία παράμετρο ακόμη. Εάν στην περίοδο της μεγάλης κρίσης και των μνημονίων, η χώρα μας δεν έζησε ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική κρίση, ήταν για δύο λόγους: την ισχυρή ενδοοικογενειακή αλληλεγγύη, με τις οικογένειες να στηρίζουν τα πιο αδύναμη μέλη τους, και το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης που από κοινού εξασφάλισαν ότι κόσμος δεν βρέθηκε στον δρόμο. Όμως, τώρα τα πράγματα αλλάζουν και άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, ή να υποχρεώνονται να διαθέτουν υπερβολικά μεγάλο τμήμα του εισοδήματός τους, απλώς και μόνο για να έχουν μια κατοικία, μακριά κιόλας από τις ανάγκες τους. Και αυτό εξηγεί γιατί η στεγαστική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική έκρηξη.

Πηγή: in

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Στιβ ΜακΚουίν ενώνει τις φωνές των Ντέιβιντ Μπόουι και Νίνα Σιμόν στο έργο του «66-76-26»

Νέα εγκατάσταση του καλλιτέχνη, σκηνοθέτη και σεναριογράφου Στιβ ΜακΚουίν, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο προσφέρει μέσω του τραγουδιού «Wild is the Wind» και των χαρακτηριστικών φωνών της Νίνα Σιμόν και του Ντέιβιντ Μπόουι μια συγκινητική εμπειρία που διασχίζει τον χρόνο και τον χώρο.

Το τραγούδι «Wild is the Wind», με τον σύνθετο συνδυασμό αγάπης, ελεγείας και νοσταλγίας, αποτελεί μέρος του έργου του Βρετανού καλλιτέχνη εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες.