ενημέρωση 2:15, 30 September, 2026

H Chery λανσάρει το νέο CHERY TIGGO 7 HEV

H Chery παραμένει πιστή στην αρχική της επιδίωξη και ετοιμάζεται να λανσάρει το νέο CHERY TIGGO 7 HEV.

Βασιζόμενη στην επιτυχία της οικογένειας TIGGO στην Ευρώπη, η CHERY ετοιμάζεται να λανσάρει ένα νέο μέλος: το TIGGO 7 HEV.

Φέρει το σύστημα υβριδικής τεχνολογίας, το  Chery Super Hybrid (CSH).

Το νέο μοντέλο είναι εξοπλισμένο με τον κορυφαίο υβριδικό κινητήρα ACTECO 1.5 TGDI 5ης γενιάς, ο οποίος επιτυγχάνει την κορυφαία θερμική απόδοση 44,5%.

Οι επιδόσεις του είναι εντυπωσιακές, με 224 ίππους και χαμηλή συνδυασμένη κατανάλωση καυσίμου μόλις 5,7 lt/100 km (WLTP), αλλά και μια συνολική αυτονομία που αγγίζει τα 880 km. Πρόκειται για μια πρόταση που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στις ανάγκες της πόλης και τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων.

Το νέο CHERY TIGGO 7 HEV αναμένεται στην ελληνική αγορά πριν το καλοκαίρι.

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Σι Τζινπίνγκ - «Η ενοποίηση με την Ταϊβάν είναι ιστορική αναγκαιότητα»

Συνάντηση του κινέζου προέδρου με την ηγέτιδα της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν μετά από δέκα χρόνια. Προειδοποίηση του Πεκίνου κατά της ανεξαρτησίας του νησιού

 Η ενοποίηση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα αποτελεί «ιστορική αναγκαιότητα», όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ κατά τη συνάντησή του στο Πεκίνο με την Τσενγκ Λι-γουέν, πρόεδρο του κόμματος της αντιπολίτευσης της Ταϊβάν Κουομιντάνγκ (KMT). Πρόκειται για την πρώτη συνάντηση του κινέζου προέδρου με εν ενεργεία ηγέτη του κόμματος εδώ και περίπου μία δεκαετία.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times ο Σι προειδοποίησε ότι το Πεκίνο δεν θα ανεχθεί καμία προσπάθεια προώθησης της «ανεξαρτησίας της Ταϊβάν», την οποία χαρακτήρισε βασικό παράγοντα αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Παράλληλα, τόνισε ότι, παρά τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον, η προσέγγιση μεταξύ των λαών και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν αποτελεί μια τάση που, όπως είπε, «δεν μπορεί να ανατραπεί».

Ο κινέζος πρόεδρος σημείωσε ακόμη ότι το Πεκίνο επιθυμεί μεγαλύτερη συνεργασία με όλα τα πολιτικά κόμματα και τις κοινωνικές δυνάμεις της Ταϊβάν, με στόχο – όπως ανέφερε – τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Από την πλευρά της, η Τσενγκ Λι-γουέν υπογράμμισε ότι οι δύο πλευρές των Στενών πρέπει να ενισχύσουν την επικοινωνία και την αμοιβαία κατανόηση.

Οπως σημείωσε, παρότι οι κοινωνίες της Κίνας και της Ταϊβάν λειτουργούν υπό διαφορετικά πολιτικά συστήματα, θα πρέπει να επιδιώξουν μεγαλύτερη συνεργασία και να συμβάλουν από κοινού στην αναζωογόνηση του κινεζικού πολιτισμού. Η επίσκεψη της Τσενγκ στην Κίνα, την οποία η ίδια χαρακτήρισε «ιστορικό ταξίδι για την ειρήνη», πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στα Στενά της Ταϊβάν.

Το Πεκίνο έχει εντείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από το νησί μετά την εκλογή του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε από το κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP), το οποίο υιοθετεί πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στην Κίνα. Σε αντίθεση με το DPP, το Κουομιντάνγκ παραδοσιακά υποστηρίζει στενότερες σχέσεις με το Πεκίνο. Παρότι οι επαφές μεταξύ στελεχών του κόμματος και κινέζων αξιωματούχων είναι σχετικά συχνές, η τελευταία συνάντηση ηγέτη του KMT με τον Σι Τζινπίνγκ είχε πραγματοποιηθεί το 2016.

Η Τσενγκ τόνισε ότι τα πολιτικά κόμματα στην Ταϊπέι θα πρέπει να στηρίξουν τη λεγόμενη «Συναίνεση του 1992». Η συμφωνία αυτή, που επιτεύχθηκε μεταξύ εκπροσώπων του Πεκίνου και της Ταϊπέι, αναγνωρίζει ότι και οι δύο πλευρές των Στενών ανήκουν σε «μία Κίνα», χωρίς ωστόσο να καθορίζεται ποια κυβέρνηση τη διοικεί. 

Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι δηλώσεις της Τσενγκ αντανακλούν τη γραμμή του Κουομιντάνγκ που ευνοεί τη βελτίωση των σχέσεων με το Πεκίνο, αν και η στάση αυτή δεν εκφράζει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στην Ταϊβάν. 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Βραζιλία - Οι κυανόχρυσοι μακάο επέστρεψαν στο Ρίο μετά από 200 χρόνια

Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επανένταξης άγριας ζωής φέρνει ξανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο τα εντυπωσιακά πτηνά, δύο αιώνες μετά την εξαφάνισή τους από την περιοχή

Αν και οι εικόνες των μακάο είναι παντού στο Ρίο, τα ίδια τα πουλιά είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από την πόλη εδώ και 200 χρόνια, κυρίως λόγω αποψίλωσης των δασών και παράνομου εμπορίου άγριας ζωής.

Σήμερα, βιολόγοι επαναφέρουν σταδιακά το είδος στο εθνικό πάρκο Tijuca στο Ρίο, ένα από τα μεγαλύτερα αστικά δάση στον κόσμο.

Μέχρι στιγμής έχουν επανενταχθεί τέσσερα πουλιά, τα οποία εκπαιδεύτηκαν ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν στη φύση, αφού είχαν διασωθεί από αιχμαλωσία.

Παρότι είναι λίγα, η παρουσία τους γίνεται έντονα αισθητή, με τις φωνές τους να γεμίζουν το δάσος. Στόχος των επιστημόνων, είναι να απελευθερωθούν συνολικά έως και 50 μακάο τα επόμενα χρόνια.

Η επιστροφή της άγριας ζωής στο Ρίο και η σημασία της

Το πρόγραμμα «refaunation» δεν περιορίζεται όμως μόνο στους μακάο.

Από το 2010 έχουν επιστρέψει στο δάσος και άλλα είδη που είχαν εξαφανιστεί, όπως τρωκτικά, χελώνες και μαϊμούδες, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση της φυσικής ισορροπίας.

Πολλά φυτά του δάσους εξαρτώνται από τα ζώα για την αναπαραγωγή τους, καθώς αυτά διασπείρουν τους σπόρους.

Οι μακάο, με το ισχυρό τους ράμφος και τη δυνατότητα να διανύουν μεγάλες αποστάσεις, μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αναγέννηση όχι μόνο του πάρκου, αλλά και άλλων περιοχών.

Ωστόσο, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από την προσαρμογή τους στη φύση και από την αποφυγή επαφής με τους ανθρώπους, καθώς η ομορφιά τους τα καθιστά ευάλωτα.

Οι επιστήμονες αισιοδοξούν ότι με τον χρόνο ο ουρανός του Ρίο θα γεμίσει ξανά με τα χαρακτηριστικά μπλε και κίτρινα χρώματα των μακάο.

Περισσότερο από ένα εντυπωσιακό θέαμα, η επιστροφή τους αποτελεί σύμβολο της προσπάθειας για την αποκατάσταση της φύσης και της ισορροπίας του οικοσυστήματος.

Με πληροφορίες από Guardian

Economist - Ο Τραμπ είναι ο «μεγάλος χαμένος» του πολέμου στο Ιράν

Ο πόλεμος, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, ανέδειξε την ελλιπή στρατηγική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή

Δεν έχουν όλοι οι πόλεμοι νικητές, έχουν όμως πάντα τουλάχιστον έναν χαμένο. και αν -μεγάλο «αν»- η εκεχειρία σηματοδοτήσει το τέλος της σύγκρουσης με το Ιράν, τότε ο μεγαλύτερος χαμένος είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρει σε ανάλυσή του ο Economist, περιγράφοντας πως οι ΗΠΑ, παρά τα όσα εξήγγειλαν, τελικά «έπεσαν έξω» στους στόχους τους.

Ο πόλεμος όχι μόνο υπονόμευσε τους βασικούς του στόχους, αλλά αποκάλυψε και τα όρια του τρόπου με τον οποίο επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει την αμερικανική ισχύ στη Μέση Ανατολή.

Η ειρήνη παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Η Ουάσινγκτον και η Τεχεράνη διαφωνούν ακόμη και για το αν η εκεχειρία καλύπτει τον Λίβανο, την ώρα που οι ισραηλινές επιθέσεις συνεχίζονται με ένταση, θέτοντας σε κίνδυνο τη συνολική συμφωνία. Αντίστοιχα, υπάρχει σύγκρουση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, βασική προϋπόθεση των ΗΠΑ για την έναρξη συνομιλιών. Οι θέσεις των δύο πλευρών είναι τόσο μακριά που δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν ούτε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που αναμένεται να γίνουν στο Ισλαμαμπάντ το ερχόμενο Σάββατο.

Ντόναλντ Τραμπ: Γιατί αποκλείεται, προς το παρόν, η επιστροφή στον πόλεμο

Ο βασικότερος λόγος που δεν διαφαίνεται άμεση επιστροφή στον πόλεμο είναι ότι ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως δεν έπρεπε να τον ξεκινήσει, συνεχίζει στην ίδια ανάλυσή του το περιοδικό.

Οι επιθετικές του δηλώσεις μοιάζουν πλέον περισσότερο με προσπάθεια να «ντύσει» την υποχώρησή του, γνωρίζοντας ότι μια νέα σύγκρουση θα προκαλούσε πανικό στις αγορές και θα ακύρωνε το αφήγημα περί «χρυσής εποχής» και αμερικάνικης επιβολής στη Μέση Ανατολή.

Και το Ιράν, ωστόσο, έχει λόγους να αποφύγει την κλιμάκωση. Η ηγεσία του έχει πληγεί, κρίσιμες υποδομές έχουν καταστραφεί και η οικονομία έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Παράλληλα, επιδιώκει την άρση των κυρώσεων και θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του στις διαπραγματεύσεις. Αν υπάρξει νέα σύγκρουση, αυτό πιθανότατα θα οφείλεται σε υπερβολικές απαιτήσεις της ίδιας της Τεχεράνης.

Ντόναλντ Τραμπ: Το πιθανότερο σενάριο μετά τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν

Το πιθανότερο σενάριο είναι ένα τραυματισμένο αλλά ανθεκτικό ιρανικό καθεστώς, που θα συνεχίσει να επιδιώκει τους μέγιστους στόχους του στο τραπέζι των συνομιλιών. Παρά τις απώλειες σε στρατιωτικό εξοπλισμό και τις εκτεταμένες επιθέσεις που δέχθηκε, η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα να ανασυνταχθεί, έστω και με κόστος χρόνου και πόρων.

Ο Τραμπ παρουσιάζει την εξέλιξη αυτή ως «μεγάλη νίκη». Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό. Οι τρεις βασικοί στόχοι του πολέμου, κοινώς η -κατά την πολιτική Τραμπ- σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής, η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και η οριστική εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, δεν επιτεύχθηκαν.

Αντίθετα, η περιφερειακή ασφάλεια επιδεινώθηκε. Το Ιράν απέκτησε νέους μοχλούς πίεσης, επιτιθέμενο σε χώρες του Κόλπου και περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η ιδέα επιβολής «διοδίων» στη διέλευση εντείνει τις ανησυχίες για το μέλλον της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Οι χώρες του Κόλπου καλούνται πλέον να επανεξετάσουν τη στρατηγική τους. Μπορούν να συνεχίσουν να βασίζονται στις ΗΠΑ ή πρέπει να ενισχύσουν τη δική τους άμυνα, ή ακόμη και να αναζητήσουν έναν συμβιβασμό με το Ιράν; διερωτάται στην ίδια ανάλυσή του ο Economist.

 Το Ιράν σταθεροποιήθηκε παρά τις επιθυμίες Τραμπ

Παράλληλα, το ιρανικό καθεστώς όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά ενδέχεται να έχει σταθεροποιηθεί. Η διαδοχή εξουσίας προχώρησε, με τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ να αναδεικνύεται ως διάδοχος, ενώ η πραγματική ισχύς φαίνεται να συγκεντρώνεται στους Φρουρούς της Επανάστασης.

Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει επίσης ανοιχτό. Παρά τις ζημιές στις εγκαταστάσεις, σημαντικές ποσότητες εμπλουτισμένου ουρανίου εξακολουθούν να υπάρχουν, γεγονός που ενισχύει τον κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης στην περιοχή.

Ο πόλεμος ανέδειξε και ένα βαθύτερο πρόβλημα για τις ΗΠΑ: η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί χωρίς σαφή στρατηγική. Παρά την τεχνολογική υπεροχή και τη χρήση προηγμένων συστημάτων, η σύγκρουση έδειξε ότι η «ωμή ισχύς» δεν εγγυάται τη νίκη.

Τελικά, το Ιράν παραμένει ένας ισχυρός και απρόβλεπτος αντίπαλος. Και η εμπειρία αυτού του πολέμου καταδεικνύει ότι η ισχύς από μόνη της δεν αρκεί, ούτε για να κερδίσεις, ούτε για να επιβάλεις ειρήνη.

Με πληροφορίες από Economist