ενημέρωση 6:23, 5 October, 2026

Δημήτρης Καταλειφός – «Το υπέδαφος της εποχής που ζούμε είναι πολύ παρακμιακό»

Ο δημιουργικά πολυσχιδής και καλλιτεχνικά ανήσυχος Δημήτρης Καταλειφός μιλά για τη διαδρομή του στο ελληνικό θέατρο, τα άμεσα και μελλοντικά σχέδιά του, αλλά και τις σιωπηρες μετατοπίσεις που φέρνει η σημερινή εποχή.

Ο Δημήτρης Καταλειφός ανήκει στο θέατρο μ’ έναν τρόπο καθαρό, απόλυτο. Ηθοποιός πάνω απ’ όλα, σκηνοθέτης, ποιητής, ζωγράφος και δάσκαλος, έχει κάνει τη διαδρομή του και συνεχίζει. Ιδρυτικό μέλος σε δύο απ’ τις σημαντικότερες θεατρικές ομάδες, τη «Σκηνή» και τις «Μορφές/Εμπρός», έζησε την άνοδο και την πτώση τους, ακολουθώντας στη συνέχεια μοναχική πορεία. Άνθρωπος λιτός, σκεπτόμενος, ανήσυχος κάνει στο ΒΗΜΑ Talks τους απολογισμούς του σ’ έναν κόσμο σύγχυσης και αντιφάσεων.

Απ’ τις 30 Απριλίου θα είναι ο «Barrymore, ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο» στο έργο του Ουίλιαμ Λουζ (μετάφραση/σκηνοθεσία Φοίβος Σαμαρτζής-θέατρο Άνεσις).

Αλήθεια θ’ αλλάζατε πράγματα στην πορεία σας;

Ναι, σίγουρα. Έχει μεγάλη σημασία οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο καθένας μας. Τελείωσα τη δραματική τότε που άρχιζε η Μεταπολίτευση, οπότε, αυτό που μπορώ να πω στον απολογισμό μου, όσο αυστηρός κι αν είμαι απέναντι στον εαυτό μου, είναι ότι με δεδομένες τις συνθήκες, κινήθηκα με όσο περισσότερο αξιοπρέπεια μπορούσα. Υπήρχαν τότε οι προσωποπαγείς θίασοι, είχε ξεκινήσει ο Κουν, ο Ευαγγελάτος και το Εθνικό. Σ’ εμένα προέκυψε πρώτα η ομάδα με τον Λευτέρη Βογιατζή («Σκηνή»), μετά με τον Τάσο Μπαντή («Μορφές/Εμπρός»), δύο επιλογές για τις οποίες δεν μετανιώνω καθόλου. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει κάποιος της ηλικίας μου τότε.

Αυτό που μετανιώνω είναι ότι θα ’θελα να είχα υπάρξει πιο τολμηρός. Έτσι ώστε να είχα ακολουθήσει, όταν αυτά τα σχήματα τελείωσαν, έναν με πιο πρωτοβουλία δρόμο. Είχα όμως αποδεχθεί, επειδή ήμουν και ο νεότερος, τον ρόλο λίγο του παιδιού σ’ αυτές τις ομάδες, όχι του γονιού. Αυτό μετανιώνω. Αλλά μπορούμε ν’ αλλάξουμε το DNA μας, τον χαρακτήρα, τη φύση μας; Δεν ξέρω. Αλλά όταν γίνομαι σκληρός προς τον εαυτό μου λέω ότι τότε που διαλύθηκε και το «Εμπρός», θα ’πρεπε να είχα αναλάβει κάτι πιο με τόλμη προσωπικό.  

Δύο ομάδες που έχουν γράψει ιστορία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο, αλλά και οι δύο διαλύθηκαν με λίγο οδυνηρό τρόπο…

 

Με πολύ οδυνηρό τρόπο. Και μου κόστισε πολύ και ακόμα εξακολουθεί. Γιατί μ’ αυτούς τους ανθρώπους, και στις δύο ιστορίες, καταρχήν, ήμασταν φίλοι. Επίσης ήταν άνθρωποι με τους οποίους σιγά-σιγά μας συνέδεαν κοινά όνειρα, ψάχναμε μια κοινή γλώσσα. Σαν να γινόμασταν συγγενείς μ’ έναν τρόπο. Οπότε όταν αυτό το πράγμα κατέρρευσε έχασα και φίλους και συγγενείς και πίστη σε κάποια πράγματα. Ωραίες κι οι παραστάσεις, ωραίες οι πρόβες, ωραίες οι προσπάθειες, αλλά τελικά όταν μεγαλώνεις και κάνεις απολογισμούς, πιο πολύ σ’ απασχολεί τι απομένει στο ανθρώπινο επίπεδο. Με μεγάλη λύπη και ειλικρίνεια, στα 72 μου, δεν έμεινε τίποτα.

«Η αλήθεια είναι πως εμείς ανατραφήκαμε ότι εν ονόματι του αποτελέσματος του θεάτρου, ο σκηνοθέτης και θα σου φωνάξει και θα σε βρίσει».

Αυτό δεν ισχύει μόνο στις ομάδες, ισχύει γενικότερα στον θεατρικό χώρο -είμαστε πρόσκαιρα μαζί και μετά συνήθως χανόμαστε. Πόσο μάλλον με δύο ομάδες που είχαν διάρκεια περίπου 15 χρόνια απ’ τη ζωή μου. Οπότε ναι, έχω μια θλίψη απ’ αυτή την αραίωση. Υπάρχει βέβαια η εκτίμηση για το καλλιτεχνικό έργο, μια χαρά ότι κάτι έκανες κι εσύ, κάπου έβαλες ένα πετραδάκι, ότι συγκίνησε ανθρώπους, ότι κάναμε μια σχολή (του «Εμπρός») που βγήκαν νέα ταλαντούχα πλάσματα. Δεν το αναιρώ. Αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο έχουν μείνει λίγα πράματα. Και για μένα, τώρα που γέρασα, το ανθρώπινο μετράει.

Υπεισήλθαν θέματα ανταγωνισμού, αντιζηλίας. Ο ηθοποιός είναι επιρρεπής, όπως και στον θαυμασμό, τον φόβο της απόρριψης…  

Είναι ένας χώρος που πραγματικά αντιμετωπίζει πολλούς φόβους, πολλές ανασφάλειες, πολλή γενναιότητα. Όλα αυτά είναι σύμφυτα με τη δουλειά κυρίως του ηθοποιού του θεάτρου γιατί έχει αυτή την καθημερινή έκθεση, την καθημερινή κρίση-σύγκριση, τον καθημερινό ανταγωνισμό. Κι έχει μεγάλη σημασία πώς τα διαχειρίζεται κανείς μέσα στον χρόνο. Σίγουρα υπήρξαν κι απ’ αυτά. Αλλά εγώ ήλπιζα ότι θα μπορούσαμε να τα είχαμε διευθετήσει πιο πολιτισμένα -δεν συνέβη. Κάποια συνέβησαν μ’ έναν πολύ τραυματικό τρόπο στη διάλυση και των δύο ομάδων. Οπότε αν θέλει κανείς να ’ναι ειλικρινής -και οφείλει να ’ναι μετά τα 70, δεν μπορεί να γλυκαίνει και να εξωραΐζει τα πράγματα.

Η διαδικασία της πρόβας είναι τόσο επώδυνη;    

Οι πρόβες στο «Εμπρός» και με τον Λευτέρη άλλοτε ήταν ωραίες, δημιουργικές άλλοτε ήταν βασανιστικές, ιδίως με τον Λευτέρη.

Έχετε ζήσει ακρότητες;

Ναι.

Ακρότητες που συμπεριλαμβάνουν μιας μορφής βία, είτε ψυχολογική είτε σωματική είτε λεκτική;

Όχι, σωματική όχι, ούτε γι’ αστείο. Αλλά αυτή η αίσθηση ότι «δεν τα καταφέρνεις, πώς είσαι έτσι, πώς παίζεις έτσι», παράπονα για το πώς είναι η απόδοσή σου -ναι, πολύ συχνά. Με τον Τάσο, όχι. Ο Τάσος ήταν ένας σκηνοθέτης που είχε πολύ πιο τρυφερή σχέση με τους ηθοποιούς, τους θαύμαζε, τους έλεγε και καμιά καλή κουβέντα για να τους ενθαρρύνει, ήταν πιο ανθρώπινος, ζεστός. Με τον Λευτέρη αυτό πηγαινοερχόταν. Άμα έκανες μια πολύ καλή πρόβα μπορούσε να ήταν πάρα πολύ γενναιόδωρος. Αλλά την επομένη, σαν να το’χε βάλει τάμα της ζωής του, αυτό να στο διαλύσει και να στο καταστρέψει. Οπότε ήταν πολύ πιο συχνά εκεί τα πράγματα δύσκολα.

«Μια πρόβα δεν είναι ένα σαλόνι που πίνουμε καφέ και τσάι και λέμε ευγενικά κάποια λόγια».

Το #metoo πού οδήγησε; Μπορεί να ’ναι όλα ωραία και καλά στην πρόβα;

Το ’χω σκεφτεί κι εγώ αυτό, ειδικά μετά το 2020. Η αλήθεια είναι πως εμείς ανατραφήκαμε ότι εν ονόματι του αποτελέσματος του θεάτρου, ο σκηνοθέτης και θα σου φωνάξει και θα σε βρίσει και θα σου πει «κοίταξε να συμμορφωθείς και να πάρεις πιο σοβαρά τον ρόλο σου». Υπήρχε ένα κλίμα μιας ανησυχίας, όχι με την έννοια της προσβολής και της ταπείνωσης, όσο ότι είναι κάτι τόσο υψηλό αυτό που ζητιέται ώστε εσύ πρέπει να ’χεις μια ταπεινότητα και μια ανοχή. Γιατί κι εσύ απαιτούσες κάτι πιο αυθεντικό απ’ τον εαυτό σου.

Το #metoo είναι πολύ σωστό -και που έγινε και που γίνεται. Μόνο που ορισμένα πράγματα λίγο τα έχει διευρύνει και τα ’χει κάνει πιο γενικά. Απ’ την άλλη, μια πρόβα δεν είναι ένα σαλόνι που πίνουμε καφέ και τσάι και λέμε ευγενικά κάποια λόγια. Γίνεται μόχθος, ο άλλος ιδρώνει να στήσει μια σκηνή, εσύ να παίξεις καλύτερα, κάποιος θα χρειαστεί να βάλει μια φωνή. Θέλει και μια ένταση το πράγμα, δεν είναι όλα comme-il-faut. Αυτό οι νέες γενιές πια το έχουν λίγο σ’ ένα επίπεδο ότι όλα μπορούν να γίνουν πιο μαλακά, πιο ήρεμα, πιο ευχάριστα. Και το φοβερό είναι ότι βλέπει κανείς και παραστάσεις που συχνά είναι και πολύ ωραίες και δεν έχουν περάσει απ’ αυτή την βάσανο που είχαν περάσει οι δικές μας. Οπότε είναι ένα ερωτηματικό τα όρια μιας πρόβας. Θέλει μια χρυσή τομή -αυτό που αποκαλούμε συχνά χημεία ή ωραία ενέργεια.

Ζούμε μια εποχή αντιφάσεων, ίσως. Αντί να πηγαίνουμε μπροστά, μήπως πάμε πίσω;

Γενικά ζούμε σε μια εποχή, όλοι, και στην κοινωνία και στην πολιτική και στα πάντα, ειδικά τώρα που γίνεται ένας πόλεμος λίγο πιο πέρα, που μας έχει όλους αναστατώσει, που θα την χαρακτήριζα, σ’ όλα τα επίπεδα, αμήχανη. Και με πολλές αντιφάσεις.

«Σήμερα κάποιος έχει την ανάγκη να πει “πήγα και είδα ένα sold out” παρά “είδα μια καλή παράσταση” -το προτιμάει»».

Αλλά για να πούμε και τα θετικά, υπάρχει μια έκρηξη νέων ταλέντων, παιδιά που βγαίνουν με φοβερές δυνατότητες, που έχουν μια διαθεσιμότητα συγκινητική. Απ’ την άλλη οι πρόβες γίνονται σε πολύ λίγο χρόνο, τα παιδιά τρέχουν και παίζουν σε πολλά έργα για να μπορέσουν να βγάλουν μια αμοιβή υποφερτή, τα πράγματα δεν πηγαίνουν σ’ ένα μεγαλύτερο βάθος. Οι παραστάσεις διαρκούν μιάμιση ώρα για να μην κουραστεί ο κόσμος, οι παραγωγοί πιέζουν να παίζονται τρία-τέσσερα έργα την εβδομάδα, οπότε δεν μπορεί να υπάρχει πια σκηνογραφία της προκοπής. Υπάρχουν τόσες πολλές παραστάσεις που ζαλίζεσαι, δεν καταλαβαίνεις ποιος παίζει τι και που -πληθωρισμός και σύγχυση, παντού. Επίσης, πρέπει να είμαστε politically correct αλλά να γίνεται και κάτι αυθεντικό, να γίνεται και μια βίαιη σκηνή, να γίνεται και γυμνό, αλλά να μην με προσβάλλει κιόλας. Τώρα το θέατρο έχει πολύ καλά πράγματα και πολύ άσχημα -όλα μαζί σ’ έναν αναβρασμό.

Οι αίθουσες γεμίζουν, τα sold out δίνουν και παίρνουν. Αλλάζει το τοπίο;

Αυτό που έχει αλλάξει τον κόσμο, και τον κόσμο του θεάτρου, πιστεύω ότι είναι πια αυτή η ιστορία με τα social media. Όλο αυτό το πράγμα έχει επηρεάσει τα sold out, τη γνώμη για τα sold out, τη γνώμη του κοινού για τα sold out, την ανάγκη κάποιου να πει «πήγα και είδα ένα sold out» παρά «είδα μια καλή παράσταση» -το προτιμάει. Είναι μόδα. Μετά υπάρχει και μια έντονη τοξικότητα που αντιμετωπίζει πια ο κόσμος το θέατρο. Γενικά ζούμε σε μια μεγάλη μετάβαση, δεν ξέρω προς τα που. Τουλάχιστον δεν έχουμε σειρήνες πάνω απ’ το κεφάλι μας αυτή τη στιγμή που μιλάμε και δεν τρέχουμε σε καταφύγια. Μπορεί να γκρινιάζουμε και να παραπονιόμαστε για άπειρα πράγματα -και δικαίως, αλλά σκέψου να ’χουμε και πόλεμο…

Αντιστέκεστε σ’όλο αυτό;

Ναι, συνειδητά αλλά και λόγω ηλικίας. Δεν έχω τις δυνάμεις εγώ να πάω να παίξω σ’ ένα σίριαλ που θα ’ναι δέκα ώρες και μετά να πάω να παίζω σε μια παράσταση. Σ’ όλη μου τη ζωή προσπαθούσα, με τις δεδομένες συνθήκες, να κινούμαι με μια αίσθηση αξιοπρέπειας. Και τι εννοώ; Αυτό που κάνω να συμβαδίζει με κάτι που θέλω ή που πιστεύω. Δεν μπορώ ξαφνικά στα γεροντάματα να το προδώσω. Οπότε παλεύω μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο που αλλάζει τρομακτικά ν’ αποχωρήσω κάποια στιγμή με μια αξιοπρέπεια χωρίς να έχω λίγο πριν το τέλος της διαδρομής προδώσει κάτι που αν μη τι άλλο ήταν για μένα το μπράβο που έχω πει στον εαυτό μου. Γιατί μπορεί να ’χω μετανιώσει για πράγματα αλλά λέω κι ένα μπράβο ότι σ’ αυτές τις συνθήκες δεν πούλησες τίποτα απ’ τα σοβαρά πράγματα που με καθόριζαν.

«Ζω μια ζωή πάρα πολύ αξιοπρεπώς φτωχή».

Μπήκατε στον πειρασμό;

Όχι δύσκολα. Είχα μια πετριά που δεν ξέρω από που μου μπήκε. Από φοιτητής που πήγαινα στο Θέατρο Τέχνης και έβλεπα παραστάσεις ονειρευόμουν ότι άμα γίνω κι εγώ ηθοποιός θα είμαι σαν ένας απ’ αυτούς που είναι στο Υπόγειο και θα κάνουμε τέτοιου είδους έργα κι ότι αυτό έχει ένα νόημα. Ήταν το ιδανικό μου. Ήθελα, αυτό το εφηβικό, να το κρατήσω όσο μπορούσα. Δεν ξέρω αν θα το κράταγα αν δεν γινόντουσαν αυτές οι δύο ομάδες. Βοήθησε και η τύχη και οι επιλογές μου.

Οπότε δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα πολύ στο να πω δεν πειράζει να μην βγάζω λεφτά, ας παίζω εγώ σε πράγματα που με συγκινούν. Οπότε δεν είχα ποτέ έναν έντονο πειρασμό, να πω μήπως να κάνω αυτό για να βγάλω κάποια λεφτά. Δεν το είχα. Είχε λυθεί αρκετά γρήγορα αυτό μέσα μου. Ζω με νοίκι, δεν έχω αυτοκίνητο. Δηλαδή μια ζωή πάρα πολύ αξιοπρεπώς φτωχή, θα ’λεγα. Δεν ήταν ποτέ το χρήμα κάτι που θα με θαμπώσει. Αυτό που με θάμπωνε εμένα πιο πολύ ήταν να γίνονται πράγματα ωραία, να συμμετέχω σ’ αυτά, να ’μαι καλός. Αυτά ήταν τα ιδανικά μου. Βέβαια τώρα που μεγαλώνει κανείς βλέπει ότι έχει ανάγκη και την υγεία και κάποια χρήματα, οπότε είναι κι αυτό κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι -μήπως έκανα κι εκεί λάθος;  

Δεν θα ’πρεπε ένας πρωταγωνιστής να βγάλει και λεφτά;

Δεν είχα ποτέ ταλέντο να αξιολογήσω τον εαυτό μου, να απαιτήσω κάτι περισσότερο. Πάντα υπήρχε μια μετριοπάθεια σ’ αυτό. Ήταν και οι δουλειές, βέβαια. Ακόμα και στον Αντύπα («Απλό Θέατρο») ήταν ένα θέατρο επιχορηγούμενο. Αλλά καμιά φορά η καλοσύνη των ξένων είναι ανώτερη απ’ των συγγενών. Ο Αντύπας μού φέρθηκε πάρα πολύ καλά, ο καλύτερος εργοδότης που είχα -είχε μια απίστευτη εντιμότητα. Θυμάμαι είχαν πάει πολύ καλά οι «Βρυκόλακες» και το καλοκαίρι μου’ δωσε ένα μπόνους -δεν είχε καμία ανάγκη να το κάνει. Τον θυμάμαι με πολλή αγάπη γιατί είχε αυτό το προτέρημα, που το κληρονόμησα κι εγώ απ’ το σπίτι μου, τη γενναιοδωρία. Για μένα είναι το νούμερο ένα προτέρημα στον άνθρωπο. Όπως και ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Αυτούς τους δύο ανθρώπους τους θυμάμαι, πέρα απ’ τα καλλιτεχνικά, και για τη γενναιοδωρία τους. Αυτό δεν υπήρξε με τους ανθρώπους της Σκηνής και του «Εμπρός» -το λέω ξεκάθαρα.

Κατά καιρούς έχετε βγάλει μια πικρία για το σινάφι σας και μια βαθιά αγάπη για το κοινό. Σαν να ’χετε στηριχθεί πολύ παραπάνω στο κοινό παρά στους συναδέλφους σας. Εξακολουθείτε να το πιστεύετε αυτό;

Ναι, το πιστεύω. Ο χώρος μας έχει αυτά τα στοιχεία της ανασφάλειας για να βρούμε δουλειά, να είμαστε καλοί κι αυτό σιγά-σιγά δημιουργεί συμμαχίες και κάποιοι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε μια παρέα είναι λίγο μόνοι τους. Εγώ αν εξαιρέσουμε τη «Σκηνή» και το «Εμπρός», μετά, διανύω μια παρά πολύ μοναχική πορεία. Δεν ανήκω πουθενά, δεν έχω καμία παρέα τέτοιου τύπου, οπότε αυτό λίγο στην Ελλάδα του 20ου-21ου αιώνα κάπως το πληρώνεις. Εγώ πιστεύω ότι επειδή ο κόσμος μου έδειχνε μια αγάπη, μια συμπάθεια αυτό με κάνει και υπάρχω ακόμα, μ’ όποιον τρόπο υπάρχω. Δεν είχα καθόλου μία υποστήριξη που έχουν άλλοι από κάτι που είναι μέσα απ’ τον χώρο. Αυτό δεν το είχα ποτέ. Ο καθένας μας πληρώνει τον χαρακτήρα που έχει, τη ζωή που ζει. Εμένα οι φίλοι μου δεν είναι απ’ τον χώρο -έχει κι αυτό ένα αντίτιμο.

Ζωγραφίζετε, γράφετε ποίηση. Νιώθετε ίσως  λίγο παράταιρος;

Ναι, νομίζω πως είμαι λίγο. Το θέατρο είναι μια υπέροχη, μοναδική τέχνη αλλά όπως λέει και ο Μπάριμορ, ένα σαπροφάγο επάγγελμα. Νιώθω μια ευλογία που ασχολήθηκα, μου έλυσε πολλά προβλήματα που δεν ξέρω πως αλλιώς θα τα έλυνα. Αλλά ως προς το επαγγελματικό, και ειδικά σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα, όπου όλα γίνονται πολύ δύσκολα και συχνά πολύ αχάριστα, είναι πολύ δύσκολο -που λες καμιά φορά μήπως έπρεπε να είχα κάνει κάτι άλλο…

Ειδικά όταν έγραψα τα ποιήματα (σ.σ. τρεις ποιητικές συλλογές) ένιωσα τέτοια ευχαρίστηση με την ατομική τέχνη που σκέφτηκα μήπως ήμουν περισσότερο για κάτι πιο μοναχικό απ’ το θέατρο.  Απ’ την άλλη έχω ένα μεγάλο προσόν: Επειδή διδάσκω σε σχολές, στο Πανεπιστήμιο, κι έχω μεγάλη αποδοχή και αγάπη απ’ τα παιδιά, λέω μήπως το καλύτερο που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν να ήμουν δάσκαλος. Γιατί σ’ αυτό πιστεύω ότι είμαι καλύτερος απ’ όλα, η φτιαξιά μου ήταν πολύ για δάσκαλος. Ηθοποιός είναι κάτι που θέλει περισσότερο θράσος κι αυτό δεν το είχα.

«Τζον Μπάριμορ, ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο»: Μιλήστε μου για την παράσταση…

Ο Τζον Μπάριμορ ήταν ένας διάσημος ηθοποιός (1882-1942) μιας οικογένειας ηθοποιών. Στην Αμερική θεωρούνταν βασιλική οικογένεια του θεάτρου (σ.σ. φθάνει ως την Ντρου Μπάριμορ). Ο ίδιος δεν ήθελε καθόλου να γίνει ηθοποιός, ζωγράφος ήθελε. Αλλά τελικά τα πράγματα τον οδήγησαν στο θέατρο -κάτι σαν θεατρική επιχείρηση. Συνέπεσε και με την άνθιση του βωβού κινηματογράφου οπότε άρχισε να παίζει σε πολλές ταινίες, με μεγάλη επιτυχία. Κι όταν ήρθε ο ομιλών, δεν είχε κανένα πρόβλημα, γιατί είχε ωραία φωνή.

Το δράμα του όμως ήταν ότι είχε πολλές τραυματικές εμπειρίες, μ’ έναν πατέρα αλκοολικό, που πήγαινε με πολλές γυναίκας και πέθανε από σύφιλη στα 50 του. Κουβαλούσε ένα παρελθόν που τον οδήγησε πολύ νωρίς, στο αλκοόλ -με συνέπειες στην πορεία του.

Στο έργο του Ουίλιαμ Λουζ, τον συναντάμε στην πτώση του…

Ναι, στην παρακμή του, λίγο πριν πεθάνει. Στο θέατρο είχε κάνει δύο πολύ σημαντικούς ρόλους, Ριχάρδο Γ’ και Άμλετ. Το έργο είναι μια φανταστική συνθήκη όπου ο Μπάριμορ ονειρεύεται, σαν να αισθάνεται το τέλος, να παίξει ξανά τον Ριχάρδο Γ’. Η παράσταση εκτυλίσσεται τη βραδιά που προσπαθεί να κάνει πρόβα στον ρόλο, με τη βοήθεια ενός υποβολέα (Δημήτρης Τσιγκριμάνης) -να δει αν η μνήμη του θα τον βοηθήσει να παίξει.

«Αν θα ’θελα κάτι πολύ, θα ήταν να έπαιζα έναν ωραίο ρόλο σε μια ταινία. Για να έμενε και κάτι».

Λέει μια φράση ο Μπάριμορ ότι ο άνθρωπος γερνάει όταν αρχίσει να μετανιώνει αντί να ονειρεύεται. Σας εκφράζει;

Ναι, μ’ εκφράζει κι εμένα. Γιατί καλώς ή κακώς, όταν φτάνεις σ’ αυτή την ηλικία, εγώ είμαι πια 72 ετών, είναι μια τρομερά δύσκολη ηλικία. Δηλαδή πρέπει να εξομολογηθώ ότι απ’ τον κορονοϊό κι έπειτα, αυτά τα έξι χρόνια που διανύουμε είναι πολύ δύσκολα για κάποιον που είναι πια 72. Γιατί τότε αρχίζει, όπως λέει και το έργο, να κάνει ο άνθρωπος πολλούς απολογισμούς, να κοιτάζει προς τα πίσω. Δεν ξέρω αν αυτό το έχουν όλοι οι χαρακτήρες. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όταν τους ακούω -όπως πρόσφατα λόγω του πένθους που διανύουμε με τη Μαρινέλλα, την οποία τη θαύμαζα απεριόριστα και την είδα σε κάποιες συνεντεύξεις και είχε αυτή η ζωντάνια για το εμπρός των πραγμάτων, για να κάνει κι άλλα. Κι έλεγε πόσο πρέπει κανείς να διατηρεί τη νεανικότητά του. Αυτό το ζηλεύω, το θαυμάζω, αλλά δεν είναι πάντα του χεριού μου. Το παλεύω. Έχω μια ιδιοσυγκρασία πιο μελαγχολική θα ’λεγα, οπότε μοιραία οδηγούμαι σε απολογισμούς και να αναλογίζομαι το παρελθόν κλπ. Οπότε ναι, είμαι σε μια φάση που μετανιώνω για πράγματα. Όχι ακριβώς μετανιώνω αλλά είμαι σ’αυτό το μεταίχμιο που τα όνειρα δεν κυριαρχούν όπως παλιότερα που ονειρευόμουν. Πιο πολύ τώρα υπάρχει κι αυτό το κοίταγμα προς τα πίσω, τα λάθη που ανακαλύπτεις ότι έκανες, κατηγόριες για τον εαυτό σου -ένας απολογισμός άλλοτε οδυνηρός άλλοτε ανώδυνος.

Ο Μπάριμορ κάνει μια αντίστροφη μέτρηση ζωής. Σας απασχολεί ο χρόνος;

Είναι το κατεξοχήν θέμα που μ’ απασχολεί, όχι τώρα, από παλιότερα. Πάντα με συγκινούσαν τα έργα που πρωταγωνιστής ήταν ο χρόνος και είναι πολλά όπου πρωτοστατεί -με αποκορύφωμα τον Μπέκετ, τον Τσέχωφ, τον Πίντερ. Πάντα έχουμε μια σχέση, οι αισιόδοξοι με το μπρος, οι πιο απαισιόδοξοι με το να νοσταλγούν την παιδική ηλικία. Ο χρόνος είναι πρωταγωνιστής στη ζωή μας.

Είναι πράγματα που θέλετε να προλάβετε;

Αν θα ’θελα κάτι πολύ, θα ήταν να έπαιζα έναν ωραίο ρόλο σε μια ταινία. Για να έμενε και κάτι. Αν ήμουν τυχερός θα μ’ άρεσε να μου συνέβαινε κάτι τέτοιο. Πιο πολύ θα επιθυμούσα έναν κινηματογραφικό παρά έναν θεατρικό ρόλο.

«Είμαστε μια γενιά που ξεγέλασε».

Ανήκετε στην Αριστερά, με την ευρεία έννοια. Αισθανθήκατε ένα είδος προδοσίας ή απογοήτευσης μ’ αυτό που φάνηκε ότι είναι η αριστερά στην Ελλάδα, στην πράξη;

Για μένα η αριστερά μοιάζει μ ’αυτά τα μικρά θεατράκια που κάποια στιγμή διαλυόντουσαν γιατί ένας ήθελε να είναι το αφεντικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά και ο καπιταλισμός είναι καλόδεχτα -ούτε κατά διάνοια. Εξακολουθώ και είμαι μ’ αυτή την έννοια αριστερός. Μόνο που η Αριστερά σηκώνει πολύ ψηλά τον πήχη του ανθρώπινου είδους και της αίσθησης του δικαίου και της αξιοπρέπειας, στην οποία πάρα πολύ δύσκολα οι άνθρωποι μπορούν ν’ ανταποκριθούν σ’ αυτόν τον υψηλό πήχη. Και γι’ αυτό υπάρχει αυτή τη στιγμή ένας τρομερός κατακερματισμός, μια απίστευτη αμηχανία, υπάρχει κόσμος που θέλει να ψηφίσει κάτι άλλο από τη Δεξιά και δεν ξέρει που να ρίξει αυτή την ψήφο απ’ τον κατακερματισμό που υπάρχει. Οπότε είμαι κι εγώ μέσα σ’ αυτή την κατηγορία των ανθρώπων που έχει αυτή την αμηχανία, που το παλεύει να δει τελικά ποιος μπορεί λίγο να με πείσει περισσότερο. Αλλά περνάει και η Αριστερά, μέσα σ ’αυτή την καθολική σύγχυση, νομίζω, μια απ’ τις δυσκολότερες περιόδους που εγώ τουλάχιστον θυμάμαι.

Ούτε η εποχή μας εμπνέει;

Όχι μόνο δεν εμπνέει αλλά είναι τόσο πολλή η πληροφόρηση τόσο πολύ αυτό με τα social media, τόσο πολύ πια οι άνθρωποι έχουν άποψη για όλα, τόσο πολύ έχουμε γίνει ανυπόμονοι και βιαστικοί να δημιουργούμε και να καταρρίπτουμε είδωλα, που την επόμενη μέρα τα γκρεμίζουμε. Δεν ξέρω πως ένας άνθρωπος μπορεί να δοθεί απερίσπαστα σ’ ένα πράγμα, σε μια εποχή που είναι έτοιμη να τον ξεσκίσει ή να τον κάνει είδωλο πολύ γρήγορα.

Το υπέδαφος της εποχής που ζούμε είναι πολύ παρακμιακό. Είμαστε μια γενιά που ξεγέλασε, πάρα πολύ το πιστεύω αυτό. Και θεωρώ τον εαυτό μου, επειδή μιλάμε για μένα, ότι αν μη τι άλλο, χαίρομαι ότι σ’ αυτό, τουλάχιστον ατομικά, δεν έχω συμβάλει. Αλλά κατά τ’ άλλα η γενιά μου είναι μια γενιά που ξεγέλασε πάρα πολύ και οι πολιτικοί και πολλοί καλλιτέχνες και πολλές ομάδες. Κάποιοι άνθρωποι απ’ τη Δεξιά ή απ’ τον χώρο του θεάτρου που θέλανε να γίνουν σταρ με το σπαθί τους, ήταν πιο έντιμοι από άλλους που καλύπτονταν είτε απ’ το όραμα της Αριστεράς είτε μίας συλλογικής θεατρικής δουλειάς. Υπάρχει μια αντιστοιχία -επιμένω σ’ αυτό.

Πηγή: Το Βήμα

ΗΠΑ - Η κατάρριψη των δύο μαχητικών από το Ιράν δοκιμάζει το αφήγημα της αμερικανικής αεροπορικής κυριαρχίας

Ο αντιδημοφιλής για τον αμερικανικό λαό πόλεμος στο Ιράν έχει εισέλθει σε μια νέα, πιο προβληματική φάση μετά την κατάρριψη των δύο μαχητικών αεροσκαφών των ΗΠΑ και τον έναν πιλότο ακόμα να αγνοείται

Ανατρέπονται οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης Τραμπ περί απόλυτης κυριαρχίας στον εναέριο χώρο του Ιράν, μετά τις δύο καταρρίψεις μαχητικών αεροσκαφών των ΗΠΑ, με το έναν πιλότο να έχει διασωθεί και τον άλλον να παραμένει αγνοούμενος.

 καταρρίψεις των δύο μαχητικών αεροσκαφών υπογραμμίζουν τους κινδύνους του ασύμμετρου πολέμου

Την ώρα που ο πόλεμος αντιμετωπίζεται από τον αμερικανικό λαό με σκεπτικισμό, συμπεριλαμβανομένων πολλών Ρεπουμπλικανών, τα γεγονότα αυτά έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά από ισχυρισμούς της κυβέρνησης που αποδεικνύονται υπερβολικοί, με αποτέλεσμα ο πόλεμος αυτός να έχει εισέλθει σε μια νέα, πιο προβληματική φάση.

Υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν είναι γνωστά. Αν και οι πληροφορίες θέλουν τον έναν από αυτούς να έχει διασωθεί και να λαμβάνει ιατρική περίθαλψη, η τύχη του άλλου παραμένει άγνωστη.

Ακολούθησε η είδηση ότι το Ιράν χτύπησε ένα δεύτερο αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος την Παρασκευή. Ο πιλότος κατάφερε να οδηγήσει το αεροσκάφος έξω από το Ιράν προτού εκτιναχθεί και στη συνέχεια διασώθηκε, όπως δήλωσε αξιωματούχος των ΗΠΑ στο CNN.

Πλήγμα στους ισχυρισμούς Τραμπ παρά τις περιορισμένες απώλειες

Οι καταρρίψεις των μαχητικών δεν σημαίνουν ότι το Ιράν βρίσκεται ξαφνικά σε θέση σχεδόν ισότιμη από στρατιωτική άποψη, αναφέρει το αμερικανικό μέσο. Μέχρι στιγμής οι αμερικανικές απώλειες είναι περιορισμένες, ενώ δεν έχουν αναφερθεί θάνατοι τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.

Ωστόσο, σε μια σύγκρουση όπου η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί το κύριο πλεονέκτημα των ΗΠΑ, οι καταρρίψεις δύο αμερικανικών μαχητικών υπογραμμίζουν τους κινδύνους του ασύμμετρου πολέμου, το κόστος του οποίου ο αμερικανικός λαός δεν φαίνεται διατεθειμένος να πληρώσει.

Καταρρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ σχετικά με την απόλυτη κυριαρχία της στον εναέριο χώρο του Ιράν, καθώς και την εικόνα αδιαπέραστης ισχύος που προσπάθησε να δημιουργήσει τον τελευταίο μήνα. Τέτοιοι ισχυρισμοί είχαν ήδη διαψευσθεί σε αρκετές περιπτώσεις.

Τελικά η Τεχεράνη μπορεί να αντιδράσει…

Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχουν υπονοήσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διαθέτουν ένα είδος ελεύθερης πρόσβασης πάνω από το Ιράν, με την Τεχεράνη να είναι ανίκανη να αντιδράσει.

«Από χθες το βράδυ, και μέχρι να ολοκληρωθεί σε λίγες ημέρες, σε λιγότερο από μια εβδομάδα, οι δύο ισχυρότερες αεροπορικές δυνάμεις στον κόσμο θα έχουν τον πλήρη έλεγχο του ιρανικού εναέριου χώρου», είχε δηλώσει ο υπουργός σε ενημέρωση που πραγματοποιήθηκε έναν μήνα νωρίτερα, στις 4 Μαρτίου. Τον χαρακτήρισε «αδιαμφισβήτητο εναέριο χώρο» τονίζοντας ότι «το Ιράν δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό».

Ο Τραμπ έχει επίσης προβάλει επιδεικτικά αυτή την αεροπορική κυριαρχία τις τελευταίες δύο εβδομάδες. «Έχουμε κυριολεκτικά αεροπλάνα που πετούν πάνω από την Τεχεράνη και άλλες περιοχές της χώρας τους και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό», δήλωσε στις 24 Μαρτίου. Επίσης είπε ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιτεθούν εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στο Ιράν «δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό».

Εδώ και εβδομάδες ο Τραμπ λέει ότι το Ιράν δεν έχει «ναυτικό», «στρατό», «αεροπορία» και «αντιαεροπορικά συστήματα». Σε ομιλία του στον Λευκό Οίκο την Τετάρτη το βράδυ, είπε ότι θα μπορούσε να χτυπήσει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Ιράν, επαναλαμβάνοντας τη φράση «και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό». «Δεν έχουν αντιπυραυλικό εξοπλισμό. Το ραντάρ τους έχει καταστραφεί 100%. Είμαστε ασταμάτητοι ως στρατιωτική δύναμη», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ένας πόλεμος που δεν «πουλάει»

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επισημάνει κατά καιρούς ότι θα υπάρξουν αντιξοότητες, συμπεριλαμβανομένων και απωλειών ανθρώπινων ζωών. Και ο Χέγκσεθ, στην ίδια ενημέρωση της 4ης Μαρτίου, αναγνώρισε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου «μερικά drones καταφέρνουν να περάσουν ή συμβαίνουν τραγικά γεγονότα».

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί σχετικά με τη στρατιωτική της υπεροχή στους αιθέρες ήταν απόλυτοι, με φράσεις όπως «πλήρης έλεγχος» και «αδιαμφισβήτητος εναέριος χώρος», παρουσιάζοντας μάλιστα το Ιράν ως μια χώρα που δεν διαθέτει καν τον απαραίτητο οπλισμό για να αντιδράσει. Και αυτό είναι απλώς το πιο πρόσφατο παράδειγμα του Τραμπ και των συνεργατών του που προφανώς υπερβάλλουν τις στρατιωτικές επιτυχίες.

Μετά τις επιθέσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο, ο Τραμπ επανειλημμένα δήλωσε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας είχε «εξαλειφθεί», σε αντίθεση με όσα έδειξε μια πρώτη εκτίμηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Και όπως ήταν αναμενόμενο, μόλις εννέα μήνες αργότερα, η κυβέρνηση ξαφνικά χαρακτήρισε και πάλι το Ιράν ως επικείμενη πυρηνική απειλή.

Λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, ο Τραμπ κατηγόρησε ψευδώς το Ιράν για μια επίθεση σε δημοτικό σχολείο, για την οποία αργότερα μάθαμε ότι πιθανότατα είχε διαπραχθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με μια προκαταρκτική έρευνα και άλλα στοιχεία.

Και μόλις πριν από μια μέρα, το αμερικανικό μέσο ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί του Τραμπ σχετικά με την καταστροφή των εκτοξευτών πυραύλων του Ιράν ήταν σε μεγάλο βαθμό υπερβολικοί και ότι το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης διατηρεί ακόμα περίπου το ήμισυ των δυνατοτήτων του.

Το πολιτικό πρόβλημα με όλα αυτά είναι ότι η στρατιωτική επιτυχία των ΗΠΑ υποτίθεται ότι είναι το κύριο πλεονέκτημα της κυβέρνησης, με τους Αμερικανούς από την άλλη να μην έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στην αποστολή. Πιστεύουν ότι δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς. Ο κατάλογος των τεσσάρων στόχων αλλάζει συνεχώς και ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο οικονομικός πεσιμισμός που προκύπτει από το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και την επακόλουθη αύξηση των τιμών της βενζίνης. Με λίγα λόγια, οι Αμερικανοί δεν πιστεύουν ότι ο πόλεμος αξίζει το κόστος.

Ο Χέγκσεθ υποστηρίζει ότι τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία στη στρατιωτική επιτυχία της εκστρατείας. «Αυτό είναι που παραβλέπουν τα fake news», είπε στην ενημέρωση της 4ης Μαρτίου. «Έχουμε αναλάβει τον έλεγχο του εναέριου χώρου και των θαλάσσιων οδών του Ιράν χωρίς να έχουμε στρατεύματα επί του εδάφους». Ωστόσο, έναν μήνα αργότερα, η πιο κρίσιμη θαλάσσια οδός παραμένει μια πολύ σημαντική εξαίρεση, ενώ ο έλεγχος του εναέριου χώρου του Ιράν και η κατάρρευση του προγράμματος εκτόξευσης πυραύλων του δεν φαίνονται τόσο ολοκληρωτικοί όσο διαφημίζονται.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η χαμένη τιμή της ελληνικής κεντροδεξιάς

Οι βαριές κουβέντες του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή υπογράμμισαν το ρήγμα που έχει προκαλέσει στον «λαό της δεξιάς και της κεντροδεξιάς» η πρακτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη

Δεν είμαι μικρό επίτευγμα για μια κυβέρνηση να μπορεί να «υπερηφανευτεί» ότι έχει μάλλον τα περισσότερα υπόδικα ή ποινικά ελεγχόμενα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πολιτικά στελέχη (υπουργούς, βουλευτές, κ.λπ.). Από τις υποκλοπές και τα Τέμπη μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την κατάρτιση ο κατάλογος είναι μακρύς και δεν φαίνεται να έχει κλείσει καθώς όλα δείχνουν ότι θα προστεθούν και άλλες υποθέσεις.

Μόνο που όλα αυτά δεν είναι απλώς βέλη στη φαρέτρα της αντιπολίτευσης που τα εξαπολύει με καταιγιστικό ρυθμό. Αποτελούν και ένα πραγματικό συνειδησιακό βάρος για το εκλογικό σώμα της Νέας Δημοκρατίας, τον «λαό της κεντροδεξιάς» στη χώρα μας.

Γιατί θα ήταν υπερβολική και άδικη γενίκευση να πούμε ότι στο σύνολό του ο κόσμος αυτός είναι απλώς κάποιοι που με κυνισμό λένε «καλά έκαναν» κάθε φορά που ένα κυβερνητικό στέλεχος κατηγορείται.

Ούτε ταυτίζεται αυτός ο κόσμος με φιγούρες τύπου «Φραπέ», ούτε με τους «ιδιώτες» που έκαναν υποκλοπές (και αυτούς από το Μέγαρο Μαξίμου που τους έβαλαν να τις κάνουν), ούτε με όλους αυτούς που «έκαναν δουλίτσες» με την κυβέρνηση και τον μηχανισμό της. Όχι γιατί δεν υπάρχουν αυτοί (και μάλιστα είναι κυβερνητικότεροι της κυβέρνησης), αλλά γιατί δεν είναι αυτός ο μεγάλος κόσμος της κεντροδεξιάς στη χώρα (όπως δεν ήταν ο μεγάλος όγκος της δεξιάς δωσίλογοι, ταγματασφαλίτες ή χουντικοί ακόμη και εάν όλοι αυτοί συχνά έδωσαν τον τόνο).

Η κεντροδεξιά στη χώρα μας, ιδίως όπως τη διαμόρφωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά τη Μεταπολίτευση ήταν πάντα μια μεγάλη λαϊκή παράταξη. Συντηρητική κατά βάση, και με κουλτούρα «νοικοκυραίου», συχνά και μια πιο αυταρχική τάση, όμως δεν την αποτελούσαν πρωτίστως ούτε ακροδεξιοί ούτε λαμόγια.

Μάλιστα, ήταν – και είναι μια παράταξη – που ο κόσμος της, οι ψηφοφόροι της υπερηφανεύονται ότι είναι με το κράτος, την ευταξία, τους θεσμούς και παραδοσιακές αξίες, όπως η εντιμότητα και η ακεραιότητα.

Άλλωστε, οι ηγέτες και οι πολιτικοί που τη διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη βάση κινήθηκαν. Γιατί σε τελική ανάλυση κατανοούσαν ότι μια παράταξη πρέπει να φροντίζει πάντα ώστε οι άνθρωποι που την ψηφίζουν να μην ντρέπονται για αυτήν.

Ας μην ξεχνάμε ότι έπρεπε να απαντήσουν και στο – πραγματικό – ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, που μπορούσε να προβάλει μια ιστορία αγώνων και θυσιών.

Αυτή ακριβώς τη βασική ταυτοτική αναφορά της κεντροδεξιάς στην εντιμότητα και την ακεραιότητα έρχεται να κλονίσει, σχεδόν ανεπανόρθωτα, το ύφος και ήθος διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, με το συνδυασμό ανάμεσα στα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, την απροθυμία των πολιτικών στελεχών να αναλάβουν την ευθύνη, την αντιμετώπιση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ως διαρκούς απαλλακτικού βουλεύματος, την αλαζονεία ότι για κάποιο λόγο αυτή η κυβέρνηση δικαιούται καθολικής ασυλίας.

Έτσι λοιπόν όταν ο Αντώνης Σαμαράς μιλά για «εκατοντάδες χιλιάδες αγνούς Νεοδημοκράτες, που ντρέπονται για το σημερινό κατάντημα», δεν το κάνει από διάθεση υπερβολής, ούτε για να προβάλει την προσωπική πικρία για τη διαγραφή του. Αποτυπώνει ένα υπαρκτό συναίσθημα πολλών συμπολιτών μας, ιστορικά αναφερόμενων στην κεντροδεξιά παράταξη, που σήμερα βλέπουν τη «Νέα Δημοκρατία να γίνεται συνώνυμη της διαφθοράς» για να χρησιμοποιήσω άλλη μια φράση από την πολύ σημαντική παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή.

Και με αυτό τον τρόπο υπογραμμίζεται ένα πραγματικό ρήγμα στην ίδια την εκλογική βάση του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο μπορεί ακόμη να μην καταγράφεται δημοσκοπικά στην – αναγκαστικά… – μαγική εικόνα ερευνών -καθώς δεν περιλαμβάνουν τις επιλογές με τις οποίες όντως θα βρεθούν αντιμέτωποι οι πολίτες πίσω από το παραβάν όταν έρθει η ώρα της κάλπης-, όμως την κρίσιμη στιγμή, όταν θα έχει διαμορφωθεί νέο τοπίο πολιτικό, θα αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών.

Γιατί όταν στην πολιτική κυριαρχεί η αλαζονεία, αυτή που εύκολα θρέφει κάθε λογής μορφές ανηθικότητας και κυνισμού, τότε δεν χάνεται απλώς το μέτρο, αλλά και η επίγνωση του τι σημαίνει σχέση εκπροσώπησης και λογοδοσίας στο εκλογικό σώμα. Και αυτό οι ψηφοφόροι ποτέ δεν το συγχωρούν. Και τότε έρχεται η απότομη προσγείωση.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ιράν - «Επιχειρησιακή και στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ αποκαλύπτει η αποπομπή των στρατηγών»

Η απομάκρυνση κορυφαίων στρατιωτικών διοικητών των ΗΠΑ εν μέσω μιας πολεμικής σύγκρουσης θα πρέπει να αναλυθεί στο πλαίσιο μιας επιχειρησιακής και στρατηγικής αποτυχίας.

Οι διαδοχικές αποπομπές ανώτερων στρατιωτικών διοικητών των ΗΠΑ εν μέσω της σύγκρουσης με το Ιράν δεν συνιστούν απλώς μια διοικητική αλλαγή (στη φωτογραφία αρχείου του Reuters/Jonathan Ernst, επάνω, ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ).

Αντίθετα, είναι ένα σημάδι λανθασμένου υπολογισμού, επιδείνωσης των εσωτερικών ρήξεων και μιας προσπάθειας επαναπροσδιορισμού της ισορροπίας δυνάμεων εντός της πολιτικοστρατιωτικής δομής της Ουάσιγκτον.

«Τέτοιες δαπανηρές αλλαγές εν μέσω μιας κρίσης υποδηλώνουν σαφώς βαθιά δυσαρέσκεια για την απόδοση και την αδυναμία επίτευξης στόχων»

Ο αποπεμφθείς αρχηγός του στρατού των ΗΠΑ, Ράντι Τζορτζ (φωτογραφία του Reuters)

Η σαρωτική απομάκρυνση κορυφαίων στρατιωτικών διοικητών των ΗΠΑ από τον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ – η οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε απευθείας υπό τις εντολές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ – ιδίως η απομάκρυνση προσωπικοτήτων όπως ο στρατηγός Ντέιβιντ Χόντνε και ο υποστράτηγος Γουίλιαμ Γκριν Τζούνιορ, θα πρέπει να αναλυθεί στο πλαίσιο μιας επιχειρησιακής και στρατηγικής αποτυχίας και όχι ως ένας απλός διοικητικός ή πολιτικός ανασχηματισμός.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, τέτοιες δαπανηρές αλλαγές εν μέσω μιας κρίσης υποδηλώνουν σαφώς βαθιά δυσαρέσκεια για την απόδοση και την αδυναμία επίτευξης στόχων.

Η πραγματικότητα είναι ότι σε καμία επαγγελματική δομή οι ανώτεροι διοικητές δεν απομακρύνονται στην κορύφωση της σύγκρουσης ή της έντασης, εκτός εάν τα αποτελέσματα της απόδοσής τους υπολείπονται σοβαρά των προσδοκιών ή η «προδοσία» τους θεωρείται βέβαιη, αναφέρει σε ανάλυσή του το nournews.ir, το οποίο θεωρείται ευρέως ότι συνδέεται στενά με το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (SNSC) του Ιράν.

Αυτές οι απομακρύνσεις ουσιαστικά επιχειρούν να εξαλείψουν την απουσία αποτελέσματος από την οπτική γωνία των πολιτικών υπευθύνων λήψης αποφάσεων. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, υποδεικνύουν την ανωτερότητα ενός αντιπάλου στον σχεδιασμό, την εκτέλεση και τη διοίκηση.

Ακριβώς εδώ η έννοια της «αποτυχίας» ξεπερνά το τακτικό επίπεδο και φτάνει στον στρατηγικό τομέα.

Επιπλέον, τέτοιες ενέργειες μπορούν να ερμηνευθούν ως μια προσπάθεια ανακατασκευής της εγχώριας αφήγησης – μιας αφήγησης που επιδιώκει να αποδώσει τις αποτυχίες σε άτομα και όχι στη δομή λήψης αποφάσεων, ιδιαίτερα στον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ενώ αυτό μπορεί να εξυπηρετεί μια βραχυπρόθεσμη προπαγανδιστική λειτουργία, μακροπρόθεσμα εμποδίζει την πραγματική διόρθωση των στρατηγικών λαθών και αυξάνει την πιθανότητα επανάληψής τους.

Σύγκρουση στρατηγικών

Μια βασική παράμετρος στην ανάλυση αυτής της εξέλιξης είναι η σύγκριση μεταξύ των μοντέλων διοίκησης. Αυτό που εκτυλίχθηκε δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική αντιπαράθεση, αλλά μια σύγκρουση μεταξύ δύο τύπων στρατηγικής σκέψης: από τη μία πλευρά, διοικητές που ενεργούν με τόλμη, ευελιξία και προθυμία να επωμιστούν το κόστος· από την άλλη, μια δομή που πλήττεται από λανθασμένους υπολογισμούς.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απομάκρυνση αμερικανών διοικητών μπορεί να θεωρηθεί ως συνέπεια της αδυναμίας αντιμετώπισης ενός πιο αποτελεσματικού μοντέλου διοίκησης.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο δεδομένου ότι οι διοικητές των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι υπέστησαν βαρύ κόστος -συμπεριλαμβανομένης της θυσίας της ζωής τους – μπόρεσαν να υλοποιήσουν τη στρατηγική τους μέσω της παροχής υλικών και λογισμικών δυνατοτήτων, καθώς και καινοτόμων τακτικών, ακόμη και μετά τον μαρτυρικό θάνατο.

Με άλλα λόγια, αυτές οι αποπομπές δεν αποτελούν απλώς ένα εσωτερικό μέτρο, αλλά μια αντανάκλαση της αποτυχίας στο επίπεδο της στρατηγικής αντιπαράθεσης, οι επιπτώσεις της οποίας έχουν πλέον επεκταθεί στο ίδιο το Πεντάγωνο.

Συντρίμμια του μαχητικού αεροσκάφους των ΗΠΑ, σύμφωνα με ιρανικές πηγές, που καταρρίφθηκε στο Ιράν (σύνθεση φωτογραφιών Iran State Media/USAF/twz.com)

Αυτή η αντιπαράθεση κατέδειξε επίσης ότι η απλή υπεροχή του υλικού δεν εγγυάται τη νίκη. Αντίθετα, το στοιχείο της «διοικητικής σκέψης» παίζει πιο αποφασιστικό ρόλο.

Αυτό μπορεί, στο μέλλον, να οδηγήσει σε επανεκτίμηση των στρατιωτικών δογμάτων των ΗΠΑ και σε μεγαλύτερη εστίαση στον ασύμμετρο και γνωστικό πόλεμο.

Ταυτόχρονα, η αποτυχία της στρατιωτικής σκέψης των ΗΠΑ στην αντιμετώπιση του δόγματος του Ιράν υποδηλώνει ότι τα μοντέλα που βασίζονται στην εγχώρια γνώση, τεχνολογία και διαχείριση μπορούν να ξεπεράσουν τις εισαγόμενες προσεγγίσεις.

Ρήξεις και πολιτική ευθύνη

Αυτές οι καρατομήσεις δεν μπορούν να αναλυθούν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εσωτερικές διαφωνίες. Προηγούμενες αναφορές αποκάλυπταν ότι ορισμένοι ανώτεροι διοικητές, συμπεριλαμβανομένου του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, είχαν αντιταχθεί στην είσοδο σε μια νέα σύγκρουση και ότι αυτή η αντίθεση είχε διαρρεύσει ακόμη και πέρα από τον Λευκό Οίκο.

Η απομάκρυνση αυτών των ατόμων μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως μια μορφή πολιτικού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και μια προσπάθεια άσκησης μεγαλύτερου ελέγχου επί της στρατιωτικής δομής.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Ντόναλντ Τραμπ σε ένα μοντέλο «μετατόπισης ευθυνών» είναι αξιοσημείωτος. Με βάση αυτό το μοντέλο, οι στρατηγικές αποτυχίες αποδίδονται σε άτομα αντί να προκαλούν επανεκτίμηση σημαντικών αποφάσεων.

Η απόλυση διοικητών, επομένως, χρησιμεύει ως μια προσπάθεια εκτροπής της δημόσιας πίεσης και προστασίας της κορυφής της εξουσίας από το πολιτικό κόστος.

Ταυτόχρονα, αυτή η κίνηση στέλνει ένα προειδοποιητικό σήμα σε άλλους διοικητές: η αντίθεση στις πολιτικές αποφάσεις – ακόμα και αν βασίζεται σε ανάλυση ειδικών – θα έχει σημαντικό συνέπειες.

Μακροπρόθεσμα, αυτό υπονομεύει την επαγγελματική ανεξαρτησία του στρατού και τον υποβιβάζει σε ένα απλό μέσο που εξυπηρετεί πολιτικούς στόχους. Μπορεί επίσης να εμβαθύνει την έλλειψη εμπιστοσύνης σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης.

Σοβαρές επιπτώσεις

Αυτή η εξέλιξη θα πρέπει να θεωρηθεί ως «στρατηγικός σεισμός» εντός της στρατιωτικής δομής των ΗΠΑ. Σε στρατιωτικό επίπεδο, η ξαφνική απομάκρυνση ανώτερων διοικητών διαταράσσει την αλυσίδα διοίκησης και μειώνει την αποτελεσματικότητα της λήψης αποφάσεων – ένα ζήτημα που, υπό ευαίσθητες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει σε δαπανηρά λάθη.

Σε επίπεδο ασφάλειας, αυτές οι εξελίξεις στέλνουν ένα σαφές μήνυμα μειωμένης συνοχής και αυξημένης ευπάθειας στους αντιπάλους. Οι ανταγωνιστικοί παράγοντες μπορεί να ερμηνεύσουν αυτήν την κατάσταση ως ευκαιρία για εντατικοποίηση της πίεσης ή μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων. Εν τω μεταξύ, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ μπορεί να αρχίσουν να αμφισβητούν τη σταθερότητα και την αξιοπιστία της χώρας.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, αυτές οι αποπομπές θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν την έναρξη αλλαγών στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η μειωμένη αποτροπή, η αυξημένη τόλμη μεταξύ των αντιπάλων, ακόμη και ο επαναπροσδιορισμός των συμμαχιών συγκαταλέγονται στις πιθανές συνέπειες.

Με άλλα λόγια, αυτό που φαίνεται επιφανειακά ως μια διοικητική αλλαγή μπορεί, στην πραγματικότητα, να σηματοδοτήσει μια σταδιακή μεταμόρφωση στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν τις παγκόσμιες αγορές, τις περιφερειακές αποφάσεις ασφάλειας και τη μελλοντική πορεία των συγκρούσεων.