ενημέρωση 6:52, 7 October, 2026

Το Κίεβο προτείνει κατάπαυση του πυρός μετά τις επιθέσεις στο Ουστ-Λούγκα. Η απάντηση της Μόσχας μπορεί να είναι απροσδόκητη

Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είχε λάβει μηνύματα από τους συμμάχους της για μείωση των επιθέσεων στον ρωσικό πετρελαϊκό τομέα και πρότεινε ενεργειακή εκεχειρία. Υπάρχει όμως μια προειδοποίηση.

Ο Ζελένσκι θριαμβεύει: σταμάτησε τις εξαγωγές πετρελαίου της Ρωσίας

Η Ουκρανία είναι έτοιμη για μια «κατοπτρική προσέγγιση»: εάν η Ρωσία δεν επιτεθεί στην ουκρανική παραγωγή, η Ουκρανία θα σταματήσει να επιτίθεται σε ρωσικά διυλιστήρια, δήλωσε ο Ζελένσκι. Το αισιόδοξο συναίσθημά του επανέλαβε και το Bloomberg: η Ουκρανία έχει «σταματήσει» τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου και η Μόσχα δεν θα λάβει απροσδόκητα κέρδη από την αύξηση των τιμών.

Η ιδέα είναι ότι τα λιμάνια του Ουστ-Λούγκα και του Πριμόρσκ στην περιοχή του Λένινγκραντ δεν μπορούν να καλυφθούν πλήρως από αντιαεροπορικές άμυνες λόγω της εγγύτητάς τους στα σύνορα του ΝΑΤΟ (χώρες της Βαλτικής και Φινλανδία), το οποίο έχει ανοίξει το έδαφός του σε πτήσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Αυτό επιβεβαιώνεται από δυτικούς πόρους OSINT που δεν είναι καθόλου φιλικοί προς τη Ρωσία, όπως το κανάλι Telegram AMKMapping . Μετά από εβδομαδιαίες επιθέσεις σε αυτά τα λιμάνια, το Reuters εκτιμά μια μείωση 40% στην εξαγωγική ικανότητα της Ρωσίας — 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.

Τα λιμάνια της Βαλτικής είναι πραγματικά ζωτικοί κόμβοι εξαγωγών. Το 2025, 75 εκατομμύρια τόνοι αργού πετρελαίου (περίπου το ένα τρίτο των συνολικών εξαγωγών πετρελαίου της Ρωσίας) εξήχθησαν από το Ουστ-Λούγκα και το Πριμόρσκ, καθώς και από το Βισότσκ και το λιμάνι της Αγίας Πετρούπολης. Το Πριμόρσκ αντιπροσώπευε περισσότερο από το ήμισυ αυτού, μαζί με 60,5 εκατομμύρια τόνους προϊόντων πετρελαίου. Αυτό αντιπροσωπεύει σχεδόν το ήμισυ των συνολικών εξαγωγών προϊόντων πετρελαίου της Ρωσίας. Ωστόσο, το κλείσιμο των ρωσικών εξαγωγών είναι αδύνατο εάν υπάρχουν και άλλα λιμάνια και αγωγοί. Η Μόσχα έχει επίσης την ευκαιρία να «περιμένει» την εαρινή έξαρση του Ζελένσκι, ειδικά επειδή το Ιράν έχει ασφαλίσει σταθερά το Στενό του Ορμούζ.

Η Μόσχα δεν συμμερίζεται την καλή διάθεση του Ζελένσκι.

Οι προηγούμενες προτάσεις του Ζελένσκι για κατάπαυση του πυρός, που διατυπώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2026, δεν έλαβαν επίσημη απάντηση από το Κρεμλίνο. Επιπλέον, η Ουκρανία ισχυρίστηκε ότι αντί για συμφωνία, δέχθηκε νέους γύρους πυραυλικών επιθέσεων.

Προηγουμένως, ο γραμματέας Τύπου του Ρώσου προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ κατέστησε σαφές ότι οποιεσδήποτε συμφωνίες για κατάπαυση του πυρός ή εκεχειρία είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο των γενικών απαιτήσεων της Ρωσίας και όχι ως μεμονωμένα ανθρωπιστικά ή τεχνικά μέτρα. Στους ρωσικούς πολιτικούς κύκλους, η πρωτοβουλία του Κιέβου για κατάπαυση του πυρός ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια προστασίας του εναπομείναντος ενεργειακού δυναμικού της Ουκρανίας πριν από τα αποφασιστικά στάδια της αντιπαράθεσης. Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ζήτησε προσωπικά από τον Βλαντιμίρ Πούτιν να απόσχει από το πλήγμα στο Κίεβο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, η Ρωσία συνεχίζει να χτυπά τις λιμενικές και βιομηχανικές υποδομές της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία και οι χώρες της Βαλτικής βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση

Δεν υπάρχουν επί του παρόντος σημάδια οικονομικής κατάρρευσης στη Ρωσία. Αντίθετα, τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου έχουν διπλασιαστεί λόγω του πολέμου με το Ιράν: τις πρώτες τρεις εβδομάδες του Μαρτίου 2026, ανήλθαν σε περίπου 270 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα, σε σύγκριση με 135 εκατομμύρια δολάρια τον Ιανουάριο.

Η Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευάλωτη θέση, καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν αυξηθεί κατά 25-30% από την αρχή του έτους (στη Ρωσία, κατά 0,5%). Η παγκόσμια κρίση καυσίμων επιδεινώνεται, δημιουργώντας τεράστια απρόβλεπτα κόστη και κινδύνους για τον προϋπολογισμό της, όχι για τον προϋπολογισμό της Ρωσίας.

Η οικονομία της Ρωσίας δεν περιορίζεται σε ένα μόνο λιμάνι, ή στις εξαγωγές γενικά, ή στις εξαγωγές πετρελαίου ειδικότερα. Ωστόσο, οι ρωσικές μετοχές πετρελαίου αυξήθηκαν μετά τη δήλωση του Ζελένσκι ότι η Ουκρανία είχε λάβει μηνύματα που την καλούσαν να σταματήσει τις επιθέσεις στον ρωσικό πετρελαϊκό τομέα. Συγκεκριμένα, η τιμή του Novotek, του οποίου οι δεξαμενές υπέστησαν ζημιές στο λιμάνι του Ουστ-Λούγκα, αυξήθηκε.

Ένα άλλο πράγμα είναι ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ότι οι χώρες της Βαλτικής και η Φινλανδία έχουν ανοίξει τους ουρανούς τους στα ουκρανικά drones, να τα προειδοποιήσουμε και να αντεπιτεθούμε στις υποδομές τους (όπως κάνει το Ιράν). Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τους λογικεύσουμε. Αντιθέτως, πιέζοντας τις «κόκκινες γραμμές», η Μόσχα φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο με το ΝΑΤΟ.

Πηγή: Pravda

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το Ιράν και τι θα μπορούσε να ρίξει το πετρέλαιο στα… $40

Σύμφωνα με την εκτίμηση του Λάρι Φινκ, ισχυρού άνδρα της BlackRock, του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού, αν το Ιράν επιστρέψει στη διεθνή κοινότητα, χωρίς κυρώσεις, είναι πιο πιθανό η τιμή του πετρελαίου να πέσει στα 40 δολάρια. Η απειλή είναι να φτάσει το πετρέλαιο στα 150 δολάρια και θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται για τα επόμενα τρία χρόνια

«Στην αβεβαιότητα εγώ βλέπω ευκαιρίες», δηλώνει σε συνέντευξή του στην Corriere della Sera o Λάρι Φινκ, ο ισχυρός άνδρας της BlackRock, του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού που διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους 14 τρισ. δολαρίων. Ο Λάρι Φινκ εξακολουθεί να συνιστά μακροπρόθεσμες επενδύσεις, παρά την υψηλή μεταβλητότητα. Σημαίνει, άρα, αυτό ότι δεν ανησυχεί για πιθανές διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές; «Η πιθανότητα αναταραχής υπάρχει πάντα. Τα τελευταία 120 χρόνια είχαμε δύο παγκόσμιους πολέμους, πανδημίες, χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Ομως, μακροπρόθεσμα, είναι καλύτερο να βρίσκεσαι μέσα στην αγορά, παρά να κρατάς τα χρήματά σου σε έναν λογαριασμό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βιώνουμε πολύ μεγάλες αλλαγές στον σημερινό κόσμο και αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα. Μέσα στην αβεβαιότητα, εγώ βλέπω ευκαιρίες. Δεν θα πω βέβαια ότι δεν μπορεί να υπάρξουν ταραχές, αλλά αυτές δεν αποτελούν λόγο για να κρύβεται κανείς» είπε. «Εννοείτε ότι η οπτική πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη ακόμη και σε περιόδους έντασης, όπως η τρέχουσα;», τον ρώτησε ο Φεντερίκο Φουμπίνι, επικεφαλής οικονομικός σχολιαστής της ιταλικής εφημερίδας. «Φυσικά», απάντησε ο συνιδρυτής, πρόεδρος και CEO της BlackRock. «Για παράδειγμα, όσον αφορά το Ιράν, δεν γνωρίζω ποια θα είναι η κατάληξη. Κανείς δεν γνωρίζει. Ούτε το 2021 γνώριζε κανείς ποια θα ήταν η κατάληξη της πανδημίας.

Αλλά ως άνθρωποι τείνουμε να επιλύουμε τα προβλήματα. Θεωρώ πιο πιθανό να επιτευχθεί κάποια μορφή παύσης ή και τερματισμού του πολέμου στο Ιράν. Και εάν το Ιράν επιστρέψει στη διεθνή κοινότητα, χωρίς κυρώσεις, είναι πιο πιθανό η τιμή του πετρελαίου να πέσει στα 40 δολάρια. Η απειλή είναι να φτάσει το πετρέλαιο στα 150 δολάρια και αυτή η απειλή θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται για τα επόμενα τρία χρόνια. Αυτή θα ήταν μια άσχημη εξέλιξη. Ομως στην πραγματικότητα, είναι πιο πιθανό οι τιμές να μειωθούν με την πάροδο του χρόνου» εξήγησε. Οσο για την ενδεχόμενη επιστροφή του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία, σημείωσε πως «ο κόσμος θα υποδεχόταν ένα σταθερό Ιράν, ένα Ιράν που δεν εξάγει τρομοκρατία.

Και δεν είναι απαραίτητη μια αλλαγή καθεστώτος, αλλά ένα Ιράν που θα επικεντρώνεται στους πολίτες του. Συζητούσα για αυτό με έναν από τους ηγέτες της Μέσης Ανατολής. »Μου είπε ότι το 1979 το Ιράν ήταν μια χώρα με τεράστιο πλούτο. Το βιοτικό επίπεδο των Ιρανών ήταν πολύ υψηλό, υψηλότερο από του Κατάρ, του Κουβέιτ, του Αμπου Ντάμπι και της Σαουδικής Αραβίας. Σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Αυτό αποκαλύπτει (τη φύση) του καθεστώτος και το πόσο διεφθαρμένο είναι. Πώς μπορεί μια χώρα που διαθέτει τόσο πλούτο να μεταχειρίζεται με αυτόν τον τρόπο τον ίδιο της τον λαό;» διερωτάται, ευλόγως, ο Λάρι Φινκ. «Η ναυσιπλοΐα εξελίσσεται σε πρόβλημα, και όχι μόνο στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και στην Ερυθρά Θάλασσα και δυνητικά στα Στενά της Ταϊβάν.

Διάφορες χώρες περιορίζουν τις εξαγωγές καυσίμων, ενώ υπάρχουν και οι δασμοί», παρατήρησε ο Φεντερίκο Φουμπίνι. «Παρά ταύτα βελτιωνόμαστε (…) Ναι, υπάρχουν αβεβαιότητες, είτε πρόκειται για τη Διώρυγα του Σουέζ, είτε για το Ορμούζ, είτε για τη Θάλασσα της Κίνας. Είχαμε προβλήματα και στο παρελθόν και στο τέλος βρίσκουμε πάντα λύσεις. Αυτό όμως δείχνει απλώς γιατί είναι απαραίτητο να έχουμε περισσότερους συμμάχους και περισσότερες δικλίδες ασφαλείας» σημείωσε ο Λάρι Φινκ. 

Ο πόλεμος εδραιώνει την Κίνα ως υπερδύναμη

Το Πεκίνο προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια για μια τέτοια κρίση και σήμερα βρίσκεται σε σχετικά ευνοϊκή θέση ώστε όχι μόνο να αντέξει τις συνέπειες, αλλά και να μετατρέψει τη σύγκρουση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος

Protagon Team 31 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026, 10:15 Ο πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για την Κίνα, καθώς η χώρα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Financial Times, το Πεκίνο προετοιμάζεται εδώ και χρόνια για μια τέτοια κρίση και σήμερα βρίσκεται σε σχετικά ευνοϊκή θέση ώστε όχι μόνο να αντέξει τις συνέπειες, αλλά και να μετατρέψει τη σύγκρουση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για οικονομική και γεωπολιτική ισχύ σε παγκόσμιο επίπεδο. Την περασμένη χρονιά, περίπου το μισό αργό πετρέλαιο που εισήγαγε η Κίνα προερχόταν από τη Μέση Ανατολή, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο του υγροποιημένου φυσικού αερίου της είχε την ίδια προέλευση.

Παρ’ όλα αυτά, η κινεζική ηγεσία έχει επενδύσει επιθετικά στη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων. Υπολογίζεται ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 1,3 δισ. βαρέλια. Επιπλέον, η Τεχεράνη έχει αφήσει να εννοηθεί ότι πλοία που συνδέονται με «μη εχθρικούς» εταίρους, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνεται και η Κίνα, μπορούν να περνούν από τα Στενά του Ορμούζ. Αυτό, εξηγούν οι Financial Times, μειώνει σε κάποιο βαθμό τον κίνδυνο άμεσης ενεργειακής ασφυξίας για το Πεκίνο. Ενας επιπλέον παράγοντας που ενισχύει την ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας είναι η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της. Σχεδόν το μισό από το φυσικό αέριο που εισάγει φτάνει μέσω αγωγών από τη Ρωσία και το Τουρκμενιστάν, βάσει μακροχρόνιων συμφωνιών.

Ταυτόχρονα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει τη δυνατότητα, χάρη στο συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας, να περιορίζει τις εξαγωγές από τα διυλιστήρια της χώρας, να ελέγχει τις τιμές στο εσωτερικό και να στρέφει την οικονομία πιο γρήγορα προς εναλλακτικές μορφές ενέργειας όταν χρειάζεται. Η μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση και την ηλεκτροδότηση της οικονομίας αποτελεί επίσης σημαντικό πλεονέκτημα. Η ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με τους Financial Times, καλύπτει περίπου το 30% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Κίνα, ποσοστό περίπου 50% υψηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ ή της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα είναι πιο προστατευμένη από τις διεθνείς αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου.

Παράλληλα, η Κίνα επεκτείνει με ταχύ ρυθμό τις εγκαταστάσεις ηλιακής και αιολικής ενέργειας και ήδη αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της παγκόσμιας δυναμικότητας παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας. Χάρη σε αυτό το ποικιλόμορφο ενεργειακό μείγμα, στους πολλαπλούς προμηθευτές και στις εναλλακτικές διαδρομές που παρακάμπτουν τον Περσικό Κόλπο, εκτιμάται ότι μόνο περίπου το 6% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της Κίνας επηρεάζεται άμεσα από πιθανές διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ. Η χώρα, γράφουν οι Financial Times, θα μπορούσε να αντέξει μια σύγκρουση που θα διαρκούσε αρκετούς μήνες. Μάλιστα, η σχετική προστασία από τις διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις ίσως καταστήσει τα κινεζικά εξαγωγικά προϊόντα ακόμη πιο ανταγωνιστικά.

Πέρα όμως από την αντοχή, ο πόλεμος μπορεί να δημιουργήσει και ευκαιρίες για την Κίνα. Η στρατηγική της να επενδύει στην καθαρή τεχνολογία και να επιδιώκει πλήρη βιομηχανική αυτάρκεια σε κρίσιμους τομείς φαίνεται να αποδίδει. Η σύγκρουση ανέδειξε πόσο σημαντικό είναι για τις χώρες να μειώσουν την εξάρτησή τους από τους εισαγόμενους υδρογονάνθρακες. Σε αυτό το πεδίο, η Κίνα έχει ήδη τεράστιο πλεονέκτημα: οι εταιρείες της αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 70% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας σε βασικές «πράσινες» τεχνολογίες, όπως τα φωτοβολταϊκά, οι μπαταρίες και τα εξαρτήματα ηλεκτρικών οχημάτων. Παράλληλα, σημειώνουν οι Financial Times, η χώρα κυριαρχεί στην εξόρυξη και επεξεργασία σπάνιων γαιών, υλικών απαραίτητων για αυτές τις τεχνολογίες.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδυτές στρέφονται μαζικά σε κινεζικές εταιρείες πράσινης ενέργειας, προσδοκώντας αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης. Οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές μπαταριών της Κίνας έχουν δει τη χρηματιστηριακή αξία τους να αυξάνεται κατά περισσότερα από 70 δισ. δολάρια μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ακόμη ένα πιθανό όφελος είναι ότι η Κίνα μπορεί να παρουσιαστεί ως εναλλακτικός προμηθευτής σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει αβεβαιότητα στις ροές πόρων από τη Μέση Ανατολή. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ορυκτών καυσίμων και κρίσιμων βιομηχανικών υλικών, ενώ είναι καθαρός εξαγωγέας διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων. Επιπλέον, αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα λιπασμάτων παγκοσμίως.

Αν και έχει περιορίσει τις εξαγωγές για λόγους εσωτερικής ασφάλειας, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι» για χώρες που αντιμετωπίζουν αγροτικές πιέσεις. Η χώρα διαθέτει επίσης στρατηγικά αποθέματα θείου, γράφουν οι Financial Times, ενός βασικού στοιχείου για τη γεωργία και τη μεταλλουργία. Ταυτόχρονα, έχει σημειώσει πρόοδο στη μείωση της εξάρτησής της από εισαγωγές ηλίου, χάρη στην ανακάλυψη σημαντικών εγχώριων κοιτασμάτων και σε τεχνολογικές εξελίξεις στον καθαρισμό του. Το αέριο αυτό είναι κρίσιμο για τη βιομηχανία ημιαγωγών στην Ασία. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Κίνας έναντι των ΗΠΑ, εκτιμούν οι Financial Times.

Αναλυτές σημειώνουν ότι πολλά οπλικά συστήματα που χρησιμοποιεί η αμερικανική αμυντική βιομηχανία βασίζονται σε σπάνιες γαίες που παράγονται στην Κίνα, ενώ τα αμερικανικά αποθέματα επαρκούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, οι καλές σχέσεις του Πεκίνου με χώρες του Κόλπου και η εμπειρία του στην κατασκευή μεγάλων υποδομών μπορεί να το φέρουν σε πλεονεκτική θέση για την ανοικοδόμηση της περιοχής μετά τον πόλεμο. Η σύγκρουση ίσως επηρεάσει και το διεθνές νομισματικό σύστημα. Η ενίσχυση της χρήσης του κινεζικού νομίσματος σε ενεργειακές συναλλαγές, ιδιαίτερα αν ορισμένες χώρες δεχθούν να πληρώνουν σε γουάν για να εξασφαλίσουν τη διέλευση πλοίων από το Ορμούζ, θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κυριαρχία του δολαρίου στο εμπόριο πετρελαίου.

Ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές μιλούν στους Financial Times για την πιθανότητα μιας πιο έντονης παρουσίας του λεγόμενου «πετρογουάν». Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει την εικόνα της ως πιο σταθερού και προβλέψιμου εταίρου σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Πρόσφατες διεθνείς συναντήσεις επιχειρηματικών ηγετών στο Πεκίνο είχαν στόχο ακριβώς να προβάλουν την αξιοπιστία της κινεζικής οικονομίας και των εφοδιαστικών της αλυσίδων. Ορισμένες δημοσκοπήσεις δείχνουν, σύμφωνα με τους Financial Times, ότι η θετική αντίληψη για την Κίνα αυξάνεται σε σύγκριση με εκείνη για τις ΗΠΑ. Δεν είναι, όμως, όλα θετικά για την Κίνα.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η κινεζική οικονομία θα βγει εντελώς αλώβητη. Αν ο πόλεμος παραταθεί, το Πεκίνο θα αντιμετωπίσει αυξημένα κόστη, πιθανές ελλείψεις και τον κίνδυνο περιορισμών στην κατανάλωση ενέργειας. Ενα βαθύ παγκόσμιο οικονομικό σοκ θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα, πλήττοντας τις εξαγωγές της χώρας. Πολλοί διεθνείς εταίροι παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στα εμπορικά πλεονάσματα της Κίνας και φοβούνται υπερβολική εξάρτηση από αυτήν. Παρά τις δυσκολίες αυτές, καταλήγουν οι Financial Times, όσοι πιστεύουν ότι ο πόλεμος θα αποδυναμώσει την κινεζική υπερδύναμη μάλλον υποτιμούν τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της. Η προνοητικότητα στον σχεδιασμό, η διαφοροποίηση των πόρων και η ευελιξία στην οικονομική πολιτική καθιστούν την Κίνα ιδιαίτερα ανθεκτική σε κρίσεις τέτοιου τύπου και ίσως της επιτρέψουν να αξιοποιήσει τις νέες ευκαιρίες που δημιουργούνται. 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

WSJ - Ο Τραμπ φέρεται πρόθυμος να τερματίσει τον πόλεμο στο Ιράν ακόμη και με κλειστά τα Στενά του Ορμούζ

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να τερματίσει τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά. Σε τέτοια περίπτωση, η Ουάσινγκτον θα μετέφερνε την ευθύνη για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας σε Ευρωπαίους και περιφερειακούς συμμάχους.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, που επικαλείται αξιωματούχους της κυβέρνησης, ο Τραμπ δήλωσε στους βοηθούς του ότι είναι πρόθυμος να τερματίσει την στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, ακόμη και αν το Στενό του Ορμούζ παραμείνει σε μεγάλο βαθμό κλειστό.

Ο λόγος είναι πως τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ και οι βοηθοί του φέρεται να εκτίμησαν ότι μια αποστολή για το άνοιγμα του στενού θα ωθούσε τη σύγκρουση πέρα ​​από το χρονοδιάγραμμά του των τεσσάρων έως έξι εβδομάδων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, για αυτό αποφάσισε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να επιτύχουν τους κύριους στόχους τους, δηλαδή να παραλύσουν το ναυτικό του Ιράν και τα αποθέματα πυραύλων του και να περιορίσουν τις εχθροπραξίες, ασκώντας παράλληλα διπλωματική πίεση στην Τεχεράνη για να επιτρέψει την ελεύθερη ροή του εμπορίου. Εάν αποτύχει, η Ουάσινγκτον προτίθεται να πιέσει τους συμμάχους στην Ευρώπη και τον Κόλπο να αναλάβουν την πρωτοβουλία για το άνοιγμα του στενού, δήλωσαν οι αξιωματούχοι.

Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Η παρατεταμένη διαταραχή τους έχει ήδη αρχίσει να πιέζει ανοδικά τις τιμές ενέργειας και να διαταράσσει εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων πρώτων υλών, με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.