Τα διαστημόπλοια CentiSpace έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν υπηρεσίες ενίσχυσης σήματος για παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης από χαμηλή τροχιά της Γης.
ΠΕΚΙΝΟ, 23 Μαρτίου. /TASS/. Η Κίνα εκτόξευσε μια ομάδα δορυφόρων CentiSpace-2 σε τροχιά από το σημείο εκτόξευσης Haiyang στην Κίτρινη Θάλασσα (επαρχία Shandong, Ανατολική Κίνα), ανέφερε η Κινεζική Εταιρεία Αεροδιαστημικής Επιστήμης και Τεχνολογίας (CASC).
Όπως αναφέρεται στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης WeChat, η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας το όχημα εκτόξευσης Jielong-3 (γνωστό και ως Smart Dragon-3). Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Μαρτίου, στις 23:49 ώρα Πεκίνου (18:49 ώρα Μόσχας).
Τα διαστημόπλοια CentiSpace έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν υπηρεσίες ενίσχυσης σήματος για παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης από χαμηλή τροχιά της Γης.
Το Πεκίνο αναπτύσσει ενεργά το εθνικό του διαστημικό πρόγραμμα, δημιουργώντας μετεωρολογικούς, τηλεπικοινωνιακούς και ναυτιλιακούς δορυφόρους, καθώς και τεχνολογίες που προορίζονται για την εξερεύνηση της σελήνης. Με κρατική υποστήριξη, Κινέζοι ειδικοί διερευνούν επίσης ευκαιρίες για εξερεύνηση αστεροειδών και του Άρη. Η Κίνα λειτουργεί έναν διαστημικό σταθμό σε τροχιά γύρω από τη Γη, ο οποίος προορίζεται επίσης για διεθνή συνεργασία. Το 2025, η Κίνα πραγματοποίησε 92 εκτοξεύσεις, σημειώνοντας νέο εθνικό ρεκόρ.
Ο Μοχσέν Ρεζάι λέει ότι το Ιράν δεν θα τερματίσει τις εχθροπραξίες μέχρι την καταβολή αποζημιώσεων
ΚΑΪΡΟ, 24 Μαρτίου. /TASS/. Το Ιράν δεν θα τερματίσει τις εχθροπραξίες μέχρι να αρθούν όλες οι κυρώσεις εναντίον του, δήλωσε ο στρατιωτικός σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Μοχσέν Ρεζάι.
«Ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι να αποζημιωθούν όλες οι ζημίες στο Ιράν και να αρθούν οι κυρώσεις εναντίον του. Επίσης, θέλουμε διεθνείς εγγυήσεις για τη μη παρέμβαση των ΗΠΑ στις εσωτερικές υποθέσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας - αυτή είναι μια απόφαση του λαού της χώρας μας, του Ανώτατου Ηγέτη και των ενόπλων δυνάμεων», δήλωσε ο Ρεζαΐ, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Fars.
Απογοητευτική η κατάσταση, παρά τη θετική πορεία των δημόσιων οικονομικών και τη μείωση του χρέους ● Από τα χαμηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης ● Οι αυξήσεις μισθών υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ● Η Ελλάδα κατέχει τη δεύτερη χειρότερη θέση στον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης ● Στην τελευταία θέση στον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης το 2025 ● Αρνητική πρωτιά στο κόστος διαβίωσης και στέγασης, ακόμα και στο γρήγορο ίντερνετ.
Ουραγός παραμένει η Ελλάδα σε καίριους τομείς της οικονομίας και της καθημερινότητας σε σχέση με τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση αρέσκεται να προωθεί το αφήγημα του «success story», στην πραγματικότητα η αντίφαση είναι μεγάλη ανάμεσα σε αυτήν την εικόνα και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες με βάση συγκεκριμένους δείκτες της Ε.Ε.
Η αντίφαση αυτή καταγράφεται στους περισσότερους καταλόγους κατάταξης της χώρας μας στην Ε.Ε. Δεν είναι μόνο δείκτες από τις ευρωπαϊκές ΜΚΟ, που η Αθήνα θα σπεύσει να υποτιμήσει και να απαξιώσει ως ανακριβείς, ούτε μόνο από ιδρύματα ανάλυσης τομεακών εξελίξεων που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει υποκειμενικούς, ακόμα και κομματικά υποκινημένους.
Ακόμα και οι επίσημοι δείκτες από υπηρεσίες της Ε.Ε. όπως η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) και η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG ECFIN) θέλουν την Ελλάδα στην τελευταία ή από τις τελευταίες θέσεις ανάμεσα στους 27.
Η «Εφ.Συν.» αναζήτησε τη θέση της Ελλάδας σε μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά και σε άλλους που επηρεάζουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Παρά τη θετική πορεία των δημόσιων οικονομικών και τη μείωση του χρέους, η κατάσταση παραμένει απογοητευτική.
Δικαιολογημένη απαισιοδοξία
Η δε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το πόσο επιτυχημένο τελικά είναι το success story που θέλει να πιστέψουμε η κυβέρνηση, την ίδια ώρα που το Ευρωβαρόμετρο καταγράφει την απογοήτευση και την απαισιοδοξία των Ελλήνων...
Η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης στην Ε.Ε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ποσοστά της Eurostat, η χώρα βρίσκεται τρίτη από το τέλος στην κατάταξη ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Την ίδια στιγμή οι αυξήσεις μισθών υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ανήλθε στα €18.000. Η Ελλάδα κατέχει τη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην Ε.Ε. ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία (€15.400). Για πρώτη φορά η Ουγγαρία (€18.500) ξεπέρασε την Ελλάδα σε αυτόν τον δείκτη. Ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ε.Ε. είναι €39.800, δηλαδή υπερδιπλάσιος από τον ελληνικό.
Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό η Ελλάδα παραμένει στην προτελευταία θέση (26η στις 27) της Ε.Ε. σε όρους αγοραστικής δύναμης ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Ο πληθωρισμός και το κόστος στέγασης συνεχίζουν να απορροφούν σημαντικό μέρος των αυξήσεων.
Σε όρους Αγοραστικής Δύναμης (PPS) η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ε.Ε. (στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου), καθώς το υψηλό κόστος ζωής «απορροφά» μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων.
Αυτά τα στοιχεία μάς οδηγούν στο επόμενο: με βάση τα στοιχεία της Eurostat για την «υποκειμενική φτώχεια», δηλαδή το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, η θέση της Ελλάδας έχει αλλάξει δραματικά. Το 2025 η χώρα μας είχε τη χειρότερη θέση στην κατάταξη αυτή, καταγράφοντας το μεγαλύτερο ποσοστό υποκειμενικής φτώχειας, σχεδόν διπλάσια από τη δεύτερη χώρα (Βουλγαρία).
Η Ελλάδα καταλαμβάνει σταθερά την τελευταία θέση (27η) στον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της DG ECFIN και του ΙΟΒΕ. Ο δείκτης έκλεισε το 2025 σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα (περίπου -47,0 μονάδες τον Δεκέμβριο), την ώρα που ο μέσος όρος της ευρωζώνης βρισκόταν στο -14,6.
Ηδη από το 2010 η Ελλάδα ήταν από τις πιο απαισιόδοξες χώρες, αλλά όχι ακόμη μόνιμα τελευταία. Το 2025 είναι ξεκάθαρα η τελευταία χώρα στην Ε.Ε. στον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, η έλλειψη καταναλωτικής εμπιστοσύνης μειώνει και τη σημασία του γενικού Δείκτη Οικονομικού Κλίματος (ESI) ο οποίος περιλαμβάνει και τις προσδοκίες των επιχειρήσεων. Εκεί η εικόνα είναι πιο θετική για την Ελλάδα. Και παρ’ όλο που σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ε.Ε. η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με 2,1% το 2025, ρυθμός σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (0,9%), οι Ελληνες δεν νιώθουν τη βελτίωση στις τσέπες τους.
Κόστος στέγασης και καθημερινότητας
Προφανώς σε αυτό συμβάλλει και το κόστος στέγασης. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2024 και τις αρχές του 2026 επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσμενή θέση στην Ε.Ε. κατέχοντας αρνητικές πρωτιές σε βασικούς δείκτες κόστους διαβίωσης και στέγασης.
Συγκεκριμένα τα επίσημα δεδομένα αναφέρουν ότι η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., με το 28,9% του πληθυσμού να δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση σε σύγκριση με τον μέσο όρο στην Ε.Ε. που είναι μόλις 8,2%. Στις πόλεις το ποσοστό αυτό αγγίζει το 32,4%, ενώ στις αγροτικές περιοχές το 22%, παραμένοντας το υψηλότερο στην Ευρώπη και στις δύο κατηγορίες.
Επίσης τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν κατά μέσο όρο το 35,5-36% του εισοδήματός τους για έξοδα σπιτιού (ενοίκιο/δόση, λογαριασμοί, θέρμανση), το οποίο είναι σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (19,2%).
Και σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, η Ελλάδα παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αδυναμίας επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας: το 19% των νοικοκυριών δηλώνουν αδυναμία να κρατήσουν το σπίτι τους ζεστό, ποσοστό που τη φέρνει στην 1η θέση μαζί με τη Βουλγαρία (Ε.Ε. μέσος όρος: 9,2%).
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (ΚΔΕΘ/NIIP) της Ελλάδας παραμένει σε εξαιρετικά αρνητικά επίπεδα, αν και παρουσιάζει τάσεις βελτίωσης τα τελευταία έτη. Η Ελλάδα κατέχει ένα από τα υψηλότερα αρνητικά επίπεδα ΚΔΕΘ στην Ευρώπη, υπερβαίνοντας σημαντικά τα όρια επιφυλακής που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (συνήθως -35% του ΑΕΠ).
Τελευταία στα μεγάλα, αλλά και στα μικρότερα: σύμφωνα με τα στοιχεία του Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) και τις σχετικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ψηφιακή Δεκαετία (Digital Decade), η Ελλάδα κατατάσσεται παραδοσιακά στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.27 όσον αφορά τις τιμές της ευρυζωνικότητας, αν και η εικόνα είναι σύνθετη ανάλογα με το αν εξετάζουμε την ονομαστική τιμή ή τη σχέση «τιμής προς ταχύτητα».
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Η Ελλάδα καταγράφει συστηματικά επιδόσεις κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τις τιμές να θεωρούνται από τις υψηλότερες στην Ευρώπη όταν σταθμίζονται με βάση την αγοραστική δύναμη (Purchasing Power Parity - PPP).
Η χώρα εμφανίζει αρνητική «πρωτιά» στο κόστος του γρήγορου ίντερνετ (100 Mbps και άνω), καθώς οι τιμές για αυτές τις ταχύτητες παραμένουν υψηλές σε σύγκριση με χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία ή η Πολωνία.
Σύμφωνα με την έκθεση του 2024, παρατηρείται μια σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού και των επιδοτήσεων (όπως το πρόγραμμα Gigabit Voucher), όμως η Ελλάδα παραμένει στην 27η θέση στην κάλυψη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN), γεγονός που επηρεάζει έμμεσα το κόστος ανά Mbps.
Και να θέλει να πει κανείς ότι οι τελευταίες θέσεις αφορούν μόνο οικονομικούς δείκτες δεν μπορεί. Η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης για την Ελευθερία του Τύπου, αλλά και στον δείκτη ισότητας.
Σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στα ΜΜΕ έχει κλονιστεί εξαιτίας της έλλειψης διαφάνειας και των θεσμικών ανισορροπιών. Αυτό δεν σημαίνει απουσία δημοκρατίας, αλλά επισημαίνει θεσμικές αδυναμίες σε επιμέρους τομείς που αφορούν την ενημέρωση των πολιτών. Σίγουρα δεν βοηθάει η συγκέντρωση ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης, οι καταγγελλόμενες πιέσεις και παρεμβάσεις στο δημοσιογραφικό έργο και φυσικά υποθέσεις παρακολούθησης δημοσιογράφων.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Ισότητας των Φύλων 2025 (Gender Equality Index 2025) του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), η Ελλάδα κατατάσσεται στην 22η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σημαντικές προκλήσεις παραμένουν στους τομείς της έμφυλης βίας, του χρόνου (κοινωνικές δραστηριότητες) και της συμμετοχής στα κοινά.
Αλλά και σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Δείκτη Δεξιοτήτων (European Skills Index - ESI) του Cedefop, η Ελλάδα κατατάσσεται παραδοσιακά στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των 27 χωρών της Ε.Ε. όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του συστήματος δεξιοτήτων της. Το 40,2% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εργάζεται σε θέσεις κάτω του επιπέδου σπουδών τους, ενώ η απασχόληση νέων αποφοίτων περιορίζεται στο 66,1%.
Μέτρια είναι η απόδοση της Ελλάδας σε ό,τι αφορά το κλίμα. Σύμφωνα με τον δείκτη Climate Change Performance Index (CCPI) 2025 της Germanwatch, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση παγκοσμίως και την 11η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Ελλάδα είναι μεν πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., στην 21η θέση, αλλά χρειάζεται ακόμα δουλειά.
Το Νέο Δελχί κινδυνεύει να χάσει σημαντικά από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, δήλωσε ο επιδραστικός στοχαστής στην εκπομπή New Order του RT.
Η Ρωσία είναι ο «σαφής νικητής» στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, δήλωσε ο ειδικός διεθνών σχέσεων Τζον Μιρσάιμερ στην εκπομπή New Order του RT.
Ο Mearsheimer, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και συν-συγγραφέας του βιβλίου «Το Ισραηλινό Λόμπι και η Εξωτερική Πολιτική των ΗΠΑ», πρόσθεσε ότι η Ινδία θεωρείται «μεγάλος ηττημένος» από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, παρά το γεγονός ότι έχει καλές σχέσεις με όλες τις πλευρές.
«Ο πιο ξεκάθαρος νικητής είναι η Ρωσία», δήλωσε ο Mearsheimer, αναφερόμενος στην άρση των κυρώσεων για το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Σχετικά με την διπλωματική πορεία του Νέου Δελχί καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται, ο Mearsheimer είπε: «Το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα σε αυτό το σημείο είναι πόσο μεγάλος ηττημένος θα είναι [η Ινδία]».
«Όλα αυτά είναι άσχημα νέα για την Ινδία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι οι Ινδοί καταλαβαίνουν ότι αυτός ο πόλεμος είναι καταστροφικός για την Ινδία», πρόσθεσε ο Mearsheimer. Σύμφωνα με τον ειδικό, τα προβλήματα του Νέου Δελχί περιλαμβάνουν τον πληθωρισμό, το κόστος του φυσικού αερίου, των λιπασμάτων και την παραγωγή τροφίμων.
Ο Μίρσχαϊμερ είπε ότι ο Τραμπ και το Ισραήλ πίστευαν σε μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη και ότι τα έθνη του Κόλπου και χώρες όπως η Ινδία επίσης δεν είδαν έναν μακρύ πόλεμο. «Έτσι, αυτό που συνέβη ήταν ότι η Ινδία δεν διαμαρτυρήθηκε. Τα κράτη του Κόλπου δεν διαμαρτυρήθηκαν», πρόσθεσε.
Το Νέο Δελχί δεν καταδίκασε την αμερικανοϊσραηλινή δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, επιλέγοντας αντ' αυτού να εκφράσει αργότερα τα συλλυπητήριά του.
Σχετικά με την πολυπλοκότητα της αντιμετώπισης της κυβέρνησης Τραμπ, ο Mearsheimer είπε ότι η Ινδία έχει κάνει αξιοπρεπή δουλειά. «[Ο πρωθυπουργός Ναρέντρα] Μόντι γνωρίζει τον κίνδυνο να πλησιάσει πολύ τις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ουσιαστικά ένας αδίστακτος ελέφαντας, και αν πλησιάσετε πολύ έναν αδίστακτο ελέφαντα, μπορεί να σας ποδοπατήσει».
Είπε ότι οι χώρες που έχουν επωφεληθεί περισσότερο από τον πόλεμο στο Ιράν είναι «σαφώς η Ρωσία και η Κίνα, και οι δύο είναι μέλη των BRICS. Αλλά ταυτόχρονα, νομίζω ότι πολλές από τις χώρες των BRICS θα πληγούν σοβαρά. Η Ινδία είναι μία από αυτές. Η Ινδονησία μπορεί να είναι μια άλλη».
Ο Mearsheimer είπε ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι ο πόλεμος θα αναγκάσει αυτές τις χώρες να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τις ΗΠΑ.