Ο πόλεμος είναι κόλαση και η κόλαση έχει φωτογένεια.
ενήντα χρόνια μετά τις φρικαλεότητές του, είναι σαφές ότι η δημοσιογραφική κάλυψη συνέβαλε στη μεταστροφή της κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο του Βιετνάμ. Όχι απαραίτητα λόγω ιδεολογικής στάσης αλλά επειδή ο πόλεμος, ως ωμή εμπειρία βίας, παράγει εικόνες που δεν αφήνουν περιθώρια εξωραϊσμού.
Το 1965, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κλιμάκωσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στο Βιετνάμ, οι φωτογραφικές μηχανές δεν ήταν διαδεδομένες όπως σήμερα. Τότε, όσοι κατέγραφαν τον πόλεμο ήταν κυρίως επαγγελματίες φωτογράφοι. Ήταν η εποχή των μεγάλων εικονογραφημένων περιοδικών –«Life», «Look», «Paris Match», «Stern»– με εκατομμύρια αναγνώστες. Η ζήτηση για φωτογραφίες από το μέτωπο ήταν μεγάλη.
Περίπου εξακόσιοι φωτογράφοι ταξίδεψαν στη Νοτιοανατολική Ασία, καθώς ο αμερικανικός στρατός επέτρεψε εκτεταμένη πρόσβαση στον Τύπο. Δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ μπορούσαν να μετακινούνται με στρατιωτικά οχήματα, να επιβιβάζονται σε ελικόπτερα, να διαμένουν σε βάσεις, να συνομιλούν με αξιωματικούς και να φωτογραφίζουν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Η παρουσία της Λερουά είναι άμεση και απροκάλυπτη. Ανέπτυξε στενή σχέση με τους στρατιώτες που ακολουθούσε και στις επιστολές προς τους γονείς της στη Γαλλία εξέφραζε τον θαυμασμό της για τους νεαρούς πεζοναύτες, πολλοί από τους οποίους δεν θα επέστρεφαν ποτέ.
Η απόφαση αυτή δεν ήταν η πιο καθοριστική στρατηγική αστοχία των ΗΠΑ, αποτέλεσε όμως ένδειξη υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Οι αμερικανικές αρχές ενδεχομένως προσδοκούσαν ηρωικές αφηγήσεις. Αντί γι’ αυτό, οι εικόνες που έφτασαν στα σπίτια των πολιτών έδειχναν νεκρούς στρατιώτες, σφαγές αμάχων, κακομεταχείριση κρατουμένων και καμένα χωριά. Ακόμη και η σφαγή εκατοντάδων αμάχων στο Μι Λάι φωτογραφήθηκε. Η μονάδα που ενεπλάκη στη σφαγή συνοδευόταν από φωτογράφο. Η παρουσία του είχε θεωρηθεί αυτονόητη. Πόλεμος δεν σημαίνει εκρήξεις κτιρίων, σημαίνει εξόντωση ανθρώπων. Αυτός είναι ο σκοπός του. Αυτή ήταν και η πραγματικότητα που αποτυπώθηκε στον φακό.
Η Κάθριν Λερουά ανήκε στη γενιά που μεγάλωσε διαβάζοντας το «Paris Match». Γεννήθηκε το 1944 στα προάστια του Παρισιού. Δεν προσαρμόστηκε ποτέ στο σχολικό περιβάλλον και ασφυκτιούσε μέσα στη μικροαστική καθημερινότητα. Έκανε περιστασιακές δουλειές, αναζητώντας την περιπέτεια. Ασχολήθηκε με την ελεύθερη πτώση και πραγματοποίησε δεκάδες άλματα. Παράλληλα άρχισε να φωτογραφίζει με μια νέα, προσιτή φωτογραφική μηχανή της εποχής. Στόχος της ήταν να βρεθεί «εκεί όπου συμβαίνουν τα γεγονότα».
Αγόρασε μια Leica και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τη Σαϊγκόν και έφτασε στο Βιετνάμ τον Φεβρουάριο του 1966, στα 21 της χρόνια, γνωρίζοντας λίγα αγγλικά, χωρίς επαγγελματικές διασυνδέσεις και με ελάχιστα χρήματα. Έμελλε να εξελιχθεί σε μία από τις πλέον αναγνωρισμένες φωτορεπόρτερ του πολέμου.
Η Λερουά ήταν φιλόδοξη και τολμηρή. Επέμεινε να συμμετάσχει στη μοναδική πολεμική επιχείρηση του πολέμου με αλεξίπτωτα και τιμήθηκε από τον αμερικανικό στρατό. Ήταν μικρόσωμη, με ύψος περίπου 1,50 και βάρος λιγότερο από 40 κιλά, όμως ζούσε όπως οι στρατιώτες, ακολουθούσε στις επιθέσεις, κουβαλούσε εξοπλισμό και πολλές φωτογραφικές μηχανές.
Βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τη μάχη. Άνδρες σκοτώνονταν γύρω της, ενώ η ίδια τραυματίστηκε σοβαρά από θραύσματα. Κατά την Επίθεση του Τετ έφτασε με ποδήλατο στην πόλη Χουέ, συνελήφθη από Βορειοβιετναμέζους στρατιώτες και αφέθηκε ελεύθερη όταν δήλωσε ότι είναι Γαλλίδα δημοσιογράφος. Κατάφερε να τραβήξει σπάνιες φωτογραφίες του στρατού του Βόρειου Βιετνάμ· το περιοδικό «Life» τις δημοσίευσε στο εξώφυλλό του.
Πολλές εμβληματικές φωτογραφίες αποτύπωσαν τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η «Εκτέλεση στη Σαϊγκόν» του Έντι Άνταμς, το 1968, κατέγραψε τη στιγμή που ο αρχηγός της αστυνομίας του Νότιου Βιετνάμ πυροβολεί έναν αιχμάλωτο Βιετκόνγκ. Η εικόνα έγινε σύμβολο της βαρβαρότητας του πολέμου.
Το «Κορίτσι με το ναπάλμ», του 1972, αποτύπωσε ένα κορίτσι εννέα ετών που έτρεχε γυμνό μετά από αεροπορικό βομβαρδισμό με ναπάλμ. Το παιδί επέζησε και η φωτογραφία συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Οι ακριβείς συνθήκες λήψης ή η πατρότητα πολλών από αυτές τις φωτογραφίες έχουν αμφισβητηθεί.
Όμως στο έργο της Λερουά δεν υπάρχει τέτοια αμφισημία. Η παρουσία της είναι άμεση και απροκάλυπτη. Ανέπτυξε στενή σχέση με τους στρατιώτες που ακολουθούσε και στις επιστολές προς τους γονείς της στη Γαλλία εξέφραζε τον θαυμασμό της για τους νεαρούς πεζοναύτες, πολλοί από τους οποίους δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Ανάμεσα στις πιο γνωστές εικόνες της είναι το «Corpsman in Anguish», μέρος μιας σειράς από την Πρώτη Μάχη του Κε Σαν το 1967, όπου ένας τραυματιοφορέας σκύβει πάνω από τον νεκρό συνάδελφό του. Η ίδια ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή κατανόησε τι σήμαιναν οι μήνες που είχε περάσει στο μέτωπο.
Για τους περισσότερους στρατιώτες, όπως και για εκείνη, ο πόλεμος ήταν κυρίως αναμονή και κόπωση, με εκρήξεις αιφνίδιου τρόμου. Η Λερουά αποτύπωσε και τα δύο. Έφυγε από το Βιετνάμ τον Δεκέμβριο του 1968.
Επέστρεψε το 1975, λίγο πριν από την πτώση της Σαϊγκόν, και φωτογράφισε την είσοδο των νικηφόρων δυνάμεων του Βορρά στο Προεδρικό Μέγαρο. Το Βιετνάμ επανενώθηκε ως κομμουνιστικό κράτος, εξέλιξη που Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επί δεκαετίες επιχειρήσει να αποτρέψουν.
Οι φωτογραφίες της Κάθριν Λερουά αποτελούν μέρος της ιστορικής καταγραφής ενός πολέμου που διαμόρφωσε πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες. Αποτύπωσαν το κόστος του με τρόπο άμεσο, χωρίς ωραιοποίηση, και συνέβαλαν στο να μείνει στη συλλογική μνήμη μια σύγκρουση που καθόρισε μια εποχή.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί εκ νέου στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή θυμίζει ένα στρατηγικό λάθος που στο παρελθόν συνέβαλε στην παρακμή μιας άλλης μεγάλης δύναμης: της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το ιστορικό μάθημα είναι σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις συνήθως δεν καταρρέουν επειδή ηττώνται από ξένους στρατούς, αλλά επειδή υπερεπεκτείνονται
Επί περίπου δεκαπέντε χρόνια, πολλοί αμερικανοί ηγέτες, ανάμεσά τους και οι τρεις πρόεδροι που κυβέρνησαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πίστευαν ότι οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί υπερβολικά βαθιά στις προσπάθειες να αναδιαμορφώσουν τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής. Η πείρα των πολέμων στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Λιβύη είχε οδηγήσει αρκετούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στο συμπέρασμα ότι η Ουάσινγκτον θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή της σε άλλες, πιο σημαντικές προκλήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν η ανάγκη ανασυγκρότησης της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, καθώς και η αντιμετώπιση της ταχύτατης ανόδου της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης. Παρά τις σκέψεις αυτές, οι ΗΠΑ βρίσκονται και πάλι αντιμέτωπες με έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή, γράφει ο Φαρίντ Ζακαράια στη στήλη του στην Washington Post, επιχειρώντας να επηρεάσουν ή να αναδιαμορφώσουν την πολιτική τάξη μιας ακόμη χώρας της περιοχής.
Ωστόσο, όπως συνέβη και σε προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις, είναι αβέβαιο αν το αποτέλεσμα θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσων υποστηρίζουν αυτή τη στρατηγική. Το ερώτημα που προκύπτει, σημειώνει στην Washington Post ο γνωστός αρθρογράφος εξωτερικών θεμάτων, είναι γιατί το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Για να κατανοήσει κανείς το παρόν, αξίζει να εξετάσει το παρελθόν και συγκεκριμένα την εμπειρία της μοναδικής χώρας στη σύγχρονη Ιστορία, της οποίας η παγκόσμια επιρροή υπήρξε συγκρίσιμη με εκείνη των ΗΠΑ: της Μεγάλης Βρετανίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Την περίοδο εκείνη, η Βρετανία αποτελούσε τη μοναδική υπερδύναμη του κόσμου. Γύρω στο 1870, η Βρετανική Αυτοκρατορία παρήγαγε περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ, ποσοστό παρόμοιο με αυτό που κατέχουν σήμερα οι ΗΠΑ.
Το Λονδίνο ήταν το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο του πλανήτη, ενώ η χώρα είχε ήδη αντιμετωπίσει επιτυχώς μεγάλες προκλήσεις, όπως την προσπάθεια του Ναπολέοντα να κυριαρχήσει στην Ευρώπη ή την επέκταση της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Παράλληλα, διοικούσε μια τεράστια αυτοκρατορία. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1880 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Βρετανία βρέθηκε συνεχώς αντιμέτωπη με κρίσεις σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Η πολιτική αστάθεια, τα αυταρχικά καθεστώτα και τα κενά εξουσίας, εξηγεί το άρθρο της Washington Post, ώθησαν το Λονδίνο να παρεμβαίνει στρατιωτικά σε πολλά σημεία της αυτοκρατορίας ή των περιφερειακών της ζωνών επιρροής. Βρετανικά στρατεύματα στάλθηκαν στο Σουδάν, στη Σομαλία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία, με στόχο την επιβολή τάξης ή τη διατήρηση της επιρροής της αυτοκρατορίας.
Εκείνη την εποχή, οι περισσότερες από αυτές τις παρεμβάσεις φαίνονταν απαραίτητες. Στην πράξη, όμως, είχαν ως αποτέλεσμα η Βρετανία να εγκλωβιστεί σε μια ατελείωτη σειρά περιφερειακών συγκρούσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές απαιτούσαν σημαντικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους. Για παράδειγμα, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ζακαράια στην Washington Post, η εξέγερση στο Ιράκ το 1920 χρειάστηκε περισσότερους από 100.000 βρετανούς και ινδούς στρατιώτες για να κατασταλεί, ενώ κόστισε δεκάδες εκατομμύρια λίρες. Το ποσό αυτό ήταν σχεδόν ισοδύναμο με τον συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό για την εκπαίδευση στη Βρετανία εκείνην την εποχή. Την ίδια στιγμή που οι βρετανοί πολιτικοί συζητούσαν τη στρατηγική τους στη Μεσοποταμία, αγνοούσαν τις βαθύτερες οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα τους.
Ενώ η Βρετανία προσπαθούσε να διαχειριστεί συγκρούσεις σε απομακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, οι ΗΠΑ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αναπτύσσονταν ραγδαία και δημιουργούσαν την πιο προηγμένη βιομηχανική οικονομία της εποχής. Παράλληλα, γράφει η Washington Post, στη μεταπολεμική Ευρώπη, η ηττημένη Γερμανία ανασυγκροτούσε σταδιακά τη βιομηχανική βάση της και ανέπτυσσε στρατό. Καθώς η Βρετανία παρέμενε απορροφημένη από τις περιφερειακές κρίσεις, η ισχύς της στον πυρήνα του διεθνούς συστήματος άρχισε να φθίνει. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η ανισορροπία συνέβαλε στην απώλεια της πρωτοκαθεδρίας της ως παγκόσμια δύναμης. Σήμερα, σύμφωνα με την ανάλυση της Washington Post, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να επαναλάβουν παρόμοια λάθη.
Η Ουάσινγκτον, γράφει ο Ζακαράια, συχνά βρίσκει πολιτικούς, στρατιωτικούς ή ακόμη και ηθικούς λόγους για να επέμβει στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, κάθε μακροπρόθεσμη στρατηγική απαιτεί ιεράρχηση προτεραιοτήτων και προσεκτική κατανομή περιορισμένων πόρων. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν απεριόριστη πολιτική ισχύ, στρατιωτική δυνατότητα ή οικονομική αντοχή. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν, κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται ή κάθε ώρα που αφιερώνεται στη διαχείριση της κρίσης αποσπά πόρους και προσοχή από τις βαθύτερες γεωπολιτικές προκλήσεις του 21ου αιώνα. Ο βασικός ρόλος των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα, συμπληρώνει το άρθρο στην Washington Post, είναι να διατηρούν την ισορροπία απέναντι στις φιλοδοξίες δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Η Κίνα δεν εμπλέκεται σε παρατεταμένες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, επενδύει συστηματικά σε τεχνολογίες αιχμής, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι μπαταρίες και η ρομποτική, τομείς που πιθανότατα θα καθορίσουν την παγκόσμια ισορροπία ισχύος στο μέλλον. Παράλληλα, η Ρωσία συνεχίζει να προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια και να υπονομεύσει τις δυτικές δημοκρατίες μέσω υβριδικών μορφών πολέμου που συνδυάζουν στρατιωτικές, πολιτικές και πληροφοριακές τακτικές. Η Ιστορία, σημειώνει η Washington Post, δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά παρασύρονται από τις λεγόμενες «μικρές πολεμικές συγκρούσεις», επειδή αυτές φαίνεται να προσφέρουν γρήγορες στρατιωτικές ή πολιτικές νίκες.
Στην πραγματικότητα όμως, τέτοιες επιτυχίες σπάνια μετατρέπονται σε μακροπρόθεσμα στρατηγικά οφέλη και συχνά οδηγούν σε σταδιακή εξάντληση. Ακόμη και αν μια επέμβαση στο Ιράν είχε θετικό αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ, θα απαιτούσε πιθανότατα μακροχρόνια εμπλοκή στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας. Το κρίσιμο ερώτημα, καταλήγει η Washington Post, είναι αν αυτή είναι η καλύτερη χρήση του χρόνου και των πόρων μιας υπερδύναμης την επόμενη δεκαετία. Το ιστορικό μάθημα από την εμπειρία της Βρετανίας είναι σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις συνήθως δεν καταρρέουν επειδή ηττώνται από ξένους στρατούς, αλλά επειδή υπερεπεκτείνονται στις περιφέρειες του κόσμου, παραμελώντας ταυτόχρονα τον δικό τους στρατηγικό πυρήνα.
Στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας της 3ης Σεπτεμβρίου κρύβεται ένας χώρος άλλης εποχής: μια ιδιαίτερη γαστρονομική στάση σε μια ιστορικά φορτισμένη γειτονιά της Αθήνας.
Συνηθίζω να λέω ότι η Γ΄ Σεπτεμβρίου είναι ένας δρόμος που μπορεί να σε αναστατώσει με έναν περίεργο τρόπο. Μένοντας στην Κυψέλη τα τελευταία χρόνια, συχνά πρέπει να τη διασχίσω για να φτάσω στο σπίτι μου, αλλά όταν δεν είμαι καλά το αποφεύγω. Προσπαθώντας να καταλάβω τι είναι αυτό που με επηρεάζει, κατέληξα ότι είναι η βαριά της ιστορία που δεν την ξέρω, άρα δεν μπορώ και να τη διαχειριστώ. Αποφάσισα να το αλλάξω αυτό και ξεκίνησα την εξερεύνησή της με κάτι που είχα ακούσει ότι υπάρχει αλλά δεν το είχα επισκεφτεί ποτέ. Το εστιατόριο στον Σύνδεσμο Αιγυπτιωτών Ελλήνων.
Βρίσκεται κοντά στην Ομόνοια, στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου, σε μια από τις μεγάλες πολυκατοικίες του δρόμου που σφύζουν από ζωή αλλά κανείς δεν το αντιλαμβάνεται γιατί έχουν αφομοιωθεί τόσο με το τοπίο που όταν περπατάς μπροστά τους, μπορεί και να τις θεωρήσεις απλώς ντεκόρ της πόλης.
Ένας οργανισμός με -σχεδόν- 100 χρόνια ιστορία
Εκεί στεγάζεται ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων, ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε το 1933 με σκοπό να κρατήσει ζωντανή την ταυτότητα μιας από τις πιο σημαντικές κοινότητες της ελληνικής διασποράς: των Ελλήνων που έζησαν και δημιούργησαν στην Αίγυπτο.
Για να κατανοήσει κανείς τον ρόλο αυτού του συνδέσμου, χρειάζεται πρώτα να θυμηθεί τη μεγάλη ιστορία του ελληνισμού στην Αίγυπτο. Από τον 19ο αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού, η χώρα αυτή υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του ελληνικού κόσμου εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους. Στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο αλλά και σε άλλες πόλεις, αναπτύχθηκαν ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες που δραστηριοποιήθηκαν στο εμπόριο, τη ναυτιλία, τη βιομηχανία, αλλά και στον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Οι Έλληνες της Αιγύπτου δημιούργησαν σχολεία, εφημερίδες, συλλόγους, πολιτιστικά ιδρύματα και μια έντονη κοινωνική ζωή που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία της περιοχής.
Ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων ιδρύθηκε το 1933 με σκοπό να διατηρήσει ζωντανή την κοινότητα των Ελλήνων που έζησαν στην Αίγυπτο. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Αυτή η παρουσία δεν ήταν μόνο οικονομική ή επαγγελματική. Ήταν και πολιτισμική. Οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου εξελίχθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο, όπου συνυπήρχαν πολλές εθνότητες και κουλτούρες. Έλληνες, Άραβες, Ιταλοί, Γάλλοι και Άγγλοι συνδιαμόρφωσαν μια καθημερινότητα γεμάτη ανταλλαγές, επιρροές και ιδέες. Μέσα σε αυτό το μωσαϊκό γεννήθηκε ένας ξεχωριστός τρόπος ζωής που συνδύαζε στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με το άνοιγμα προς τον κόσμο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Ωστόσο, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις του 20ού αιώνα οδήγησαν σταδιακά στη συρρίκνωση αυτής της παρουσίας. Πολλοί Αιγυπτιώτες Έλληνες επέστρεψαν στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί τους τις εμπειρίες και τις μνήμες μιας ζωής που είχε διαμορφωθεί μακριά από την πατρίδα αλλά σε στενή σχέση με αυτήν. Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο δημιουργήθηκε ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων, με στόχο να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την κοινότητα και να διατηρήσει τους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων που μοιράζονταν κοινή ιστορία και καταγωγή.
Από την ίδρυσή του το 1933, ο σύνδεσμος είχε έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Η βασική του αποστολή ήταν να στηρίξει τα μέλη της κοινότητας που επέστρεφαν στην Ελλάδα και να καλλιεργήσει το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ τους. Η κοινωνική πρόνοια αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους άξονες δράσης του οργανισμού, καθώς μέσα από τις δραστηριότητές του προσέφερε βοήθεια σε όσους την είχαν ανάγκη, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυε την αίσθηση της συλλογικότητας.
Με την πάροδο των χρόνων, ο σύνδεσμος εξελίχθηκε σε έναν δραστήριο πολιτιστικό φορέα. Στους χώρους του φιλοξενούνται εκδηλώσεις, διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και συναντήσεις που αναδεικνύουν την ιστορία και τον πολιτισμό των Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Παράλληλα οργανώνονται κοινωνικές δραστηριότητες και εκδρομές, που διατηρούν ζωντανή την επαφή μεταξύ των μελών και ενισχύουν το αίσθημα κοινότητας.
Στο χώρο του Συνδέσμου εκτίθενται κειμήλια, ιστορικά τεκμήρια, τρόπαια και άλλα αντικείμενα που διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της κοινότητας. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Η προσφορά του συνδέσμου αναγνωρίστηκε και επισήμως. Το 1985 τιμήθηκε με βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνολική του δράση, ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1987, του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Αγίου Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, μια τιμητική διάκριση που επιβεβαιώνει τη σημασία του για τον ελληνισμό της Αιγύπτου.
Σήμερα ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων, με πρόεδρο τον Κώστα Μιχαηλίδη, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας ζωντανός θεσμός. Δεν είναι απλώς ένας σύλλογος που διατηρεί αρχεία ή ιστορικά τεκμήρια. Είναι ένας χώρος όπου η μνήμη της κοινότητας μεταδίδεται μέσα από τη ζωντανή επαφή των ανθρώπων. Οι παλαιότεροι μοιράζονται τις εμπειρίες τους από τη ζωή στην Αλεξάνδρεια ή το Κάιρο, ενώ οι νεότεροι γνωρίζουν μια πλευρά της ελληνικής ιστορίας που συχνά παραμένει λιγότερο γνωστή.
Η φωτεινή, μεγάλη αλλά ταυτόχρονα ζεστή αίθουσα του εστιατορίου. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Στους χώρους του συνδέσμου, η ιστορία της ελληνικής παρουσίας στην Αίγυπτο δεν παρουσιάζεται μόνο μέσα από αφηγήσεις ή εκδηλώσεις. Ζει μέσα από τις καθημερινές συναντήσεις, τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες και τη συνεχή προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη μιας κοινότητας που άφησε έντονο αποτύπωμα στον ευρύτερο ελληνισμό.
Έτσι, το κτίριο της 3ης Σεπτεμβρίου λειτουργεί σήμερα σαν ένας μικρός κόμβος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ένας χώρος όπου η ιστορία των Αιγυπτιωτών Ελλήνων δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι μακρινό ή μουσειακό, αλλά ως ένα κομμάτι ζωντανής εμπειρίας που εξακολουθεί να συνδέει ανθρώπους, τόπους και εποχές.
Ένα κυλικείο που εξελίχθηκε σε ένα εστιατόριο της πόλης
Ο Reda Sheasha εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα όταν γνώρισε και παντρεύτηκε τη σύζυγό του. Αποφάσισε να μείνει στην Αθήνα και τελικά ενώθηκε με αυτήν τη δεμένη κοινότητα και εξελίχθηκε μέσα σε αυτήν. Αρχικά, ο Reda δούλευε σε ένα άλλο εστιατόριο εθνικής κουζίνας και επισκεπτόταν τον Σύνδεσμο για κοινωνικούς λόγους. Όταν είδε την ευκαιρία να αναλάβει το φαγητό, την άρπαξε και κατάφερε να μεταμορφώσει ένα απλό κυλικείο σε ένα εστιατόριο που δεν καλύπτει μόνο τις καθημερινές ανάγκες αλλά αναλαμβάνει και εκδηλώσεις. Αρχικά μπήκε στην κουζίνα και στη συνέχεια έγινε υπεύθυνος, συνεργαζόμενος με μαγείρους που έχουν καταγωγή από την Αίγυπτο και γνωρίζουν την ουσία και την κουλτούρα της.
Ο Σύνδεσμος που φιλοξενεί διάφορες εκδηλώσεις και φιλανθρωπικές βραδιές έχει και μια σημαντική βιβλιοθήκη με έργα συγγραφέων, Αιγυπτιωτών, Ελλήνων και άλλων εθνικοτήτων, που έχουν γράψει για την Αίγυπτο. Σκαλιστά έπιπλα, αναμνηστικά, βραβεία και, φυσικά, η προτομή του αγαπημένου όλων Κωνσταντίνου Καβάφη, για ατελείωτη έμπνευση και πνευματική καθοδήγηση. Υπάρχει μια απλότητα, μια κομψότητα στο χώρο και μια ηρεμία που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη φασαρία της πόλης έξω.
Ο Magdy Shahen και ο Khaled Elkhouly, οι δύο μάγειρες μάς ξενάγησαν στην κουζίνα και ετοίμασαν για εμάς παραδοσιακές αιγυπτιακές γεύσεις. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Το εστιατόριο απλώνεται σε μια μεγάλη φωτεινή αίθουσα με δεκάδες τραπέζια στρωμένα με τάξη. Μοιάζει με τις αίθουσες συνεδρίων που έχουν τα ξενοδοχεία αλλά καταφέρνει να είναι πιο ζεστή. Η επίσκεψή μας έγινε νωρίς το μεσημέρι μιας καθημερινής και υπήρχαν τριγύρω μας μερικές μόνο παρέες. Δοκιμάσαμε το χυμό μάνγκο που συνηθίζουν να πίνουν στην Αίγυπτο και η γλύκα του μας βοήθησε να μπούμε στα μυστικά των γεύσεων που θέλαμε να ανακαλύψουμε.
Ο κύριος Sheasha μας κάλεσε να επισκεφτούμε την κουζίνα ενώ ετοιμαζόταν το φαγητό μας. Καθαριότητα, τάξη και μεγάλα χαμόγελα στα πρόσωπα των μαγείρων, Khaled Elkhouly και Magdy Shahen, μας προδιάθεσαν θετικά για το γεύμα που θα ακολουθούσε. Με έναν τρόπο είχαμε μεταφερθεί νοητά σε εκείνα τα φιλόξενα μέρη για τα οποία το φαγητό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού τους.
Τι θα δοκιμάσετε στον Σύνδεσμο Αιγυπτιωτών
Θα σας έλεγα ότι σε αυτό το εστιατόριο είναι καλό να δώσετε βαρύτητα στα αυθεντικά φαγητά της Αιγύπτου. Είναι ευκαιρία να γνωρίσετε τη γεύση τους, οπότε ας προσπεράσετε τα πιάτα που έχουν επιρροές από Ευρώπη. Εξάλλου, η αιγυπτιακή κουζίνα έχει βαθιά νοστιμιά αλλά και μεγάλη συγγένεια με τη μεσογειακή, οπότε είναι βέβαιο ότι θα μείνετε παραπάνω από ικανοποιημένοι.
Πρώτα στον κατάλογο είναι τα φούλια τους, τα κουκιά δηλαδή, μαγειρεμένα με τον τρόπο που ξέρουν αλλά και τα φαλάφελ που θα ευχαριστηθείτε για την τραγανότητά τους και θα τα ζητήσετε και σε αραβική πίτα, αν είστε μαθημένοι να τα απολαμβάνετε έτσι.
Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Φυσικά, το κόφτα – το κεμπάπ, όπως το ξέρουμε- είναι τρυφερό, ζουμερό και δεν πρέπει να λείπει από το τραπέζι σας. Εκείνα, όμως, που θα σας αρέσουν περισσότερο είναι τα κουμπέμπα, τα δικά τους κεφτεδάκια με μοσχαρίσιο κιμά, πλιγούρι και κουκουνάρι, όνειρο πραγματικά, είναι βέβαιο ότι δεν θα τα χορταίνετε.
Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Για τους πιο μυημένους, προτείνουμε τα αραβικά συκωτάκια, τόσο όσο πικάντικα και μαγειρεμένα με σκόρδο και πιπεριά, ένας άξιος μεζές για το κρασί σας. Υπάρχει ακόμη η γνωστή μολοχία, η σούπα με ρύζι, μολόχα, σκόρδο και μπόλικο κόλιανδρο αλλά και το εξαίσιο αιγυπτιακό ρύζι με κάσιους, κουκουνάρι, σταφίδα και κιμά που έχει μια απαλή, γλυκιά γεύση και συνοδεύει υπέροχα όλα τα πιάτα.
Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Εκτός των άλλων, θα βρείτε ακόμη καλοφτιαγμένη χουμουσία – το χούμους όπως το ξέρουμε- αλλά και παπαγανούς, την μελιτζανοσαλάτα με καπνιστή μελιτζάνα. Υπάρχουν, ακόμη, δροσερές σαλάτες, ταμπουλέ με φρέσκο μαϊντανό και δυόσμο, τουρσιά, ομελέτες αλλά και κασιώτικα ντολμαδάκια, που το εστιατόριο προμηθεύεται από τον Σύλλογο Κασίων που βρίσκεται στην ίδια πολυκατοικία. Από την Κάσο υπήρξε μεγάλο μεταναστευτικό κύμα προς την Αίγυπτο μετά το 1860 και έτσι εξηγείται ο δεσμός τους.
Γιατί θα πάτε ξανά και ξανά
Το πιο σημαντικό, όμως, σε αυτό το εστιατόριο δεν είναι μόνο το φαγητό. Είναι η αίσθηση ότι για λίγο αποσυνδέεσαι από την πόλη όπως τη γνωρίζεις. Η 3ης Σεπτεμβρίου συνεχίζει να υπάρχει από κάτω, τα αυτοκίνητα περνούν βιαστικά και ο κόσμος κινείται με το γνώριμο ρυθμό της Αθήνας, αλλά εδώ πάνω ο χρόνος μοιάζει να κυλάει διαφορετικά.
Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Τρως αργά, χωρίς να σε πιέζει τίποτα. Παρατηρείς τα αντικείμενα γύρω σου, τα παλιά έπιπλα, τις φωτογραφίες, τις μικρές λεπτομέρειες που μαρτυρούν ότι αυτός ο χώρος δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει μια κοινότητα. Και κάπως έτσι αντιλαμβάνεσαι ότι το φαγητό λειτουργεί σαν ένας ήσυχος τρόπος να πλησιάσεις μια ολόκληρη ιστορία: την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν στην Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και άλλες σημαντικές πόλεις και γύρισαν ή βρέθηκαν στην Ελλάδα κουβαλώντας μαζί τους γεύσεις, συνήθειες και έναν ιδιαίτερο τρόπο να μοιράζονται το τραπέζι.
Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Φεύγοντας, σκέφτηκα ότι τελικά η 3η Σεπτεμβρίου ίσως να μην είναι απλώς ένας δρόμος που κουβαλά μια βαριά αίσθηση. Ίσως είναι ένας δρόμος γεμάτος ιστορίες που περιμένουν να τις ανακαλύψεις. Και ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων είναι ένας από αυτούς τους μικρούς σταθμούς που σε βοηθούν να τον διαβάσεις διαφορετικά: όχι μόνο ως μια δύσκολη, θορυβώδη αρτηρία της πόλης, αλλά ως ένα σημείο όπου διασταυρώνονται μνήμες, πολιτισμοί και ζωές ανθρώπων.
Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων – 3ης Σεπτεμβρίου 56, Ομόνοια, 210.822.8150
Μια απρόσμενη αλλά απόλυτα ταιριαστή καλλιτεχνική σύμπραξη ήρθε να ενώσει την ελληνική σκηνική ιδιοφυΐα με τη σύγχρονη pop φλόγα της Ισπανίας. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου σκηνοθέτησε τη Rosalía σε μια από τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές της περιοδείας της, δημιουργώντας ένα performance που ήδη συζητιέται.
Υπάρχουν συνεργασίες που μοιάζουν προδιαγεγραμμένες και άλλες που προκύπτουν απρόσμενα, αλλά τελικά αποδεικνύονται ιδανικές. Η συνάντηση του Δημήτρης Παπαϊωάννου με τη Rosalía ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας δημιουργός, που έχει συνδέσει το όνομά του με εμβληματικές τελετές και πρωτοποριακές παραστάσεις, ένωσε τις δυνάμεις του με μία από τις πιο επιδραστικές καλλιτέχνιδες της σύγχρονης μουσικής σκηνής.
Το αποτέλεσμα; Μια σκηνική στιγμή που ξεπερνά τα όρια μιας απλής συναυλιακής performance και μετατρέπεται σε καλλιτεχνική εμπειρία.
Η συνεργασία που αποκαλύφθηκε στη Λυών
Η αποκάλυψη της συνεργασίας έγινε με αφορμή την έναρξη της περιοδείας «Lux» της Rosalía στη Λυών, τη Δευτέρα 16 Μαρτίου.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, μέσα από ανάρτησή του στο Instagram, γνωστοποίησε ότι σκηνοθέτησε το τραγούδι «La Perla», ένα κομμάτι που κυκλοφόρησε το 2025 και ήδη αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα της ρεπερτορίου της.
«Είναι μία σκηνή που δημιούργησα για εκείνη. Ανυπομονώ», έγραψε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας τον ενθουσιασμό αλλά και τη δημιουργική ένταση πίσω από το project.
Η σκηνική σύλληψη: Μια performance με την υπογραφή Παπαϊωάννου
Όπως φάνηκε μέσα από τα βίντεο που κυκλοφόρησαν, η σκηνοθετική προσέγγιση φέρει ξεκάθαρα την αισθητική ταυτότητα του Παπαϊωάννου.
Η Rosalía εμφανίζεται στο κέντρο της σκηνής, περιβαλλόμενη από χορευτές των οποίων τα πρόσωπα δεν φαίνονται – μόνο τα χέρια τους δημιουργούν ένα σχεδόν γλυπτικό, ζωντανό περίγραμμα γύρω της.
Η εικόνα θυμίζει κινούμενο έργο τέχνης. Μια χορογραφία που βασίζεται στη φόρμα, την επανάληψη και τη σωματικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Έλληνα δημιουργού.
Το styling της τραγουδίστριας ενισχύει ακόμη περισσότερο τη δραματουργία της σκηνής: αρχικά με λευκή μπλούζα, την οποία αφαιρεί, μένοντας με εσώρουχο, μακριά φούστα και μαύρα γάντια – μια μετάβαση που λειτουργεί συμβολικά και σκηνικά.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και η Rosalía είχαν ήδη συναντηθεί στο παρελθόν, στο East Wood, όπου και είχαν φωτογραφηθεί μαζί.
Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2025, ο Έλληνας δημιουργός είχε μοιραστεί κοινές τους φωτογραφίες, συνοδεύοντάς τες με τη φράση:
«Φωνή στους ουρανούς / πόδια στη γη / μαγεμένος, αγαπητή Rosalía».
Η φράση αυτή μοιάζει σήμερα σχεδόν προφητική, καθώς αποτυπώνει τον θαυμασμό αλλά και τη βαθύτερη καλλιτεχνική σύνδεση ανάμεσα στους δύο δημιουργούς.
Από τη μία, ένας δημιουργός που έχει ταυτιστεί με τη σύγχρονη σκηνική τέχνη και την υψηλή αισθητική. Από την άλλη, μια καλλιτέχνιδα που επαναπροσδιορίζει την pop μέσα από πειραματισμό και έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα.