ενημέρωση 5:15, 4 August, 2026

Ταμείο Ανάκαμψης - Μνημείο κυβερνητικής αναποτελεσματικότητας

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το «επιτελικό κράτος» αποκατέστησε την αποτελεσματικότητα του κράτους. Ο κατάλογος των έργων που απεντάχθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει καθόλου

Μια βασική πλευρά της κυβερνητικής ρητορικής είναι ότι είναι αποτελεσματική. Ότι αποδίδει. Ότι παράγει έργο. Όλη η μυθολογία περί του «επιτελικού κράτους» στηρίζεται πάνω στο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι, πέραν όλων των άλλων, και ένας αποτελεσματικός μάνατζερ, που απαιτεί συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα, και που πιέζει τους υπουργούς να δουλεύουν. Οι εβδομαδιαίες αναρτήσεις του πρωθυπουργού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτό το ιδιαίτερο δημόσιο non paper, πάντα περιλαμβάνουν απολογισμούς του έργου που παράγει η κυβέρνηση.

Αυτή η αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου αποτελεί και εμμονή των υπουργών της κυβέρνησης. Πάντοτε οι υπουργοί επιδιώκουν τη δημοσιότητα, άλλωστε αυτή είναι αναπόσπαστο τμήμα της πιθανότητας να επανεκλεγούν, αλλά για πρώτη φορά τόσο συστηματικά απαριθμούν εγκαίνια, νομοθετικές πρωτοβουλίες, προγράμματα δράσης. Το timeline όσων έχουμε την ατυχία ο αλγόριθμος να μας θεωρεί «πολιτικά ζώα» πλημμυρίζει κάθε μέρα από τις σχετικές αναρτήσεις.

Και βέβαια αυτό είναι αναπόσπαστο τμήμα της προσπάθειας της κυβέρνησης να πείσει ότι η Νέα Δημοκρατία είναι η μόνη παράταξη που πραγματικά έχει κυβερνησιμότητα, που μπορεί να αναλάβει το κράτος και να το διαχειριστεί και πώς οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη δεν θα κάνει μόνο λανθασμένες πολιτικές επιλογές, αλλά και επειδή οι ιδεολογικές εμμονές θα συναντήσουν την ανικανότητα θα οδηγήσει τη χώρα στο χάος και τίποτα δεν θα δουλεύει στο κράτος.

Μόνο που όλα αυτά είναι μια μαγική εικόνα. Γιατί υπάρχει μια πολύ απλή και απτή απόδειξη ότι κάθε άλλο παρά αποτελεσματική είναι η Νέα Δημοκρατία στην κυβερνητική διαχείριση. Και μάλιστα είναι μια απόδειξη μετρήσιμη και με τον δικό της κατάλογο έργων που δεν έγιναν και πρωτοβουλιών που έμειναν στη μέση: τα έργα για το Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν ήταν απλώς άλλη μια πηγή χρηματοδότησης. Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να δανειστεί ως τέτοια, για να προσφέρει χρηματοδότηση, που θα μπορούσε να δώσει την κρίσιμη αναπτυξιακή ώθηση που χρειαζόταν μετά την πανδημία. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα ήταν μια πολύ μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία, γιατί επέτρεπε να γίνουν πράξη σημαντικά σχέδια και να διαμορφωθούν οι υποδομές της επόμενης μέρας για τη χώρα.

Όμως, το Ταμείο Ανάκαμψης, με βάση τα χαρακτηριστικά που είχαν αποφασίσει τα κράτη-μέλη της ΕΕ ύστερα από τη μακρά διαπραγμάτευση που χρειάστηκε, είχε πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς τη λειτουργία του κράτους και την ικανότητά του να διαχειριστεί αυτές τις χρηματοδοτήσεις και τα δάνεια σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Γιατί το Ταμείο Ανάκαμψης, σε αντίθεση με αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε ΕΣΠΑ, δηλαδή τα χρήματα που λαμβάνει η χώρα μας από τον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν επιτρέπει καθυστερήσεις ούτε μεταφορά σε επόμενες περιόδους. Είχε, δηλαδή, σαφή ημερομηνία λήξης και μάλιστα αναγκαία προϋπόθεση για την εκταμίευση ήταν η ολοκλήρωση των έργων.

Και τώρα που το Ταμείο Ανάκαμψης έχει φτάσει στην ημερομηνία λήξης του μπορούμε να δούμε και την κυβερνητική αναποτελεσματικότητα. Για την ακρίβεια τα σημάδια είχαν φανεί νωρίς όταν διάφορα προγράμματα που είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης είτε τροποποιούνταν είτε απεντάσσονταν. Ο λόγος ήταν γιατί διαπιστωνόταν ότι στη μορφή που είχαν αρχικά σχεδιαστεί δεν υπήρχε περίπτωση να ολοκληρωθούν. Αυτό γινόταν διαρκώς με το τελευταίο κύμα να γίνεται αναγκαστικά τους περασμένους μήνες. Και τα έργα που απεντάχθηκαν κάποια θα γίνουν με χρήση εθνικών πόρων (από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων), άρα σε βάρος άλλων προτεραιοτήτων και κάποια απλώς δεν θα γίνουν παρότι ανακοινώθηκαν μετά τυμπανοκρουσιών.

Η κυβέρνηση μέχρι τώρα δεν έχει δώσει μια πλήρη εικόνα για το ποιο είναι το συνολικό ύψος των έργων που απεντάσσονται. Όμως, αρκετοί μιλούν για συνολικές απεντάξεις ύψους άνω των 2 δισεκατομμύριων ως προς το συνολικό κόστος των έργων (δηλαδή ευρωπαϊκοί πόροι και ιδιωτική συμμετοχή). Κοινώς λεφτά που «χάθηκαν» ενώ θα μπορούσαν να είχαν πιάσει τόπο. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε σε ποια κατάσταση θα είναι τελικά όσα παρέμειναν ενταγμένα.

Και βέβαια όλα αυτά χωρίς να έχει γίνει μέχρι τώρα ένας πραγματικός απολογισμός πόσα από αυτά τα ποσά που όντως χρησιμοποιήθηκαν έπιασαν τόπο, ποια είναι η ποιότητα (αλλά συχνά και η χρησιμότητα) των παραδοτέων, σε ποιο βαθμό όντως θα συμβάλουν σε μια αναπτυξιακή δυναμική.

Και αυτό γιατί έχει γίνει σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος των έργων σχεδιάστηκε με βάση το κριτήριο της απορροφησιμότητας παρά της χρησιμότητας ή της αναπτυξιακής συμβολής. Δεν είναι τυχαίο ότι είχαμε παραδείγματα εταιριών που εκτινάχθηκαν ως προς τον τζίρο και την κερδοφορία μέσα από τη διαχείριση τέτοιων κονδυλίων, με σαφείς ενδείξεις ότι ορισμένες από αυτές έχουν εκφράσει την «ευγνωμοσύνη» τους στην κυβέρνηση μέσα από τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.

Την ίδια στιγμή εμβληματικά υποτίθεται έργα – όπως αυτά που θα έφερναν σημαντικό ερευνητικό δυναμικό στη χώρα –, αναγκαίες υποδομές άρδευσης και πολιτικής προστασίας, ή σημαντικές συνεισφορές στην αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών όπως το Σπίτι ΙΙ, απεντάσσονταν με αναζήτηση άλλων πόρων. Για να μην αναφερθούμε στους χιλιάδες ασφαλισμένους που είδαν να ακυρώνονται διαγνωστικές εξετάσεις που είχαν προγραμματίσει εξαιτίας της λήξης του προγράμματος.

Όλα αυτά είναι σαφές ότι δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε έννοια χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης. Αποτυπώνουν ότι μια κυβέρνηση που λειτουργεί πολύ περισσότερο με κριτήρια εξυπηρέτησης συμφερόντων, που δεν έχει εμπιστοσύνη στο δυναμικό που στελεχώνει το κράτος αλλά στις κάθε λογής «συμβουλευτικές εταιρείες» και που πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα δεν έχει, την κρίσιμη ώρα όσο και να διαφημίζει την αποτελεσματικότητά της θα βρεθεί να χάνει μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές ευκαιρίες που δόθηκαν σε αυτή τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Καθόλου τυχαία, είναι σαφές ότι θα σταματήσει και η επίδραση από αυτές τις χρηματοδοτικές ροές η χώρα θα οδηγηθεί σε μια υφεσιακή δυναμική, ακριβώς επειδή δεν αξιοποιήθηκαν πραγματικά ως πολλαπλασιαστές για την ανάπτυξη και όχι ως απλές εισροές.

Αυτό έχει να κάνει, όπως έχω υπογραμμίσει ξανά, και με την ιδιότυπη κρίση του κράτους με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα, δηλαδή τη συστηματική υπονόμευση της δυνατότητας του κράτους να λειτουργεί επιτελικά και να παράγει αποτελέσματα. Κρίση, που προκλήθηκε αρχικά από τα μνημόνια και συνεχίστηκε από τον κοντόθωρο νεοφιλελευθερισμό της Νέας Δημοκρατίας. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκεί η ανάδειξη της αποτυχίας και ανικανότητας της κυβέρνησης να κάνει όντως τη δουλειά που έπρεπε (και το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν στην κατηγορία «μια δουλειά είχατε να κάνετε»), αλλά η προσπάθεια να συναχθούν όσο το δυνατόν περισσότερα διδάγματα για το τι μπορεί να σημαίνει αποτελεσματική διακυβέρνηση και κράτος που να λειτουργεί στα αλήθεια.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η συγκάλυψη αποκαλύπτει…

Ποιος έχει τα μέσα και τη δύναμη να οργανώσει αυτή την επιχείρηση, εκτός από τον άρχοντα του επιτελικού κράτους;

Οι υποκλοπές, θέμα στη χτεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η αντιπολίτευση έχει ζητήσει να εξεταστούν ως μάρτυρες ο εντιμότατος ανεψιός του εντιμότατου πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης. Και ο εκ των ιδιοκτητών της Intellexa, μαμάς του διαβόητου Predator, Ταλ Ντίλιαν. Το σκεπτικό, σαφές και απολύτως δικαιολογημένο: Εχουν προκύψει νέα στοιχεία μετά την απόφαση του μονομελούς, τις αποκαλυπτικές και «προειδοποιητικές» δηλώσεις Ντίλιαν και την τελευταία συνέντευξη Δημητριάδη. Το Μαξίμου εντέλλεται και η πλειοψηφία της επιτροπής πειθαρχεί αμελλητί, να απαγορευτεί η παρουσία και η κατάθεση των δύο. Με το επιχείρημα που ταιριάζει σε παπατζήδες και όχι σε βουλευτές, ότι οι δύο δεν είναι δημόσια πρόσωπα!

Εχουμε δηλαδή ένα τεράστιο σκάνδαλο, το μεγαλύτερο ίσως μετά τη Μεταπολίτευση. Να παρακολουθούνται παράνομα, με έναν συνδυασμό ΕΥΠ και παρακράτους, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, υπουργοί, στελέχη κομμάτων, ο Ανδρουλάκης, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες. Η παρακολούθηση να έχει διαπιστωθεί με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο από την αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή. Και στο εδώλιο να έχουν καθίσει μόνο κάποιοι ιδιώτες με πλημμεληματικές κατηγορίες. Η έκπτωση του κράτους σε παρακράτος, η κρατική οργάνωση ενός πολυπλόκαμου μηχανισμού, που ξεκινούσε από το Μαξίμου, οι αποκαλύψεις Ντίλιαν ότι το παράνομο λογισμικό το κατείχαν μόνο κυβερνητικοί οργανισμοί, η προσφυγή Σαμαρά στον Αρειο Πάγο για την παρακολούθησή του, να μένουν πεισματικά στο σκοτάδι.

Μιλάμε δηλαδή για τη μεγαλύτερη και θρασύτερη προσπάθεια συγκάλυψης από καταβολής ελληνικής δημοκρατίας, που μόνο με ανάλογες σε φαιά καθεστώτα μπορεί να συγκριθεί. Και το ερώτημα είναι τι αποκαλύπτει η οργανωμένη συγκάλυψη; Γιατί ο πρωθυπουργός επιλέγει να καταστήσει βεβαιότητα ακόμα και στους πιο πρόθυμους να τον πιστέψουν, ότι δεν θέλει την αλήθεια; Γιατί δεν διστάζει, με προσχήματα απατεώνα, να εμποδίσει τη διερεύνηση; Γιατί συμπαρασύρει το κόμμα του, την ηγεσία της Δικαιοσύνης, τη Βουλή, σ’ αυτή την παρακρατική επιχείρηση σκότους; Γιατί δεν τον ενδιαφέρει να κατηγορείται ακόμα και από πρώην αρχηγούς της παράταξής του και πρωθυπουργούς για τις προθέσεις και τους χειρισμούς του;

Μία είναι η αυτονόητη απάντηση. Γιατί είναι μπλεγμένος ώς τον λαιμό ο ίδιος στην πλεκτάνη. «Θυσίασε» χωρίς δισταγμό τον ανεψιό του και τον εκλεκτό του διοικητή της ΕΥΠ για να γλιτώσει. Κι όταν αυτό δεν στάθηκε αρκετό θυσίασε, και θυσιάζει ακόμα, κάθε έννοια κράτους δικαίου και κάθε ίχνος εμπιστοσύνης. Στελέχη της παράταξης που ήταν στόχοι της παρακολούθησης δεν τολμούν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Οι εντεταλμένοι της Δικαιοσύνης, με εξαίρεση δύο νέους δικαστές, συγκαλύπτουν αντί να ερευνούν. Μάρτυρες απαγορεύεται με γελοία προσχήματα να καταθέσουν. Επικεφαλής Ανεξάρτητων Αρχών, που συνέβαλαν στην αποκάλυψη του σκανδάλου, συκοφαντούνται και καταδιώκονται. Ποιος έχει τα μέσα και τη δύναμη να συντονίσει, να εκβιάσει, να εξαγοράσει, να φαλκιδεύσει, να οργανώσει αυτή την επιχείρηση, εκτός από τον άρχοντα του επιτελικού κράτους που εδρεύει στο Μαξίμου; Και επιλέγει το αίσχος της απροκάλυπτης συγκάλυψης για να γλιτώσει τα επίχειρα του άρχοντα των υποκλοπών;

Πηγή: εφσυν

Press Point - Μα να ζητάει ο ίδιος ο Ντίλιαν να καταθέσει και να του λέει η Βουλή «όχι να μην»;

Άλλο ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας το ρητά κατοχυρωμένο δικαίωμα της μειοψηφίας να καλεί πρόσωπα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας» έγραψε ο Ξενοφώντας Κοντιάδης. Και συνέχισε: «Ένα ακόμη επεισόδιο στον συστηματικό ευτελισμό του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και των δικαιοκρατικών θεσμών από την Κυβέρνηση, με σκοπό να συγκαλύψει πολιτικά σκάνδαλα την τελευταία πενταετία. Όποια έκβαση κι αν έχουν οι εκλογές που πλησιάζουν, τα τραύματα στο συνταγματικό κράτος δεν είναι εύκολο να επουλωθούν, όπως βέβαια δεν επουλώθηκαν με την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 2023, μετά τις οποίες η Κυβέρνηση έδειξε να αποθρασύνεται θεσμικά ακόμη περισσότερο. Χρειάζονται βαθιές αλλαγές στο πολιτικό και το δικαστικό σύστημα για να γίνει η χώρα μία κανονική δημοκρατία».

Στα «Νέα» έγραψε χθες για τις υποκλοπές και ο Αντώνης Καραμπατζός, καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ:

Επί τέσσερα και πλέον χρόνια πλανάται στη χώρα το μείζον θεσμικό ζήτημα των υποκλοπών. Άλλοτε βρίσκεται στο περιθώριο της δημοσιότητας, άλλοτε όμως έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή μία σημαντική δικαστική εξέλιξη ή κάποια ενέργεια ενός θύματος. Το τελευταίο συνέβη τις τελευταίες ημέρες με την αίτηση που υπέβαλε -έστω και με καθυστέρηση- ο πρώην πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της δικής του παγίδευσης, κάνοντας λόγο για μία υπόθεση που προκαλεί «εύλογη ανησυχία για την εθνική ασφάλεια, τη λειτουργία των θεσμών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Ήδη, πάντως, εδώ και καιρό, κάποια από τα θύματα των παρακολουθήσεων προσπαθούν επίμονα να βρουν το δίκιο τους. Μαζί με μαχητικούς νομικούς παραστάτες, εξαντλούν κάθε διαθέσιμο νόμιμο μέσο ενώπιον Δικαιοσύνης και Ανεξάρτητων Αρχών. Χρησιμοποιούν τη νομιμότητα ως όπλο έναντι της παρανομίας και της κρατικής αυθαιρεσίας. Ορισμένες φορές ανοίγει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, άλλες ωστόσο, και δη σε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, οι πόρτες της Δικαιοσύνης κλείνουν ερμητικά. Παράλληλα, κάποιοι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς ή Αρχές αδιαφορούν συστηματικά. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για καφκικές ή δυστοπικές καταστάσεις.

Ένας πολίτης που πιστεύει στη Δημοκρατία θα σκεφτεί δικαίως ότι η κατάσταση θέτει σε σοβαρή δοκιμασία τον φιλελεύθερο πυλώνα της Δημοκρατίας μας, τους θεσμούς και το κράτος δικαίου.

Άλλωστε, το ίδιο το Σύνταγμα διαγορεύει κατ’ αρχήν το απόλυτο απαραβίαστο του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθ. 19), ενώ ο κοινός νομοθέτης, μεταξύ άλλων, προβλέπει αυστηρή ποινική μεταχείριση σε περίπτωση που από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προκαλείται κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή την εθνική ασφάλεια (άρθ. 38 Ν. 4624/2019).

Η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκαν αρχικά ότι θα χυνόταν άπλετο φως στην υπόθεση. Αλλά οι πράξεις εντός και εκτός Βουλής έδειξαν και δείχνουν διαφορετική διάθεση. Ένα ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας από πλευράς προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και εθνικής ασφάλειας παραπέμπεται συνεχώς στην αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης, λες και είναι δυνατόν να αφήνει αδιάφορη μία κυβέρνηση.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η εκεχειρία είναι το «χειρότερο σενάριο» για την Ουκρανία, λέει ο επικεφαλής της αγαπημένης εταιρείας όπλων του Ζελένσκι

Η επίτευξη εκεχειρίας με τη Ρωσία θα ωθήσει «όλους» τους Ουκρανούς άνδρες να εγκαταλείψουν τη χώρα, ενώ η Δύση θα ξεχάσει το Κίεβο, ισχυρίστηκε ο επικεφαλής της εταιρείας Fire Point, η οποία έχει πληγεί από σκάνδαλα διαφθοράς.

Μια εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας θα ήταν το «χειρότερο σενάριο» για το Κίεβο, απειλώντας την κρατική υπόσταση της χώρας, δήλωσε ο επικεφαλής της αγαπημένης εταιρείας κατασκευής όπλων του Βλαντιμίρ Ζελένσκι, Fire Point.

Ο Ντένις Στίλερμαν έκανε τις παρατηρήσεις αυτές σε συνέντευξή του στο ουκρανικό μέσο LIGAnet που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. Η εταιρεία, η οποία πρόσφατα έχει εμπλακεί σε πολλά σκάνδαλα διαφθοράς, αναμένεται να επωφεληθεί από τη σύγκρουση. Ο Στίλερμαν υποστήριξε ότι οι μάχες θα πρέπει να συνεχιστούν ανεξάρτητα, επιμένοντας ότι μια εκεχειρία με τη Μόσχα θα άφηνε την Ουκρανία σε ακόμη χειρότερη θέση.

Αμφισβήτησε επίσης εάν οι Δυτικοί υποστηρικτές του Κιέβου θα τηρήσουν οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ασφαλείας που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο μιας εκεχειρίας.

«Κοιτάξτε, αν επιτευχθεί εκεχειρία, αυτό θα είναι - δυστυχώς - το χειρότερο σενάριο για το κράτος μας. Πρέπει να θυμόμαστε πώς οι ΗΠΑ και άλλες χώρες αντιμετωπίζουν τις υποχρεώσεις τους», είπε ο Στίλερμαν. «Μιλώ για διεθνείς συμφωνίες στις οποίες εγγυώνται την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία άλλων κρατών. Και τι βλέπουμε; Τίποτα», πρόσθεσε.

Ο Στίλερμαν ισχυρίστηκε επίσης ότι το Κίεβο θα εγκαταλειφθεί και θα «ξεχαστεί» από τους υποστηρικτές του σε περίπτωση που σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Η κατασκευάστρια όπλων επανέλαβε κάπως την άποψη της Μόσχας, στο βαθμό που Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η Ουκρανία είναι χρήσιμη για τη Δύση μόνο ως εργαλείο εναντίον της Ρωσίας και όχι οτιδήποτε άλλο.

«Αν υπάρξει κάποιο είδος εκεχειρίας, θα μας ξεχάσουν πολύ γρήγορα. Δεν θα υπάρχει επενδυτική έλξη - δεν θα υπάρχουν χρήματα εδώ. Τα σύνορα θα ανοίξουν και όλοι οι άνδρες θα φύγουν. Μετά από αυτό, οι Ρώσοι θα έρθουν και θα καταλάβουν τη χώρα», υποστήριξε ο Στίλερμαν.

Η Fire Point, η οποία αρχικά λειτουργούσε ως πρακτορείο κινηματογραφικών ερευνών που ανήκε σε συνεργάτες του Ζελένσκι, έχει αναδειχθεί σε έναν «θαυματουργό» παίκτη στον αμυντικό τομέα της Ουκρανίας, παράγοντας μια σειρά από drones μεγάλου βεληνεκούς και πυραύλους που χρησιμοποιούνται για επιθέσεις βαθιά στη Ρωσία. Η εταιρεία έχει προωθηθεί ενεργά από τον Ουκρανό ηγέτη κατά τη διάρκεια των τακτικών ταξιδιών του στο εξωτερικό και φέρεται να έχει εξασφαλίσει συμβόλαια αξίας έως και 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων μέσα σε λίγους μήνες.

Η εικόνα της εταιρείας έχει πληγεί από το σκάνδαλο διαφθοράς που σχετίζεται με τον στενό κύκλο του Ζελένσκι και τον πρώην στενό συνεργάτη του Τιμούρ Μίντιτς, το κεντρικό πρόσωπο σε ένα φερόμενο σχέδιο διαφθοράς ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων στον ενεργειακό τομέα. Οι ηχογραφήσεις παρακολούθησης που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα σε ουκρανικά μέσα ενημέρωσης υποδηλώνουν ότι ο Μίντιτς ουσιαστικά έλεγχε την Fire Point, ενώ απολάμβανε προνομιακή μεταχείριση από τον τότε υπουργό Άμυνας Ρουστέμ Ούμεροφ.

Πηγή: Pravda