ενημέρωση 4:19, 27 October, 2026

Το μέλλον για τη νεολαία παραμένει αβέβαιο

Τι σημαίνει να δώσουμε μέλλον στη νεολαία

Ο πρωθυπουργός έκανε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που «χτίστηκε» γύρω από την ανακοίνωση της στατιστικής υπηρεσίας ότι η ανεργία των νέων έως 25 ετών υποχώρησε σημαντικά με βάση τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού, στοιχεία πάντως αμφιλεγόμενα με ειδικούς να μιλούν χαρακτηριστικά για «greek statistics» στην ανεργία.

Βεβαίως, η προσεκτική ανάγνωση ακόμη και αυτών των στατιστικών δεδομένων, ιδίως σε σύγκριση με την πιο αναλυτική τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού, δείχνει ότι μιλάμε για μια ηλικιακή κατηγορία που το μεγαλύτερο μέρος είναι ούτως ή άλλως εκτός εργατικού δυναμικού. Όμως, ακόμη και έτσι είναι και αυτή ένα σημάδι μιας τάσης που τη γνωρίζουμε, δηλαδή της υποχώρησης της ανεργίας εδώ και αρκετά χρόνια.

Ο πρωθυπουργός προσπάθησε σε αυτή τη βάση να διαμορφώσει ένα αφήγημα ότι η κυβέρνησή του σταδιακά εξασφαλίζει ότι η νέα γενιά θα ζήσει καλύτερα από τις προηγούμενες. Παρότι παραδέχτηκε την ακρίβεια και το στεγαστικό πρόβλημα, που επηρεάζει ιδιαίτερα τη νεολαία, εντούτοις υποστήριξε ότι με την υποχώρηση της ανεργίας, την αύξηση του κατώτατου μισθού, τη μείωση της φορολογίας για τους νέους και τα μέτρα για φτηνότερα δάνεια για κατοικία, θα εξασφαλίσει ότι οι σημερινοί νέοι θα έχουν μια καλύτερη ζωή από τους γονείς τους.

Ως στόχος, σίγουρα είναι σημαντικός, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι εδώ και χρόνια βλέπουμε τους νέους να ζουν χειρότερα από τους γονείς τους, με την έννοια ότι χρειάζεται να εργαστούν πολύ πιο σκληρά για να πετύχουν ένα επίπεδο ευημερίας ανάλογο με αυτό που εξασφάλιζαν προηγούμενες γενιές. Αρκεί να σκεφτούμε ότι στη δεκαετία του 1980 ένας μισθός αρκούσε ώστε μια οικογένεια να τα φέρνει βόλτα και μάλιστα παραπάνω από αξιοπρεπώς, ενώ στη δεκαετία του 1990 η ύπαρξη δύο μισθών στην οικογένεια επέτρεπε αγορά καλύτερου σπιτιού και τη δυνατότητα να κάνουν οι οικογένειες όνειρα. Όμως, ήδη από τη δεκαετία του 2000 οι νέοι ένιωθαν ότι χρειάζεται να προσπαθήσουν πολύ περισσότερο για να εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες επίπεδο ζωής. Και μετά ήρθε η κρίση και η ριζική επιδείνωση της κατάστασης των εργαζομένων και η έκρηξη της ανεργίας, ιδίως της ανεργίας των νέων, στοιχείο που οδήγησε και σε μια μαζική μετανάστευση που ακόμη δεν έχει αντιστραφεί.

Αυτή τη στιγμή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κυρίως, όμως, ως προς το ότι υπάρχουν περισσότερες δουλειές. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες είναι υψηλών προσόντων, υψηλής προστιθέμενης αξίας και υψηλών αμοιβών. Αντιθέτως σε μεγάλο βαθμό είναι κακοπληρωμένες δουλειές σε υπηρεσίες, όπως ο τουρισμός και η εστίαση, που δίνουν απασχόληση, αλλά όχι προοπτική. Το δημόσιο εξακολουθεί να είναι υποστελεχωμένο, την ώρα που οι απολαβές παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές, κάτι που έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα σε χώρους όπως η υγεία όπου συχνά υπάρχει δυσκολία να προσελκυστούν γιατροί στο ΕΣΥ. Ανησυχητικά μεγάλο ποσοστό νέων αναγκάζονται να εργαστούν σε δουλειές που δεν αντιστοιχούν στο μορφωτικό επίπεδο και στις σπουδές τους, υπο-αμειβόμενες και χωρίς προοπτικές, «εγκλωβισμένοι» στο παιδικό δωμάτιο στο πατρικό τους. Οι αυξήσεις των ονομαστικών μισθών υπολείπονται σημαντικά των αυξήσεων του πραγματικού κόστους ζωής και εξανεμίζονται. Άρα, ναι, έχουν περισσότερες δουλειές οι νέοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν καλές δουλειές και προοπτική.

Έπειτα δεν είναι δεδομένο ότι και αυτή η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα συνεχιστεί εσαεί, εάν αναλογιστούμε ότι αναμένουμε μια υποχώρηση της οικονομικής δυναμικής με το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.

Κυρίως, όμως, αυτό που δεν συζητά ο πρωθυπουργός είναι ότι πίσω από τη «μαγική εικόνα» όπου όλα πάνε προς το καλύτερο, υπάρχουν όλα τα ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον της χώρας: η αδυναμία προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας πέραν της ενέργειας, η αδυναμία να γίνουμε κόμβος στις νέες τεχνολογίες, η υποχώρηση της ίδιας της οικονομικής βαρύτητας της χώρας σε σχέση ακόμη και με χώρες της «διεύρυνσης», δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία.

Αρνητικά λειτουργεί και η διάχυτη αίσθηση ότι πόροι που υποτίθεται ότι θα έβαζαν τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον, από τις αγροτικές ενισχύσεις, έως τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την κατάρτιση αντιμετωπίστηκαν στην καλύτερη των περιπτώσεων ως «ζεστό χρήμα», στη χειρότερη ως πεδίο εκτεταμένης διασπάθισης, χωρίς κανένα άλλο αποτέλεσμα.

Όλα αυτά δεν πρόκειται να αλλάξουν την εικόνα μιας χώρας που δεν δίνει άλλη προοπτική στη νεολαία, από το να έχει απλώς μια δουλειά, μιας χώρας που πολώνεται ανάμεσα σε μια ευνοούμενη μειοψηφία και μια πλειοψηφία που ανησυχεί όλο και περισσότερο, μιας χώρας «μειωμένων προσδοκιών», μιας χώρας που εξακολουθεί να μην μπορεί να πει με σαφήνεια ποιο είναι το καλύτερο μέλλον που υπόσχεται πέραν από την απλή συνέχεια της κατάστασης όπως είναι σήμερα, με όλες τις αβεβαιότητες που αυτή περιλαμβάνει.

Και δεν της δίνει προοπτική γιατί αυτή η κυβέρνηση σε όλη της τη διαδρομή δεν θέλησε ποτέ να συνομιλήσει με τη νεολαία. Πάντα συμπεριφέρθηκε ως να ήξερε καλύτερα από την ίδια τη νεολαία τι θέλουν όντως οι νέοι. Καθόλου τυχαία, όποτε οι νέοι κινητοποιήθηκαν και διαδήλωσαν για τα δικά τους προβλήματα και τα δικά τους αιτήματα πιο πιθανό ήταν να δουν τα ΜΑΤ παρά τους αρμόδιους υπουργούς.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι γενικά κάποιος να πει: «νοιάζομαι για τους νέους». Το ζήτημα είναι να τους ακούσει, να αφουγκραστεί την αγωνία τους, να τους δώσει βήμα και πάνω από όλα να τους καλέσει να συνεισφέρουν σε έναν κοινό στόχο και ένα κοινό όραμα για έναν τόπο που να είναι πιο φιλόξενος για όσους ζουν εντός του. Και μόνο αυτός θα κερδίσει μια νεολαία πιο δύσπιστη παρά ποτέ. Και που δεν θα μεταπειστεί με ένα reel…

Πηγή: in

Ράμμος - Συνταγματικό σκάνδαλο τεράστιων διαστάσεων οι υποκλοπές, η μεγάλη εικόνα παραμένει κρυφή

Πρωταγωνιστής ως πρόεδρος της ΑΔΑΕ σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, τις υποκλοπές, ο Χρήστος Ράμμος μιλά ευθαρσώς για την ανεπούλωτη πληγή στο Κράτος Δικαίου, τη στάση που κράτησαν κυβέρνηση και δικαστικοί στη διερεύνησή του και εξηγεί γιατί το σκάνδαλο αυτό αφορά και απειλεί τα δικαιώματα κάθε πολίτη της χώρας.

Ζούμε πολύ δύσκολη περίοδο υποχώρησης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, πρωτοφανή μετά το '74

Για την πιο μελανή σελίδα στη νεότερη ιστορία του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, το σκάνδαλο των υποκλοπών, μιλά ο δικαστικός Χρήστος Ράμμος, που διετέλεσε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ήταν πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, στη Ράνια Τζίμα στο πλαίσιο του κύκλου συζητήσεων στο in.

«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ όταν ανέλαβα την προεδρία της ΑΔΑΕ, ότι 50 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση και 40 χρόνια μετά την είσοδο της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα αντιμετωπίζαμε ένα τέτοιας διαστάσεως συνταγματικό σκάνδαλο» τονίζει ο κ. Ράμμος μιλώντας για μεγάλη δοκιμασία, συνάμα και πρόκληση, καθώς κλήθηκε να διαφυλάξει την έννοια του νόμου, το κύρος της Αρχής, το ίδιο το Σύνταγμα χωρίς καν να υπάρχει νομολογία για την αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων.

Παρεμποδίστηκε ο έλεγχος

Ο κ. Ράμμος αποκαλύπτει, όπως έκανε και στη δίκη των υποκλοπών, ότι η ΕΥΠ, η κυβέρνηση καθώς και συγκεκριμένοι δικαστικοί με τους χειρισμούς τους δεν στάθηκαν αρωγοί στην προσπάθεια της ΑΔΑΕ για διαλεύκανση του συνταγματικού σκανδάλου των υποκλοπών, με το πρώτο εμπόδιο να τίθεται από τη γνωμοδότηση του πρώην Εισαγγελέα το Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, τον Ιανουάριο του 2023.

Την έκπληξή του δε, στην οποία οι νομικές γνώσεις του δίνουν άλλη βαρύτητα, εκφράζει ο κ. Ράμμος για το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν ως κατηγορούμενοι για την υπόθεση αυτή πολιτικά πρόσωπα. Όπως εξηγεί, αυτό οφείλεται «στο πόρισμα το οποίο εξέδωσε ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχιλλέας Ζήσης» και το οποίο ενέκρινε με απόφασή της η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, η οποία σημείωσε μάλιστα ότι «ήταν αναντίλεκτα ορθό».

«Προβληματικό» για τον κ. Ράμμο, πέρα από την απαλλαγή όλων των πολιτικών προσώπων «για τις νόμιμες -νομότυπες, ας τις πούμε καλύτερα-, άρσεις του απορρήτου», είναι και το γεγονός ότι και στην υπόθεση του Predator «αποφασίστηκε ότι αφορά μόνο τέσσερα φυσικά πρόσωπα, που βρίσκονται σε κάποιες ιδιωτικές εταιρείες που το εμπορευόντουσαν και το διακινούσαν […] Είναι λιγάκι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι δεν έχει κανείς άλλος ευθύνη πέρα από τέσσερις ιδιώτες που είναι εκτός του κρατικού μηχανισμού».

Δύσκολα ερμηνεύσιμο με την κοινή λογική, αλλά και τη νομική, είναι και το γεγονός ότι στα τέσσερα φυσικά πρόσωπα ασκήθηκαν κατηγορίες για πλημμελήματα και όχι για κακουργήματα.

Καταφατική είναι η απάντηση του κ. Ράμμου ως προς τη διαπίστωση ότι ο όλος χειρισμός του σκανδάλου παραπέμπει σε επιχείρηση συγκάλυψης ή έστω παρεμπόδισης της διερεύνησής του.

Αναμένοντας την απόφαση του Δικαστηρίου και χωρίς να αποκλείει η υπόθεση να ξανανοίξει στο μέλλον αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν διστάζει να πει ότι για το σκάνδαλο των υποκλοπών μέχρι τώρα «νομίζω ότι τη μεγάλη εικόνα δεν τη μάθαμε. Παραμένει κρυφή και άγνωστη».

Υποκλοπές ως μέθοδος διαιώνισης της εξουσίας

Ο κ. Ράμμος είναι πολύ προσεκτικός ως προς τα στοιχεία που παραθέτει, «ακόμη και αν υπήρξε μια γενική κεντρική απόφαση να γίνουν κάποια στιγμή υποκλοπές σε μαζικό επίπεδο, δεν μπορώ να το ξέρω» λέει με ειλικρίνεια. Τολμά όμως, δικαίωμα που του δίνει και η πολύχρονη πείρα του ως νομικός, μια εικασία ως προς τους λόγους που οδήγησαν τους εμπνευστές αυτού του σκανδάλου στην πράξη αυτή.

«Το μόνο που μπορώ να πω, είναι μια γενική σκέψη που προκύπτει από την εμπειρία, όχι μόνο την ελληνική. Συνήθως αυτοί που κυβερνούν και χρησιμοποιούν τέτοιες μεθόδους, εκείνο που προσπαθούν να κάνουν είναι να εξασφαλίσουν την εξουσία τους, να μην απειληθεί ποτέ. Να μπορούν να γνωρίζουν τις κινήσεις διαφόρων οι οποίοι πιθανότατα θα μπορούσαν κάποια στιγμή να απειλήσουν την εξουσία τους ή και ενδεχομένως να τη διαιωνίσουν. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζονται τα αντίβαρα εξουσίας».

Αν κινδυνεύει μία ατομική ελευθερία, κινδυνεύουν όλες

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η απάντηση του κ. Ράμμου σε όλους όσοι υποτιμούν τη σημασία του σκανδάλου των υποκλοπών.

Όταν αρχίσουν να υποχωρούν μία-μία οι συνταγματικές εγγυήσεις, στο τέλος θα ξηλωθεί το πουλόβερ. Μια τέτοια περίοδο ζούμε τώρα.

Όπως εξηγεί, «είναι θέμα συνταγματικής παιδείας του κόσμου» προσθέτοντας με έμφαση ότι «το Σύνταγμα, τα ατομικά δικαιώματα, τα θεμελιώδη δικαιώματα, οι αρχές προστασίας, τα αντίβαρα εξουσίας, είναι για την προστασία του αδύνατου. Δεν είναι για την προστασία των ισχυρών. Και αν κινδυνεύει μία ατομική ελευθερία, ένα ατομικό δικαίωμα, κινδυνεύουν και όλα. Το άρθρο 19 παρ. 1 λέει ότι το δικαίωμα στο επικοινωνιακό απόρρητο είναι απολύτως απαραβίαστο. Αυτό το επίρρημα χρησιμοποιείται από όλο τον κατάλογο ατομικών δικαιωμάτων. Ο συνταγματικός νομοθέτης ξέρει τι λέει. Διότι όταν δεν έχεις εμπιστοσύνη στις συνομιλίες σου και μαθαίνεις να αυτολογοκρίνεσαι, δεν επικοινωνείς, δεν μπορεί να αναπτυχθεί η προσωπικότητά σου όπως θέλει το Σύνταγμα, το άρθρο 5. Δεν μπορείς να γίνεις θαρραλέος πολίτης που λέει τη γνώμη του».

Ο κ. Ράμμος εστιάζει όμως και στις συνέπειες που έχουν για τους πολίτες, οι παρακολουθήσεις δημοσιογράφων, με άμεσες επιπτώσεις στην ελευθερία του Τύπου, αλλά και πολιτικών που ίσως βρεθούν σε θέση εξουσίας και θα πρέπει να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις.

Απέτυχε το άρθρο 86

Ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση του κ. Ράμμου σε ότι αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση. Ο βαθύς προβληματισμός του ως προς το πόσο συχνά πρέπει να αλλάζει το Σύνταγμα και ποιες διατάξεις πρέπει να περιλαμβάνει, δίνει τη θέση του στη βεβαιότητα. όταν η συζήτηση φτάνει στο άρθρο 86, που υποστηρίζει ότι σαφώς πρέπει να αλλάξει.

«Η πρακτική έδειξε ότι το άρθρο 86 χρησιμοποιήθηκε όχι για την ανάδειξη της αλήθειας και για τη διερεύνηση των υποθέσεων, αλλά για να κλείσουν τα θέματα».

Ως προς την αλλαγή που προτείνει, «δεν υπάρχει νομίζω άλλη λύση από το να ανατεθεί πλέον η δίωξη των υπουργών στη δικαιοσύνη. Στο φυσικό δικαστή όλων των Ελλήνων».

Πηγή: in

 
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Μερτς βγάζει τους γερμανούς κατασκόπους «από το κρύο»

Ο καγκελάριος της Γερμανίας επιδιώκει να διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND), δίνοντάς της τη δυνατότητα όχι μόνο να συλλέγει και να αναλύει πληροφορίες, αλλά και να προβαίνει σε πιο ενεργές επιχειρήσεις. Το Βερολίνο θεωρεί ότι η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως υπό την προεδρία Τραμπ, επιβάλλει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας

Η Γερμανία ετοιμάζεται να ενισχύσει δραστικά την ομοσπονδιακή υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών, επιδιώκοντας να άρει σημαντικούς μεταπολεμικούς περιορισμούς που τη δεσμεύουν εδώ και δεκαετίες. Το Βερολίνο θεωρεί ότι η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας και των πληροφοριών. Οπως λένε στο Politico γερμανοί αξιωματούχοι, στο Βερολίνο υπάρχει έντονη ανησυχία ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να περιορίσει ή να διακόψει το διαμοιρασμό πληροφοριών με την Ευρώπη, ή ακόμη και να χρησιμοποιήσει την εξάρτηση των Ευρωπαίων ως μοχλό πίεσης. Ετσι, όπως η Γερμανία έχει ήδη ξεκινήσει να ενισχύει τις ένοπλες δυνάμεις της για να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική ανεξαρτησία, πρέπει να ενισχυθεί και η υπηρεσία πληροφοριών της.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιδιώκει να διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Bundesnachrichtendienst – BND), δίνοντάς της τη δυνατότητα όχι μόνο να συλλέγει και να αναλύει πληροφορίες, αλλά και να προβαίνει σε πιο ενεργές επιχειρήσεις: από δολιοφθορές έως κυβερνοεπιθέσεις και πιο επιθετική κατασκοπεία. Ο επικεφαλής του σχεδιασμού της μεταρρύθμισης, Θόρστεν Φράι, παρομοίασε τη μεταβολή αυτή με το «Zeitenwende» (Ιστορικό Σημείο Καμπής), τον ιστορικό όρο που χρησιμοποίησε ο πρώην καγκελάριος Ολαφ Σολτς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, για να περιγράψει τη στροφή στη γερμανική αμυντική πολιτική. Οπως τότε αυξήθηκαν οι αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με τον Μερτς, τώρα πρέπει να συμβεί το ίδιο στον τομέα των πληροφοριών.

Οι αυστηροί περιορισμοί που βαραίνουν την BND έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες, γράφει το Politico. Η υπηρεσία ιδρύθηκε το 1956, σε μια περίοδο κατά την οποία η γερμανική κοινωνία επιχειρούσε να θωρακιστεί απέναντι σε οποιαδήποτε επανάληψη των εγκλημάτων της ναζιστικής περιόδου. Η μνήμη της Γκεστάπο και των Ες Ες οδήγησε σε αυστηρό διαχωρισμό της εξωτερικής κατασκοπείας από την εσωτερική αστυνόμευση, σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και σε περιορισμό των αρμοδιοτήτων αποκλειστικά στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών. Οι πράκτορες της BND, ακόμη και σήμερα, δεν διαθέτουν εξουσίες άμεσης παρέμβασης. Μπορούν να εντοπίσουν, για παράδειγμα, προετοιμασία κυβερνοεπίθεσης μέσω παρακολούθησης, αλλά δεν έχουν νομική δυνατότητα να τη ματαιώσουν μόνοι τους.

Η αυστηρή γερμανική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων, επηρεασμένη και από την εμπειρία της ανατολικογερμανικής Στάζι, περιορίζει επιπλέον τη δράση της υπηρεσίας, καθώς υποχρεώνει σε εκτεταμένη διαγραφής των προσωπικών στοιχείων, πριν από τη διαβίβασή τους σε τρίτους. Πολλοί γερμανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι αυτές οι δικλίδες ασφαλείας δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες απειλές, ιδίως απέναντι στη Ρωσία. Οπως λένε στο Politico, εάν η χώρα δέχεται επιθέσεις ή απόπειρες δολιοφθοράς, δεν αρκεί να παρακολουθεί παθητικά· χρειάζεται και ικανότητα άμεσης αντίδρασης. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, επισημαίνουν, άλλες μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν υπηρεσίες που συνδυάζουν συλλογή πληροφοριών και επιχειρησιακή δράση.

Η αμερικανική CIA είναι ένα κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Η αδυναμία αυτή έχει οδηγήσει τη Γερμανία σε έντονη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Αμερικανικές υπηρεσίες έχουν κατά καιρούς προειδοποιήσει για ρωσικά σχέδια, όπως απόπειρες δολοφονίας ή τρομοκρατικές απειλές στο Βερολίνο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, μόνο μικρό ποσοστό προειδοποιήσεων για τρομοκρατικές επιθέσεις προέρχεται απευθείας από τη BND. Αυτή η ανισορροπία έχει προκαλέσει προβληματισμό στο γερμανικό πολιτικό σύστημα. Η ανησυχία, σύμφωνα με το Politico, εντάθηκε όταν η Ουάσινγκτον διέκοψε προσωρινά την παροχή πληροφοριών προς την Ουκρανία, σε μια προσπάθεια άσκησης πίεσης κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα.

Το επεισόδιο αυτό κατέδειξε ότι η αμερικανική υπεροχή στον τομέα των πληροφοριών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής επιρροής. Για τη γερμανική ηγεσία, αποτέλεσε καμπανάκι κινδύνου. Ο Μερτς έχει δηλώσει ότι «οι παλιές βεβαιότητες έχουν εξασθενήσει» και ότι η Γερμανία, λόγω μεγέθους και οικονομικής ισχύος, οφείλει να διαθέτει υπηρεσίες πληροφοριών στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ο προϋπολογισμός της BND αυξήθηκε φέτος κατά περίπου 26%, φθάνοντας τα 1,51 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να χαλαρώσει ορισμένους περιορισμούς στην επεξεργασία δεδομένων, επιτρέποντας τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπου. Το πακέτο μεταρρυθμίσεων αναμένεται να τεθεί προς ψήφιση το φθινόπωρο, γράφει το Politico.

Ομως, οι νέες αρμοδιότητες δεν θα είναι ανεξέλεγκτες. Η ενεργοποίηση διευρυμένων εξουσιών θα απαιτεί την κήρυξη «ειδικής κατάστασης πληροφοριών» από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της καγκελαρίας και την έγκριση αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Πολλοί βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού θεωρούν ότι οι αλλαγές αυτές είναι απαραίτητες για την εθνική ασφάλεια. Οπως υποστηρίζουν, οι σύγχρονες απειλές –κρατικοί δρώντες, ρωσικά κυβερνοκέντρα και δίκτυα παραπληροφόρησης– λειτουργούν χωρίς κανόνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιβολή μονομερών περιορισμών στην ίδια τη Γερμανία ισοδυναμεί, κατά την άποψή τους, με αυτοϋπονόμευση. Το εγχείρημα, ωστόσο, σχολιάζει το Politico, δεν παύει να αγγίζει ευαίσθητες ιστορικές χορδές.

Η μεταπολεμική γερμανική ταυτότητα οικοδομήθηκε πάνω στην αυστηρή αποφυγή κρατικής αυθαιρεσίας και στην υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών. Η διεύρυνση των εξουσιών της BND αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το πού πρέπει να τοποθετείται η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και στα δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία φαίνεται αποφασισμένη να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα των πληροφοριών. Εάν το σχέδιο υλοποιηθεί, θα σηματοδοτήσει μια από τις σημαντικότερες μεταβολές στη γερμανική πολιτική ασφαλείας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια στροφή που αντικατοπτρίζει τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες και την αβεβαιότητα της διατλαντικής σχέσης. 

Η θητεία της Κάλλας δεν είναι «χρυσή εποχή» της ευρωπαϊκής διπλωματίας, πιστεύει το Κρεμλίνο

Ο Ντμίτρι Πεσκόφ σχολίασε τη «λίστα αιτημάτων» προς τη Μόσχα που συνέταξε η Κάλλας και η οποία απαιτεί μείωση του στρατού και πληρωμές από τη Ρωσία

ΜΟΣΧΑ, 19 Φεβρουαρίου. /TASS/. Η θητεία της Κάγια Κάλλας ως επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας είναι ανάρμοστη για την υπηρεσία εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, δήλωσε ο Ρώσος προεδρικός εκπρόσωπος Ντμίτρι Πεσκόφ.

Σχολίαζε τη «λίστα αιτημάτων» προς τη Μόσχα που συνέταξε ο Κάλλας, η οποία απαιτεί μείωση του στρατού και πληρωμές από τη Ρωσία.

«Νομίζω ότι η θητεία της κας Κάγια Κάλλας δεν είναι η χρυσή εποχή της διπλωματίας για την ευρωπαϊκή ήπειρο», δήλωσε σε συνέντευξή του στον Πάβελ Ζαρούμπιν, δημοσιογράφο του Vesti.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0