ενημέρωση 7:00, 29 October, 2026

Έναν ονειρικό κόσμο δημιούργησε ο Christian Siriano στην Εβδομάδα Μόδας της Νέας Υόρκης

Έναν ονειρικό κόσμο, στον οποίο όλοι νιώθουν πραγματικά όμορφα δημιούργησε ο Christian Siriano για την επίδειξη της συλλογής Φθινόπωρο/Χειμώνας 2026 που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της Εβδομάδας Μόδας ης Νέας Υόρκης. 

«Νομίζω ότι πρόκειται για αληθινή απόδραση και για την ιδέα του σουρεαλισμού - τι είναι συνειδητό, τι είναι υποσυνείδητο» διευκρίνισε σε δηλώσεις του ο σχεδιαστής μόδας τονίζοντας ότι κύρια επιρροή του ήταν ο Salvador Dali, του οποίου οι πίνακες «είναι τόσο παράξενοι, που δεν μπορούν να εξηγηθούν».

«Πρέπει να ξεφύγουμε και να βρεθούμε κάπου αλλού... σε έναν ονειρικό κόσμο» είπε και χαρακτήρισε την επίδειξη «μια γιορτή μορφής, ομορφιάς, σωμάτων, ηλικίας και πολιτισμών».

  • Κατηγορία ΜΟΔΑ
  • 0

Céline Dion - Πώς το δέκατο τέταρτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας, έγινε μια από τις μεγαλύτερες ντίβες του παγκόσμιου πενταγράμμου

Η Céline Dion άρχισε να τραγουδά από τα πέντε της στο μικρό μπαρ των γονιών της και μπήκε στη δισκογραφία πριν τελειώσει το δημοτικό. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, με συνεχή δουλειά και στοχευμένη στρατηγική, έχτισε μία από τις πιο εμπορικές καριέρες στην ποπ μουσική.


Το 1967, σε μια γαλλόφωνη οικογένεια εργατικής τάξης έξω από το Μόντρεαλ, μια γυναίκα μαθαίνει ότι είναι έγκυος για δέκατη τέταρτη φορά. Έχει ήδη δεκατρία παιδιά να μεγαλώσει, τα οικονομικά είναι οριακά και ο σύζυγός της διατηρεί ένα μικρό μπαρ που αποφέρει περιορισμένο εισόδημα. Για ένα διάστημα σκέφτεται τη διακοπή της εγκυμοσύνης. Τελικά αποφασίζει να κρατήσει το παιδί. Στις 30 Μαρτίου 1968 γεννιέται η Céline Dion. Στο σπίτι δεν υπάρχει κούνια και το μωρό κοιμάται σε ένα ανοιχτό συρτάρι.

Η μητέρα της έπαιζε βιολί, ο πατέρας της ακορντεόν, και σχεδόν όλα τα αδέλφια συμμετείχαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε οικογενειακά μουσικά σχήματα. Το σπίτι -εκτός από μουσική- ήταν γεμάτο κόσμο και υποχρεώσεις. Το τραγούδι δεν παρουσιαζόταν ως «όνειρο καριέρας», αλλά ως κάτι που συνέβαινε αυτονόητα: στο οικογενειακό εστιατόριο, σε τοπικές γιορτές, σε μικρές σκηνές. Ήταν ένα έξτρα εισόδημα το οποίο η οικογένεια χρειαζόταν διακαώς.

Σε ηλικία μόλις 5 ετών, ξεκίνησε να τραγουδά στο μπαρ των γονιών της. Αμέσως, η φήμη της επεκτάθηκε και άνθρωποι από όλη την πόλη κατέφταναν να ακούσουν το παιδί-θαύμα με τη βελούδινη φωνή. Στα 7 της, τραγουδούσε και σε άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά της. Συνήθως επέλεγε τα τραγούδια της Ginette Reno, της αγαπημένης της τραγουδίστριας.

Στα δώδεκά της, η μητέρα της έγραψε τους στίχους και τη μελωδία του «Ce n’était qu’un rêve». Η οικογένεια ηχογράφησε ένα πρόχειρο demo και το έστειλε στον René Angélil, μάνατζερ της Reno. Ο Angélil την κάλεσε για ακρόαση, μην πιστεύοντας ότι αυτή η φωνή μπορούσε να ανήκει σε ένα παιδί. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, το κορίτσι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, αλλά μόλις άρχισε να τραγουδά η φωνή ήταν αρκετή για να τον πείσει. Πίστεψε τόσο πολύ στο εγχείρημα ώστε υποθήκευσε το σπίτι του για να χρηματοδοτήσει το πρώτο της άλμπουμ. Κάπως έτσι, όλος ο κόσμος θα γνώριζε την Dion.

Αξίζει κάπου εδώ να αναφερθεί ένα από τα πιο άβολα και μελανά σημεία της ζωής της. Περίπου, 14 χρόνια αφού ο μάνατζέρ της άκουσε τη φωνή της, η Dion θα τον παντρευόταν. Τους χώριζαν 26 χρόνια. Σύμφωνα με το ζευγάρι, η σχέση τους ξεκίνησε το 1988, το βράδυ που η Dion κέρδισε την Eurovision (βλ. παρακάτω).

Το πρώτο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1981. Ακολούθησαν γρήγορα κι άλλα. Μέχρι τα δεκαεννιά της είχε ήδη ηχογραφήσει οκτώ γαλλόφωνα άλμπουμ και είχε γίνει γνωστό όνομα σε ολόκληρο τον γαλλόφωνο Καναδά και σε τμήματα της Ευρώπης. Η τηλεόραση του Κεμπέκ την καλούσε συστηματικά, κέρδιζε Félix Awards, έκανε περιοδείες σε επαρχιακές αίθουσες και θέατρα. Η εικόνα της τότε ήταν εκείνη του «καλού κοριτσιού», ενός παιδιού-θαύματος με πειθαρχία και έντονη οικογενειακή παρουσία γύρω του.

Παράλληλα, η ίδια έχει μιλήσει για τις δυσκολίες αυτής της ηλικίας. Άφησε το σχολείο στα δεκαπέντε για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική, δεχόταν κοροϊδίες για την εμφάνισή της και το στυλ της κι ένιωθε ότι δεν ταίριαζε στο πρότυπο της ποπ σταρ. Πριν περάσει στην επόμενη φάση, εξαφανίστηκε για περίπου ενάμιση χρόνο από τα φώτα της δημοσιότητας. Έκανε μαθήματα φωνητικής και χορού, βελτίωσε τα αγγλικά της, διόρθωσε τα δόντια της, άλλαξε συνολικά την εικόνα της. Ήταν μια συνειδητή επανεκκίνηση.

Το 1988 κέρδισε τον διαγωνισμό της Eurovision εκπροσωπώντας την Ελβετία με το «Ne partez pas sans moi». Η νίκη αυτή της έδωσε πανευρωπαϊκή αναγνωρισιμότητα, αλλά κυρίως λειτούργησε ως επιβεβαίωση ότι μπορούσε να σταθεί εκτός Κεμπέκ. Την ίδια περίοδο, βλέποντας μια συναυλία του Michael Jackson, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επόμενο βήμα ήταν η αγγλόφωνη αγορά. Η γαλλική σκηνή είχε όρια· η διεθνής βιομηχανία περνούσε από τα αγγλικά.

Αντί να εκμεταλλευτεί τη φήμη που ήδη είχε στον γαλλόφωνο κόσμο, αποφάσισε να κάνει ένα βήμα πίσω. Ξεκίνησε εντατικά μαθήματα αγγλικών, περιόρισε τις εμφανίσεις της και προετοιμάστηκε για μια νέα αρχή. Ο Angélil διαπραγματεύτηκε συμφωνία με τη Sony, εξασφαλίζοντας τον προϋπολογισμό που χρειαζόταν για μια προσεγμένη αγγλόφωνη παραγωγή. Η εταιρεία δίσταζε να «μετακινήσει» ένα επιτυχημένο γαλλόφωνο όνομα σε άγνωστο έδαφος, όμως το σχέδιο προχώρησε.

Το πρώτο αγγλόφωνο άλμπουμ, «Unison» (1990), παρήχθη σε στούντιο του Λος Άντζελες, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Πούλησε περίπου τρία εκατομμύρια αντίτυπα, αριθμός μεγαλύτερος από το άθροισμα αρκετών προηγούμενων γαλλικών κυκλοφοριών της. Η Dion άρχισε να εμφανίζεται σε αμερικανικές τηλεοπτικές εκπομπές, να περιοδεύει εκτός Καναδά και να αποκτά παρουσία στο ραδιόφωνο των ΗΠΑ.

Το καθοριστικό σημείο ήρθε μέσα από τον κινηματογράφο. Τα θεματικά τραγούδια μεγάλων παραγωγών λειτουργούσαν τότε ως ταχύτερη οδός προς το ευρύ κοινό. Το ντουέτο «Beauty and the Beast» με τον Peabo Bryson, για την ομώνυμη ταινία κινουμένων σχεδίων, έγινε μεγάλη επιτυχία, κέρδισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα και έβαλε το όνομά της σε εκατομμύρια σπίτια στην Αμερική. Ακολούθησαν τραγούδια για ταινίες όπως το «Sleepless in Seattle» που ενίσχυσαν περαιτέρω την παρουσία της. Φυσικά, κανένα soundtrack δε συνδέθηκε περισσότερο με τη φωνή της από το «My heart will go on».

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά, οι αριθμοί δείχνουν την κλίμακα: το άλμπουμ «Celine Dion» (1992) ξεπέρασε τα πέντε εκατομμύρια πωλήσεις, το «The Colour of My Love» (1993) έφτασε περίπου τα είκοσι εκατομμύρια και καθιέρωσε το προφίλ της ως ερμηνεύτριας μεγάλων μπαλαντών. Παράλληλα, συνέχισε να ηχογραφεί στα γαλλικά, διατηρώντας δύο παράλληλες καριέρες, κάτι σπάνιο για την εποχή. Το γαλλόφωνο άλμπουμ «D’eux» κατέληξε το πιο εμπορικό γαλλικό άλμπουμ στην ιστορία.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Dion είχε μετατραπεί από τοπικό παιδί-θαύμα του Κεμπέκ σε διεθνή ποπ σταρ με σταθερή παρουσία σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία, με παγκόσμιες περιοδείες και πωλήσεις δεκάδων εκατομμυρίων.

Πηγή: Grace

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών

Καθεμία από αυτές τις έξι δημοπρασίες επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει «μεγαλειότητα» στην αγορά κοσμημάτων.


Οι μεγάλες δημοπρασίες κοσμημάτων πέρα από εμπορικό ενδιαφέρον έχουν και ιστορικό. Είναι στιγμές όπου η αισθητική, η εξουσία, ο έρωτας, η φιλοδοξία και η ανθρώπινη ματαιοδοξία συμπυκνώνονται σε λίγα λεπτά έντασης, μέχρι να πέσει το σφυρί. Εκεί, ένα αντικείμενο παύει να είναι απλώς πολύτιμο και μετατρέπεται σε σύμβολο εποχής.

Οι έξι σημαντικότερες δημοπρασίες όλων των εποχών δεν κατέρριψαν μόνο ρεκόρ. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξία. Απέδειξαν ότι η προέλευση, η ιστορία και η πολιτισμική βαρύτητα μπορούν να εκτοξεύσουν ένα κόσμημα από αντικείμενο πολυτέλειας σε παγκόσμιο γεγονός.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 2

Photo by Bachrach/Getty Images

Τα κοσμήματα της Δούκισσας του Windsor (1987)

Η δημοπρασία του Sotheby’s το 1987 θεωρείται μέχρι σήμερα το απόλυτο σημείο αναφοράς. Τα 311 κομμάτια της Wallis Simpson, της γυναίκας για την οποία ο βασιλιάς Edward VIII παραιτήθηκε από τον βρετανικό θρόνο, απέφεραν 50,3 εκατομμύρια δολάρια - σχεδόν επτά φορές πάνω από την αρχική εκτίμηση.

Σε αυτήν δεν πουλήθηκαν απλώς διαμάντια. Πουλήθηκε ένα από τα πιο διάσημα ερωτικά σκάνδαλα του 20ού αιώνα. Κοσμήματα Cartier, σμαράγδια, ρουμπίνια, το περίφημο βραχιόλι-πάνθηρας από όνυχα και διαμάντια — όλα φορτισμένα με τη δραματική ιστορία ενός βασιλιά που διάλεξε τον έρωτα αψηφώντας το στέμμα.

Η δημοπρασία αυτή δίδαξε κάτι που έκτοτε καθορίζει την αγορά: η αφήγηση μπορεί να αξίζει όσο και το ίδιο το πετράδι.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 3

Photo by Silver Screen Collection/Getty Images

Η συλλογή της Elizabeth Taylor (2011)

Όταν ο Christie’s παρουσίασε τη συλλογή της Elizabeth Taylor, ο κόσμος παρακολούθησε σχεδόν τελετουργικά. Σε τέσσερις ημέρες, τα κοσμήματα απέφεραν πάνω από 137 εκατομμύρια δολάρια — η ακριβότερη ιδιωτική συλλογή κοσμημάτων που είχε ποτέ δημοπρατηθεί μέχρι τότε.

Η Taylor δεν ήταν απλώς σταρ. Ήταν φύλακας εμβληματικών λίθων: το θρυλικό μαργαριτάρι La Peregrina, που πέρασε από ισπανικά βασιλικά ταμεία στα χέρια της, το διαμάντι Krupp 33,19 καρατίων, το κολιέ Taj Mahal με χαραγμένο ινδικό διαμάντι.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 4

Christie’s

Η συλλογή της Rachel “Bunny” Mellon (2014)

Η Bunny Mellon αντιπροσώπευε το αντίθετο της εκκεντρικής λάμψης. Διακριτική, εκλεπτυσμένη, με εξαιρετικό γούστο, συγκέντρωσε μια από τις πιο αριστοκρατικές αμερικανικές συλλογές. Η πολυήμερη δημοπρασία της περιουσίας της έφτασε τα 218 εκατομμύρια δολάρια.

Η κορυφαία στιγμή ήταν η πώληση του “Mellon Blue Diamond”, ενός σπάνιου Fancy Vivid Blue διαμαντιού 9,75 καρατίων, που ξεπέρασε τα 32 εκατομμύρια δολάρια. Όμως η ουσία της συλλογής δεν ήταν η επίδειξη· ήταν η συνέπεια αισθητικής. Verdura, Belperron, Tiffany — κομμάτια επιλεγμένα με γνώμονα τη σχεδιαστική ποιότητα, όχι τον εντυπωσιασμό.

Αυτή η δημοπρασία υπενθύμισε ότι η αληθινή πολυτέλεια δεν φωνάζει.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 5

Photo by Murat Unlu/Anadolu Agency/Getty Images

Το Pink Star Diamond (2017)

Ορισμένες φορές, μια ολόκληρη δημοπρασία μπορεί να εστιάζει σε έναν και μόνο λίθο. Το Pink Star, ένα ροζ διαμάντι 59,60 καρατίων, Internally Flawless, πουλήθηκε από τον Sotheby’s για 71,2 εκατομμύρια δολάρια — το ακριβότερο κόσμημα που έχει ποτέ δημοπρατηθεί.

Το μέγεθος, το χρώμα και η καθαρότητά του το καθιστούν μοναδικό στη γεωλογική ιστορία. Δεν υπήρχε από πίσω κάποια ιστορία θυελλώδους έρωτα, πάθους ή ακόμα και μίσους. Υπήρχε μόνο απόλυτη σπανιότητα. Και αυτό αρκούσε.

Η πώληση αυτή απέδειξε ότι ένα και μόνο αξεπέραστο πετράδι μπορεί να επισκιάσει ολόκληρες συλλογές.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 6

Christie’s

Maharajas & Mughal Magnificence (2019)

Η 12ωρη μαραθώνια δημοπρασία του Christie’s στη Νέα Υόρκη, με έσοδα 109,3 εκατομμύρια δολάρια, επανατοποθέτησε την ινδική βασιλική κοσμηματοποιία στο παγκόσμιο επίκεντρο.

Διαμάντια Golconda, τελετουργικά κοσμήματα, τουρμπάνια με πολύτιμους λίθους, σπαθιά και αντικείμενα 500 ετών — μια πολιτισμική κληρονομιά που για δεκαετίες βρισκόταν μακριά από τη δημοσιότητα.

Οι 6 μεγαλύτερες δημοπρασίες κοσμημάτων όλων των εποχών 7

Christie’s

The World of Heidi Horten (2023)

Η πιο πολύτιμη ιδιωτική συλλογή κοσμημάτων που δημοπρατήθηκε ποτέ, ανήκε στη Heidi Horten. Ο οίκος Christie’s συγκέντρωσε πάνω από 202 εκατομμύρια δολάρια από περισσότερα από 700 κομμάτια.

Harry Winston, Bulgari, Cartier — δεκαετίες υψηλής κοσμηματοποιίας, με έντονα χρώματα και δυναμικές φόρμες. Το κολιέ “Briolette of India” με διαμάντι 90,36 καρατίων, ροζ διαμάντια εξαιρετικής έντασης, θεατρικά κομμάτια Bulgari.

Η συλλογή έμοιαζε περισσότερο με επιμελημένη έκθεση μουσείου παρά με εκποίηση περιουσίας. Και απέδειξε ότι ο 20ός αιώνας έχει ήδη αποκτήσει τη δική του «ιστορικότητα» στον κόσμο του κοσμήματος.

Καθεμία από αυτές τις έξι δημοπρασίες επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει «μεγαλειότητα» στην αγορά κοσμημάτων.

Πηγή: Grace

Δουλειά του κεντρικού τραπεζίτη δεν είναι να δίνει συνεντεύξεις στα τρολ της «Ομάδας Αλήθειας» ούτε να κάνει ατεκμηρίωτες καταγγελίες

Ο Γιάννης Στουρνάρας καλό είναι να θυμηθεί ότι δεν είναι κομματικό πρόσωπο

Έχω την αίσθηση ότι κάπου έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε ακόμη και τα βασικά. Για παράδειγμα στη χώρα μας, στη βάση και των σχετικών προβλέψεων του δικαίου που ρυθμίζει το καθεστώς της ΕΚΤ και των επιμέρους κεντρικών τραπεζών, έχουμε ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Αυτό έχει γίνει ώστε η κεντρική τράπεζα να αποφασίζει με κριτήριο τη νομισματική σταθερότητα, τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος, την καταπολέμηση του πληθωρισμού και την ανάπτυξη και όχι στη βάση των πολιτικών παρεμβάσεων που θα κάνει η εκάστοτε κυβέρνηση ή των συμφερόντων που θέλει να εξυπηρετήσει. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και για τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας που οφείλει να κάνει πράξη αυτή την αναγκαία ανεξαρτησία.

Ανεξαρτησία, όμως, δεν σημαίνει ότι ο ίδιος ο διοικητής, εν προκειμένω ο Γιάννης Στουρνάρας, μπορεί να λέει ό,τι του κατέβει. Ούτε μπορεί να παρεμβαίνει στην πολιτική αντιπαράθεση. Ούτε προφανώς – άλλωστε αυτό ισχύει και για κάθε πολίτη – μπορεί να διατυπώνει αβάσιμες κατηγορίες. Και προφανώς το ποια μέσα διαλέγει να μιλήσει έχει σημασία, εάν θέλει να προασπίσει τον θεσμικό του ρόλο και να κάνει πράξη την ανεξαρτησία του.

Όμως, ο Γιάννης Στουρνάρας, που ολοκληρώνει τη δεύτερη εξαετή θητεία του και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι θα έχει και μια τρίτη θητεία, πράγμα που θα σημαίνει ότι θα παραμείνει σε αυτή τη θέση για 18 χρονιά, δεν τήρησε καμία από τις παραπάνω «κόκκινες γραμμές».

Καταρχάς επέλεξε να μιλήσει όχι σε ένα από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά στην «Ομάδα Αλήθειας», που δεν είναι μέσο ενημέρωσης αλλά ένας επικοινωνιακός μηχανισμός στενά συνδεδεμένος με το κυβερνών κόμμα, που συνδέθηκε με την υπόθεση της εταιρείας Blue Skies και τις ενδείξεις ότι κομματικά στελέχη της ΝΔ αμείβονταν για την κομματική τους δουλειά από μια ιδιωτική εταιρεία, και που έχει κατηγορηθεί για το ακροδεξιό ύφος και τη ρητορική του περιεχομένου του. Αναρωτιέται κανείς ποια δουλειά έχει ο κεντρικός τραπεζίτης να συνομιλεί με τους πάλαι ποτέ συντονιστές των τρολ της Νέας Δημοκρατίας.

Και έπειτα υπάρχει σοβαρό ζήτημα με αυτά που υποστήριξε ο κεντρικός τραπεζίτης. Ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε ότι επειδή διαφώνησε με τις επιλογές της κυβέρνησης για τη διοίκηση μιας υπό περίπου δημόσιο έλεγχο τράπεζας και καθώς είχε αποφασίσει να ακυρώσει αυτές τις επιλογές (όπερ και έγινε), δεδομένου ότι η ΤτΕ είναι επόπτρια του τραπεζικού συστήματος, η τότε κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έστειλε το ΣΔΟΕ και την Οικονομική Αστυνομία στο γραφείο της γυναίκας του, στο πλαίσιο μιας σε εξέλιξη δικαστικής διερεύνησης για απευθείας αναθέσεις που είχε κάνει τα προηγούμενα χρόνια το ΚΕΕΛΠΝΟ στην εταιρεία της συζύγου του.

Δηλαδή, ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας βγήκε και δίνοντας συνέντευξη σε έναν κομματικό βραχίονα υποστήριξε ότι η τότε κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα τον εκβίασε, αλλά αυτός αντιστάθηκε και επέμεινε στις επιλογές του: «οι επιλογές μου ήταν τρεις: ή συνεχίζω στον δρόμο της αρετής, ή παραιτούμαι, ή κάνω αυτό που ήθελε η κυβέρνηση. Αποφάσισα το πρώτο, έχοντας στο μυαλό μου τι είχε γίνει παλαιότερα με την Τράπεζα Κρήτης.». Δηλαδή, ο Γιάννης Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε ένα νέο «σκάνδαλο Κοσκωτά»; Γιατί σε αυτό παραπέμπει η αναφορά στην Τράπεζα Κρήτης. Και μάλιστα, όπως είπε, ήταν έτοιμη να εργαλειοποιήσει μηχανισμούς όπως το ΣΔΟΕ στοχοποιώντας τη γυναίκα του κ. Στουρνάρα (που όμως ήταν «πεντακάθαρη» όπως η ίδια του είπε προτρέποντάς τον να μην υποχωρήσει), αλλά αυτός με σθένος έκανε το σωστό και απέτρεψε το σκάνδαλο.

Χωρίς να δώσει στοιχεία, χωρίς να επικαλεστεί ντοκουμέντα, χωρίς να προσφέρει κάποια απόδειξη, παρουσίασε αυτό το αφήγημα ως αυτονόητο. Και όχι μόνο αυτό, παρουσίασε αυτές τις βαριές κατηγορίες, για τις οποίες – επαναλαμβάνω – δεν προσκόμισε ούτε επικαλέστηκε κανένα στοιχείο, ως γεγονότα.

Την ίδια στιγμή δεν αναφέρθηκε καθόλου στο γιατί ούτε τότε ούτε τώρα δεν πήγε στον εισαγγελέα με αυτά τα στοιχεία. Γιατί εάν είχε ενδείξεις ότι μια κυβέρνηση ετοίμαζε νέο σκάνδαλο Κοσκωτά, εκεί θα ήταν το πρώτο μέρος στο οποίο έπρεπε να απευθυνθεί.

Αλλά ας δούμε και μία διάσταση ακόμη. Οι κεντρικοί τραπεζίτες και στην Ελλάδα και διεθνώς παραδοσιακά είναι ολιγόλογοι και πολύ προσεκτικοί. Ο λόγος είναι ότι το τι θα πουν επηρεάζει τις αγορές. Γιατί εκ της θέσης της η Κεντρική Τράπεζα είναι σε θέση να έχει πλήρη εικόνα για την κατάσταση της οικονομίας. Το να πει ότι τα πράγματα πάνε καλά ή άσχημα έχει άλλη βαρύτητα σε σχέση π.χ. με το εάν το πει ο υπουργός Οικονομικών που θεωρείται ότι θα προσπαθήσει να αναπαράγει ένα κυβερνητικό αφήγημα.  Γι’ αυτό και είναι προσεκτικοί οι κεντρικοί τραπεζίτες και τις περισσότερες φορές μιλούν πρωτίστως για το αντικείμενό τους και δεν κυνηγούν τη δημοσιότητα.

Εδώ έχουμε έναν κεντρικό τραπεζίτη που αποφασίζει να μιλήσει σε ένα κομματικό επικοινωνιακό μηχανισμό και εκεί να μη μιλήσει για την κατάσταση της οικονομίας αλλά για να επιτεθεί, εξαπολύοντας ατεκμηρίωτες κατηγορίες, σε έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και το κάνει σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή όπου από τη μια στη δημόσια σφαίρα δεν κυριαρχούν οι αναμνήσεις για το 2015 αλλά τα σκάνδαλα που συνδέονται με την τωρινή κυβέρνηση (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές και τώρα προγράμματα κατάρτισης) και από την άλλη συζητιούνται οι πολιτικές πρωτοβουλίες τις οποίες προτίθεται να πάρει ο Αλέξης Τσίπρας. Δηλαδή, έχουμε έναν κεντρικό τραπεζίτη που έρχεται να εξυπηρετήσει την κυβέρνηση επικοινωνιακά και μάλιστα σε μια περίοδο όπου αυτή η κυβέρνηση θα αποφασίσει εάν θα προσφέρει άλλη μια εξαετή θητεία στον Γιάννη Στουρνάρα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό ο Γιάννης Στουρνάρας προχώρησε σε άλλη μία ενέργεια που δεν συνάδει με την ιδιότητα του ανεξάρτητου κεντρικού τραπεζίτη. Προχώρησε σε ανακοίνωση «κύκλων», η οποία είναι γραμμένη σε απολύτως κομματικό ύφος, το είδος των «σκληρών ανακοινώσεων» που βλέπουμε να βγάζουν τα κόμματα, κάνοντας μάλιστα και επιπλέον καταγγελίες. Από πότε ο Διοικητής της ΤτΕ ομιλεί μέσω κύκλων συνεργατών του; Και τι ακριβώς σημαίνει «συνεργάτες»; Ο Διοικητής της ΤτΕ δεν είναι πολιτικός αρχηγός ή βουλευτής ή υπουργός να έχει «συνεργάτες». Εκτός και εάν η υπόλοιπη διοίκηση της ΤτΕ μιλάει για λογαριασμό του. Αλλά επί της ουσίας, όταν ο διοικητής της ΤτΕ υιοθετεί κομματικό λόγο και ύφος και επιτίθεται σε άλλους πολιτικούς, οι οποίοι παρεμπιπτόντως μπορεί αύριο να έχουν ξανά την ευθύνη της χώρας, πώς θα μπορεί να επιτελεί τον ρόλο του; Η ΤτΕ δεν είναι φέουδο και οφείλει να παραμένει υπεράνω των κομματικών αντιπαραθέσεων και όχι τμήμα της πολιτικής διαπάλης. Και σίγουρα δεν είναι δουλειά της ΤτΕ να υλοποιεί τον κομματικό πολιτικό και οικονομικό σχεδιασμό της Νέας Δημοκρατίας.

Σε κάθε περίπτωση η χώρα δεν έχει ανάγκη από έναν κεντρικό τραπεζίτη – κομματάρχη, ούτε από έναν κεντρικό τραπεζίτη – κυβερνητικό εκπρόσωπο. Και επειδή δεν προβλέπεται η έννοια του κεντρικού τραπεζίτη-πολιτευτή, προφανώς και εάν θέλει να πολιτευτεί ξανά – γιατί υπήρξε πολιτικό πρόσωπο και έχει κάθε δικαίωμα στην πολιτική φιλοδοξία – μπορεί πάντα να ολοκληρώσει ευδοκίμως τη δεύτερη θητεία του και να κατέβει στον πολιτικό στίβο.

Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι αυτό που έχει διαμορφωθεί στη χώρα δεν είναι απλώς μια διακυβέρνηση, μέσα από τη διαδικασία των δημοκρατικών εκλογών, αλλά ένα ιδιότυπο καθεστώς που έχει αγκυρωθεί στους αρμούς του κράτους στο σύνολό του και που δεν διστάζει να υπονομεύει κάθε έννοια θεσμικότητας στο όνομα ενός αμιγώς κομματικού σχεδιασμού. Και ο Γιάννης Στουρνάρας δεν συμπεριφέρεται ως ανεξάρτητος τραπεζίτης αλλά ως τμήμα αυτού του καθεστώτος.

Και μια τελευταία παρατήρηση. Εκ της θέσης του και του εποπτικού ρόλου που έχει, ο διοικητής της ΤτΕ έχει πολύ μεγάλη πρόσβαση σε σημαντική πληροφόρηση για την κατάσταση όχι μόνο του τραπεζικού συστήματος αλλά και της οικονομίας, γενικά και ειδικά. Αυτή είναι αναγκαία πληροφορία προφανώς για να επιτελεί τον ρόλο της η ΤτΕ, αλλά δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένα «διαπραγματευτικό χαρτί» του εκάστοτε διοικητή.

Πηγή: in.gr

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0