ενημέρωση 2:36, 31 October, 2026

Νίκος Καββαδίας, ο «φαντασιόπληκτος» ποιητής

Η ξενάγηση της Λιλίκας Νάκου εκεί όπου «η πραγματικότης είνε πιο “φανταστική” από την φαντασία την ίδια» και η διάλεξη υπέρ τού –κατά Κώστα Ουράνη– «μυθομανούς ποιητή».

Στην καρβουνόσκαλα δεμένο είνε ένα σλέπι.
που χρόνια εδούλεψε στου Ντούνα το ποτάμι.
Στρείδια γιομάτα τα βρεχάμενά του και χορτάρια
κι έχει η σκουριά τη λαμαρίνα του ξεκάμει.
Κοινές γυναίκες τ' όχουν κάμει τώρα «σπίτι».
Αλήτες και πρεζάκηδες η πελατεία.
Κι' όλη τη νύχτα σιγοτρίζει ως να στενάζει
του λιμανιού σαν το κουνάει σιγά η ρεστία.

«Νομίζομε συχνά πως οι ποιηταί μαζί με τους μυθιστοριογράφους “φαντάζονται” περισσότερο τα όσα γράφουν. Και όμως η πραγματικότης ξεπερνά πολλές φορές την φαντασία και του πιο μεγάλου τεχνίτη».

Αυτό κατάλαβε η συγγραφέας και ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις» Λιλίκα Νάκου γυρίζοντας κάτω στον Πειραιά και βλέποντας «τη φοβερή δυστυχία ενός ολόκληρου κόσμου γυναικών που αγνοούμε και δυστυχώς συχνά περιφρονούμε. Και όλα αυτά γιατί δεν θέλομε να σκεφθούμε λίγο (ίσως από εγωισμό) ποια είνε τα αίτια της δυστυχίας όλων αυτών –αλλοίμονο!– των συνανθρώπων μας!».

Σαν διάβασε το περίφημο ποίημα του ποιητή τού «Μαραμπού» για κάποια ξεχασμένη μαούνα, που κατοικούν γυναίκες πειναλέες και παράνομες, δεν πίστευε ποτέ πως ήταν και αλήθεια!

Διάβαζε με συγκίνηση τους στίχους που δημιουργούν μια τέτοια ατμόσφαιρα, αλλά αν δεν έβλεπε με τα μάτια της το σλέπι αυτό, ναι, θα νόμιζε πως ήταν κάποιο βαπόρι φανταστικό, «που έφτιαξε ο νέος μας αυτός, θαυμάσιος ποιητής». Όμως το ποίημα αυτό ταίριαξε, σαν πρόλογος, στην κόλαση που ύστερα τα μάτια τους είδαν.

Η Λιλίκα Νάκου δεν ήξερε καθόλου πού βρίσκονταν. Ακουμπώντας στο μπράτσο της Κλάρας και ακολουθώντας πάντα τον Νίκο Καββαδία, περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο. Βλέπανε μέσα στη νύχτα σκιές ανθρώπων, ξαφνικά, να σηκώνονται λες από τη γη και να χάνονται πάλι στο σκοτάδι.

Ήταν την ώρα που ανάβανε τα φανάρια σαν ξεκίνησε η Λιλίκα Νάκου με τον Νίκο Καββαδία και την Κλάρα την κουτσή να δούνε το «αφισμένο σλέπι». Βρισκόταν δεμένο πίσω από τα τελωνεία και για να πάνε έπρεπε να περάσουν όλη την παραλία. Η Λιλίκα Νάκου κοίταξε δεξιά της κάτι στενούς δρομάκους με χαμηλά σπίτια και λερή πρόσοψη, που ξεκινούσε από αυτά «ένας ύποπτος κόσμος κουρελής και νηστικωμένος, για μια παράξενη νυχτερινή ζωή».

Η Κλάρα η κουτσή φοβόταν να περάσει τέτοια ώρα από τα «Χιώτικα», τη συνοικία έξω από τη Δραπετσώνα που έμοιαζε σαν τη συνοικία της «Δημαρχίας» στη Μασσαλία. Οι ίδιοι στενοί δρόμοι και οι γυναίκες με τις ρόμπες στις πόρτες. Όμοιος και ο ήχος της φυσαρμόνικας που ακουγόταν από κάποιο δωμάτιο μισοσκότεινο.

«Το σλέπι δεν είναι μακριά, θα στρίψουμε μόνο πίσω από τα τελωνεία», τους έλεγε δίνοντάς τους κουράγιο ο Καββαδίας, τραβώντας τον δρόμο μπροστά.

Και αφού πηδήξανε σκοινιά και πέρασαν από εμπορεύματα και σάκους που ανέδιδαν παράξενες και τσουχτερές μυρωδιές, έφτασαν μπροστά σε μια χαλασμένη αποβάθρα. Από κει, πάλι τραβήξανε έναν σκοτεινό παραλιακό δρόμο γεμάτο λάσπες. Κάρα περνούσαν και οι καραγωγείς τραγουδούσαν περίλυπους αμανέδες με φωνή βραχνιασμένη για να ξαποστάσουν από την ολοήμερη δουλειά τους.

Ήταν τόση η μελαγχολία εκείνης της σκοτεινής και υγρής βραδιάς, που η ρεπόρτερ της «Ακροπόλεως» σίγουρα θα γύριζε πίσω, αν η περιέργειά της δεν στεκόταν μεγαλύτερη και από την αγωνία της. Ο παραλιακός δρόμος δεν τελείωνε και ο Πειραιάς πίσω τους μάκραινε με τα φώτα της παραλίας του, που τρεμόσβηναν σαν άστρα από μακριά. Ο βόγγος της θάλασσας όλο και πλησίαζε και καταλάβαιναν πως έξω στο πέλαγος θα ήταν μεγάλη η θαλασσοταραχή.

Νίκος Καββαδίας, ο «φαντασιόπληκτος» ποιητής
 Πειραιάς, τέλη της δεκαετίας του 1920

Η Λιλίκα Νάκου δεν ήξερε καθόλου που βρίσκονταν. Η υγρασία έκανε τα ρούχα να κολλάνε πάνω τους και ο αέρας μύριζε πότε θάλασσα και ιώδιο, πότε κανέλα, από το εμπόρευμα που ξεφόρτωναν, φαίνεται, κάπου εκεί.

Ακουμπώντας στο μπράτσο της Κλάρας και ακολουθώντας πάντα τον Νίκο Καββαδία, περπατούσαν στον παραλιακό δρόμο. Βλέπανε μέσα στη νύχτα σκιές ανθρώπων, ξαφνικά, να σηκώνονται λες από τη γη και να χάνονται πάλι στο σκοτάδι.

«Είναι οι πρεζάκηδες. Έρχονται ακόμα πολλοί και από “αυτούς” να πιούνε εδώ ναρκωτικά, ρουφώντας κανένα τσιγαράκι», είπε η Κλάρα σιγά.

Τέλος, έφτασαν σε μια σκάλα. «Πράγματι στην νύχτα ξεχώριζε σκοτεινότερη μια μεγάλη μαούνα που “σιγοέτριζε και στέναζε”, απαράλλακτα όπως στο ποίημα. Ακούγονταν ακόμα σιγανές ομιλίες, στεναγμοί, και κάποτε κανένα γέλιο στριγγό, που ήταν πολύ πιο πένθιμο και από το κλάμμα».

Ο Καββαδίας φώναξε σιγά το όνομα της Αρχόντως. Φώναξε μια και δυο φορές και στο τέλος φάνηκε κάποια έρπουσα σιλουέτα που έβγαινε από το αμπάρι της μαούνας. Ήταν μια γυναίκα, που στο φως του κλεφτοφάναρου φαινόταν το κατεστραμμένο από την ανεμοβλογιά πρόσωπό της.

«Έχομε μια άρρωστη δω πέρα λεχώνα. Ήρθε η μαύρη να ξεγεννήσει σε μας. Τη γύρευε η αστυνομία. Ήρθε ένα βράδυ να κοιμηθεί και την πιάσαν οι πόνοι. Περάστε μέσα».

Με κόπο πολύ, η Νάκου και η Κλάρα ανέβηκαν στη μαούνα. Η θάλασσα την κουνούσε και την τραβούσε από τη σκάλα. Κρατώντας στα χέρια το φαναράκι τους, μπόρεσαν και είδαν μια σκαλίτσα που τις ανέβασε πίσω στις «καμπίνες».

«Μήπως έχετε μέσα κανένα πελάτη;» ρώτησε ο Καββαδίας την Αρχόντω.

«Δεν έρχονται τώρα πολλοί. Την περασμένη μάλιστα εβδομάδα, δυο μέρες δεν φάνηκε κανείς και ψωμί δεν είχαμε να φάμε!»

Έπειτα στάθηκε μπροστά από την πόρτα κάποιας καμπίνας και φώναξε:

«Μαρία, μωρέ Μαρία. Ξύπνα και ήρθε η γιάτρισσα να σε δει!»

Νίκος Καββαδίας, ο «φαντασιόπληκτος» ποιητής

Κάποιος βόγγος ακούστηκε και κάτι σαν κλάμα μωρού. Η Αρχόντω λίγο έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκαν μέσα σε μια στενή καμπίνα. «Το σκοτάδι ήταν λες πιο πηχτό δω μέσα, μαζί με την ακατανόμαστη μυρωδιά που έβγαινε από κει».

«Να, η λεχώνα», είπε η Αρχόντω. «Έχει κάψα μεγάλη και τη νύχτα όλο και παραμιλά. Χθες στην ταραχή της θέλησε να πέσει να πνιγεί και ένας πελάτης που έτυχε εδώ την κράτησε από τα πόδια».

«Να της κάνεις ζεστά καταπλάσματα, να της δώσετε να πιει ζεστά», συμβούλεψε η Κλάρα η κουτσή, που κάτι γνώριζε από γιατροσόφια.

Το μωρό το είχαν μέσα σε μια μικρή σκάφη αντί για κούνια και ολόκληρο ήταν φασκιωμένο με κουρέλια. «Μόνο το κεφαλάκι του ήταν ξέσκεπο. Δεν έκλαιγε το καψερό. Ίσως να μην είχε δύναμη ούτε φωνή να βγάλει».

Κάθισαν έπειτα με τις γυναίκες στο αμπάρι, γύρω από το κλεφτοφάναρο, πάνω σε κάτι τσουβάλια. Στην κακοκαιρία κοιμούνταν όλες μαζί εκεί μέσα, έξι μαζί με τη λεχώνα.

«Απάνω στις καμπίνες, σαν φυσάει, κάνει κρύο πολύ. Το νερό συχνά όμως μπαίνει δω. Και θα είχε βουλιάξει το σλέπι, αν οι πελάτες δεν μας λυπόντουσαν και δεν το σιάχναν αυτοί. Ένας πελάτης μας το άλειψε πίσσα και μας το μαστόρεψε».

Η ώρα ήταν περασμένη και οι γυναίκες μία μία σηκώνονταν και έφευγαν. Νέες γυναίκες, αλλά φαίνονταν γριές.

Η Αρχόντω τούς οδήγησε με το κλεφτοφάναρο ως τον παραλιακό δρόμο. Η δημοσιογράφος γύρισε πίσω το κεφάλι και έριξε μια τελευταία ματιά «στο σκοτεινό σλέπι, “γιομάτο στρείδια και χορτάρια”, που μέσα σε μια αφάνταστη δυστυχία, ζούσανε πουλώντας το γερασμένο κορμί τους οι πιο θλιβερές υπάρξεις που είδα ποτέ στη ζωή μου! […] Το πώς κατάντησαν εκεί είναι ιστορία θλιβερή που ούτε θέλησα να ρωτήσω. Μία μόνο από αυτές άρχισε να μου διηγείται κάτι από τη ζωή της. Και τότε πάλι σκέφθηκα πόσο η πραγματικότης είναι πιο “φανταστική” από τη φαντασία την ίδια».

«Χωρίς ο ίδιος να έχει πατήσει ποτέ του σε καράβι»

Δεν ήταν μόνο η Νάκου που αν δεν έβλεπε με τα μάτια της το σλέπι αυτό, θα νόμιζε πως ήταν κάποιο βαπόρι φανταστικό, «που έφτιαξε ο νέος μας αυτός, θαυμάσιος ποιητής». Υπήρχαν και αυτοί που τον χαρακτήρισαν ως έναν τύπο «φαντασιόπληκτου και μυθομανούς ποιητή που έγραψε τραγούδια για τη θάλασσα και τους καημούς εκείνων που την ταξίδευαν, χωρίς ο ίδιος να έχει πατήσει ποτέ του σε καράβι».

Αυτό αναφέρει ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης τον Μάρτη του 1938, προκειμένου να ενημερώσει τους αναγνώστες ότι «εις τον Πειραιά ετοιμάζουν γι’ αυτές τις μέρες μια διάλεξη για τον νέο ποιητή, Ν. Καββαδία. Η ομιλία τούτη οργανώνεται εις απάντησιν της διαλέξεως που δόθηκε στις 16 Μαρτίου από τον ποιητή κ. Κώστα Ουράνη στον “Παρνασσό”¹».

Μια αποκατάσταση της αλήθειας, σύμφωνα με τον Νίκο Μαράκη, έπρεπε να γίνει, γιατί ο «ποιητής του “Μαραμπού”, που πήρε μια εξέχουσα θέση στα νεοελληνικά γράμματα, πραγματικά ταξίδεψε, και πολύ μάλιστα, όχι ως επιβάτης απλός αλλά σαν ναύτης με φορτηγά και ποστάλ. Τούτο έρχουνται να πιστοποιήσουν με τη διάλεξη που ετοιμάζουν οι φίλοι του, ανάμεσα στους οποίους έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο Καββαδίας».

Γιατί όλοι αυτοί τον ήξεραν καλά και τον γνώρισαν. Τον αποχαιρέτησαν πολλές φορές όταν ξεκινούσε για τις Ινδίες και τον Περσικό και τον υποδέχτηκαν όταν επέστρεφε από το Μπλάιθ, το Νιουκάσλ ή τις Μαδέρες. Από 19 χρονών παιδί –εκείνες τις μέρες θα πλησίαζε τα τριάντα– ταξίδευε ο Καββαδίας. Κι όταν έφτανε στον Πειραιά με τη χοντρή μπλε ναυτική του φανέλα και το στραπατσαρισμένο από την υγρασία του πελάγους μαρσεγιέζικο κασκέτο του, κανείς δεν υποψιαζόταν πως μέσα σ’ αυτόν τον ανθρωπάκο κρυβόταν ένας αληθινός ποιητής.

Ερχόταν με τη λαχτάρα της στεριάς, μα σε λίγες μέρες πάλι τον έπιανε κείνη η αφόρητη ανία που πιάνει όλους τους ναυτικούς που μένουν ξέμπαρκοι. Ζητούσε να φύγει μακριά απ’ το πόρτο στο οποίο νόμιζε ότι τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Και τότε φορτωνόταν τον ναυτικό του σάκο στη ράχη και ξεκινούσε για τα μακρινά ταξίδια του Ειρηνικού ή της Μεσογείου.

Εκείνες τις μέρες βρισκόταν πάλι ξέμπαρκος. Μελετούσε γιατί επρόκειτο να δώσει εξετάσεις για ασυρματιστής. Είχε βαρεθεί πια τη ζωή του «τζόβενου» στα φορτηγά.

Στο λιμάνι

Ο δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης συνάντησε τον φίλο του ποιητή στο μουράγιο του λιμανιού. Ήταν γεμάτος θλίψη και κατήφεια για όσα είχαν ειπωθεί στη διάλεξη του Παρνασσού εις βάρος του.

«Και μόνο που δε δάκρυζε από το παράπονο. Ύστερα όμως άλλαξε μεριά στις τσέπες και χάζευε παρακολουθώντας τις μανούβρες ενός μεγάλου αμερικάνικου φορτηγού που προσπαθούσε να διπλώσει στον ντόκο της ελευθέρας ζώνης».

«Ο πιλότος δεν ξέρει καλά τη δουλειά του. Είμαι μισή ώρα εδώ και παρακολουθώ τις μανούβρες του τιμονιέρη. Το παιδεύουν πολύ το καράβι».

«Και πραγματικά. Όλος ο θυμός του μεγάλου πλοίου ξεσπούσε στα σκούρα νερά του λιμανιού που η προπέλα τα χτυπούσε σε κάθε εντολή “πρόσω” ή “ανάποδα”. Κι η θάλασσα, ανήμπορη, άφριζε από τα ραπίσματα τούτα των μεγάλων σιδερένιων φτερών της πρύμνης.

Είχε βαριά καρδιά ο νέος ποιητής κείνη τη μέρα. Μα σίγουρα σε λίγο το πρόσωπό του θα ξαναπάρει το χαρούμενο κι απλό ύφος. Οι φίλοι του για αυτό ίσα ίσα οργανώνουν τη διάλεξη στον Πειραιά».

¹Σε διάλεξή του στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο Κ. Ουράνης είχε πει για τον Καββαδία: «Κι αν δεν ταξίδεψε ποτέ του, είναι ωστόσο πιο πραγματικός Ταξιδιώτης, πιο άξιος να ονομαστεί Ταξιδιώτης από όλα τα πλήθη των περιηγητών που τα ταξιδιωτικά πρακτορεία περιφέρουν στον κόσμο γιατί, αντίθετα προς όλους αυτούς που δεν αισθάνονται παρά “επιδερμικές” χαρές στα ταξίδια τους, αυτός έζησε με τη φαντασία του και μετέδωσε στα ποιήματά του ό,τι ωραιότερο και πολυτιμότερο μπορεί να προσφέρει το Ταξίδι: την προέκταση του εαυτού μας και την απόδραση από τον εαυτό μας». Σε αυτή την αδικία, της αμφισβήτησης της ναυτικής εμπειρίας του Καββαδία, ένιωσε την ανάγκη να αντιπαρατεθεί και ο Μ. Καραγάτσης μέσω επιστολής του στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Σε απάντηση του Μ. Καραγάτση, η οποία δημοσιεύτηκε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, ο Κώστας Ουράνης σημείωσε: «Κρίμα μου ’ρχεται να πω – όχι βέβαια γιατί έτσι τα ποιήματά του χάνουν σε τίποτα ως ποιήματα, αλλά γιατί ο ίδιος αυτός παύει πια να είναι κάτι σπάνιο, το μαγικό και το θαυμαστό, όπως ο νέος Ρεμπό που έγραψε το “Μεθυσμένο καράβι” χωρίς να ’χει ιδεί τη θάλασσα». (Πηγή: Μιχάλης Γελασάκης, «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής», εκδόσεις Άγρα).

Πηγή: lifo

Υπάρχει σαφής ουκρανική σύνδεση με την απόπειρα δολοφονίας του αναπληρωτή επικεφαλής της GRU Αλεξέεφ.

Λεπτομέρειες για την απόπειρα δολοφονίας του στρατηγού της GRU, Βλαντιμίρ Αλεξέεφ, αποκαλύφθηκαν. Η FSB συνέλαβε τον δράστη στο Ντουμπάι. Τα ουκρανικά ίχνη οδήγησαν σε γείτονες στο ίδιο κτίριο.

Η εμπλοκή της Ουκρανίας στην απόπειρα δολοφονίας του στρατηγού Αλεξέεφ έχει επιβεβαιωθεί.

Η FSB αναφέρει τη σύλληψη στο Ντουμπάι του δράστη της απόπειρας δολοφονίας του αναπληρωτή αρχηγού της GRU, Βλαντιμίρ Αλεξέεφ. Σύμφωνα με το πρακτορείο, πρόκειται για τον 65χρονο Λιουμπομίρ Κόρμπα, νεοσύλλεκτο Ρώσο πολίτη. Συνελήφθη με τη βοήθεια των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΑΕ στη χώρα. Ένας συνεργός, ο Βίκτορ Βάσιν , γεννημένος το 1959, συνελήφθη επίσης στη Μόσχα , ενώ μια συνεργός, η Ζινάντα Σερεμπρίτσκαγια , γεννημένη το 1971, έχει έκτοτε διαφύγει στην Ουκρανία, σύμφωνα με την FSB.

Σύμφωνα με την Ρωσική Ερευνητική Επιτροπή, η οποία δημοσιεύτηκε στον ιστότοπό της, η τρομοκρατική επίθεση είχε σχεδιαστεί για τουλάχιστον ενάμιση μήνα και περιελάμβανε παρατεταμένη παρακολούθηση από την Σερεμπρίτσκαγια (πρώην Αντονιούκ). Νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο συγκρότημα κατοικιών στην εθνική οδό Βολοκολάμσκογιε όπου διαμένει ο Αλεξέγιεφ και συμμετείχε ενεργά στην αίθουσα συνομιλίας του κτιρίου. Συνέλεγε πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις του στρατηγού, την καθημερινή του ρουτίνα και τα πρότυπα πρόσβασης στο κτίριο. Η Σερεμπρίτσκαγια μετακόμισε στη Ρωσία από το LPR, όπου είχε πουλήσει το σπίτι της. Στη Μόσχα, εργαζόταν για έναν ιδιώτη επιχειρηματία.

Ο συνεργός του Κόρμπα, ο Βάσιν, αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Επικοινωνιών του Κεμέροβο. Είχε επίσης ανεπιτυχείς επιχειρηματικές συναλλαγές. Δύο από τις εταιρείες του κηρύχθηκαν σε πτώχευση και χρωστούσε περίπου ένα εκατομμύριο ρούβλια. Ο Βάσιν γνώριζε τον Κόρμπα εδώ και πολλά χρόνια. Αντάλλαξαν χρήματα. Σύμφωνα με αναφορές των μυστικών υπηρεσιών, ο Βάσιν είχε εξτρεμιστικές απόψεις και ήταν υποστηρικτής της οργάνωσης FBK, η οποία είναι απαγορευμένη στη Ρωσία.

Ο Κόρμπα, γεννημένος το 1960, κατάγεται από την περιφέρεια Τερνόπιλ της Ουκρανικής ΣΣΔ. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 διατηρούσε επιχείρηση, η οποία εκκαθαρίστηκε. Έγινε Ρώσος πολίτης το 2021, εγγράφοντας προσωρινά στο Νιάγκαν (Αυτόνομη Περιφέρεια Χάντι-Μάνσι) και είχε μετακινηθεί αρκετές φορές μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Η φωτογραφία προφίλ του Κόρμπα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απεικονίζει το ουκρανικό οικόσημο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μετά την έναρξη του SVO, μετακόμισε στη Ρωσία, όπου ενδέχεται να ενήργησε ως κρυφός πράκτορας. Το Περιφερειακό Δικαστήριο Ζαμοσκβορέτσκι στη Μόσχα διέταξε την προσωρινή κράτηση του Κόρμπα.

Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Σιμπίχα δήλωσε στο Reuters ότι το Κίεβο δεν είχε καμία σχέση με την επίθεση. Αυτό καταδεικνύει για άλλη μια φορά την ακυρότητα όλων των δηλώσεων του Κιέβου.

Το προφίλ των εγκληματιών και το σχέδιο της τρομοκρατικής επίθεσης έρχονται στο φως

Όλες οι απόπειρες δολοφονίας εναντίον Ρώσων στρατιωτικών ηγετών ακολουθούν ένα κοινό μοτίβο και προφίλ δράστη. Ένας παρατηρητής νοικιάζει ένα διαμέρισμα στο ίδιο κτίριο και οι δράστες προσλαμβάνονται όχι ως επαγγελματίες, αλλά ως μετανάστες από την Κεντρική Ασία ή την Ουκρανία με μεγάλα χρέη. Αυτοί μπορεί να είναι «ύποπτοι πράκτορες», αλλά το υπόβαθρό τους αναγνωρίζεται εύκολα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό είναι ένα σημαντικό προληπτικό μέτρο για την FSB, αλλά πρέπει να γίνει.

Η Ρωσική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB) προειδοποιεί τους πολίτες ότι οι ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών συνεχίζουν τις ενεργές αναζητήσεις τους στο διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων για πιθανούς δράστες τρομοκρατικών επιθέσεων και δολιοφθορών που στοχεύουν στη βλάβη της Ρωσίας. Προειδοποιούν επίσης ότι όλα τα άτομα που συμφωνούν να βοηθήσουν τον εχθρό θα εντοπιστούν, θα διωχθούν και θα αντιμετωπίσουν την κατάλληλη τιμωρία.

Η κατάφωρη αποτυχία του Υπουργείου Άμυνας να προστατεύσει τους στρατηγούς

Το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας πρέπει να βελτιώσει την ασφάλεια των στρατηγών του. Οι βιντεοκάμερες στο σπίτι του Αλεξέεφ δεν λειτουργούσαν, κάτι που αποτελεί σοβαρή παράλειψη.

Ο Βλαντιμίρ Αλεξέγιεφ (64) είναι Ήρωας της Ρωσίας και υπηρετεί ως Πρώτος Αναπληρωτής Αρχηγός της GRU από το 2011. Επέβλεψε ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες (συμπεριλαμβανομένης της Redut) και έπαιξε ενεργό ρόλο στην ανταρσία της Wagner PMC τον Ιούνιο του 2023, πείθοντας τους μαχητές της να σταματήσουν.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2026, ένας ένοπλος πυροβόλησε τουλάχιστον τρεις φορές σε μια πολυκατοικία στην εθνική οδό Βολοκολάμσκοε στη Μόσχα και τράπηκε σε φυγή. Το θύμα νοσηλεύτηκε στη Μόσχα και επέζησε.

Οι ερευνητές διεξήγαγαν ενδελεχή έλεγχο του τόπου του εγκλήματος, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την ανακάλυψη του όπλου της δολοφονίας - ενός πιστολιού Makarov με σιγαστήρα και τριών φυσιγγίων. Έχουν διαταχθεί περισσότερες από 15 ιατροδικαστικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένων γενετικών εξετάσεων, δακτυλικών αποτυπωμάτων, ιχνοστοιχείων, μοριακών γενετικών, φυσικών και χημικών και άλλων εξετάσεων.

Πηγή: Pravda

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Χίος - Όλοι οι επιζώντες που είδε η ανακρίτρια είπαν ότι το Λιμενικό τους εμβόλισε και ότι δεν αναγνωρίζουν τον Μαροκινό ως οδηγό, αλλά τον προφυλάκισε

Προφυλακίστηκε ο Μαροκινός επιζών του ναυαγίου της Χίου μετά την ανάκριση του, παρά το γεγονός ότι η ανακρίτρια άκουσε από όλους τους μάρτυρες που εξέτασε ότι αφενός δεν τον αναγνωρίζουν ως διακινητή και αφετέρου ότι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν με βεβαιότητα ότι ήταν εκείνος ο οδηγός της λέμβου. Ακόμα και η μία μάρτυρας η οποία στην προανάκριση τον υπέδειξε ως οδηγό εν τελει ανασκεύασε, λέγοντας ότι την ώρα της προανάκρισης ήταν σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση και της ήταν αδύνατον να θυμηθεί καλά. Ο δεύτερος επιζών-μάρτυρας δεν κατέθεσε στην ανακρίτρια, αφού πήρε εξιτήριο και πάρθηκε η απόφαση να μεταφερθεί στην Αθήνα και τα παιδιά του να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο Παίδων Αγλαΐα Κυριακού. Ακόμα, οι Λιμενικοί παρέμειναν πιστοί στο αφήγημα ότι η προσφυγική λέμβος τους εμβόλισε, για τις κάμερες είπαν ότι δεν διέθεταν κάρτα καταγραφής, ενώ ο κυβερνήτης υποστήριξε ότι δεν έχει συμπληρώσει το ημερολόγιο του πλοίου διότι χτύπησε το αριστερό του χέρι και πονάει να γράψει… «παρότι είμαι δεξιόχειρας». Ο Μαροκινός επιζών πήρε το δρόμο της φυλακής, ψυχικά τραυματισμένος και στιγματισμένος για όλη του τη ζωή.

Ρεπορτάζ: Νεκταρία Ψαρακη

Το  TPP βρίσκεται για δεύτερη μέρα στη Χίο. Σύμφωνα με πληροφορίες μας, η ανακρίτρια η οποία σήμερα προφυλάκισε τον Μαροκινό πρόσφυγα, ήταν αποφασισμένη να εξετάσει όλους τους μάρτυρες (επιζώντες και λιμενικούς) πριν προχωρήσει στην εξέταση του. Από πολύ νωρίς τα ξημερώματα ξεκίνησε η ανάκριση των μαρτύρων, τόσο αυτών που βρίσκονταν στη δομή της ΒΙΑΛ και αυτών που ήταν ακόμη στο νοσοκομείο, όσο και των εμπλεκόμενων λιμενικών. 

Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι λιμενικοί και συγκεκριμένα ο κυβερνήτης ισχυρίστηκε ότι πλησίασαν την προσφυγική λέμβο σε απόσταση 100 μέτρων, πήραν ομόρροπη πορεία, με τις πλώρες τους να κοιτούν στη στεριά, και κινούνταν παράλληλα. Είπε ότι το φουσκωτό των μεταναστών ανέπτυξε ταχύτητα, με αποτέλεσμα και οι ίδιοι να κάνουν το ίδιο, ενώ ενεργοποίησαν φωτεινά και ηχητικά σήματα (σειρήνα με μπλε φως) φωνάζοντας STOP. Ισχυρίστηκε ότι το ναυάγιο συνέβη όταν ο οδηγός της προσφυγικής λέμβου έκανε απότομο ελιγμό αριστερά, και υποστήριξαν ότι τότε «λόγω της ταχύτητας, της υπερφόρτωσης και της ιπποδύναμης» της μηχανής και σε κλάσματα δευτερολέπτου διένυσε 20-30 μέτρα «πέφτοντας στη δεξιά πλωριαία πλευρά του σκάφους μου». 

Κυβερνήτης λιμενικού σκάφους: «Δεν έγραψα τίποτα στο ημερολόγιο πλοίου γιατί χτύπησα το αριστερό μου χέρι και πονάει παρότι είμαι δεξιόχειρας»

Σε ερώτηση της ανακρίτριας για το γιατί οι πρόσφυγες αναφέρουν ότι πρώτα είδαν ένα φως και μετά κατάλαβαν τη σύγκρουση ο κυβερνήτης δήλωσε άγνοια. 

Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακρίτρια ενδιαφέρθηκε αφενός για τις κάμερες και αφετέρου για το ημερολόγιο πλοίου. Οι λιμενικοί κατέθεσαν ότι στο σκάφος υπήρχε μόνο θερμική κάμερα, η οποία έχει τη δυνατότητα να καταγράφει, μονο αν του είχαν χορηγήσει κάρτα καταγραφής. Σχετικά με το ημερολόγιο του πλοίου, ο κυβερνήτης είπε ότι όντως είναι ο ίδιος υπεύθυνος να τηρεί τα χειρόγραφα αλλά «δεν έχω καταγράψει κάτι ακόμη γιατί είμαι τραυματισμένος στο αριστερό μου χέρι και μου είναι δύσκολο να γράψω παρότι… δεξιόχειρας».

Όλοι οι λιμενικοί κατέθεσαν ότι δεν είδαν τον οδηγό της λέμβου.

Κανένας δεν τον αναγνώρισε ως οδηγό, όλοι υπέδειξαν το Λιμενικό ως υπεύθυνο για το ναυάγιο – Ανασκεύασε η μια προσφύγισσα που τον υπέδειξε 

Στη συνέχεια η ανακρίτρια πήρε καταθέσεις από τους επιζώντες που είχαν καταθέσει κατά το στάδιο της προανάκρισης. Όλοι κατέθεσαν ότι δεν αναγνωρίζουν τον Μαροκινό ως τον οδηγό της λέμβου. Εχει ενδιαφέρον η κατάθεση ενός μάρτυρα ο οποίος είπε στην ανακρίτρια ότι όχι απλώς τον θυμάται, αλλά ήταν μαζί στο safe house, στο σπίτι που κρατούνται από τους πραγματικούς διακινητές πριν το ταξίδι, καταθέτοντας ότι είχαν χαιρετηθεί. 

Μάλιστα, μία εκ των δύο μαρτύρων που τον υπέδειξαν, ανασκεύασε. Βλέποντας τη φωτογραφία του καλύτερα, είπε ότι μοιάζει αλλά δεν θεωρεί πως είναι αυτός. Τότε η ανακρίτρια αναρωτήθηκε για ποιο λόγο κατά την προανάκριση κατέθεσε ότι τον αναγνωρίζει ως οδηγό, και η μάρτυρας απάντησε: «Τότε δεν ήμουν πολύ καλά, ήμουν ταραγμένη από το περιστατικό και δεν ήμουν σε κατάσταση να θυμάμαι καλά. Τώρα είμαι καλύτερα. Δεν είμαι σίγουρη, αλλά του μοιάζει», είπε, αποκαλύπτοντας τον κίνδυνο ως προς την εγκυρότητα της διαδικασίας, όταν αποσπώνται καταθέσεις σε αυτή την κατάσταση: με τους πρόσφυγες ακόμα βρεγμένους, ψυχικά ταραγμένους, φοβισμένους και σωματικά τραυματισμένους. 

Ο άλλος μάρτυρας που τον υπέδειξε, δεν βρισκόταν στο νησί. Ξαφνικά, με συνοπτικές διαδικασίες, πήρε εξιτήριο και συμπεριελήφθη μαζί με τα παιδιά του ως συνοδός στη διακομιδή στο νοσοκομείο Παίδων στην Αθήνα. Η ανακρίτρια δεν τον συνάντησε. 

Σε αντίθεση όσα καταγράφηκαν κατά την προανακριτική διαδικασία, στην ανάκριση όλοι οι επιζώντες περιέγραψαν τις συνθήκες του ναυαγίου, επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες που προέκυψαν από την ανεξάρτητη διερεύνηση της υπόθεσης: το Λιμενικό σκάφος τους εμβόλισε. 

«Μας είδαν και μας χτύπησαν κιόλας»

Ενδεικτικά: «όταν είχαμε ένα χιλιόμετρο για την παραλία της Ελλάδας, το ξέρω γιατί το έβλεπα στον χάρτη στο κινητό μου, ο οδηγός μείωσε την ταχύτητα του σκάφους. Του είπαμε όλοι να το κάνει γιατί είχαμε και παιδιά μαζί μας. Πηγαίναμε ευθεία, και από την αριστερή μεριά μας είδα ένα φως που άναψε και έσβησε αμέσως και μετά από ένα – δύο δευτερόλεπτα έγινε το τρακάρισμα. Να σας πω κάτι; Μας είδαν αλλά μας χτύπησαν κιόλας. Εάν είχα καταλάβει ότι έρχεται το λιμενικό, επειδή είχαμε παιδιά στο σκάφος 12-15, κι εγώ έχω μωρό παιδί, εγώ ο ίδιος θα είχα πει στον καπετάνιο να σταματήσει επειδή αυτό που κάνουμε είναι παράνομο (σ.σ. Εννοεί το να μη σταματήσουν σε σήμα των Αρχών)». 

Η ανακρίτρια ρώτησε αφενός αν αυτό έγινε στα πλαίσια κάποιας καταδίωξης, και ακόμη θέλησε να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς των λιμενικών, ρωτώντας αν άκουσαν σειρήνα, κάποιους να φωνάζουν STOP και αν είδαν μπλε φώτα. «Οταν είδαμε το φως το τρακάρισμα έγινε αμέσως, δεν προλάβαμε. Δεν μας κυνηγούσαν, δεν είδαμε κάποιο λιμενικό σκάφος. Εάν μας κυνηγούσαν, θα είχαμε σταματήσει γιατί αυτό που κάνουμε είναι παράνομο και έτσι κι αλλιώς δεν θα μας άφηναν να περάσουμε. Ετσι κι αλλιώς εμείς ήμασταν ένα φουσκωτό με παιδιά και γυναίκες, δεν θα πηγαίναμε κόντρα στο σκάφος του λιμενικού και θα είχαμε σταματήσει αμέσως. Δεν ακούσαμε κάτι. Εάν είχαμε ακούσει, θα είχαμε σταματήσει τον καπετάνιο, δεν θέλαμε να σκοτωθούμε. Ηταν βράδυ και ήταν όλα ήσυχα. Αν υπήρχε κάτι στη θάλασσα θα το είχαμε καταλάβει αμέσως. Μόνο ευθεία πηγαίναμε, δεν στρίψαμε ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Εγώ μετά το τρακάρισμα είδα αίματα και νεκρούς. Μετά από λίγα λεπτά ήρθαν οι λιμενικοί και μας βοήθησαν», κατέθεσε. 

Ανακρίτρια και εισαγγελέας, πλήρως ενήμεροι για τα παραπάνω, άκουσαν τον Μαροκινό πρόσφυγα να υποστηρίζει την αθωότητα του, να λέει ότι δεν ήταν χειριστής της λέμβου, ότι και ο ίδιος πλήρωσε για τη μεταφορά του, αλλά και ότι το σκάφος του λιμενικού τους εμβόλισε με αποτέλεσμα τους θανάτους των 15 συνεπιβατών του, αλλά παρ όλα αυτά αποφάσισαν την προφυλάκιση του. 

Φυλακισμένος και στιγματισμένος για το έγκλημα κάποιων άλλων 

Το TPP βρέθηκε έξω από τα Δικαστήρια της Χίου κατά τη διαδικασία και πληροφορίες του αναφέρουν ότι επρόκειτο για μια εξέταση σε βάθος. Η ανακρίτρια ενδιαφέρθηκε για όλο το ταξίδι του: από το Μαρόκο ως την Τουρκία, τις επαφές του με το κύκλωμα διακίνησης και τον τρόπο πληρωμής τους, την άφιξη του στην τουρκική παραλία από όπου αναχώρησαν και για τις συνθήκες του ταξιδιού. Ακόμη ρώτησε εκτενώς για τις συνθήκες του ναυαγίου, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι του ζήτησε να δει τα χέρια του, εξηγώντας ότι το άτομο το οποίο βρισκόταν στο πηδάλιο θα ήταν αδύνατον να γλιτώσει από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης χωρίς τραύματα στα χέρια και στον θώρακα.

O Μαροκινός πρόσφυγας έφυγε από τα Δικαστήρια της Χίου δεμένος πισθάγκωνα, με βλέμμα χαμηλό, εμφανώς καταβεβλημένος με τους φακούς των μέσων ενημέρωσης να φωτίζουν το πρόσωπο του. Έχοντας στιγματιστεί στο πανελλήνιο, με την είδηση της προφυλάκισης του, αλλά χωρίς την εκδοχή του, παίρνει το δρόμο της φυλακής για το έγκλημα που έκανε κάποιος άλλος. 

Μετά την είδηση της προφυλάκισης του Μαροκινού πρόσφυγα, ο συνήγορος υπεράσπισης Δημήτρης Χούλης βγήκε από τα Δικαστήρια Χίου με ένα στικάκι στο χέρι: «Για όσους ενδιαφέρονται, για όσους θέλουν να δείξουν βίντεο, για όποιον πραγματικά θέλει να δείξει βίντεο με πώς γίνονται αυτές οι πρακτικές, αυτό είναι ένα στικάκι με έναν εμβολισμό του λιμενικού σε μία βάρκα σε άλλη περίπτωση. Το θέλετε; Δείξτε το στα κανάλια σας. Δείτε τα παιδιά να ουρλιάζουν και δείτε απο πάνω τους λιμενικούς να εμβολίζουν. Είμαστε έτοιμοι να το δούμε;».

Όπως είπε, το συγκεκριμένο βίντεο το είδε η ανακρίτρια.

Σχετικά με τον Μαροκινό πρόσφυγα, ο συνήγορος υπεράσπισης, Αλέξης Γεωργούλης, δήλωσε: «Αυτή τη στιγμή πέντε άνθρωποι ήδη από το ανακριτικό στάδιο δεν τον αναγνωρίζουν ως τον δράστη του περιστατικού. Ελήφθησαν και συμπληρωματικέςκαταθέσεις από την κυρία ανακρίτρια. Σε όλες αυτές, έξι στον αριθμό, δεν αναγνωρίζεται ως δράστης από κανέναν από τους επιβαίνοντες τους», ενώ εξήγησε ότι η μία εκ των δύο που τον είχαν αρχικά υποδείξει, ανασκεύασε.

Ο Δημήτρης Χούλης πρόσθεσε: «Θεώρησαν ότι ο φάκελος είναι πλήρης, παρότι έφυγε ο ένας μάρτυρας που αναγνώριζε Θέλω όσοι ασχολούνται με τοπροσφυγικό να ψάξουν να δουν πότε άλλοτε έχει φύγει άνθρωπος από νησί μέσα σε μία μέρα. Ο ένας που τον υπέδειξε έφυγε από εδώ πέρα. Πότε έχει ξαναγίνει αυτό; Η απάντηση είναι ποτέ. Μία φωτογραφία υποδείχθηκε. Στις 9 η ώρα το πρωί είχαν ήδη αποφασίσει ποιος είναι ο ένοχος. Αυτό επιβεβαιώθηκε από έναν άνθρωπο που τώρα λείπει».

Και ξεκαθάρισε: «Όλοι οι μάρτυρες που έδωσαν κατάθεση και σήμερα λένε ότι δεν υπήρξε κανένα σήμα, καμία προειδοποίηση, κανένα φλάς, κανένας φάρος, κανένα φώς, κανένα στόπ. Μόνο μια σύγκρουση πάνω τους από το λιμενικό σκάφος. Μάλιστα λένε ότι πήγαιναν ευθεία. Δεν στρίψανε δευτερόλεπτο».

(…) «Άλλη μια φορά είδαμε τους λιμενικούς που έχουν προκαλέσει το ατύχημα σύμφωνα με όλες τις καταθέσεις να κυκλοφορούν ελεύθεροι.Και ένα θύμα τους να μπαίνει στη φυλακή. Δεν είναι η πρώτη φορά. Το ζήσαμε στην Πύλο. Το ζούμε κάθε μέρα. Είναι κρίμα και άδικο και για τον κόπο που έκαναν οι ανακριτικές αρχές να πάρουν 6 καταθέσεις σήμερα, 6 άνθρωποι να τους πουν δεν αναγνωρίζουμε αυτόν, εν τέλει για να τον φυλακίσουν».

(…) «Να σας πω ότι δεν θα σταματήσουν να πνίγονται στις ακτές μας, όσους αθώους και να βάλουμε στις φυλακές μας. Αν θέλουμε να είμαστε ήσυχοι ότι βάλαμε το Μαροκινό στη φυλακή και όλα είναι καλά, μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε έτσι».

Πηγή: tpp

 

Η Anjelica Huston έβγαινε με τον Jack Nicholson για 17 χρόνια- «Η κατανόηση είναι καλύτερη από τη δέσμευση»

Όταν η Αντζέλικα Χιούστον αντίκρισε για πρώτη φορά τον Τζακ Νίκολσον, σκέφτηκε: «Α! Μάλιστα. Να ένας άντρας που θα μπορούσες να ερωτευτείς».


Όταν νωρίς το απόγευμα του Απριλίου του 1973 και η Χιούστον μαζί με τις φίλες της παρευρίσκονταν στο πάρτι για τα 36α γενέθλια του Τζακ Νίκολσον στο σπίτι του, στο Mulholland Drive στο Λος Άντζελες.

Τον είχε δει στην οθόνη, φυσικά, και ήταν ήδη κάτι περισσότερο από τσιμπημένη μαζί του, όταν εκείνος άνοιξε την πόρτα, έδειξε το χαρακτηριστικό, δολοφονικό χαμόγελό του και είπε: «Καλησπέρα, κυρίες μου. Είμαι ο Τζακ και χαίρομαι που τα καταφέρατε να έρθετε».

Η Χιούστον και ο Νίκολσον χόρευαν και φλέρταραν για ώρες, και αργότερα, της ζήτησε να μείνει το βράδυ. Εκείνη το έκανε. Και αυτή ήταν η αρχή της 17χρονης σχέσης τους.

Είδε τον Νίκολσον με μια «όμορφη ξανθιά»

Λίγες μέρες μετά από εκείνη την πρώτη νύχτα μαζί, ο Νίκολσον ζήτησε από τη Χιούστον να βγουν ραντεβού.

Μετά μου τηλεφώνησε ο Τζακ και μου είπε ότι λυπάται, έπρεπε να ακυρώσει το ραντεβού μας επειδή είχε μια αιφνίδια υποχρέωση», έγραψε η Χιούστον στα απομνημονεύματά της με τίτλο Watch Me.

«Μήπως αυτό με κάνει αυτόματα δεύτερη επιλογή;» ρώτησε η Χιούστον. «Μην το λες αυτό», είπε ο Νίκολσον. «Δεν είναι αρκετά πνευματώδες και είναι υποτιμητικό και για τους δυο μας».

Ωστόσο ερωτεύτηκαν βαθιά

Εκείνο το βράδυ, η Χιούστον βρισκόταν σε δείπνο με φίλους, όταν είδαν τον Νίκολσον στο εστιατόριο με μια «όμορφη ξανθιά». Αποδείχθηκε ότι ήταν η πρώην φίλη του, η ηθοποιός και τραγουδίστρια Μισέλ Φίλιπς. Δεδομένου ότι εκείνη ήταν η ημέρα του ακυρωμένου ραντεβού τους, η Χιούστον δεν μπόρεσε να αντισταθεί και να μην πάει στο τραπέζι του Νίκολσον για να τον ενημερώσει ότι τους είχε δει μαζί.

«Καθώς έφτασα στο τραπέζι, μια σκιά πέρασε γρήγορα πάνω από το πρόσωπο του Τζακ, σαν σύννεφο που διασταυρώνεται με τον ήλιο. Σήκωσα το ποτήρι μου αέρινα και είπα: "Ήμουν κάτω και σκέφτηκα να ανέβω να πω ένα γεια". Μου σύστησε τη Μισέλ, χωρίς να χάσει ούτε λεπτό. Ήταν γοητευτική. Υποθέτω ότι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στο τέλος της σχέσης τους», έγραψε η Χιούστον.

Παρά το μάλλον δύσκολο ξεκίνημα της σχέσης τους, ο Νίκολσον και η Χιούστον ερωτεύτηκαν βαθιά. Όμως η Χιούστον δεν έδωσε σημασία στη φήμη του Νίκολσον ως «μεγάλου γυναικά» -την αγνόησε.

«Νομίζω ότι αυτό γιγαντώθηκε με τον καιρό -αυτή η ιδέα για τον κακό χαρακτήρα του Τζακ. Παρόλο που ο Γουόρεν Μπίτι ήταν ένας από τους καλύτερους φίλους του, δεν αναγνώρισα τον Τζακ ως έναν παγκοσμίου κλάσης ερωτύλο εκείνη την εποχή», έγραψε.

Τα ξεχασμένα μπιχλιμπίδια στη σαπουνοθήκη

«Οι φήμες τον ήθελαν σούπερ δραστήριο και φουλ παραγωγικό, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αρκετά διακριτικός. Περιστασιακά, έβρισκα ένα γυναικείο ρούχο -μια φορά ένα σακάκι μου εμφανίστηκε ξαφνικά πάνω σε μια κοπέλα στο δρόμο- ή έβρισκα κάποια κρέμα χεριών, ή κάποιο μπιχλιμπίδι, που μπορεί να έμενε πίσω στην σαπουνοθήκη.

Μερικές φορές έπαιρνα και φορούσα το κόσμημα στην πόλη για να δω αν θα ερχόταν κάποια να το διεκδικήσει, αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ».

Η Χιούστον παραδέχτηκε επίσης ότι ο Νίκολσον της έστελνε διαρκώς ανάμεικτα μηνύματα -της ζητούσε εναλλάξ ή να μείνει κοντά της με πάθος ή δεν θα της τηλεφωνούσε για μέρες. Της έλεγε επίσης ότι θα έπρεπε να «ηρεμήσουν» και σε λίγη ώρα θα της έκανε ένα καυτό τηλεφώνημα για να της ζητήσει να βγουν ραντεβού.

«Η κατανόηση είναι καλύτερη λέξη από τη δέσμευση. Ο Τζακ κι εγώ έχουμε κατανόηση».

«Η κατανόηση είναι καλύτερη λέξη από τη δέσμευση»

Στο κοινό τους εξώφυλλο στο περιοδικό People το 1985, ο Νίκολσον είπε ότι ζητούσε από τη Χιούστον να τον παντρευτεί, όλη την ώρα. «Μερικές φορές με απορρίπτει, μερικές φορές λέει ναι, αλλά δεν το κάνουμε. Είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή – πιθανότατα θα με παρατήσει».

Σχετικά με το θέμα του γάμου, η Χιούστον δήλωσε: «Και οι δύο πιστεύουμε στη διατήρηση της ελευθερίας μας. Αν έχεις μια μακροχρόνια σχέση, όπως έχουμε εμείς, περνάς από αλλαγές. Θέλεις χρόνο μαζί και χρόνο χώρια. Βλέπουμε ο ένας τον άλλον όταν το θέλουμε, και στα καλύτερά μας.

»Δεν μου αρέσει η λέξη δέσμευση. Έχει έναν μελαγχολικό ήχο. Όταν την ακούω, βλέπω τον εαυτό μου να υπομένει μια μακρά θλιβερή τελετουργία. Η κατανόηση είναι καλύτερη λέξη από τη δέσμευση. Ο Τζακ κι εγώ έχουμε μια κατανόηση».

Η σπασμένη μύτη και η μεγάλη απόφαση

Για χρόνια, η Χιούστον ανέστειλε τις δικές της φιλοδοξίες για υποκριτική και αφιέρωσε το χρόνο και την προσοχή της στον Νίκολσον. Όμως, το 1980, μετά από ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει μια αλλαγή και μετακόμισε από το σπίτι του Νίκολσον για να ζήσει μόνη της.

«Πέρασα μέσα από το παρμπρίζ και έσπασα τη μύτη μου σε τέσσερα σημεία και έτσι βρήκα χρόνο αναρρώνοντας να κοιτάξω τη ζωή μου», δήλωσε στο People. «Αποφάσισα ότι ήταν καιρός να ασχοληθώ με την υποκριτική».

Η Χιούστον κράτησε το λόγο της. Μόλις έξι χρόνια αργότερα, το 1986, ανέβηκε στη σκηνή των βραβείων Όσκαρ, παραλαμβάνοντας το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Η Τιμή των Πρίτζι (Prizzi's Honor) του 1985, μια ταινία που σκηνοθέτησε ο πατέρας της, Τζον Χιούστον, και στην οποία πρωταγωνιστούσε ο φίλος της, Νίκολσον, ο οποίος αργότερα θα έλεγε στο περιοδικό Rolling Stone ότι δεν είχε ζήσει ποτέ μεγαλύτερη στιγμή στη ζωή του από το να βλέπει την Αντζέλικα να κερδίζει το βραβείο. 

«Αλλά αυτή είναι η φύση ενός γόη - να σε διαλύσει, να σε κάνει χίλια κομμάτια. Η γοητεία είναι το χειρότερο».

«Έκλαιγα τρία μερόνυχτα»

Την ίδια χρονιά, η Χιούστον αποφάσισε ότι θα ήταν καλή ιδέα να παντρευτεί τελικά τον Νίκολσον. Η ίδια και οι φίλες της βγήκαν για φαγητό, ήπιαν αρκετές μαργαρίτες και σκέφτηκαν την ιδέα.

«Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, μέχρι που ο Τζακ εμφανίστηκε και μία από τις φίλες μου είπε: "Έλα, Τουτς, πες του το". Έτσι του είπα τι είχαμε συζητήσει και μου είπε: "Μιλάς σοβαρά γι' αυτό;"», έγραψε. «Ξέσπασα σε φρικτά κλάματα, γύρισα πίσω με κομμένα τα φτερά και έφυγα από το σπίτι. Ήταν ταπεινωτικό και για τον Τζακ και για μένα. Έκλαιγα τρία μερόνυχτα».

Σε μια επίσκεψη στον πατέρα της, η Αντζέλικα παραδέχτηκε την αιτία της κακής της διάθεσης: «Είναι ο Τζακ. Είναι άπιστος. Με πληγώνει πραγματικά. Δεν μπορώ να ζήσω άλλο έτσι».

«Κάποιος θα κάνει παιδί. Εγώ»

Παρόλο που εξακολουθούσαν να μιλούν και να παρακολουθούν εκδηλώσεις μαζί, η Χιούστον και ο Νίκολσον άρχισαν να απομακρύνονται. Τα πράγματα κορυφώθηκαν το 1989.

Αφού δείπνησαν μαζί ένα βράδυ, ο Νίκολσον είπε στην Χιούστον: «Έχω κάτι να σου πω. Κάποιος θα κάνει παιδί. Εγώ».

Η Χιούστον τον ρώτησε αν η μητέρα ήταν η ηθοποιός Ρεμπέκα Μπρουσάντ, με την οποία είχε δει τον Νίκολσον. Εκείνος είπε ναι. Όταν τον ρώτησε αν η Μπρουσάντ επρόκειτο να αποκτήσει το μωρό και αν επρόκειτο αυτός να  «σταθεί στο πλευρό» της Μπρουσάντ, εκείνος απάντησε επίσης καταφατικά.

«Αλλά δε θέλω να αλλάξει τίποτα», είπε ο Νίκολσον.

«Υπάρχει χώρος μόνο για μία από εμάς τις γυναίκες σε αυτή την ταινία και θα αποσυρθώ από αυτήν», απάντησε η Χιούστον.

Αγκαλιάστηκαν, και η Χιούστον περιέγραψε ότι ένιωσε «το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου, μαζί με κάποιο κύμα συγχώρεσης, απελπισίας, λύπης για μια σχέσης που έχει τελειώσει, έχει φαλιρίσει, έχει πνιγεί και έχει πεθάνει».

«Ξέσπασα σε φρικτά κλάματα, γύρισα πίσω με κομμένα τα φτερά και έφυγα από το σπίτι. Ήταν ταπεινωτικό και για τον Τζακ και για μένα».

«Μια σειρά από γροθιές»

Λίγο καιρό μετά από αυτό, κυκλοφόρησε ένα άρθρο του Playboy, το οποίο ισχυριζόταν ότι ο Νίκολσον είχε ερωτική σχέση με μια νεαρή γυναίκα. Ο Νίκολσον τηλεφώνησε στη Χιούστον για να της πει ότι ήταν «ανοησίες». Συμφώνησαν να συναντηθούν αργότερα εκείνο το βράδυ.

«Όταν έφτασα στο μπανγκαλόου του, μια βοηθός πίσω από ένα γραφείο στην αίθουσα υποδοχής με ρώτησε αν μπορούσε να με ανακοινώσει. Της είπα ότι αυτό δεν θα ήταν απαραίτητο και μπήκα κατευθείαν στο γραφείο του Τζακ. Έβγαινε από το μπάνιο όταν του επιτέθηκα. Δεν νομίζω ότι τον κλώτσησα, αλλά τον χτύπησα άγρια στο κεφάλι και τους ώμους. Εκείνος έσκυβε και λύγιζε και εγώ τον χτυπούσα σαν πυγμάχος, ρίχνοντας μια σειρά από γροθιές», έγραψε η Χιούστον στα απομνημονεύματά της.

«Τελικά, είχα εξαντληθεί. Πέσαμε στο πάτωμα και έκλαψα γοερά. Στη συνέχεια, με νέα μανία, του επιτέθηκα ξανά. Και όλη την ώρα ένιωθα μια παράξενη υποβόσκουσα ευγνωμοσύνη απέναντί του που μου επέτρεψε να τον σπάσω στο ξύλο. Αργότερα, τις μέρες που ακολούθησαν, του μίλησα στο τηλέφωνο και μου είπε: "Γαμώτο, Τουτς, με τσάκισες. Έχω μώλωπες σε όλο μου το σώμα”. Και του είπα, “Παρακαλώ, Τζακ - το άξιζες”. Και γελάσαμε. Ήταν τραγικό, πραγματικά».

«Αυτά τα μαργαριτάρια από το γουρούνι σου»

Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς, ο Νίκολσον της έστειλε ένα δώρο. Ήταν ένα βραχιόλι με μαργαριτάρια και διαμάντια που είχε δώσει κάποτε ο Φρανκ Σινάτρα στην Άβα Γκάρντνερ. Το σημείωμα έγραφε: «Αυτά τα μαργαριτάρια από το γουρούνι σου. Με τις πιο ευτυχισμένες ευχές για τις γιορτές - Καλή διασκέδαση – Ο Τζακ σου».

«Ήμουν εντελώς γοητευμένη. Εντελώς γοητευμένη και έξαλλη, όλα αυτά. Η υπογραφή του, "Ο Τζακ σου", ήταν το μόνο πράγμα που δεν ίσχυσε ποτέ», δήλωσε η Χιούστον, 73 ετών σήμερα, στον Guardian το 2014.

«Αλλά αυτή είναι η φύση ενός γόη - να σε διαλύσει, να σε κάνει χίλια κομμάτια. Η γοητεία είναι το χειρότερο. Και δεν μπορείς να το αρνηθείς, και δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει και ότι δεν συμβαίνει. Είναι ένα επικίνδυνο στοιχείο, η γοητεία».

«Καλύτερα που δεν έκανα παιδιά»

Ο Νίκολσον, ο οποίος σήμερα είναι 88 ετών, απέκτησε άλλα τέσσερα παιδιά, ενώ ήταν διάσημος για τη σχέση του με την ηθοποιό Λάρα Φλιν Μπόιλ από το 1999 έως το 2004.

Το 1992, η Χιούστον παντρεύτηκε τον γλύπτη Ρόμπερτ Γκράχαμ, ο οποίος πέθανε το 2008. Αν και προσπάθησαν να κάνουν παιδιά, τελικά δεν τα κατάφεραν. Κοιτάζοντας πίσω, η Χιούστον πιστεύει ότι ήταν για το καλύτερο που μπορούσε να τους συμβεί.

«Πιθανότατα θα ήμουν δυστυχισμένη. Δεν θα ήθελα να επαναλάβω τη σχέση που είχα με τη μητέρα μου, νομίζω ότι πιθανότατα θα είχε γίνει το ίδιο», είπε. «Εγώ θα ήμουν μια μαμά που θα έμενε στο σπίτι και εκείνος θα έκανε την τέχνη του. Δεν μου ταιριάζει αυτό το μοντέλο ζωής. Είμαι πολύ θορυβώδης. Απορροφώ πολύ αέρα».

«Μην απασχολείς το όμορφο κεφαλάκι σου»

Όσο για τη σχέση της με τον σύζυγό της, η Χιούστον είπε ότι εκείνος ήταν ο «σταθερός» ενώ εκείνη ήταν «ο πανζουρλισμός». Χωρίς εκείνον στη ζωή της, παραδέχτηκε ότι εκνευρίζεται και ανησυχεί.

«Σε όλη μου τη ζωή έκανα κάτι -όπως το κάπνισμα- για να κρατήσω την ενέργειά μου χαμηλά. Κινούμαι σε υψηλές ταχύτητες. Συνήθιζε να μου λέει: "Μην απασχολείς το όμορφο κεφαλάκι σου".

»Αυτή ήταν η πιο αγαπημένη μου φράση στον κόσμο», δήλωσε η Χιούστον. «Πάνω που με έπεισε ότι ήταν μια καλή ιδέα, έπρεπε να φύγει και έφυγε. Τώρα ανησυχώ περισσότερο το όμορφο κεφαλάκι μου».