ενημέρωση 3:37, 5 August, 2026

Μετά το κάζο της Ferrari Luce ήρθε και η παραίτηση – Δεν πάει καλά αυτό

Το ηλεκτρικό στραβοπάτημα του πρώτου της EV έχει και συνέχεια. Αυτές είναι οι εξελίξεις από το ντόμινο στο Μαρανέλο

Ο Λούκα Ντι Μοντεζέμολο είναι κάτι σαν τον Νίκο Γκάλη για το ελληνικό μπάσκετ. Ακόμα κι αν δεν ξαναπιάσει πορτοκαλί μπάλα στα χέρια του, κάθε δήλωσή του μετράει. Ο Μοντεζέμολο είναι κάτι σαν επίτιμος της Ferrari. Αυτός που, όταν ήταν εν ενεργεία, όρισε την τροχιά της μάρκας επί δεκαετίες καθώς και πρώην στενός συνεργάτης του Εντσο Φεράρι. Όταν αυτός μιλάει, το Μαρανέλο ακούει.  Ε, μετά το έκτρωμα της Ferrari Luce, αυτό για το οποίο όλο το διαδίκτυο έβρασε από σχόλια, αποδοκιμασίες και θάψιμο, ο πρώην CEO της μάρκας βγήκε προ ημερών και είπε ότι η Luce δεν ανταποκρίνεται στα ιδανικά και σε ό,τι εκφράζει η μάρκα.

Προειδοποίησε, επίσης, ότι η μάρκα ρισκάρει να αποκαθηλώσει έναν ζωντανό θρύλο, φτάνοντας στο σημείο να προτείνει να αφαιρεθεί το γνωστό σήμα με το μαύρο άλογο από τη Luce.  Ταυτόχρονα, οι μετοχές της Ferrari έκαναν βουτιά άνω του 8% σε μία μόνο συνεδρίαση μετά τα αποκαλυπτήρια του νέου μοντέλου – σαφώς, μια αδυσώπητη ετυμηγορία της αγοράς για ένα από τα πιο πολύτιμα brandname της παγκόσμιας βιομηχανίας. Στο δε χορό της αμφισβήτησης μπήκε μέχρι και ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης, Mατέο Σαλβίνι, αμφισβητώντας το κόστος αγοράς του τετράθυρου μοντέλου, το οποίο ξεκινά από τα €550.000.  Δίκιο είχε ο Μοντεζέμολο.

Τέτοιο κύμα χλευασμού από λάτρεις της ταχύτητας αλλά και τους επενδυτές είναι άγνωστη υποδοχή για μία μάρκα που έχει συνηθίσει να λατρεύεται σαν τη Μαντόνα σε ρόδες. Η επικαιρότητα λέει ότι μία από τις τεκτονικές αλλαγές που διενεργούνται είναι και η παραίτηση, αυτές τις μέρες, του εμπορικού επικεφαλής της Ferrari, του Ενρίκο Γκαλιέρα. Ο άνθρωπος που σμίλευε την εμπορική εικόνα της Ferrari αποχαιρετά την εταιρεία, μόλις λίγες εβδομάδες μετά τα επεισοδιακά αποκαλυπτήρια του πρώτου της ηλεκτρικού. 

Ο Λούκα ντι Μοντεζέμολο (δεξιά), πρώην CEO της Ferrari, στα χρόνια που ήταν στενός συνεργάτης του Έντσο Φεράρι (Photo: Ferrari)

Στο τιμόνι επιστρατεύεται εσπευσμένα ένα πρώην στέλεχος της BMW, ο Μασιμιλάνο Ντι Σιλβέστρε, με αποστολή να επαναφέρει τη μάρκα σε σταθερή τροχιά. Η Ferrari, πάντως, αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε σύνδεση ανάμεσα στα πυρά της κριτικής και την αποχώρηση του Γκαλιέρα. Σύμφωνα με την εταιρεία, ο ίδιος είχε αποφασίσει να κλείσει αυτόν τον κύκλο εδώ και καιρό, δεχόμενος απλώς να παραμείνει στη θέση του μέχρι το λανσάρισμα της Luce, προτού ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του. Ο δε CEO, ο Βίνια, έπλεξε το εγκώμιο της προσφοράς του, παρουσιάζοντας την αλλαγή φρουράς ως μέρος της φυσικής εξέλιξης της μάρκας και όχι ως σπασμωδική αντίδραση.

Να περάσει, παρακαλώ, ο επόμενος: ο Μασιμιλιάνο Ντι Σιλβέστρε επιστρατεύτηκε από τη BMW Ιταλίας για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά

Όποιο κι αν είναι το παρασκήνιο, η επιλογή του αντικαταστάτη λέει πολλά. Ο Ντι Σιλβέστρε φέρνει μαζί του μια εμπειρία δύο δεκαετιών στην πρίμιουμ αγορά αυτοκινήτου, έχοντας «οδηγήσει» τη BMW Ιταλίας από το 2019. Ωστόσο, η κίνηση της Ferrari να στρατολογήσει τον εμπορικό της διευθυντή από έναν ανταγωνιστή, αντί να προαγάγει κάποιον εκ των έσω, αποτελεί σπάνιο φαινόμενο για τα δεδομένα της.

Τώρα, ο Ντι Σιλβέστρε κληρονομεί μια τιτάνια αποστολή: να πουλήσει μια ηλεκτρική, άσχημη Ferrari σε ένα πελατολόγιο που πληρώνει αδρά με μοναδικό σκοπό την αποκλειστικότητα και τον παραδοσιακό ήχο και δη σε μια χρονική συγκυρία που η ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα υψηλών επιδόσεων έχει «παγώσει». Η Ferrari επιμένει ότι το ενδιαφέρον για τη Luce παραμένει ισχυρό. Ωστόσο, οι επενδυτές δεν θα έχουν καθαρή εικόνα πριν τις 30 Ιουλίου, όταν η εταιρεία θα ανακοινώσει τα οικονομικά αποτελέσματα του δευτέρου τριμήνου. 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

48 ώρες στις Σπέτσες

Στο «Νησί των Αρωμάτων» επισκεπτόμαστε το Μουσείο Μπουμπουλίνας, βλέπουμε τα παλιά αρχοντικά και τα παραδοσιακά καρνάγια, κολυμπάμε στην Ερωτοσπηλιά, δοκιμάζουμε αμυγδαλωτά και ψάρι αλά σπετσιώτα

που και να έχουμε γεννηθεί, είτε έχουμε ταξιδέψει πολύ είτε όχι, υπάρχει ένα νησί το οποίο μοιάζει οικείο, ακόμα κι αν δεν το έχουμε δει ποτέ από κοντά. Οι Σπέτσες, λοιπόν, πρωταγωνιστούν διαχρονικά στα σχολικά μας βιβλία, καθώς είναι ταυτισμένες με την Επανάσταση: ήταν από τα πρώτα νησιά που ύψωσαν τη σημαία της, ο σπετσιώτικος στόλος συνέβαλε τα μάλα στον Αγώνα, ενώ η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα έμεινε στην ιστορία για τη συμμετοχή της σε πολεμικές επιχειρήσεις και πολιορκίες με την κορβέτα «Αγαμέμνων».

Η πρόσβαση στο νησί είναι εύκολη, είτε από τον Πειραιά, είτε οδικώς μέχρι την Κόστα και μετά με καραβάκι ή θαλάσσιο ταξί. Το καλό νέο είναι ότι στο νησί απαγορεύονται τα ιδιωτικά αυτοκίνητα, κάτι που, εκτός από την ηρεμία στην οποία συμβάλλει, βοηθά και στη συμπίεση του κόστους των ακτοπλοϊκών.

Πρώτη ημέρα

«Νησί των Αρωμάτων» («Isola delle Spezie») αποκαλούσαν, κατά τους μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους, οι Ενετοί ναυτικοί την κατάφυτη από πευκοδάση «Πιτυούσα» της αρχαιότητας, με τα αρώματα πιθανότατα να συνδέονται με τα αρωματικά φυτά του νησιού. Με το πέρασμα του χρόνου η ονομασία αυτή εξελληνίστηκε, για να φτάσουμε στο σημερινό όνομα «Σπέτσες».

Οι Σπέτσες εξελίχθηκαν σε έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας, προσελκύοντας επισκέπτες πλούσιους, ισχυρούς και διάσημους.

Κατά τον 18ο αιώνα οι Σπέτσες εξελίχθηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα ναυτικά και εμπορικά κέντρα της Ελλάδας, με τους κατοίκους να κατασκευάζουν μεγάλα εμπορικά πλοία και να οργώνουν τη Μεσόγειο, σωρεύοντας πλούτο και αποκτώντας σημαντική ναυτική εμπειρία.

 
48 ώρες στις Σπέτσες
 O Σωτήριος Ανάργυρος χρηματοδότησε την κατασκευή του ιστορικού Poseidonion Grand Hotel (1914), εμπνευσμένος από τα μεγάλα ξενοδοχεία της Ευρώπης. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Μετά την επιτυχία της Επανάστασης, στην οποία οι Σπέτσες έπαιξαν σημαντικό ρόλο, και με την εμφάνιση των ατμόπλοιων, η παραδοσιακή ναυτιλία του νησιού άρχισε να παρακμάζει. Το νησί έχασε την παλιά του ακμή και αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Καθοριστικό ρόλο στην αναγέννησή του έπαιξε ο Σωτήριος Ανάργυρος, ένας πλούσιος επιχειρηματίας με καταγωγή από τις Σπέτσες, που είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ανάργυρος επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, χρηματοδότησε την κατασκευή του ιστορικού Poseidonion Grand Hotel (1914), εμπνευσμένος από τα μεγάλα ξενοδοχεία της Ευρώπης, ίδρυσε, μαζί με τον Μαρίνο Κοργιαλένη, την Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή, έκανε έργα υποδομής και φρόντισε για την αναδάσωση του νησιού.

Χάρη στο «μαγικό άγγιγμα» του μεγάλου ευεργέτη, οι Σπέτσες εξελίχθηκαν σε έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας, προσελκύοντας επισκέπτες πλούσιους, ισχυρούς και διάσημους.

Φτάνοντας στο νησί καταλαβαίνει κανείς εύκολα τον λόγο για τον οποίο εξακολουθεί να γοητεύει –εκτός από «ταπεινούς» ταξιδιώτες– εστεμμένους και σταρ από όλον τον κόσμο.

Το γραφικό λιμάνι της Ντάπιας είναι η πρώτη εικόνα που θα αντικρίσετε, με τα οθωμανικά κανόνια, τα παραδοσιακά αρχοντικά, τις άμαξες και τα καΐκια που είναι αραγμένα στην προκυμαία.

48 ώρες στις Σπέτσες

 Το γραφικό λιμάνι της Ντάπιας. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
48 ώρες στις Σπέτσες
 Φωτ.: Ελένη Αφιοντζή/ Unsplash
48 ώρες στις Σπέτσες
 Φωτ.: sothebysrealty.gr

Ανάμεσά τους λάμπει το εμβληματικό Poseidonion Grand Hotel –έργο του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Ζίζηλα–, το φωτογενές σύμβολο της αναγέννησης του νησιού, μπροστά στο οποίο ποζάρουμε όσοι δεν μπορούμε να μπούμε στα ενδότερα· αξίζει ωστόσο να απολαύσετε το κατιτίς σας στο καφέ/μπαρ, αγναντεύοντας τη θάλασσα.

Στην πλατεία της Ντάπιας, στην παραλία, θα δείτε και το επιβλητικό ορειχάλκινο άγαλμα της μοναδικής Ελληνίδας ναυάρχου, της Μπουμπουλίνας (1985), έργο της διακεκριμένης γλύπτριας Ναταλίας Μελά, που κατάφερε να εικονοποιήσει τη λεβεντιά της σπουδαίας αυτής γυναίκας.

Περπατήστε στα στενά δρομάκια, δείτε τα παλιά αρχοντικά των καπεταναίων που στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες της ναυτικής δύναμης του παρελθόντος, αγοράστε αφράτα αμυγδαλωτά και ύστερα κατευθυνθείτε προς το Παλιό Λιμάνι, ένα από τα πιο γραφικά και ιστορικά σημεία του νησιού, που υπήρξε το βασικό αγκυροβόλιο των σπετσιώτικων καραβιών.

Ταβερνάκια δίπλα στη θάλασσα σάς περιμένουν, για να χαλαρώσετε και να γεμίσετε τις μπαταρίες σας με νοστιμιές. Μην ξεχάσετε να παραγγείλετε ψάρι αλά σπετσιώτα – βρίσκεστε στην έδρα του.

Δεύτερη ημέρα

Η μέρα ξεκινά με μια επίσκεψη στο Μουσείο Μπουμπουλίνας, που στεγάζεται στο αρχοντικό της ηρωίδας της Επανάστασης, το οποίο χρονολογείται κοντά στα τέλη του 18ου αιώνα και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα σπετσιώτικης αρχιτεκτονικής.

Τις εντυπώσεις κλέβει το περίφημο φλωρεντινό ξυλόγλυπτο ταβάνι από εφτά διαφορετικά είδη ξύλου, ενώ στους χώρους του φιλοξενούνται προσωπικά αντικείμενα, όπλα, έγγραφα και κειμήλια που φωτίζουν την προσωπικότητα και τη δράση της Λασκαρίνας Πινότση –όπως ήταν το επώνυμό της–, που έδωσε τα πάντα για τον Αγώνα.

48 ώρες στις Σπέτσες
 Τις εντυπώσεις στο Μουσείο Μπουμπουλίνας κλέβει το περίφημο φλωρεντινό ξυλόγλυπτο ταβάνι από εφτά διαφορετικά είδη ξύλου, ενώ στους χώρους του φιλοξενούνται προσωπικά αντικείμενα, όπλα, έγγραφα και κειμήλια που φωτίζουν την προσωπικότητα και τη δράση της Λασκαρίνας Πινότση. Φωτ.: athensattica.com

Τα οστά, ωστόσο, της Μπουμπουλίνας φυλάσσονται στο Μουσείο Σπετσών, που φιλοξενείται στο υπέροχο οίκημα Χατζηγιάννη Μέξη (1795-98). Στις συλλογές του μουσείου συγκαταλέγονται αρχαιολογικά ευρήματα, εκθέματα που σχετίζονται με τη ναυτική παράδοση των Σπετσών, καθώς και κειμήλια της Επανάστασης – ανάμεσά τους και η επαναστατική σημαία που υψώθηκε στον ιστορικό ναό του Αγίου Νικολάου με το αριστουργηματικό καμπαναριό, κοντά στο Παλιό Λιμάνι.

Κοντά στο Μουσείο Μπουμπουλίνας βρίσκεται το χαρακτηρισμένο ως Έργο Τέχνης και Ιστορικό Μνημείο αρχοντικό του Σωτηρίου Αναργύρου, γνωστό και ως «Νηίθ» (1904). Επηρεασμένος από τον αιγυπτιακό πολιτισμό, καθώς έζησε στην Αίγυπτο για χρόνια, ο ευεργέτης έδωσε στο νεοκλασικό το όνομα της αιγυπτιακής θεότητας της σοφίας και του πολέμου –vibes θεάς Αθηνάς– και το διακόσμησε με αιγυπτιακά στοιχεία, έχοντας ως σήμα κατατεθέν τις χαρακτηριστικές Σφίγγες στην είσοδο.

Αν αγαπάτε τα παλιά σκαριά και την τέχνη του καραβομαραγκού, κάντε μια βόλτα στα παραδοσιακά καρνάγια, που βρίσκονται στην Μπάλτιζα, στο Παλιό Λιμάνι, και αποτελούν ζωντανό κομμάτι της ναυτικής ιστορίας του τόπου, καθώς λειτουργούν εδώ και πολλές γενιές, από την εποχή που οι Σπετσιώτες διέθεταν ισχυρό εμπορικό στόλο.

Στην άκρη του Παλιού Λιμανιού, σε έναν πευκόφυτο λόφο, βρίσκεται και ο μικρός αλλά χαρακτηριστικός φάρος (1885) με την πανοραμική θέα προς το Αιγαίο και το άνοιγμα του κόλπου.

48 ώρες στις Σπέτσες
 Παραλίες οι Σπέτσες έχουν αρκετές και καλύπτουν τόσο τους κοινωνικούς όσο και τους μοναχικούς. Φωτ.: Ramon Kagie/ Unsplash

Σε μικρή απόσταση από την Ντάπια βρίσκεται η Κουνουπίτσα, ένας παραδοσιακός, παραθαλάσσιος οικισμός γνωστός για τις μικρές συνεχόμενες παραλίες με βοτσαλάκι και τα ταβερνάκια παρά θίν’ αλός – ανάμεσά τους και η ψαροταβέρνα Πάτραλης, η παλαιότερη ταβέρνα των Σπετσών, που λειτουργεί από το 1935.

Επόμενο σημείο ενδιαφέροντος είναι η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή (1928), ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα, με τις εγκαταστάσεις της σήμερα να χρησιμοποιούνται για πολιτιστικές εκδηλώσεις και εκπαιδευτικές δράσεις.

Εδώ δίδαξε αγγλικά για δύο χρόνια (1951-3) ο διάσημος συγγραφέας Τζον Φόουλς και η εμπειρία του στο νησί μάς χάρισε τον «Μάγο», ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα το οποίο διαδραματίζεται στο «Lord Byron School», που σαφέστατα παραπέμπει στη Σχολή.

48 ώρες στις Σπέτσες
 Η παραλία της Αγίας Παρασκευής.

Μια καλή ιδέα για να φτάσετε στο πευκοδάσος όπου βρίσκεται η Σχολή είναι να νοικιάσετε ποδήλατο, το οποίο θα αποδειχθεί χρήσιμο για την εξερεύνηση του νησιού – να σημειωθεί ότι εδώ θα βρείτε και το Καΐκι, μια μεγάλη και εξαιρετικά δημοφιλή οργανωμένη παραλία.

Παραλίες οι Σπέτσες έχουν αρκετές: οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Μαρίνα, η Ζωγεριά, η Ξυλοκέριζα, ο Βρέλλος, ο Κουζουνός είναι μερικές μόνο από αυτές και καλύπτουν τόσο τους κοινωνικούς όσο και τους μοναχικούς.

Αυτή όμως που πρέπει να φροντίσουν να επισκεφθούν οι ρομαντικές ψυχές είναι η «Σπηλιά του Μπεκίρη» aka «Ερωτοσπηλιά». Με σταλαγμίτες και μια μικρή αμμουδιά στο εσωτερικό της, είναι η σπηλιά μέσα στην οποία η Τζένη Σκούταρη και ο Νίκος Μαντάς μπλέχτηκαν στα δίχτυα του έρωτα στην ταινία «Τζένη Τζένη», χαρίζοντάς μας ένα από τα πιο αστεία και αξιαγάπητα ζευγάρια του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Είναι πλανεύτρες οι Σπέτσες. Δεν ξέρεις ποτέ τι θα συμβεί.

Φρίντα Κάλο - «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»

Γεννήθηκε σαν σήμερα μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ζωγράφους όλων των εποχών. Με αφορμή την μεγάλη έκθεση στην Tate Modern ανατρέχουμε στη ζωή της που καθόρισε ολοκληρωτικά το έργο της.

Σήμερα συμπληρώνονται 119 χρόνια από τη γέννησή της. Περίεργα παιχνίδια παίζει η ζωή. Και μάλλον η Φρίντα δεν ήταν καλή παίκτρια. Ηξερε πως να σχεδιάζει το παιχνίδι αλλά δεν ήξερε πως να το καθορίζει. Και φυσικά δεν είχε ιδέα από νίκες.

Η Φρίντα που ζωγράφισε όπως κανείς άλλος τον πόνο, την αμφίθυμη σεξουαλικότητά της, το διαλυμένο της κορμί, την μεξικάνικη φιλοσοφία της, ήταν μια γυναίκα κομμένη στα δυο. Είχε δυο ψυχές μέσα σε ένα κορμί: από τη μία η Ινδιάνα και από την άλλη η ευρωπαία που γοήτευε τον Αντρέ Μπρετόν και τον Πικάσο.

Αγωνίστηκε από παιδί, είχε τεράστια πάθη, αυτοσαρκαζόταν, αντιστεκόταν, όρθωνε πολιτικό ανάστημα. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη λύσσα για ζωή. Ήταν μια ένθερμη υποστηρίκτρια της ζωής. Όπως έλεγε κι μεγάλος της θαυμαστής Αντρέ Μπρετόν, τα έργα της ήταν «Σαν κορδέλα τυλιγμένη γύρω από μια βόμβα».

Από τη μία η Φρίντα του πάθους, που τσακιζόταν όταν η μητρότητα της έκλεινε την πόρτα, που έκλεινε το μάτι στον αλκοολισμό, που κάπνιζε αρειμανίως, που δεν μπορούσε να ελέγξει την ακραία της συμπεριφορά, που διέλυε τον καθωσπρεπισμό, που βυθιζόταν στην οδύνη από τις απιστίες του Ντιέγκο Ριβέρα.

Κι από την άλλη, η φωνή της λογικής. Εκείνη που αγαπούσε πολύ τα ζώα και τη φύση, που πουλούσε την φιλοσοφική της αύρα, που κέντριζε τους πάντες με το αστείρευτο χιούμορ της, που υπέκυπτε στο φλερτ του Λέοντα Τρότσκι αλλά και της Ζοζεφίν Μπέικερ.

Φρίντα Κάλο: «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»
 Φρίντα Κάλο, Αυτοπροσωπογραφία με λυτά μαλιά, 1946. Ιδιωτική συλλογή.
Φρίντα Κάλο: «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»
 Φρίντα Κάλο, Ανάμνηση (η καρδιά), 1937. Ιδιωτική συλλογή.

Το μεγαλύτερο, λοιπόν, παιχνίδι στη ζωής της Φρίντα παίχτηκε μέσα της. Κι εκείνη δεν κατάφερε ποτέ να διαλέξει με ποιον θα ταυτιστεί και ποιον θα απορρίψει. Γι' αυτό και βγήκαν όλοι χαμένοι.

Η ζωή της μοιάζει με μεξικανικό δρώμενο: είχε έντονα χρώματα, μπόλικη λατρεία στη θλίψη, δυσοίωνες καταστάσεις, φωτιές, επαναστάσεις, φανταχτερά φουστάνια, είχε μια τρέλα που αρμόζει σε μια λατίνα.

Η Mαγκνταλένα Κάρμεν Φρίδα Κάλο όπως την αποκαλούν οι συμπατριώτες, της γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου το 1907 και πέθανε 13 Ιουλίου 1954. Στον κόσμο την έφεραν ο Βιλέμ, ένας γερμανοεβραίος, μορφωμένος, άθεος φωτογράφος και η ισπανομεξικάνα καθολική Ματίλντε. Ηταν το τρίτο από τα τέσσερα κορίτσια της οικογένειας. Είχε δύο μεγαλύτερες αδερφές την Ματίλντε και την Αντριάνα και μια μικρότερη την Κριστίνα.

Στην ηλικία των έξι αρρώστησε από πολιομυελίτιδα. Έτσι εγκατέλειψε νωρίς το παιχνίδι και καθηλώθηκε για μήνες στο κρεβάτι. Η αρρώστια της άφησε το δεξί πόδι μικρότερο από το αριστερό και ημιπαράλυτο. 

Φρίντα Κάλο: δυο ψυχές σε ένα σώμα σμπαράλια
 Φρίντα Κάλο, Εγώ και οι παπαγάλοι μου. (1941)
Φρίντα Κάλο: «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»
 Φρίντα Κάλο, Αυτοπροσωπογραφία με αγκάθινο περιδέραιο και χελιδόνια, 1940. Συλλογή Μεξικανικής Τέχνης Nickolas Muray.
 Φρίντα Κάλο: δυο ψυχές σε ένα σώμα σμπαράλια
 Φρίντα Κάλο, Νοσοκομείο Henry Ford. (1932)

Mε την επιμονή τη δική της και την παρότρυνση του προοδευτικού της μπαμπά η Φρίντα κολυμπά, παίζει ποδόσφαιρο και γράφεται στην Escola Preparatoria. Ηταν μόλις ένα από τα 35 κορίτσια μιας σχολής με 2000 σπουδαστές. 

Στη σχολή γνωρίζει το πρώτο της φλερτ: τον Αλεχάντρο Γκόμεζ Αρίας. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1925, μοιραία μέρα της ζωής της, οι δυο τους επιστρέφουν σπίτι με το λεωφορείο, όταν αυτό συγκρούεται με τραμ. 

Το σφοδρό ατύχημα αφήνει στην Φρίντα κληρονομιά ένα ισχίο τρυπημένο από λαμαρίνες και πολλαπλά σοβαρά τραύματα στη σπονδυλική στήλη και τη λεκάνη. Ποτέ και τίποτα δεν θα ήταν ξανά το ίδιο.

Η Φρίντα υπέστη δεκάδες χειρουργικές επεμβάσεις και παρέμεινε στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στο Μεξικό για πολλές εβδομάδες. Κι αν κατάπιε τόσα χρόνια την οδύνη ήταν γιατί η παραμονή στο κρεβάτι της έδινε την ευκαιρία να ζωγραφίζει. Έβαζε απέναντί της έναν καθρέφτη και ξεκινούσε.

Eκεί, στο κρεβάτι του πόνου, φιλοτέχνησε το πρώτο της πορτρέτο το οποίο και χάρισε στον Αλεχάντρο Γκόμεζ Αρίας...

Αγωνίστηκε από παιδί, είχε τεράστια πάθη, αυτοσαρκαζόταν, αντιστεκόταν, όρθωνε πολιτικό ανάστημα. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη λύσσα για ζωή. Ηταν μια ένθερμη υποστηρίκτρια της ζωής. Όπως έλεγε κι μεγάλος της θαυμαστής Αντρέ Μπρετόν τα έργα της ήταν «Σαν κορδέλα τυλιγμένη γύρω από μια βόμβα».

Στα έργα της εκτός από το προσωπικό της δράμα καθρεφτίζεται όλη η φιλοσοφία και η παράδοση της πατρίδας της. Τον όρο «σουρεαλισμός» δεν τον αποδέχτηκε ποτέ για τους πίνακές της. «Δεν ανήκω στους σουρεαλιστές. Δεν ζωγράφισα ποτέ όνειρα. Ζωγράφιζα την πραγματικότητά μου».

Aν εξαιρέσει κανείς τους πολιτικούς ηγέτες της Λατινικής Αμερικής, δύσκολα θα βρει κανείς πρόσωπο πιο αναγνωρίσιμο από αυτό Φρίντα Κάλο. Κι όμως, αυτή η φλεγόμενη γυναίκα πραγματοποίησε στη διάρκεια της ζωής της μόνο τρεις μεγάλες εκθέσεις: μία στην πατρίδα της, μία στο Παρίσι και μία τρίτη στη Νέα Υόρκη.

Το 1929 η Φρίντα Κάλο παντρεύτηκε τον Μεξικάνο καλλιτέχνη Ντιέγκο Ριβέρα, τον οποίο είχε γνωρίσει μερικούς μήνες νωρίτερα. Εκείνος ζωγράφιζε μια αίθουσα του πανεπιστημίου κι εκείνη -σύμφωνα με μαρτυρίες- έκανε τη μοιραία δήλωση: «Κάποια στιγμή θα γεννήσω το παιδί του». Το πρώτο πράγμα που τους ένωσε ήταν το γεγονός ότι μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές απόψεις. Κατά τα άλλα εκείνος ήταν αναγνωρισμένος κι εκείνη ακόμα το πάλευε. 

Φρίντα Κάλο: «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»
 Φρίντα Κάλο, Ο Επιζών, 1938. Συλλογή Pérez Simón.
Φρίντα Κάλο: «Πόδια, τι σας χρειάζομαι όταν έχω φτερά για να πετάξω;»
 Φρίντα Κάλο, Αυτοπροσωπογραφία (με βελούδινο φόρεμα), 1926. Ιδιωτική συλλογή.

Λατρεμένος ζωγράφος των Μεξικανών και σταρ της εποχής ο Ριβέρα την επισκίαζε. Εκείνη, όμως, παρέμεινε τυφλωμένη από την μεγάλη αδυναμία που του είχε, ακόμα και το 1939 που σύναψε σχέσεις με τον Νίκολας Μάρεϊ. «Είχα δύο ατυχήματα στη ζωή μου: το ένα ήταν με το λεωφορείο, το δεύτερο ήταν με τον Ντιέγκο», έλεγε. Και τα δύο την ισοπέδωσαν.

Στις αρχές τις δεκαετίας του '30 στην Αμερική οι τοιχογραφίες του Ντιέγκο γίνονται ανάρπαστες. Ως αποτέλεσμα το ζευγάρι μετακομίζει στο Σαν Φρανσίσκο και λίγο αργότερα στο Ντιτρόιτ.

Στην Αμερική η Φρίντα βίωσε τις δύο από τις τρεις αποβολές της ζωής της. Ο σωματικός της πόνος και η απόγνωσή της για άλλη μια φορά καταγράφονται στον καμβά. Πιο χαρακτηριστικό έργο της αυτό με τίτλο «Νοσοκομείο Χένρι Φόρντ».

Ο πόνος, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Επιστρέφοντας στο Μεξικό ο Ντιέγκο δοκιμάζει τις αντοχές της άλλη μια φορά, προδίδοντάς την με την αδερφή της Κριστίνα. Η Φρίντα από αντίδραση πετσοκόβει τα μαλλιά της, διαλύεται αλλά εν τέλει αποφασίζει πως τη δουλειά δεν την μπλέκεις ποτέ με το κρεβάτι.

Έτσι, το ζευγάρι περνά μεγάλα διαστήματα χωριστά αλλά διατηρεί το κοινό του στούντιο και συνεχίζει ακατάπαυστα να ζωγραφίζει.

Άλλωστε, υπήρχε και ο αγώνας: το 1937 επανασυνδέονται καθώς έπρεπε να φιλοξενήσουν τον Λέοντα Τρότσκι και την σύζυγό του που είχαν βρει καταφύγιο στο Μεξικό. Οι μέρες αυτές έδωσαν στην Φρίντα την ευκαιρία να ξεχαστεί πλέκοντας ένα σύντομο ειδύλλιο με τον Μπολσεβίκο επαναστάτη. Μετά βέβαια η Φρίντα και ο Ντιέγκο ξαναχώρισαν για να ξαναπαντρευτούν το 1940.

Το 1950 η διάγνωση για το δεξί πληγωμένο της πόδι γράφει «γάγγραινα». Ο κατήφορος δεν έχει τέλος. Παραμένει εννέα μήνες στο νοσοκομείο. Όταν βγαίνει, ζωγραφίζει με μανία για να ολοκληρώσει τα έργα της επόμενης έκθεσης. Τα εγκαίνια είναι προγραμματισμένα για το 1953. Ολοι της επισημαίνουν τους κινδύνους αλλά εκείνη κάνει του κεφαλιού της. Καταφθάνει στα εγκαίνια με ασθενοφόρο και ξαπλώνει στη μέση της αίθουσας σε ένα κρεβάτι για να παρακολουθεί τις εντυπώσεις των προσκεκλημένων. Ηταν η τελευταία της performance. 

«Το κορμί πάντα σε προδίδει», έλεγε σαν να περίμενε την επιβεβαίωση που ήρθε στις 13 Ιουλίου 1954. Τα χαρτιά έγραψαν ως επίσημη αιτία την πνευμονική εμβολή. Οι φήμες μέχρι σήμερα επιμένουν στην υπερβολική δόση ηρεμιστικών.

Παλόμα Πικάσο - «Νιώθω ότι προέρχομαι από την Ελλάδα με έναν τρόπο»

Η Παλόμα Πικάσο, σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο BHMAgazino, μίλησε για τα παιδικά της χρόνια, για τη δημοσιότητα, για τα νέα δημιουργικά της σχέδια, καθώς και για την ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα μας, που καθόρισε την επαγγελματική της πορεία από το ξεκίνημά της.

Μετά το τέλος της ξενάγησης στην έκθεση για τα δέκα χρόνια του Μουσείου της Αρχαίας Ελεύθερνας στο Ρέθυμνο, η Παλόμα Πικάσο στέκει δίπλα στο έργο του πατέρα της, το «Φαύνος που ξεγυμνώνει γυναίκα που κοιμάται» (1936). Είναι το μοναδικό που παρέμεινε εκεί μετά το πέρας της έκθεσης «Pablo Picasso: Η χαρά της ζωής», η οποία πραγματοποιήθηκε στο μουσείο πριν από δύο χρόνια. Μια παρόμοια αναπαράσταση υπάρχει στο αμφίγλυφο ακριβώς δίπλα, το οποίο βρέθηκε στην ανασκαφή της Αρχαίας Ελεύθερνας. Ο Πάμπλο Πικάσο, αν και δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Ελλάδα, είχε επηρεαστεί πολύ από την ελληνική μυθολογία και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

«Γεννήθηκε στην Ανδαλουσία» θα μου επισημάνει αργότερα στην κατ’ ίδιαν συνάντησή μας η Παλόμα Πικάσο. «Η Μάλαγα είναι μια αρχαία πόλη, υπήρχε ήδη από την εποχή των Φοινίκων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Ετσι, προφανώς, για τον πατέρα μου και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αποτελεί κομμάτι από τις ρίζες του». Και συνεχίζει: «Θυμάμαι, υπήρχε στις ΗΠΑ, όταν ζούσα εκεί τη δεκαετία τού 1970, μια διαφήμιση που την έβρισκα εξαιρετική. Αυτό που έλεγε ήταν: “Καλώς ορίσατε πίσω στο σπίτι σας, στην Ελλάδα”. Ξέρετε, ούσα Ευρωπαία, και ειδικά από τη Μεσόγειο, νιώθω ότι προέρχομαι από την Ελλάδα με έναν τρόπο».

Αν αυτά τα λόγια έβγαιναν από το στόμα οποιουδήποτε άλλου, ίσως να τα προσπερνούσαμε ως τυπικές αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Από την Παλόμα Πικάσο, όμως, ηχούν πέρα ως πέρα αληθινά, καθώς η σχέση της με την πατρίδα μας ξεκινά από πολύ νεαρή ηλικία και κρατά μέχρι σήμερα, ενώ υπήρξε και απολύτως καθοριστική για τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα ως σχεδιάστριας κοσμημάτων.

Η γυναίκα η οποία μεγάλωσε σε ένα σπίτι με γονείς καλλιτέχνες, όπου οι πίνακες και τα γλυπτά του Πικάσο ήταν αντικείμενα ελεύθερα προς εξερεύνηση, έπρεπε από νωρίς να μάθει να ζει με τον μύθο που κουβαλά το επώνυμό της. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να δημιουργήσει τη δική της μεγάλη πορεία στον κόσμο της μόδας και του κοσμήματος.

Διατηρεί συνεργασία με τον οίκο Tiffany & Co. επί σχεδόν πέντε δεκαετίες, έγινε η μούσα του Ιβ Σεν Λοράν και του Καρλ Λάγκερφελντ, το κορίτσι σε ένα από τα πιο εμβληματικά πορτρέτα του Χέλμουτ Νιούτον και σύχναζε με άνεση στο Studio 54, παρέα με καλλιτέχνες-είδωλα, πολύ μεγαλύτερούς της σε ηλικία, όπως ο Αντι Γουόρχολ.

«Ημουν αρκετά νέα ώστε να μη δίνω σημασία σε όλα αυτά» μου απαντά όταν τη ρωτώ πώς ήταν τότε η ζωή της στη Νέα Υόρκη. «Τα πάντα όμως ξεκινούσαν από το ότι ήμουν υπερβολικά ντροπαλή. Από παιδί, όπου κι αν πήγαινα με έδειχναν και ψιθύριζαν. Ετσι, δημιουργούσα, μέσω της εικόνας μου εκείνης της εποχής, με τα εντυπωσιακά ρούχα, τα χρώματα και τα κοσμήματα, μια περσόνα πίσω από την οποία μπορούσα να κρυφτώ» παραδέχεται απλά στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο BHMAgazino.

Η Παλόμα Πικάσο μιλάει για τη μυθιστορηματική ζωή της, για τον «ροκ σταρ» πατέρα της, για τα σχέδιά της στη διαχείριση της καλλιτεχνικής του κληρονομιάς μετά τον θάνατο του αδελφού της, Κλοντ, και για τη σχέση που διατηρεί με την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες, με τον ήχο από τα τζιτζίκια να εισβάλλει δυναμικά ανά διαστήματα στην κουβέντα μας.

Συνεργάζεστε με τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, όμως διατηρείτε μια ιδιαίτερη σχέση με αυτό της Ελεύθερνας. Τι σας κάνει να επιστρέφετε εδώ;

Eνας από τους λόγους είναι ασφαλώς η φιλία μου με τον Νίκο Σταμπολίδη (σ.σ.: γενικό διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης και δημιουργό του Μουσείου Αρχαίας Ελεύθερνας). Hταν στενός φίλος μάλιστα και του αδελφού μου, του Κλοντ, πολύ πριν τον γνωρίσω εγώ προσωπικά. Θυμάμαι ακόμη πως πριν φύγει από τη ζωή ο Κλοντ, μάς είχε προτείνει να κάνουμε μια έκθεση μαζί. Συζητούσαμε διάφορες ιδέες.

Μετά τον θάνατο του αδελφού μου αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι στη μνήμη του, καθώς εκείνος αγαπούσε βαθιά την Ελλάδα. Οταν αρχίσαμε να σχεδιάζουμε την έκθεση, η πρώτη μου σκέψη ήταν φυσικά ο Μινώταυρος. Ο Νίκος όμως μου είπε κάτι πολύ σωστό: “Θυμήσου ότι αυτή είναι η Ελεύθερνα, όχι η Κνωσός”. Εδώ το τοπίο, η αρχαιολογία και η σχέση με τη φύση είναι διαφορετικά. Υπάρχουν ο Παν, οι τράγοι, οι άνθρωποι της υπαίθρου. Ετσι επέστρεψα στο μουσείο, περπάτησα ξανά στις αίθουσες και άρχισα να βλέπω διαφορετικές συνδέσεις ανάμεσα στα έργα του πατέρα μου και στα αρχαία ευρήματα.

Πώς ξεκίνησε αυτή η στενή σας σχέση με την Ελλάδα;

Ηρθα πρώτη φορά το 1965, όταν ήμουν 16 ετών, με τη μητέρα και τον αδελφό μου. Θυμάμαι ότι γυρίσαμε με σκάφος όλες τις Κυκλάδες. Η Μύκονος τότε ήταν αγνώριστη σε σχέση με σήμερα. Υπήρχαν ελάχιστα μαγαζιά και έμοιαζε με ένα μικρό Σεν Τροπέ.

Για εμένα ήταν μια απίστευτη ανακάλυψη. Από τότε άρχισα να έρχομαι διαρκώς. Η μητέρα μας αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και είχε πολλούς έλληνες φίλους στο Παρίσι. Εκείνη φύτεψε αυτόν τον σπόρο μέσα μας. Αργότερα ο αδελφός μου είχε αποκτήσει και σπίτι εδώ, στους Πεταλιούς. Δεν βρισκόμασταν πάντοτε εδώ μαζί, όμως η αγάπη για την Ελλάδα παρέμεινε κοινή.

Εδώ ξεκινήσατε ουσιαστικά την καριέρα σας.

Ναι, χάρη στον Αλέξανδρο Ιόλα. Τον θυμάμαι με τα χέρια του καλυμμένα από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα με κοσμήματα, τα οποία μάλιστα δεν φαίνονταν, καθώς κρύβονταν κάτω από τα μανίκια του. Τα φορούσε για εκείνον, επειδή τα αγαπούσε. Εκείνη την εποχή είχα αρχίσει να σχεδιάζω. Εκείνος εκπροσωπούσε την Κλοντ Λαλάν, η οποία συνεργαζόταν με τον οίκο Ζολώτα.

Μια μέρα μου είπε: “Αφού σχεδιάζεις κοσμήματα, γιατί δεν κάνεις μια συλλογή από χρυσό στην Ελλάδα;”. Εγώ φυσικά απάντησα αμέσως “βεβαίως” και μου είπε να φέρω τα σχέδιά μου φτιαγμένα σε κερί. Εφυγα από τη συνάντηση προσποιούμενη ότι ήξερα ακριβώς τι εννοούσε, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχα ιδέα. Πήγα λοιπόν σε ένα κατάστημα και ζήτησα να αγοράσω κερί. Μου έδειξαν διάφορα και διάλεξα ένα όμορφο κερί μέλισσας.

Αγόρασα μερικά κομμάτια, πήρα και εργαλεία και για σχεδόν δύο μήνες δούλευα ασταμάτητα στο σπίτι, φτιάχνοντας μια ολόκληρη συλλογή από 10 ή 12 κοσμήματα με μεγάλη δυσκολία. Εφθασα στην Αθήνα, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι. Το ραντεβού μου στον Ζολώτα ήταν στις 6 το απόγευμα. Οταν βρέθηκα εκεί και άνοιξα το κουτί με τα σχέδιά μου, είχαν λιώσει από τη ζέστη και είχαν παραμορφωθεί. Εμοιαζαν με τα ρολόγια στον πίνακα “Η εμμονή της μνήμης” του Νταλί.

Τότε μου εξήγησαν ότι φυσικά δεν χρησιμοποιούν κερί μέλισσας για τέτοιες δουλειές. Με πήγαν σε ένα εργαστήριο και μου έδειξαν το ειδικό κερί που χρησιμοποιούν οι χρυσοχόοι, το οποίο είναι τόσο σκληρό όσο το ξύλο. Ετσι ξεκίνησαν όλα. Πρέπει να ήμουν 20-21 ετών.

Πώς αποφασίσατε να ακολουθήσετε το συγκεκριμένο επάγγελμα;

Οπως οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω. Σκέφτηκα να πάω σε σχολή καλών τεχνών, όμως κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι με το επίθετό μου η ζωή μου εκεί θα ήταν πολύ δύσκολη. Εμαθα για μια σχολή κοσμήματος όπου η περίοδος φοίτησης διαρκούσε έναν χρόνο και διδάσκονταν οι βασικές τεχνικές. Αυτό μου ταίριαζε περισσότερο.

Οι γονείς μου ήταν και οι δύο εξαιρετικά εργατικοί άνθρωποι. Τους έβλεπα διαρκώς να δημιουργούν και έπρεπε κι εγώ να βρω τι θα κάνω.

Οι δημιουργίες σας, κόντρα στα κοσμήματα της εποχής, ήταν γεμάτες χρώματα και τολμηρά σχέδια. Ηταν μια επιρροή του πατέρα σας;

Φυσικά. Μεγάλωσα μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Ηταν η γλώσσα που μιλούσαμε καθημερινά. Γι’ αυτό και ποτέ δεν με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι πολύτιμοι λίθοι. Για εμένα ένα κομμάτι κόκκινο γυαλί μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό με ένα σμαράγδι. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η αξία του υλικού όσο το χρώμα, η φόρμα και αυτό που εκφράζει.

Οπως το «μαρτάκι» που φοράτε στο χέρι σας…

Μου το χάρισε ο Γιώργης (σ.σ.: Μαγγίνης), ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, πριν από περίπου έναν χρόνο και το φορώ από τότε. Υποτίθεται ότι πρέπει να πέσει μόνο του κάποια στιγμή. Για εμένα, τα μικρά πράγματα στη ζωή είναι εξίσου σημαντικά με τα μεγάλα.

Μεγαλώσατε μέσα σε ένα σπίτι όπου και οι δύο γονείς σας ήταν καλλιτέχνες. Πώς ήταν η καθημερινότητά σας;

Η τέχνη ήταν η καθημερινότητά μας. Ο πατέρας μας μάς άφηνε να παίζουμε με τα γλυπτά του, να ανεβαίνουμε πάνω τους. Αλλοι καλλιτέχνες ίσως να έλεγαν “μην αγγίζετε”. Ο πατέρας μου ποτέ. Το μόνο που μας απαγόρευε ήταν να πειράζουμε αντικείμενα που μπορούσαν να σπάσουν εύκολα, αλλά μας εμπιστευόταν. Πίστευε ότι ξέραμε πώς να συμπεριφερόμαστε απέναντι στα έργα τέχνης. Μεγαλώσαμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο.

Photo Pierre Meunier-AFP-Visialhellas

Ηταν αυστηρός πατέρας;

Καθόλου (σ.σ.: γελάει). Ξέρετε, η μητέρα μου χώρισε τον πατέρα μου όταν ήμουν τεσσάρων ετών, οπότε μεγαλώσαμε μαζί της, αλλά τα καλοκαίρια τα περνούσαμε με εκείνον. Την πρώτη μέρα που φθάναμε, προσποιούνταν λίγο τον πιο τυπικό.

Μας ρωτούσε για το σχολείο, ενώ στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Παραδεχόταν ότι και τον ίδιο, μικρό, δεν τον ένοιαζε καθόλου το σχολείο. Δεν ήθελε να κάνει τον δάσκαλο. Διδασκόμασταν από το παράδειγμά του. Στο σπίτι μας σημασία είχαν η δημιουργικότητα και η φαντασία.

Είναι αλήθεια ότι είχατε ακόμη και κατσίκα μέσα στο σπίτι;

Ναι! Προτού γεννηθώ υπήρχε ήδη μία. Αργότερα, όταν ήμουν περίπου οκτώ ή εννέα ετών, κάποιος χάρισε άλλη μία στον πατέρα μου. Δεν ξέρω γιατί. Προφανώς είχε πει ότι του άρεσαν. Ζούσε μαζί μας μέσα στο σπίτι και φυσικά ο πατέρας μου διασκέδαζε αφάνταστα να τη βάζει δίπλα στο γλυπτό της κατσίκας που είχε δημιουργήσει. Αγαπούσε, εκτός από τα ζώα, τα παιδιά. Τον γοήτευε η αθωότητά τους, ότι έβλεπαν τον κόσμο χωρίς προκαταλήψεις.

Οταν κατάλαβε ότι οι πίνακές του γίνονταν όλο και ακριβότεροι και οι νέοι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τους αποκτήσουν, αποφάσισε να δημιουργήσει χαρακτικά σε περιορισμένα αντίτυπα και κεραμικά σε πολλαπλές εκδόσεις. Ηθελε οι νέοι να μπορούν να αγοράσουν ένα έργο του. Σήμερα, βέβαια, έχουν αποκτήσει και αυτά τεράστια αξία.

Ο κόσμος τον πλησίαζε διαρκώς, όπως και εσάς, από ό,τι διαπίστωσα και στο μουσείο.

Ο πατέρας μου ήταν απίστευτα προσιτός. Οταν μεγάλωσα συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι ένα καθαρά ανδαλουσιανό χαρακτηριστικό. Επισκέφθηκα στα 24 μου για πρώτη φορά την Ανδαλουσία και εκεί, στον κόσμο, αναγνώρισα τον πατέρα μου, αλλά και εμένα την ίδια. Κάθε μέρα λάμβανε γράμματα από ανθρώπους που ζητούσαν βοήθεια. Αλλοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, άλλοι είχαν κάποιο ατύχημα ή μια σοβαρή δυσκολία στη ζωή τους.

Ηξεραν ότι θα ανταποκριθεί. Ηταν εξαιρετικά γενναιόδωρος. Επίσης, αν πηγαίναμε σε ένα café και έρχονταν άνθρωποι ζητώντας αυτόγραφο, δεν έλεγε ποτέ “όχι”. Υπέγραφε για όλους και, στο τέλος, τους έκανε και ένα μικρό σχέδιο.

Το αστείο ήταν ότι μόλις έπαιρναν το αυτόγραφο, δεν έφευγαν, κάθονταν εκεί και τον κοιτούσαν. Αν πηγαίναμε, για παράδειγμα, στο Σεν Τροπέ, σε λίγα λεπτά σχηματιζόταν μπροστά μας ένα “τείχος” από ανθρώπους. Επειδή όμως ο ίδιος ήταν τόσο δοτικός και απλός, όλο αυτό δεν γινόταν ποτέ απειλητικό ή αγχωτικό για εμάς τα παιδιά. Ηταν πραγματικά σαν ροκ σταρ.

Ως παιδί, πώς το βλέπατε όλο αυτό;

Για εμένα, τότε, αυτό ήταν το φυσιολογικό, δεν ήξερα άλλη ζωή. Κατάλαβα ότι το να προσπαθείς να ξεφύγεις από τη δημοσιότητα είναι χειρότερο. Στα 16, όμως, σε μια φωτογράφιση για περιοδικό, είχα μάθει ότι την επόμενη ημέρα θα φωτογραφιζόταν και η Τζεραλντίν Τσάπλιν και επειδή αγαπούσα τον πατέρα της, ζήτησα να τη γνωρίσω.

Και τότε σκέφτηκα ότι, όπως εγώ θέλω τόσο πολύ να γνωρίσω την κόρη του Τσάρλι Τσάπλιν, έτσι και άλλοι άνθρωποι θέλουν να γνωρίσουν εμένα επειδή είμαι η κόρη του Πικάσο. Δεν με μειώνει αυτό. Είναι απολύτως φυσικό να θέλουν να πλησιάσουν αυτόν τον λαμπερό ήλιο.

Γίνατε όμως και η ίδια είδωλο. Πώς θυμάστε τις νύχτες στο Studio 54 με όλη εκείνη τη θρυλική γενιά των καλλιτεχνών;

Ημουν αρκετά νέα τότε, οπότε θεωρούσα όλο αυτό το σκηνικό φυσιολογικό. Οι άνθρωποι εκείνοι, όπως ο Ιβ Σεν Λοράν, ο Καρλ Λάγκερφελντ ή ο Αντι Γουόρχολ, ήταν περίπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτεροί μου. Με έβαλαν στον κόσμο τους, έμαθα πολλά από αυτούς και με ενθάρρυναν να παίρνω ρίσκα.

Πιστεύετε όμως ότι αν δεν είχατε αυτό το επώνυμο, θα είχατε ακόμη μεγαλύτερη αναγνώριση;

Οχι, επειδή πήγα στην Αμερική. Αν είχα μείνει στην Ευρώπη, ίσως να μην είχα την ίδια πορεία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι άνθρωποι γοητεύονται από τα μεγάλα ονόματα, όμως ταυτόχρονα γοητεύονται και από όποιον θέλει να δημιουργήσει. Προσπαθούν να βοηθήσουν.

Στη Γαλλία αν πεις “σκέφτομαι να κάνω αυτό” συνήθως θα ακούσεις αποτροπές. Στην Αμερική μπορεί κάποιος που γνώρισες πριν από δύο λεπτά να σου πει: “Εχω έναν ξάδελφο στο Σικάγο που κάνει κάτι παρόμοιο. Θέλεις να σας φέρω σε επαφή;”. Εχουν τελείως διαφορετική νοοτροπία.

Στο Ηρώδειο το 2023, για τη συναυλία «Όσα μας ενώνουν» των Μαρία Φαραντούρη και τη Ζιλφί Λιβανελί, μαζί με τη Μαρία Εμπειρίκου και τον Νικόλαο Σταμπολίδη.

Υπάρχει ακόμη αυτή η αισιοδοξία στη χώρα ή έχουν αλλάξει τα πράγματα;

Ο κόσμος έχει γίνει πιο δύσκολος παντού. Πιστεύω όμως ότι η ιστορία λειτουργεί σαν εκκρεμές. Τα πράγματα πηγαίνουν πολύ προς μία κατεύθυνση και μετά γυρίζουν προς την άλλη. Ελπίζω ότι θα υπάρξουν νέες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους. Η ανθρωπότητα πάντα βρίσκει καινούργιους τρόπους να εκφράζεται. Και αυτό είναι κάτι πολύ καλό.

Σήμερα είστε ουσιαστικά εκείνη που διαχειρίζεται την καλλιτεχνική κληρονομιά του Πάμπλο Πικάσο. Πάνω σε τι δουλεύετε αυτή την περίοδο;

Είμαι απορροφημένη από ένα πολύ μεγάλο έργο με το Μουσείο Πικάσο στο Παρίσι, τη δημιουργία ενός κήπου γλυπτών. Πιστεύω ότι τα γλυπτά του Πικάσο δεν είναι όσο γνωστά θα έπρεπε. Ολοι λένε ότι είναι ο μεγαλύτερος ζωγράφος του 20ού αιώνα, αλλά και τα γλυπτά του είναι υπέροχα. Τα μεγάλα γλυπτά του υπάρχουν συνήθως σε μόλις δύο χυτεύσεις. Το ένα έμενε στον ίδιο και το άλλο στον έμπορο τέχνης.

Ετσι κατέληγαν σε μεγάλα μουσεία και ο κόσμος είχε ελάχιστες ευκαιρίες να τα δει. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να βάλουμε τα μεγάλα έργα στον εξωτερικό χώρο του μουσείου. Θα κάνουμε και νέες μεταθανάτιες χυτεύσεις με την έγκριση της οικογένειας και με την πώληση ορισμένων εξ αυτών θα χρηματοδοτηθεί το εγχείρημα της ανακαίνισης του μουσείου και η δημιουργία νέων αιθουσών για περιοδικές εκθέσεις. Σύντομα θα γίνει και διαγωνισμός για το ποιος αρχιτέκτονας θα αναλάβει την επέκταση του μουσείου.

Σκέφτεστε να επιστρέψετε στην Ελλάδα με κάποιο νέο πρότζεκτ;

Είχαμε εκδώσει έναν κατάλογο για την έκθεση στο Μουσείο Ελεύθερνας, σε συνεργασία με τον Πέτρο Γαϊτάνο από τις εκδόσεις Aμμος. Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο είπαμε ότι είναι κρίμα που αυτός ο κατάλογος δεν είναι πλέον διαθέσιμος.

Το να τον επανεκδώσουμε ως έχει θα ήταν ανώφελο, αφού η έκθεση έχει ολοκληρωθεί. Ετσι, αποφασίσαμε να τον μετατρέψουμε σε ένα κανονικό, αυτόνομο βιβλίο. Μίλησα μαζί του και μου είπε ότι έχουν απομείνει μόλις δύο αντίτυπα στην αγορά και στο Διαδίκτυο η τιμή του έχει φθάσει ήδη τα 500 ευρώ! Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα με το μουσείο στο Παρίσι, θα επικεντρωθώ σε αυτό το βιβλίο.

Θα μείνετε κι άλλο στην Ελλάδα ή θα επιστρέψετε στο σπίτι σας στη Λωζάννη;

Φεύγουμε με φίλους για Αθήνα και μετά θα πάμε στη Λέρο. Εχω πολύ καιρό να πάω και ανυπομονώ.