ενημέρωση 2:36, 31 October, 2026

Η μεγαλύτερη συνωμοσία κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η ίδια η κυβέρνηση Μητσοτάκη

Κυβερνητικά στελέχη αντιμετωπίζουν τις πολεμικές κατά της κυβέρνησης ως θεωρίες συνωμοσίας, παραβλέποντας ότι η αναπόφευκτη πτώση της κυβέρνησης θα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις πολιτικές της

Σε μια μεγάλη συνωμοσία κατά της κυβέρνησης, οργανωμένη από πολιτικές δυνάμεις και με υποστήριξη ξένων κρατών, απέδωσε την οργή της κοινωνίας ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και μάλιστα τη στιγμή που ένα πρώην μέλος της κυβέρνησης μόλις είχε παραπεμφθεί ενώπιον του Ειδικού Δικαστήριο ακριβώς επειδή υπήρξε το μπάζωμα του χώρου της τραγωδίας στα Τέμπη, αυτό ακριβώς το μπάζωμα, για το οποίο όσους έθεταν το ζήτημα στη Βουλή ο Γιώργος Φλωρίδης είχε χαρακτηρίσει «για τα μπάζα», ισχυρισμό στον οποίο επιμένει.

Είναι η θεωρία ότι τα μεγάλα κύματα δυσαρέσκειας κατά της κυβέρνησης δεν οφείλονται στις πολιτικές που έχει ασκήσει, στην κατάσταση της οικονομίας, στις ευθύνες της για την τραγωδία των Τεμπών, στις υποκλοπές και στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά στο ότι κάποιοι, υποβοηθούμενοι από ξένες δυνάμεις αναπαράγουν «θεωρίες συνωμοσίας».

Η αντίληψη αυτή έρχεται να συνδυαστεί με την επιμονή της κυβέρνησης ότι είναι κατά βάση η καλύτερη κυβέρνηση που είχε η χώρα, όπως επανέλαβε με περισσό ζήλο ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης.

Το παράδοξο είναι ότι όλες αυτές οι παραδοξολογίες δεν προέρχονται από κάποια ομαδική παράκρουση στην οποία έχουν περιέλθει τα μέλη της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην πραγματικότητα, κεντρικός πυρήνας της τοποθέτησης της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η θέση ότι είναι η μόνη κυβέρνηση που δικαιούται να βρίσκεται στην εξουσία, γιατί είναι η μόνη που είναι «με τη σωστή πλευρά της ιστορίας», που μπορεί να εγγυηθεί τη «σταθερότητα» και την «κανονικότητα» και το ότι η χώρα δεν θα βρεθεί να αντιμετωπίζει «περιπέτειες» που θα απειλούσαν το σημερινό οικονομικό και θεσμικό κεκτημένο. Αυτό συνδυάζεται με την παράλληλη τοποθέτηση ότι το ποσοστό που υποστηρίζει την κυβέρνηση Μητσοτάκη και που αποτελεί λίγο πάνω από το ένα τέταρτο της ελληνικής κοινωνίας, αντιστοιχεί σε εκείνους τους ανθρώπους που είναι αρκετά ώριμοι και συνειδητοποιημένοι ώστε να κατανοούν τα διακυβεύματα, σε αντίθεση με τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας που εύκολα παρασύρεται, είναι εύπιστη και δεν αντιλαμβάνεται ποια είναι η μόνη ορθή και εφικτή πολιτική στη χώρα.

Είναι εύλογο όταν μια κυβέρνηση κινείται με αυτές τις τοποθετήσεις, τότε δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να συνειδητοποιήσει πραγματικά γιατί υπάρχει τείχος δυσαρέσκειας απέναντί της. Αντιθέτως, το μόνο που μένει ως εύλογη εξήγηση είναι ότι κάποιος προσπάθησε να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη, καλλιεργώντας ανυπόστατες θεωρίες συνωμοσίας.

Βεβαίως αυτό απλώς αποτυπώνει τα διανοητικά όρια του κυβερνητικού πολιτικού δυναμικού, ή πολύ απλά έναν μηχανισμό άμυνας απέναντι στην αναμέτρηση με την πραγματική κατάσταση πνευμάτων στην ελληνική κοινωνία.

Διότι εάν σήμερα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει τόσο μεγάλη αποδοκιμασία, εάν έχει απέναντί της όχι μόνο όσους δεν την ψήφισαν το 2023, αλλά και ένα σημαντικό μέρος του δικού της ακροατηρίου, αυτό οφείλεται πολύ απλά στα όσα έχει κάνει.

Και αυτό γιατί μια κυβέρνηση που ετοιμάζεται να συμπληρώσει οκταετία δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει ότι οι πολίτες δεν έχουν αντιληφθεί το έργο της, ή ότι στηρίζονται απλώς σε κάποιες εντυπώσεις. Αντιθέτως, γνωρίζουν πολύ καλά τι μπορεί να κάνει αυτή η κυβέρνηση.

Σήμερα, οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά ότι εάν υπάρχει μια έκρηξη ακρίβειας, εάν υπάρχει ανασφάλεια για το μέλλον, τώρα που ολοκληρώθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης, εάν υπάρχει ανησυχία για την κατάσταση του συστήματος υγείας, αλλά για τις προοπτικές του εκπαιδευτικού συστήματος, αυτό οφείλεται σε αποφάσεις που πήρε και παίρνει αυτή η κυβέρνηση, στους υπουργούς που στελέχωσαν τα υπουργεία, στα στελέχη που θεωρήθηκαν πρώτης γραμμής. Αυτά βλέπουν, αυτά σταθμίζουν, αυτά τους οδηγούν στο να επιδιώκουν την πολιτική αλλαγή.

Πράγμα που σημαίνει ότι εάν κάποιος συνωμοτεί διαρκώς και καθημερινά εναντίον της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτός δεν είναι άλλος από την ίδια την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Μια κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία με σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο και εκπροσωπώντας ένα ισχυρό αίτημα κανονικότητας μετά από μια ιδιαίτερα οδυνηρή δεκαετία για την ελληνική κοινωνία και η οποία όμως έδειξε που μπορούσε να οδηγήσει ένας συνδυασμός ανάμεσα σε νεοφιλελεύθερες εμμονές, αυταρχική λογική και ενδημική διαφθορά.

Ήταν αυτή η πολιτική λογική που είχε ως αποτέλεσμα η ίδια κυβέρνηση που πανηγύριζε για την πρόοδο στα έργα, να είχε αφήσει τον σιδηρόδρομο «τυφλό» με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στην τραγωδία των Τεμπών, αλλά και στην κυνική προσπάθεια να «μπαζώσει» τις ευθύνες της.

Ήταν αυτή η πολιτική λογική που οδήγησε στην αδυναμία λήψης πολιτικών μέτρων για να μην εμπεδωθεί η ακρίβεια και να οδηγηθούμε στη σημερινή κρίση κόστους ζωής.

Ήταν αυτή η πολιτική λογική που θεώρησε απόλυτα θεμιτή την παραβίαση κάθε κανόνα κράτους δικαίου και τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.

Ήταν αυτή η λογική που οδήγησε στην χωρίς προηγούμενο διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων για ψηφοθηρικούς λόγους και έβαλε τη χώρα μας στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών διακυβεύοντας συνολικά το τόσο αναγκαίο για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους καθεστώς των ευρωπαϊκών ενισχύσεων.

Οι πολίτες ούτε χειραγωγημένοι είναι, ούτε παρασυρμένοι από ανυπόστατες καταγγελίες κατά της κυβέρνησης. Ζουν, εργάζονται, σπουδάζουν, αγωνίζονται και αγωνιούν σε αυτή τη χώρα. Και γι’ αυτό ξέρουν καλύτερα από τον καθένα και τα προβλήματα της χώρας και τις ευθύνες της κυβέρνησης για αυτά. Και αυτό θα αποτυπωθεί στις κάλπες, όσο σκληρά και εάν εργαστούν τα κυβερνητικά – και υπουργικά… – τρολ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το σχέδιο της Ουάσινγκτον για το Ιράκ τελειώνει εκεί που ξεκίνησε: στην αποτυχία

Τα στρατεύματα φεύγουν, αλλά η διασπασμένη εξουσία, η θρησκευτική δυσπιστία και οι ένοπλες αντιπαλότητες εξακολουθούν να στοιχειώνουν το κράτος που η Ουάσινγκτον υποσχέθηκε να αναδιαμορφώσει.

Οι αμερικανικές δυνάμεις ολοκληρώνουν την αποχώρησή τους από το Ιράκ, ωστόσο η χώρα που η Ουάσινγκτον κάποτε υποσχέθηκε να μετατρέψει σε μοντέλο δημοκρατικού μετασχηματισμού στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ερωτήματα στα οποία τα χρόνια στρατιωτικής παρουσίας δεν κατάφεραν ποτέ να απαντήσουν.

Για το Ιράκ, αυτό είναι ένα πολυαναμενόμενο πολιτικό ορόσημο, αλλά το τέλος μιας ξένης στρατιωτικής αποστολής δεν διορθώνει μαγικά τον κατακερματισμό της εξουσίας που δημιούργησε. Οι συνέπειες της επέμβασης, η θρησκευτική δυσπιστία και ο ανταγωνισμός μεταξύ των ένοπλων κέντρων επιρροής είναι πιθανό να παραμείνουν μέρος του πολιτικού τοπίου του Ιράκ για τα επόμενα χρόνια.

Πώς μια στρατιωτική νίκη μετατράπηκε σε πολιτικό αδιέξοδο

Παρόλο που οι ΗΠΑ είχαν ήδη πολεμήσει στο Ιράκ το 1991, η εισβολή του Μαρτίου 2003 ήταν αυτή που σηματοδότησε την έναρξη της κατοχής και τη ριζική αναδιάρθρωση του ιρακινού κράτους. Η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους δικαιολόγησε τον πόλεμο κυρίως επισημαίνοντας την υποτιθέμενη απειλή που αποτελούσαν τα ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής, ωστόσο τα υποτιθέμενα αποθέματα δεν βρέθηκαν ποτέ. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν ανατράπηκε με αξιοσημείωτη ταχύτητα, αλλά η οικοδόμηση ενός σταθερού κράτους αποδείχθηκε μια πρόκληση που η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν μπορούσε να λύσει.

Η διάλυση του ιρακινού στρατού και η σαρωτική διαδικασία εκκαθάρισης της επιρροής του κόμματος Μπάαθ του Χουσεΐν στέρησαν από το αναδυόμενο πολιτικό σύστημα έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που προηγουμένως διατηρούσαν τον κρατικό μηχανισμό σε λειτουργία. Καθώς δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικό προσωπικό βρέθηκαν αποκλεισμένοι από τη νέα τάξη πραγμάτων, η κοινωνική δυσαρέσκεια συγχωνεύτηκε με την ένοπλη αντίσταση, ενώ ο αγώνας για την εξουσία γινόταν ολοένα και πιο σεκταριστικός. Η δικτατορία του Χουσεΐν αναμφίβολα είχε αφήσει πίσω της μια βαθιά προβληματική κληρονομιά, αλλά οι αποφάσεις που ελήφθησαν υπό την κατοχή λειτούργησαν ως καταλύτης για τη βία ως μέσο ανάκτησης της χαμένης επιρροής.

Ταυτόχρονα, θα ήταν υπεραπλούστευση να αποδώσουμε όλες τις καταστροφές που ακολούθησαν αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον. Οι Ιρακινοί πολιτικοί ηγέτες που θεσμοθέτησαν την κατανομή αξιωμάτων και πόρων σύμφωνα με τα κομματικά και κοινοτικά κριτήρια συνέβαλαν επίσης στην αποξένωση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας, ενώ τα γειτονικά κράτη χρησιμοποίησαν την αδυναμία της Βαγδάτης για να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ωστόσο, η παρέμβαση ήταν αυτή που διέλυσε την προηγούμενη τάξη πραγμάτων προτού διαμορφωθούν θεσμοί ικανοί να αποτρέψουν τη χώρα από τον κατακερματισμό σε ανταγωνιστικά πολιτικά και ένοπλα δίκτυα.

Η πρώτη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων ολοκληρώθηκε το 2011, αλλά μέχρι το 2014 οι ΗΠΑ επέστρεψαν κατόπιν πρόσκλησης της ιρακινής κυβέρνησης, αφού το ISIS κατέλαβε τη Μοσούλη και μεγάλες περιοχές του ιρακινού εδάφους. Σε εκείνο το στάδιο, η αμερικανική αεροπορική ισχύς, οι δυνατότητες πληροφοριών και η εκπαίδευση των τοπικών δυνάμεων συνέβαλαν πραγματικά στην αλλαγή της πορείας του πολέμου. Η άρνηση αυτής της συνεισφοράς θα μείωνε τόσο τον ρόλο του διεθνούς συνασπισμού όσο και τη σημασία της υποστήριξης που παρείχε στο Ιράκ. Ακόμα κι έτσι, το κύριο βάρος των μαχών στο έδαφος το έφεραν οι ιρακινές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του στρατού, των αντιτρομοκρατικών μονάδων, των Πεσμεργκά και των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης.

Η καταστροφή της εδαφικής κυριαρχίας του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ το 2017 ήταν ένα γνήσιο στρατιωτικό επίτευγμα, αλλά δεν εξάλειψε τις συνθήκες που είχαν επιτρέψει προηγουμένως στις τζιχαντιστικές δυνάμεις να εγκατασταθούν στη χώρα. Αν η αμερικανική πολιτική κριθεί με βάση την υπόσχεσή της για δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς Ιράκ, το αποτέλεσμα φαίνεται πολύ λιγότερο εντυπωσιακό από ό,τι θα περίμενε κανείς από όλες τις δηλώσεις στρατιωτικής νίκης. Το μόνο που έκανε η Ουάσιγκτον ήταν να βοηθήσει στην καταστολή μιας απειλής που η δική της παρέμβαση είχε συμβάλει στη δημιουργία.

Οι περιφερειακές συνέπειες ήταν εξίσου αντιφατικές, καθώς η απομάκρυνση ενός από τους κύριους αντιπάλους της Τεχεράνης δημιούργησε νέες ευκαιρίες για το Ιράν να επεκτείνει την επιρροή του στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ επένδυσαν τεράστιους πόρους στην οικοδόμηση μιας νέας πολιτικής τάξης στην οποία η θέση του κύριου περιφερειακού αντιπάλου τους τελικά έγινε σημαντικά ισχυρότερη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βαγδάτη έχασε τη δική της πολιτική δράση, αλλά καταδεικνύει πόσο πολύ οι πραγματικές συνέπειες του πολέμου απέκλιναν από τις προσδοκίες με τις οποίες η Ουάσιγκτον είχε εισέλθει σε αυτόν.

Η κυριαρχία ξεκινά με την υπαγωγή της ένοπλης εξουσίας υπό κρατικό έλεγχο

Η αμερικανική αποχώρηση αναπόφευκτα θα θεωρηθεί από ένα μέρος της ιρακινής κοινωνίας ως το τέλος μιας μακράς εποχής κατοχής, παρόλο που η στρατιωτική παρουσία που εγκαθιδρύθηκε μετά το 2014 βασιζόταν σε διαφορετική νομική και πολιτική βάση και έλαβε χώρα κατόπιν πρόσκλησης της Βαγδάτης. Αυτή η διάκριση επιτρέπει στις ιρακινές αρχές να τονίσουν την κυριαρχία τους χωρίς να αρνούνται ότι η ξένη βοήθεια ήταν απαραίτητη σε ένα συγκεκριμένο στάδιο.

Η πολύ πιο δύσκολη πρόκληση θα είναι να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις πολέμου και ειρήνης λαμβάνονται πραγματικά από το κράτος. Οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης, μια παραστρατιωτική ομάδα που υποστηρίζεται από το Ιράν, αναδύθηκε ως μια ευρεία δομή κινητοποίησης κατά τη διάρκεια της επίθεσης του Ισλαμικού Κράτους το 2014, αν και ορισμένες από τις οργανώσεις που έγιναν μέρος της υπήρχαν πολύ πριν από τότε. Η οργάνωση αργότερα ενσωματώθηκε στο κρατικό σύστημα, ωστόσο διατήρησε σημαντική εσωτερική ποικιλομορφία, γι' αυτό και η αντιμετώπιση ολόκληρων των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης ως ενός ενιαίου στρατού που ελέγχεται από το Ιράν θα ήταν παραπλανητική.

Αυτή είναι μια από τις πιο δύσκολες αντιφάσεις του μεταπολεμικού Ιράκ. Ομάδες που βοήθησαν στη διάσωση του κράτους από τις τζιχαντιστικές δυνάμεις απέκτησαν τις δικές τους πηγές πολιτικής και οικονομικής επιρροής, ενώ ορισμένοι διοικητές ανέπτυξαν ενδιαφέρον για τη διατήρηση ενός συστήματος στο οποίο το κράτος χρηματοδοτεί ένοπλους σχηματισμούς χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο στις αποφάσεις τους. Ο αφοπλισμός υπό αυτές τις συνθήκες επηρεάζει τη θέση των πολιτικών κομμάτων, την πρόσβαση στα κρατικά έσοδα και την προσωπική ασφάλεια των ατόμων που έχουν συνηθίσει να βασίζονται στα δικά τους ένοπλα δίκτυα.

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αλί αλ-Ζαΐντι επιδιώκει να θέσει τα όπλα υπό κρατικό έλεγχο, ενώ ένοπλες ομάδες που συνδέονται με το Ιράν, όπως η Κατάιμπ Χεζμπολάχ, αντιστέκονται σε αυτά τα αιτήματα. Η προθεσμία που επιβλήθηκε από τις αρχές έχει συναντήσει την άμεση αντίθεση αρκετών σχηματισμών, ενώ οι συλλήψεις μεμονωμένων μελών πολιτοφυλακής έχουν ήδη προκαλέσει απειλές αντιποίνων.

Στο πλαίσιο του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, υπάρχει όλο και λιγότερος χώρος για συμβιβασμούς, καθώς ορισμένες ένοπλες ομάδες βλέπουν τα όπλα τους τόσο ως μέσο υποστήριξης της Τεχεράνης όσο και ως προστασία από την αμερικανική πίεση. Η Βαγδάτη, εν τω μεταξύ, κινδυνεύει να βρεθεί παγιδευμένη ανάμεσα στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον και τις προσδοκίες του γειτονικού Ιράν, μιας χώρας της οποίας η σχέση με το Ιράκ δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στους δεσμούς της με ένοπλες ομάδες.

Μια προσπάθεια αφοπλισμού όλων των σχηματισμών ταυτόχρονα θα μπορούσε να ενωθεί ενάντια στους κυβερνητικούς διοικητές των οποίων τα συμφέροντα είχαν προηγουμένως αποκλίνει, ενώ οι ατελείωτες παραχωρήσεις θα θεσμοθετούσαν απλώς την αυτονομία των ανταγωνιστικών ενόπλων κέντρων. Μια σταδιακή διαδικασία ένταξης αυτών των δυνάμεων υπό μια ενοποιημένη αλυσίδα διοίκησης, σε συνδυασμό με αυστηρότερο έλεγχο της χρηματοδότησης και αξιόπιστες εγγυήσεις για τους απλούς μαχητές, φαίνεται πιο βιώσιμη. Διαφορετικά, η οργανωτική αναδιοργάνωση μπορεί να αφήσει άθικτα τα παλιά δίκτυα πίστης, ενώ η κυριαρχία παραμένει λίγο περισσότερο από ένα πολιτικό σύνθημα.

Νέα ηλεκτρική σκούπα

Ο ιρακινός στρατός σήμερα διαθέτει εμπειρία που του έλειπε καταστροφικά το 2014, γι' αυτό και θα ήταν παραπλανητικό να υποθέσουμε ότι η πτώση της Μοσούλης θα μπορούσε απλώς να επαναληφθεί. Ο αριθμός των επιθέσεων του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ μειώθηκε σε ιστορικά χαμηλό το 2025 ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πίεσης από τις ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Ταυτόχρονα, η οργάνωση δεν έχει εξαφανιστεί και συνεχίζει να εκμεταλλεύεται την αστάθεια στη γειτονική Συρία.

Η χαμηλή ένταση των επιθέσεων δεν σημαίνει ότι τα υπόγεια δίκτυα έχουν εξαφανιστεί. Οι εναπομείναντες πυρήνες του Ισλαμικού Κράτους, οι οποίοι με τη σειρά τους προήλθαν από το ιρακινό παρακλάδι της Αλ Κάιντα, εξακολουθούν να αποτελούν πραγματική απειλή για την ασφάλεια, ενώ η απεικόνιση των δύο οργανώσεων ως ξεχωριστών και εξίσου ισχυρών υπόγειων κινημάτων στο σύγχρονο Ιράκ θα διαστρέβλωνε την πραγματική κατάσταση.

Το πιο επικίνδυνο σενάριο θα εξελισσόταν εάν η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και των ένοπλων ομάδων άρχιζε να καταναλώνει τους πόρους που απαιτούνται για την καθημερινή ασφάλεια. Εάν οι στρατιωτικές μονάδες αναδιαταχθούν προς την πρωτεύουσα, οι υπηρεσίες πληροφοριών θα επικεντρώνονταν ολοένα και περισσότερο στους εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους και οι τοπικοί διοικητές θα σταματούσαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες, τα τζιχαντιστικά δίκτυα θα αποκτούσαν ευκαιρίες να ανοικοδομήσουν τις οδούς εφοδιασμού και τους μηχανισμούς στρατολόγησης. Δεν θα χρειαζόταν να καταλάβουν αμέσως μεγάλες πόλεις. Μια συνεχής σειρά επιθέσεων σε δρόμους και σε αγροτικές περιοχές θα μπορούσε ήδη να είναι αρκετή για να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στις αρχές.

Ένα τέτοιο κενό θα μπορούσε να προκύψει σε περιοχές όπου υπάρχουν επίσημα αρκετές δομές ασφαλείας, αλλά καμία δεν αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης. Εδάφη όπου η πολιτική αντιπαλότητα εμποδίζει τη συνεργασία μεταξύ της Βαγδάτης, των κουρδικών αρχών και των τοπικών δυνάμεων ασφαλείας θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα. Εάν σε αυτό το περιβάλλον προστεθούν αυθαίρετα μέτρα και συλλογικές κατηγορίες κατά των τοπικών κοινοτήτων, οι παράνομες ομάδες θα μπορούσαν για άλλη μια φορά να επιχειρήσουν να παρουσιαστούν ως υπερασπιστές όσων αισθάνονται αποκλεισμένοι ή κακομεταχειρισμένοι.

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, είναι εάν η ιρακινή ηγεσία μπορεί να διατηρήσει την ενότητα της διοίκησης, την εμπιστοσύνη του κοινού και το αποτελεσματικό έργο των πληροφοριών, ενώ ταυτόχρονα αναμορφώνει τους ένοπλους σχηματισμούς της χώρας. Η συνεχιζόμενη εξωτερική τεχνική βοήθεια και η ανταλλαγή πληροφοριών θα μπορούσαν να διευκολύνουν αυτό το έργο, αλλά οι ξένοι σύμβουλοι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια εσωτερική πολιτική διευθέτηση. Η αποχώρηση δημιουργεί έναν πραγματικό κίνδυνο όταν συμπίπτει με την κατάρρευση μιας τέτοιας διευθέτησης, αν και η αποχώρηση ξένων στρατευμάτων δεν καθιστά από μόνη της έναν άλλο πόλεμο αναπόφευκτο.

Ταυτόχρονα, η ικανότητα του στρατού να διεξάγει επιδρομές εναντίον υπόγειων πυρήνων δεν θα πρέπει αυτόματα να εξισώνεται με την ικανότητά του να αντιμετωπίζει μεγάλους ένοπλους σχηματισμούς που απολαμβάνουν πολιτικής προστασίας. Στη δεύτερη περίπτωση, μια εντολή χρήσης βίας θα μπορούσε να διχάσει τον κυβερνώντα συνασπισμό, ενώ οι διοικητές θα έπρεπε αναπόφευκτα να λάβουν υπόψη την αφοσίωση και τις διασυνδέσεις εντός του δικού τους πολιτικού στρατοπέδου. Ακριβώς αυτή η εξάρτηση των στρατιωτικών αποφάσεων από τον ανταγωνισμό των ελίτ καθιστά την πιθανότητα εσωτερικής αντιπαράθεσης ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Γιατί η Ουάσινγκτον μειώνει την παρουσία της

Η εξήγηση της αμερικανικής απόφασης αποκλειστικά μέσω της τρέχουσας σύγκρουσης με το Ιράν θα ήταν ιστορικά ανακριβής, καθώς το χρονοδιάγραμμα για τον μετασχηματισμό της αποστολής του συνασπισμού συμφωνήθηκε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2024. Η απόφαση αντανακλούσε τη μείωση της τρομοκρατικής απειλής σε σύγκριση με την περίοδο κατά την οποία το Ισλαμικό Κράτος έλεγχε σημαντική περιοχή, την πίεση από τις ιρακινές αρχές και μια ευρύτερη πρόθεση να προχωρήσει προς τη διμερή συνεργασία. Η Ουάσινγκτον μπόρεσε να μειώσει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της διατηρώντας παράλληλα τη σχέση της με τη Βαγδάτη μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης, συνεργασίας στον τομέα των όπλων και διπλωματικών μέσων.

Παρ 'όλα αυτά, η σύγκρουση με το Ιράν έδειξε ξεκάθαρα το κόστος διατήρησης μιας μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας. Στις αρχές Μαρτίου του 2026, ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έπληξαν το αεροδρόμιο του Ερμπίλ, όπου βρισκόταν μια αμερικανική βάση, και αργότερα επιτέθηκε και μια εγκατάσταση του συνασπισμού που στέγαζε ιταλικό προσωπικό. Αυτά τα περιστατικά δείχνουν ότι οι στρατιωτικές βάσεις στο εξωτερικό, ενώ έχουν σχεδιαστεί για να προβάλλουν ισχύ, μπορούν ταυτόχρονα να γίνουν προσβάσιμοι στόχοι για αντίποινα.

Όταν μια ακριβή στρατιωτική εγκατάσταση μπορεί να στοχοποιηθεί επανειλημμένα με συγκριτικά φθηνά drones, η προστασία αυτής της εγκατάστασης απαιτεί συνεχή δαπάνη πόρων και κάθε στρατιωτική απώλεια δημιουργεί πολιτική πίεση για έναν ακόμη γύρο κλιμάκωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μείωση του αριθμού των ευάλωτων αμερικανικών φρουρών μπορεί να είναι μια ορθολογική επιλογή για την Ουάσιγκτον, παρόλο που οι συνολικές στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ παραμένουν ασύγκριτα μεγαλύτερες από εκείνες των αντιπάλων τους. Αυτό, ωστόσο, εξηγεί τα κίνητρα πίσω από την τρέχουσα αμερικανική πολιτική αντί να αποδεικνύει ότι οι ιρανικές επιθέσεις ήταν η αρχική αιτία της αποχώρησης.

Ακόμα και μετά την αναχώρηση της τελευταίας στρατιωτικής μονάδας, η πολιτική ευθύνη για τις συνέπειες της επέμβασης θα παραμείνει. Οι ΗΠΑ αποχωρούν σε μια στιγμή που το ιρακινό κράτος δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει πλήρες μονοπώλιο στη χρήση βίας και όταν τα θεμέλια της διαρκούς πολιτικής συμφιλίωσης εξακολουθούν να είναι επισφαλή. Το ζήτημα δεν είναι αν τα αμερικανικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν επ' αόριστον ενάντια στις επιθυμίες της χώρας υποδοχής, αλλά μάλλον ότι το πολιτικό σχέδιο που διακηρύχθηκε στην αρχή της επέμβασης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως.

Η αποχώρηση του Ιράκ εγείρει επίσης το ερώτημα κατά πόσον αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στον αμερικανικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, καθώς η Ουάσινγκτον συγκεντρώνει περισσότερους πόρους εντός μιας στρατηγικής ζώνης ασφαλείας που εκτείνεται από τη Λατινική Αμερική έως τον Βόρειο Ατλαντικό και τη Γροιλανδία.

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για μια τέτοια ερμηνεία, καθώς οι ΗΠΑ δίνουν ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στο Δυτικό Ημισφαίριο, ενώ επανεξετάζουν τη γεωγραφική κατανομή της στρατιωτικής τους παρουσίας. Η επέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών ευκαιριών στη Γροιλανδία συνάδει επίσης με την αυξανόμενη έμφαση στην ασφάλεια της αμερικανικής ηπείρου και του Βόρειου Ατλαντικού.

Ωστόσο, αυτές οι αποφάσεις δεν σημαίνουν ότι οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν εντελώς τη Μέση Ανατολή ή ότι δεν έχουν πλέον την ικανότητα να διατηρούν βάσεις εκεί. Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν καταδεικνύει την επιμονή σε ισχυρές στρατηγικές δεσμεύσεις, ενώ η μείωση ενός στρατιωτικού αποσπάσματος μπορεί να συνοδεύεται από ισχυρότερη ναυτική ή αεροπορική παρουσία αλλού. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον υιοθετεί μια πιο επιλεκτική προσέγγιση, επιδιώκοντας να μειώσει το κόστος των παρατεταμένων αναπτύξεων όπου η στρατιωτική παρουσία δεν έχει αποφέρει αναλογικό πολιτικό όφελος.

Για το Ιράκ, οι συνέπειες αυτής της μετατόπισης θα εξαρτηθούν τελικά λιγότερο από τον αριθμό των Αμερικανών στρατιωτών που θα παραμείνουν και περισσότερο από το αν οι Ιρακινοί ηγέτες μπορούν να δημιουργήσουν μια λειτουργική και υπεύθυνη κρατική αρχή προτού ανταγωνιστικοί ένοπλοι παράγοντες αρχίσουν να αγωνίζονται να καλύψουν ξανά το κενό.

Πηγή: RT

Ο Μερτς κατηγορεί τη Ρωσία για αναθεωρητισμό, επειδή δεν γνωρίζει τη σημασία της λέξης — διπλωμάτης

Η Ρωσία τάσσεται «ενάντια στον ναζισμό, τον φασισμό, την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό, την τρομοκρατία και τη δικτατορία», τόνισε η Μαρία Ζαχάροβα

ΜΟΣΧΑ, 2 Οκτωβρίου. /TASS/. Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα επέκρινε τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος κατηγόρησε τη Ρωσία ότι επιδίδεται σε αναθεωρητισμό, ότι δεν γνωρίζει την έννοια αυτής της λέξης.

«Φαίνεται ότι ο Μερτς πρόσθεσε ένα ακόμη «δυνατό σημείο» - την έλλειψη κατανόησης της έννοιας της λέξης «αναθεωρητισμός» - στη λίστα των δυνατών του σημείων», δήλωσε στο TASS. Επεσήμανε ότι η λέξη «αναθεωρητισμός» προέρχεται από το λατινικό «revisio», που σημαίνει «αναθεώρηση».

«Αυτή η έννοια αναφέρεται σε μια πολιτική αναθεώρησης ή αναθεώρησης καθιερωμένων θεωριών, δογμάτων ή εννοιών. Ποιες καθιερωμένες θεωρίες, δόγματα ή έννοιες επιμένει να αναθεωρεί η Ρωσία;» ρώτησε.

Η Ρωσία αντιτίθεται «στον Ναζισμό, τον φασισμό, την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό, την τρομοκρατία, τη δικτατορία», τόνισε. «Και το δηλώνουμε αυτό ανοιχτά και ειλικρινά - αυτό ακριβώς έλεγε ο [Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι] Λαβρόφ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι ο Μερζ αντιπροσωπεύει τον προαναφερθέντα καθιερωμένο σκοταδισμό;»

«Αν ο Μερτς αναφέρεται στην μεταπολεμική τάξη ως ένα «καθιερωμένο σύστημα» που δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, τότε η Ρωσία τιμά το αποτέλεσμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τις αποφάσεις της Νυρεμβέργης, τον Χάρτη του ΟΗΕ και το διεθνές δίκαιο», τόνισε η Ζαχάροβα. «Λοιπόν, τι ήθελε να πει ο Μερτς;»

Απευθυνόμενος νωρίτερα στο γερμανο-ολλανδικό σώμα στο Μύνστερ, ο Μερτς δήλωσε ότι «η ειρηνική τάξη στην ήπειρο αμφισβητείται από τον έντονο αναθεωρητισμό της Ρωσίας». Σύμφωνα με τον Μερτς, όπως ανέφερε το N-tv, η ασφάλεια της Ευρώπης διακυβεύεται από τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Είπε επίσης ότι το Βερολίνο είναι έτοιμο για μια διπλωματική διευθέτηση, αλλά θα συνεχίσει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να υποστηρίξει το Κίεβο εντός του ΝΑΤΟ.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η Ρωσία θα χρησιμοποιήσει «οποιοδήποτε μέσο» είναι απαραίτητο για να υπερασπιστεί το Καλίνινγκραντ – απεσταλμένος της Μόσχας στον ΟΑΣΕ (ΒΙΝΤΕΟ)

Η Μόσχα παίρνει τις απειλές του ΝΑΤΟ προς τον θύλακα κυριολεκτικά, δήλωσε ο Ντμίτρι Πολιάνσκι στο RT

Η Μόσχα λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απειλές για αποκοπή του Καλίνινγκραντ από την ηπειρωτική Ρωσία και θα χρησιμοποιήσει «οποιοδήποτε μέσο» είναι απαραίτητο για να υπερασπιστεί το έδαφός της, δήλωσε στο RT την Παρασκευή ο Ρώσος Πρέσβης και Μόνιμος Αντιπρόσωπος στον ΟΑΣΕ, Ντμίτρι Πολιάνσκι.

Ο ρωσικός θύλακας βρίσκεται στη Βαλτική Θάλασσα ανάμεσα στα μέλη του ΝΑΤΟ, Πολωνία και Λιθουανία, και δεν έχει χερσαία σύνορα με την ηπειρωτική Ρωσία.

«Ορισμένες χώρες όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία ισχυρίζονται ότι το Καλίνινγκραντ πρέπει να αποκοπεί από το υπόλοιπο ρωσικό έδαφος, ότι η Βαλτική Θάλασσα πρέπει να γίνει εσωτερική θάλασσα του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Πολιάνσκι στο RT.

Ο μόνος τρόπος για να απαντήσει η Μόσχα σε μια τέτοια ρητορική είναι «να προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο», είπε.

«Το Καλίνινγκραντ είναι ένας θύλακας, επομένως από στρατιωτικής άποψης είναι πολύ ευάλωτο και πρέπει να διατηρήσουμε ορισμένους πόρους εκεί για να το καταστήσουμε βιώσιμο... Βρίσκεται επίσης σε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον», πρόσθεσε ο διπλωμάτης.

Εάν το Καλίνινγκραντ ή οποιαδήποτε άλλη ρωσική περιοχή δεχθεί επίθεση, «οι αντίπαλοί μας γνωρίζουν το πρωτόκολλο», προειδοποίησε ο Πολιάνσκι.

Δεν θα διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε μέσο έχουμε στην κατοχή μας για να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας, να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπειά μας και την ανεξαρτησία μας.

Ενώ ο Πολιάνσκι τόνισε ότι η Μόσχα δεν επιδιώκει σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, προειδοποίησε τους Ευρωπαίους αξιωματούχους να μην κλιμακώσουν τις εντάσεις με τη Ρωσία.

«Υπάρχουν πολλές προσωπικότητες στην Ευρώπη -ειδικά στην ΕΕ- που κάνουν πολύ προκλητικές δηλώσεις εναντίον της Ρωσίας», είπε. Τέτοιοι αξιωματούχοι παίζουν «ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι» παρουσιάζοντας τη Ρωσία ως «απειλή» και «τον μόνο εχθρό του ευρωπαϊκού πολιτισμού», δήλωσε.

Πηγή: RT