ενημέρωση 1:59, 2 November, 2026

Οpel Kadett - Μια τετράτροχη ιστορία 90 ετών

Το 1936, το Opel Kadett κέρδισε γρήγορα τη φήμη του ως ένα από τα κορυφαία αυτοκίνητα, κερδίζοντας τις καρδιές και τις συνειδήσεις του κοινού και του τύπου.

Το 1936, η Opel ήταν η πρώτη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία που κυκλοφόρησε ένα προσιτό, οικογενειακό συμπαγές αυτοκίνητο, το Kadett. To 1936, η Opel ήταν η πρώτη γερμανική αγορά αυτοκινήτου που κυκλοφόρησε ένα προσιτό, οικογενειακό συμπαγές αυτοκίνητο, το Opel Kadett. 

Το 1936, το Opel Kadett κέρδισε γρήγορα τη φήμη του ως ένα από τα κορυφαία αυτοκίνητα, κερδίζοντας τις καρδιές και τις συνειδήσεις του κοινού και του τύπου. 

Διαθέτοντας ένα αμάξωμα από ατσάλι και απομακρύνοντας το κλασικό ξύλινο πλαίσιο για να ωφελήσει τόσο την οδηγική απόδοση όσο και την κατανάλωση καυσίμου από το χαμηλότερο βάρος, το γρήγορο τετραθέσιο μπορούσε να φτάσει σχεδόν τα 100 χλμ./ώρα, με 23 ίππους. 

 

Η αγορά συμπαγών αυτοκινήτων αναπτύχθηκε τόσο έντονα κατά τη διάρκεια των ετών της μεταπολεμικής γερμανικής οικονομικής ανάπτυξης, που η Opel, το 1962, κατασκεύασε ένα ολοκαίνουργιο εργοστάσιο παραγωγής ειδικά για το Kadett στο Μπόχουμ της Γερμανίας.

Ένα μεγάλο πορτμπαγκάζ και άφθονος χώρος για τέσσερα άτομα, καθώς και ένας νέος, ζωηρός κινητήρας και το χαμηλό κόστος συντήρησης αποτέλεσαν τη συνταγή της επιτυχίας για το Kadett A. Η Opel κατασκεύασε σχεδόν 650.000 από αυτά από το 1962 έως το 1965.

Το 1965, μια νέα σειρά αντικατέστησε το πρώτο μοντέλο. Η νέα έκδοση είχε μήκος πάνω από 4 μέτρα και επομένως ήταν αρκετά μεγαλύτερη από τον προκάτοχό της. Όσον αφορά το μοντέρνο σχήμα της, οι σχεδιαστές εμπνεύστηκαν από τους συναδέλφους τους στο εξωτερικό: το επίπεδο, κεκλιμένο πίσω μέρος θύμιζε τα μοντέλα fastback που ήταν τότε δημοφιλή στις ΗΠΑ. Μια επιτυχία που σημείωσε μια νύχτα, με πάνω από 2,6 εκατομμύρια μονάδες να παράγονται (1965-1973), καθώς πελάτες από 120 χώρες σε όλο τον κόσμο άρπαξαν το Kadett B.

Συνολικά 1,7 εκατομμύρια από αυτά κατασκευάστηκαν μεταξύ 1973 και 1979. Το Kadett C με κίνηση στους πίσω τροχούς έκανε το ντεμπούτο του τον Αύγουστο του 1973 με ένα καθαρά σχεδιασμένο αμάξωμα και έναν νέο μπροστινό άξονα με διπλά ψαλίδια. Το ισχυρό GT/E έκανε το ντεμπούτο του το 1975 με κινητήρα 1,9 λίτρων με ψεκασμό Bosch L-Jetronic, που απέδιδε 105 ίππους και κινούσε τα μόλις 900 κιλά του Kadett σε τελική ταχύτητα 184 χλμ./ώρα.

 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Το μαγικό οικοσύστημα αυτών που «αντιπολιτεύονται» τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στηρίζοντάς τον

Όλοι αυτοί που ακόμη ζουν στο 2015…

Η μεγάλη σύγκρουση του 2015 άφησε βαθιά αποτυπώματα στην ελληνική κοινωνία. Η στάση απέναντι στα μνημόνια διαμόρφωσε μια διαιρετική γραμμή, που θα αναπαραχθεί και αργότερα, σε διάφορες παραλλαγές.

Δεν αναφέρομαι τόσο σε όσους είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις για το πώς μπήκαμε στα μνημόνια, ή για το εάν έπρεπε να έρθουμε σε μικρότερη ή μεγαλύτερη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε, σε αυτούς που μπορεί να διαφώνησαν με το πώς χειρίστηκε η τότε κυβέρνηση το «ΟΧΙ» του δημοψηφίσματος. Ούτε στο τι ψήφισαν οι άνθρωποι στο δημοψήφισμα, γιατί ούτε όσοι είπαν «ΟΧΙ» ήταν κάποιοι «ανεύθυνοι» που γενικώς ήθελαν η χώρα να παρασυρθεί σε περιπέτειες, ούτε αυτοί που θεώρησαν ασφαλέστερη επιλογή το «ΝΑΙ» ήταν «γερμανοτσολιάδες». Σεβαστές και οι δύο επιλογές σε μια εξαιρετικά δύσκολη ώρα για τη χώρα.

Αναφέρομαι κυρίως σε μια διαίρεση που καταγράφηκε περισσότερο σε επίπεδο «ελίτ» κάποιων κομματικών ηγεσιών και «διαμορφωτών κοινής γνώμης».

Τότε «ξεχάστηκαν» όλες οι πολιτικές διαιρετικές γραμμές που είχαν επικρατήσει από τη μεταπολίτευση και πρωτίστως η τομή ανάμεσα στη δημοκρατική ή κεντροαριστερή παράταξη και τη συντηρητική, φιλελεύθερη ή κεντροδεξιά. Αντιθέτως, θεωρήθηκε ότι η μεγάλη απειλή ήταν οι «άπλυτοι, μαδουραίοι, ψεκασμένοι, αντιμνημονιακοί και συριζαίοι», ο κοινός «εχθρός» τους ήταν ο Τσίπρας.

Η διαίρεση αυτή δεν καταγράφηκε μόνο στο δημοψήφισμα, αλλά και στην περίοδο της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Ακόμη και όταν ολοκλήρωνε την εφαρμογή των μνημονίων και άρα, στην πράξη, κρατούσε την Ελλάδα εντός Ευρώπης, η πολεμική παρέμεινε λες και επρόκειτο την επόμενη μέρα να επαναφέρει τη δραχμή. Συνεχίστηκε μάλιστα και όταν ο Τσίπρας βρέθηκε στην αντιπολίτευση, όπου συνέχιζε να δέχεται την ίδια επίθεση, συνδυαζόμενη με την ίδια απαξιωτική αντιμετώπιση των ανθρώπων που είχαν ξεσηκωθεί κατά των μνημονίων. Ο τόνος ήταν «επιστρέψαμε ‘στα πράγματα’ και δεν θα ξαναφύγουμε ποτέ από αυτά», η «αριστερή παρένθεση» θα έκλεινε για πάντα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι συχνά οι πιο διαπρύσιοι υποστηρικτές αυτού του τόνου, από το 2015 έως και σήμερα δεν ήταν οι παραδοσιακοί φιλελεύθεροι ή συντηρητικοί. Ήταν αυτοί που υποτίθεται ότι προέρχονταν από την Κεντροαριστερά και το ΠΑΣΟΚ, αλλά στην πράξη συσπειρώνονταν γύρω από την αντίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ και στον Τσίπρα και τελικά την υποστήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Μάλιστα, η αντίθεση αυτή δεν ήταν μια παραδοσιακή πολιτική αντίθεση. Δεν διαφωνούσαν δηλαδή με τη μία ή την άλλη πολιτική του, ούτε ήθελαν μια διαφορετική κατεύθυνση για τη χώρα, δεν του ασκούσαν κριτική ούτε από τα δεξιά ούτε από τα αριστερά. Ήταν ένα ιδιότυπο μίσος για το γεγονός ότι υπήρχε μια πολιτική δύναμη που δεν ανήκε στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, που εκπροσωπούσε λαϊκά στρώματα που είχαν υψώσει το ανάστημά τους απέναντι στα «πολιτικά τζάκια» και τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, και που αμφισβητούσε έναν τρόπο διαμοιρασμού της εξουσίας και των προνομίων της.

Το «αντισύριζα» μέτωπο, που εξελίχθηκε σε «αντι-Τσίπρα» μέτωπο, δεν ήταν ποτέ απλώς μια πολιτική αντίθεση σε πολιτικές, προγράμματα, ιδεολογία. Ήταν περισσότερο μια κυνική πολιτική κουλτούρα που θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να παραδοθούν τα κάστρα της εξουσίας.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό γιατί όλες και όλοι αυτοί επί της ουσίας στήριξαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και γιατί τόσα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της Κεντροαριστεράς μετακινήθηκαν προς τα δεξιά και συμμετείχαν (και συμμετέχουν) στην κυβέρνησή του, μέχρι του σημείου ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ένας πολιτικός προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ, να έχει σχεδόν πάρει το «δαχτυλίδι» της διαδοχής από τον Πρωθυπουργό.

Το μένος ενάντια στον Τσίπρα το βλέπουμε και σήμερα, που αρκετοί από αυτούς – όχι προφανώς όσοι εντάχθηκαν κομματικά στη ΝΔ – υποτίθεται ότι παραμένουν στην Κεντροαριστερά και μάλιστα στηρίζουν και τον νυν αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη. Βεβαίως, η υποστήριξή τους είναι της κατηγορίας «εάν έχεις τέτοιους φίλους, τι να τους κάνεις τους εχθρούς».

Γιατί όταν έρθει η ώρα που τα πράγματα γίνονται σοβαρά και το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα αναπαράγουν για συγκεκριμένα κρίσιμα ζητήματα και υπουργούς της κυβέρνησης προβάλουν και, βεβαίως δεν παραλείπουν να στάξουν την απαραίτητη χολή τους απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα και πάλι όχι γιατί έχουν τη μία ή την άλλη διαφωνία, αλλά γιατί εκπροσωπεί όσα μισούν.

Την ίδια στιγμή βεβαίως που απλώς αναπαράγουν διαχωριστικές γραμμές και τρόπους πολιτικής επικοινωνίας περασμένων δεκαετιών (για να μην πω αιώνων, διότι εκτός των άλλων κάποιες φορές με τα νέα Μέσα δεν τα πάνε πολύ καλά και δεν συνειδητοποιούν ποια απήχηση μπορεί να μην έχει ένα τυπωμένο παραπολιτικό σχόλιο λίγων γραμμών στην κοινωνία), δεν αντιλαμβάνονται ότι η επαφή τους με τις πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις, αυτές που σε τελική ανάλυση διαμορφώνουν τους πολιτικούς συσχετισμούς, είναι μηδαμινή. Ο κόσμος τους παραμένει ένας κόσμος προθαλάμων και συναλλαγών με την εξουσία χωρίς πραγματική επαφή με τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας.

Το γεγονός ότι σε αυτό το φόντο δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αναπαράγουν όχι μόνο ξαναζεσταμένες πολεμικές της προηγούμενης δεκαετίας, ή ειρωνείες χωρίς τεκμηρίωση, αλλά και ανυπόστατα ψεύδη, απλώς συμπυκνώνει την αντίληψή τους -και τη διαθεσιμότητά τους- για την «εξυπηρέτηση» της εξουσίας (με την ελπίδα ότι και αυτή θα επιδείξει κάποια ευγνωμοσύνη) και την πραγματική τους αδιαφορία για το μέλλον αυτού του τόπου και των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν. Κοινώς η δουλίτσα να συνεχίσει να γίνεται και οι άλλοι ας κόψουν τον λαιμό τους.

Πηγή: in.gr

Η κυβέρνηση πεισματικά αρνείται να αναλάβει ευθύνες που της αναλογούν, παρότι κυβερνά αυτή τη χώρα από το 2019

Εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική γύρω από την τραγωδία στα Τρίκαλα, όπου πέντε εργάτριες έχασαν τη ζωή τους, θα δει μια επίμονη προσπάθεια να περάσει η γραμμή ότι η κυβέρνηση δεν έχει καμία ευθύνη.

Θυμίζω ότι πολύ νωρίς έγινε σαφές ότι το δυστύχημα οφειλόταν σε διαρροή αερίου, δηλαδή κάτι που εντάσσεται στους κινδύνους για τους οποίους κάθε βιομηχανική μονάδα πρέπει να έχει σχέδιο ασφαλείας και άρα είχαμε ένα πολύνεκρο δυστύχημα που οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχαν όλα τα μέτρα και ο εξοπλισμός που θα εγγυόταν την ασφάλεια των εργαζομένων. Πλέον, έχουμε και αρκετά πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς έγινε το δυστύχημα, αλλά και για την απρονοησία των υπευθύνων να εξετάσουν τα παράπονα των εργαζομένων για έντονες οσμές αερίων.

Άρα έχουμε κατά πάσα πιθανότητα μία περίπτωση βιομηχανικής μονάδας που δεν λειτουργούσε με ασφαλή τρόπο. Αυτό εύλογα γεννά το ερώτημα πώς είχε αδειοδοτηθεί η εταιρεία αυτή και εάν είχε ελεγχθεί με τον ενδελεχή τρόπο που η ασφάλεια των εγκαταστάσεων απαιτεί.

Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στο ερώτημα εάν στη χώρα μας έχουμε έναν επαρκή μηχανισμό για να εξασφαλίζει ότι οι βιομηχανικές μονάδες συμμορφώνονται με τους κανονισμούς και τις προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας στις εγκαταστάσεις τους. Εάν, δηλαδή, γίνονται έλεγχοι, επιτόπου στις εγκαταστάσεις και όχι στα χαρτιά, και προφανώς εάν υπάρχει επαρκές προσωπικό για να εξασφαλίζει ότι γίνονται.

Οδηγεί, επίσης, στο γενικότερο ερώτημα για το ποια είναι η κατάσταση με τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας, άρα στο ερώτημα της καταγραφής, αλλά και των κριτηρίων με τα οποία καταγράφονται.

Όλα αυτά τα ερωτήματα παραπέμπουν σε υπαρκτές κυβερνητικές ευθύνες.

Και εξηγώ: προφανώς εάν μια επιχείρηση έχει επικίνδυνες εγκαταστάσεις και αυτό οδηγεί σε μια τέτοια τραγωδία, φέρει τη βασική ευθύνη.

Όμως, και η κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το εάν έχει πάρει όλα τα μέτρα ώστε οι επιχειρήσεις να συμμορφώνονται πιστά με τις απαιτήσεις των σχετικών προδιαγραφών, τόσο ως προς το να υπάρχει αυστηρό πλαίσιο που να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, όσο και ως προς το να υπάρχει το προσωπικό που θα κάνει όλους τους επιτόπιους ελέγχους.

Φέρει ευθύνη για το εάν έκανε την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία πρώτη προτεραιότητα των παρεμβάσεών της στα εργασιακά.

Φέρει ευθύνη για το αν διαμόρφωσε το πλαίσιο που να καλύπτει όλους τους σύγχρονους κινδύνους για την εργασία μέσα στους χώρους δουλειάς.

Επίσης, μια κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το πώς μετρά και καταγραφεί τα προβλήματα στους χώρους δουλειάς. Η συστηματική καταγραφή επιτρέπει τη διαπίστωση του μεγέθους του προβλήματος και αντιστοίχως υποδεικνύει ποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν.

Παρ’ όλα αυτά, αντί για ανάληψη της ευθύνης για αυτές τις πλευρές, η κυβέρνηση όχι μόνο έσπευσε να κραυγάσει για άλλη μια φορά ότι δεν έχει καμία ευθύνη για το εάν υπάρχουν προβλήματα στους χώρους εργασίας, αλλά και επέμεινε ότι τα πράγματα επί των ημερών της πηγαίνουν καλύτερα παρά ποτέ.

Ακόμη χειρότερα, επιτέθηκε κατ’ επανάληψη σε όσους είτε αναφέρθηκαν επικριτικά σε όσα δεν έχει κάνει για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, είτε αμφισβήτησαν τις «ρόδινες» στατιστικές που παρουσίασε και που αποδείχτηκε ότι συστηματικά υποκαταγράφουν την έκταση των εργατικών ατυχημάτων.

Όλα αυτά δεν τα βλέπουμε πρώτη φορά. Τα είδαμε με την τραγωδία στα Τέμπη, ενώ ευθυνόταν για το ότι δεν είχαν γίνει τα έργα που έπρεπε για να είναι ασφαλείς οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες. Το είδαμε στον Ντάνιελ, όπου δεν ανέλαβε ευθύνη για τα κενά στην αντιπλημμυρική προστασία. Το είδαμε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου για όλα φταίνε «επίορκοι υπάλληλοι» και όχι οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι, αυτοί δηλαδή που είχαν την ευθύνη να αποτρέπουν τέτοιου είδους διασπάθιση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων.

Είναι πια ένα μόνιμο μοτίβο. Αυτή η κυβέρνηση δεν φταίει για τίποτα. Όλα όσα κάνει είναι σωστά. Οι καταγγελίες σε βάρος της είναι έργο ψεκασμένων.

Και πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Υπάρχει ακόμη γραφειοκρατία; Καθυστερεί η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων; Δεν προχωράνε απαραίτητα δημόσια έργα; Φταίει το «βαθύ κράτος» και όχι μια κυβέρνηση που δεν έχει ενισχύσει το δημόσιο, απλουστεύσει όσο πρέπει διαδικασίες, προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές αναγκαίες και ώριμες.

Υπάρχουν μεγάλες καταστροφές από «ακραία καιρικά φαινόμενα»; Φταίει η κλιματική αλλαγή και όχι μια κυβέρνηση που γνωρίζει ότι υπάρχει κλιματική αλλαγή και θα έπρεπε να αναβαθμίσει τις σχετικές υποδομές ως πρώτη προτεραιότητα.

Υπάρχουν προβλήματα με τα νοσοκομεία, την κατάστασή τους, την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών; Δεν φταίει η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός, αλλά οι συνδικαλιστές που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα.

Προφανώς κάθε κυβέρνηση θα προσπαθήσει να παρουσιάσει κάπως καλύτερη την πραγματικότητα, να υποστηρίξει ότι έκανε όσα μπορούσε, να υπερασπιστεί το έργο της.

Όμως, εδώ έχουμε φτάσει στην πεισματική άρνηση ευθύνης και την ταυτόχρονη προσπάθεια να παρουσιαστεί το  μαύρο ως άσπρο, όχι για να πείσει ότι έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά για να αποθαρρύνει την κοινωνία ακόμη και από το να σκεφτεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε ενδεχόμενο λογοδοσίας. Ακριβώς, για να υπογραμμίσει ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη διέξοδος από την παράταση της σημερινής κατάστασης, ελπίζοντας ότι κάποιοι μοιρολατρικά θα αποδεχτούν – και θα ψηφίσουν – το να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και κάποιοι απογοητευμένοι θα απεμπολήσουν κάθε ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Πηγή: in.gr

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το ΝΑΤΟ συμβουλεύει τη Βόρεια Ευρώπη να ξεκινήσει την ανάπτυξη επιθετικών επιχειρήσεων πληροφοριών

Το ΝΑΤΟ συμβούλεψε επίσης τα σκανδιναβικά και τα βαλτικά κράτη να αναθέσουν ευθύνες σε αυτόν τον τομέα και να διεξάγουν τακτικά κοινές ασκήσεις.

ΜΟΣΧΑ, 31 Ιανουαρίου. /TASS/. Η Βόρεια Ευρώπη και τα κράτη της Βαλτικής θα πρέπει να αρχίσουν να εργάζονται για συντονισμένες επιθετικές δράσεις πληροφόρησης σε περίπτωση σύγκρουσης, δήλωσε το Κέντρο Αριστείας Στρατηγικών Επικοινωνιών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Μια έκθεση με τίτλο «Αντιμετώπιση των Επιχειρήσεων Επιρροής Πληροφοριών στην Περιοχή της Βόρειας Βαλτικής», την οποία έλαβε το TASS, ανέφερε ότι η Δανία, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Ισλανδία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Νορβηγία και η Σουηδία πρέπει να επεξεργαστούν δράσεις που «θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από «συντονισμένα tweets από τις πρωτεύουσες» και θα πρέπει να καταδεικνύουν την αξία των συντονισμένων επιθετικών απαντήσεων για τη διείσδυση σε εχθρικά περιβάλλοντα πληροφοριών, ως προετοιμασία για μια ξαφνική κλιμάκωση από απειλητικούς παράγοντες. Αυτό θα πρέπει να προετοιμαστεί σε στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τα σχέδια και τις διαδικασίες του».

Το ΝΑΤΟ συμβούλεψε επίσης τα σκανδιναβικά και τα βαλτικά κράτη να αναπτύξουν από κοινού τις ικανότητές τους στον πληροφοριακό πόλεμο, να αναθέσουν ευθύνες σε αυτόν τον τομέα και να διεξάγουν τακτικά κοινές ασκήσεις.

Τα τελευταία χρόνια, το ΝΑΤΟ έχει εντείνει την αντιπαράθεσή του με τη Ρωσία. Σε προηγούμενα έγγραφα, η Μόσχα χαρακτηρίζεται ως η πιο σημαντική και άμεση απειλή. Ταυτόχρονα, τόσο εκπρόσωποι των χωρών του ΝΑΤΟ όσο και η στρατιωτική διοίκηση του μπλοκ δηλώνουν την πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ της συμμαχίας και της Ρωσίας. Ο Ρώσος ηγέτης Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε τον Δεκέμβριο ότι οι πολιτικοί στην Ευρώπη «αυξάνουν τον βαθμό υστερίας» και «τους σπέρνουν φόβους» σχετικά με το αναπόφευκτο μιας σύγκρουσης με τη Ρωσία. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ισχυρισμοί για πιθανή ρωσική επίθεση στην Ευρώπη είναι «ψέματα και ανοησίες».