ενημέρωση 4:38, 4 November, 2026

New York Times - Οι τρεις απαιτήσεις του Τραμπ στο Ιράν για να μην εξαπολύσει επίθεση

Οι New York Times σε αναλυτικό ρεπορτάζ, που επικαλείται Αμερικανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους, αναφέρει τις τρεις απαιτήσεις του Ντόνταλν Τραμπ στο Ιράν για να μην εξαπολύσει νέα επίθεση.

Ο Τραμπ κλιμάκωσε τις απειλές του κατά του Ιράν την Τετάρτη, υπονοώντας ότι εάν η χώρα δεν συμφωνούσε με μια δέσμη απαιτήσεων που είχε θέσει, θα μπορούσε σύντομα να εξαπολύσει επίθεση «με ταχύτητα και βία».

Η απειλή του Τραμπ για δεύτερη άμεση επίθεση κατά του Ιράν από αμερικανικές δυνάμεις μέσα σε οκτώ μήνες ήρθε καθώς το αεροπλανοφόρο Abraham Lincoln, μαζί με άλλα πολεμικά πλοία, βομβαρδιστικά και μαχητικά αεροσκάφη, έλαβαν θέσεις στην περιοχή σε απόσταση βολής από τη χώρα. Ο Τραμπ συνέκρινε την συγκέντρωση δυνάμεων με τις δυνάμεις που συγκέντρωσε κοντά στη Βενεζουέλα στα τέλη του περασμένου έτους, ακριβώς πριν από την επιχείρηση που απήγαγε τον πρόεδρο της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, και τη σύζυγό του.

Ο Τραμπ δεν έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με τις απαιτήσεις, λέγοντας μόνο ότι μια «τεράστια Αρμάδα» κατευθύνεται προς το Ιράν και ότι η χώρα θα πρέπει να συνάψει συμφωνία. Ωστόσο, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι λένε ότι στις συνομιλίες, έχουν τεθεί οι παρακάτω απαιτήσεις στους Ιρανούς:

  1. Μόνιμος τερματισμός σε κάθε εμπλουτισμό ουρανίου και καταστροφή των υφιστάμενων αποθεμάτων
  2. Περιορισμός της εμβέλειας και του αριθμού των βαλλιστικών πυραύλων
  3. Παύση κάθε υποστήριξης προς ομάδες -που σύμφωνα με τις ΗΠΑ- ενεργούν ως «δορυφόροι» του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων της Χάμας, της Χεζμπολάχ και των Ανσάραλάχ (Χούθι) στην Υεμένη.

Χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τις NYT, είναι ότι από τα αιτήματα, όπως και από την ανάρτηση του Τραμπ στο Truth Social το πρωί της Τετάρτης, απουσίαζει οποιαδήποτε αναφορά στην προστασία των διαδηλωτών που βγήκαν στους δρόμους του Ιράν τον Δεκέμβριο, παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος είχε χρησιμοποιήσει τις διαδηλώσεις ως πρόφαση για να επιτεθεί στη χώρα.

Πηγή: tpp

O Σρέντερ ως ανεμοδείκτης

Οπρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, έσπασε την τετράχρονη σιωπή του για να θυμίσει το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη εάν δεν ξαναλειτουργήσουν οι υποθαλάσσιοι αγωγοί Nord Stream 1 και 2.

Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά και αποκαλυπτικά, καθώς στο Βερολίνο το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων διακατέχεται από την νοσταλγία του χαμένου παραδείσου της περιόδου που ξεκίνησε με την πτώση του Τείχους το 1989 και έληξε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.

Φτηνή ενέργεια από τη Ρωσία, μηδέν στρατιωτικές δαπάνες, ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά της Κίνας υπήρξαν οι τρεις συνιστώσες του μεταψυχροπολεμικού γερμανικού οικονομικού θαύματος που επέτρεψαν στη Γερμανία να έχει εγκαταλείψει τα οράματα εμβάθυνσης και πολύ περισσότερο ομοσπονδιακής μετεξέλιξης της Ε.Ε.

Ο Σρέντερ είναι ένας χρήσιμος ανεμοδείκτης που μας επιτρέπει να διαβάσουμε τη στρατηγική αμηχανία του Βερολίνου για το μέλλον της Ευρώπης.

Πρόσω ολοταχώς για την επιστροφή στο status quo ante χωρίς κουβέντα για την αμοιβαιοποίηση του κινδύνου μέσω του κοινού δανεισμού των χωρών της ευρωζώνης και κυρίως χωρίς τη μεταφορά πόρων από τον πλεονασματικό Βορρά στον ελλειμματικό Νότο: σε αυτά εξακολουθεί να ομνύει πίστη η πολιτική ελίτ της Γερμανίας.

Οταν στο Βερολίνο μιλούν για το μέλλον της Ε.Ε., περιορίζονται στην πίεση των εταίρων τους να αποδεχτούν την κατάργηση της ομοφωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Οι διαπιστώσεις και οι επισημάνσεις του Σρέντερ μάς επιτρέπουν με την απόσταση του χρόνου να θαυμάσουμε την αλληλοαναιρούμενη γραμμή πλεύσης του Βερολίνου μετά την έκρηξη των συγκρούσεων το 2014 στην Κριμαία και στο Ντονμπάς.

Στρατηγικός εταίρος στην ενέργεια η Ρωσία του Πούτιν ήταν με ρητορική χαμηλών τόνων ο αυριανός εισβολέας στην Ανατολική Ευρώπη.

Ενα είναι βέβαιο: ότι η τρόικα Μερτς, Στάρμερ και Μακρόν θα είναι βραχείας διάρκειας, καθώς οι τρεις ηγέτες ήδη αναζητούν αμήχανα επιστροφή σε μια κανονικότητα των διμερών σχέσεών τους με τη Μόσχα. Μια κανονικότητα που θα πρέπει να αναδιαταχτεί, καθώς θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι οι Μεγάλοι της Ε.Ε. είναι μπροστά στην κανονικότητα μιας ήττας που δεν θέλουν να παραδεχτούν.

Πηγή: efsyn

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πώς τα ΜΜΕ προετοιμάζουν την επίθεση στο Ιράν

του Τζόναθαν Κουκ

Ένα ακόμη παράδειγμα απολύτως ανεύθυνης δημοσιογραφίας του BBC στην εκπομπή News at Ten:

Η διπλωματική ανταποκρίτρια Κάρολαϊν Χόουλι ξεκινά αναπαράγοντας άκριτα έναν φανταστικό αριθμό νεκρών, μιλώντας για «δεκάδες χιλιάδες νεκρούς» από τις πρόσφατες διαδηλώσεις στο Ιράν – αριθμούς που προέρχονται από αντιπάλους του καθεστώτος. Συγκρίνετέ το με τη συνεχή, επί δύο χρόνια, στάση «επιφυλακτικότητας» και υποβάθμισης του αριθμού των νεκρών στη Γάζα από τις ισραηλινές επιθέσεις, που ακολουθεί το BBC.

Η ιδέα ότι μέσα σε λίγες ημέρες οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας κατάφεραν να σκοτώσουν τόσους Ιρανούς όσους Παλαιστίνιους έχει σκοτώσει το Ισραήλ στη Γάζα, μέσω παρατεταμένων βομβαρδισμών, ισοπέδωσης του μικροσκοπικού θύλακα και λιμοκτονίας του πληθυσμού του, ξεπερνά κάθε λογική. Οι αριθμοί ακούγονται εξόφθαλμα γελοίοι, γιατί είναι εξόφθαλμα γελοίοι.

Είτε ο αριθμός των νεκρών στο Ιράν είναι μαζικά διογκωμένος, είτε ο αριθμός των νεκρών στη Γάζα είναι μαζικά υποεκτιμημένος. Ή –το πιο πιθανό– και τα δύο χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να παραπλανήσουν.

Το BBC έχει μια πολιτική ατζέντα που λέει ότι είναι αποδεκτό να γίνεται πρωτοσέλιδο ένας κατασκευασμένος, διογκωμένος αριθμός νεκρών στο Ιράν, επειδή οι ηγέτες μας έχουν ορίσει το Ιράν ως «Επίσημο Εχθρό». Παράλληλα, το BBC έχει την αντίστροφη πολιτική ατζέντα, που λέει ότι είναι αποδεκτό να χρησιμοποιούνται ατελείωτες «επιφυλάξεις», προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο αριθμός των νεκρών στη Γάζα, ο οποίος είναι ήδη βέβαιο ότι αποτελεί τεράστια υποκαταμέτρηση, επειδή το Ισραήλ είναι «Επίσημος Σύμμαχος».

Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι στενογραφία για δυτικές κυβερνήσεις που επιλέγουν εχθρούς και συμμάχους, όχι με βάση το αν τηρούν ηθικά ή νομικά πρότυπα συμπεριφοράς, αλλά αποκλειστικά με βάση το αν εξυπηρετούν τη Δύση στη μάχη της για την κυριαρχία στους πετρελαϊκούς πόρους της Μέσης Ανατολής.

Προσέξτε και κάτι ακόμη. Αυτό το ειδησεογραφικό απόσπασμα – που στρέφει για άλλη μια φορά την προσοχή των δυτικών κοινωνιών στη φερόμενη ανεξέλεγκτη σφαγή διαδηλωτών στο Ιράν νωρίτερα αυτόν τον μήνα – χρησιμοποιείται από το BBC για να προωθήσει την υπόθεση ενός πολέμου κατά του Ιράν, αυστηρά για «ανθρωπιστικούς λόγους», τους οποίους ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να συμμερίζεται.

Ο Τραμπ έστειλε την αρμάδα των πολεμικών του πλοίων στον Κόλπο, όχι επειδή λέει ότι θέλει να προστατεύσει διαδηλωτές –στην πραγματικότητα, οι πυραυλικές επιθέσεις θα σκοτώσουν αναμφίβολα πολύ περισσότερους Ιρανούς πολίτες– αλλά επειδή λέει ότι θέλει να εξαναγκάσει το Ιράν να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Υπάρχουν ήδη βαθιά στρώματα εξαπάτησης από δυτικούς πολιτικούς σε σχέση με το Ιράν –η πολυετής υπόθεση ότι το Ιράν επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικής βόμβας, για την οποία δεν υπάρχει ακόμη καμία απόδειξη, και ότι η Τεχεράνη ευθύνεται για την κατάρρευση της συμφωνίας παρακολούθησης του πολιτικού πυρηνικού της προγράμματος. Στην πραγματικότητα ήταν ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία ως πρόεδρος, που κατήργησε αυτή τη συμφωνία.

Το Ιράν απάντησε εμπλουτίζοντας ουράνιο πάνω από τα επίπεδα που απαιτούνται για πολιτική χρήση, σε μια κίνηση που είχε επανειλημμένα γνωστοποιηθεί στην Ουάσινγκτον από την Τεχεράνη και είχε ξεκάθαρα στόχο να ενθαρρύνει την προηγούμενη κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν να ανανεώσει τη συμφωνία που είχε καταστρέψει ο Τραμπ.

Αντ’ αυτού, με την επιστροφή του στην εξουσία, ο Τραμπ χρησιμοποίησε αυτόν τον εμπλουτισμό όχι ως λόγο επιστροφής στη διπλωματία, αλλά ως πρόσχημα: πρώτον, για να εντείνει τις αμερικανικές κυρώσεις που έχουν παραλύσει περαιτέρω την ιρανική οικονομία, βαθαίνοντας τη φτώχεια των απλών Ιρανών. Δεύτερον, για να εξαπολύσει την επίθεση στο Ιράν το περασμένο καλοκαίρι, η οποία φαίνεται να είχε ελάχιστη επίδραση στο πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά εξυπηρέτησε την αποδυνάμωση της αεράμυνάς του, τη δολοφονία ορισμένων ηγετικών στελεχών του και τη διάδοση τρόμου στον ευρύτερο πληθυσμό.

Προσέξτε επίσης – αν και το BBC δεν το επισημαίνει – ότι οι αμερικανικές κυρώσεις αποτελούν μια μορφή συλλογικής τιμωρίας του ιρανικού πληθυσμού, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, και ότι οι περσινές επιθέσεις στο Ιράν ήταν ένας ξεκάθαρος πόλεμος επιθετικότητας, ο οποίος ορίζεται ως «το υπέρτατο διεθνές έγκλημα».

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ τώρα εμφανίζεται σαν να είναι εκείνος που θέλει να φέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στέλνοντας μια αρμάδα πολεμικών πλοίων, ενώ ήταν ο ίδιος που ανέτρεψε αυτό ακριβώς το τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Μάιο του 2018 και διέλυσε τη συμφωνία που ήταν γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης.

Το BBC, φυσικά, δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά σε αυτό το κρίσιμο πλαίσιο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Τραμπ σχετικά με τις προθέσεις του απέναντι στο Ιράν. Αντίθετα, η αρχισυντάκτρια για τη Βόρεια Αμερική, Σάρα Σμιθ, αναπαράγει άκριτα ως γεγονός τον ατεκμηρίωτο ισχυρισμό του Λευκού Οίκου ότι το Ιράν διαθέτει «πρόγραμμα πυρηνικών όπλων» από το οποίο ο Τραμπ θέλει να «απαλλαγεί».

Αλλά πέρα από όλα αυτά, μέσα όπως το BBC προσθέτουν και τα δικά τους στρώματα εξαπάτησης για να πουλήσουν την υπόθεση ενός αμερικανικού πολέμου κατά του Ιράν.

Πρώτον, το κάνουν αυτό προσπαθώντας να βρουν νέες οπτικές σε παλιές ειδήσεις για τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων στο εσωτερικό του Ιράν. Το κάνουν επικαλούμενοι εξωφρενικούς, απολύτως ατεκμηρίωτους αριθμούς νεκρών και στη συνέχεια συνδέοντάς τους με τους λόγους για τους οποίους ο Τραμπ βαδίζει προς τον πόλεμο. Η κάλυψή τους επαναφέρει – μετά τις καταστροφές στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη και αλλού – ψευδείς ανθρωπιστικές δικαιολογίες για πόλεμο, όταν ο ίδιος ο Τραμπ δεν κάνει καμία τέτοια σύνδεση.

Και δεύτερον, η κάλυψη του BBC από τη Σάρα Σμιθ παραθέτει ψυχρά τους αμερικανικούς μηχανισμούς επίθεσης στο Ιράν – τη σταδιακή προετοιμασία για πόλεμο – χωρίς ποτέ να αναφέρει ότι μια τέτοια επίθεση θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Θα ήταν, για άλλη μια φορά, «το υπέρτατο διεθνές έγκλημα».

Αντ’ αυτού, παρατηρεί:

«Ο Ντόναλντ Τραμπ αισθάνεται ότι έχει μια ευκαιρία να πλήξει μια αποδυναμωμένη ηγεσία στην Τεχεράνη. Αλλά πώς ακριβώς θα το κάνει; Θέλω να πω, μίλησε στο μήνυμά του για τις επιτυχημένες στρατιωτικές ενέργειες που σίγουρα τον έχουν ενθαρρύνει, μετά τις ενέργειες που έκανε στη Βενεζουέλα και νωρίτερα πέρσι στο Ιράν».

Φανταστείτε – αν μπορείτε, και δεν μπορείτε – το BBC να περιγράφει με την ίδια ψυχραιμία τα σχέδια του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν να προχωρήσει, μετά την εισβολή του στην Ουκρανία, σε στρατιωτικά πλήγματα κατά της Πολωνίας. Οι ανταποκριτές του θα σημείωναν απλώς τον αριθμό των πυραύλων που έχει συγκεντρώσει ο Πούτιν κοντά στα πολωνικά σύνορα, τις απαιτήσεις που έχει διατυπώσει ο Ρώσος ηγέτης προς την Πολωνία και τα πρακτικά εμπόδια για την υλοποίησή της. Ένας ανταποκριτής θα κατέληγε επικαλούμενος τις προηγούμενες, αυτοδιακηρυγμένες «επιτυχίες» του Πούτιν, όπως η εισβολή στην Ουκρανία, ως προηγούμενο για τις νέες στρατιωτικές του ενέργειες.

Είναι αδιανόητο. Κι όμως, δεν περνά ούτε μία μέρα χωρίς το BBC να μεταδίδει αυτού του είδους την ωμή πολεμοχαρή σαβούρα μεταμφιεσμένη σε δημοσιογραφία. Το βρετανικό κοινό αναγκάζεται να πληρώνει για αυτή την αδιάκοπη ροή παραπληροφόρησης που πλημμυρίζει τα σαλόνια του – ψέματα που όχι μόνο το αφήνουν ανίκανο να κατανοήσει σημαντικά διεθνή γεγονότα, αλλά μας σπρώχνουν όλο και πιο κοντά στο χείλος μιας παγκόσμιας ανάφλεξης.

Πηγή: infowar