ενημέρωση 3:17, 7 August, 2026

Jennifer Lopez - «Οι χωρισμοί δεν είναι αποτυχία» – Το μήνυμα που έστειλε δύο χρόνια μετά το διαζύγιο της από τον Ben Affleck

Δύο χρόνια μετά το διαζύγιό της από τον Ben Affleck, η Jennifer Lopez μιλά ανοιχτά για τους χωρισμούς, ανατρέποντας την κλασική αντίληψη της «αποτυχίας» και προτείνοντας μια πιο αισιόδοξη οπτική.

Η Jennifer Lopez δεν είναι απλώς μια από τις πιο επιτυχημένες καλλιτέχνιδες παγκοσμίως, αλλά και μια γυναίκα που έχει ζήσει την προσωπική της ζωή κάτω από το διαρκές βλέμμα της δημοσιότητας. Μετά από σχέσεις, γάμους και μία από τις πιο πολυσυζητημένες επανασυνδέσεις του Χόλιγουντ, η ίδια επιλέγει σήμερα να μιλήσει πιο ώριμα και άμεσα για το τέλος μιας σχέσης.

Με αφορμή την εμφάνισή της στο διαδικτυακό talk show Subway Takes, η Lopez έδωσε μια διαφορετική διάσταση στον χωρισμό, προκαλώντας έντονη συζήτηση διεθνώς.

«Οι χωρισμοί είναι μια νέα αρχή»

Στη συνέντευξή της, η Jennifer Lopez ήταν ξεκάθαρη: οι χωρισμοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αποτυχία, αλλά ως ένα νέο ξεκίνημα.

«Οι χωρισμοί δεν είναι αποτυχία. Πιστεύω ειλικρινά ότι είναι η αφετηρία για τον επόμενο, καλύτερο εαυτό σου», δήλωσε, δίνοντας έμφαση στην προσωπική εξέλιξη που μπορεί να προκύψει μέσα από το τέλος μιας σχέσης.

Η τοποθέτησή της έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη, που συχνά συνδέει έναν χωρισμό με απογοήτευση ή αποτυχία. Αντίθετα, η ίδια προτείνει μια πιο ενεργητική στάση: να βλέπουμε το τέλος ως ευκαιρία αναθεώρησης και επαναπροσδιορισμού.

«Ίσως θα έπρεπε να κάνουμε και πάρτι».

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η άποψή της ότι οι χωρισμοί θα μπορούσαν να συνοδεύονται από θετική διάθεση.

«Θα έπρεπε να κάνουμε πάρτι όταν χωρίζουμε. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να λένε “χώρισες; Συγχαρητήρια”», ανέφερε, εξηγώντας ότι η απόφαση να φύγει κανείς από μια σχέση είναι συχνά μια πράξη ωριμότητας και αυτογνωσίας.

Jennifer Lopez: «Οι χωρισμοί δεν είναι αποτυχία» – Το μήνυμα που έστειλε δύο χρόνια μετά το διαζύγιο της από τον Ben Affleck 2
Getty/ Ideal Images

Με αυτή τη φράση, η Lopez δεν επιχειρεί να υποτιμήσει τον πόνο ενός χωρισμού, αλλά να αναδείξει τη σημασία της απόφασης. Το τέλος μιας σχέσης, σύμφωνα με την ίδια, σημαίνει ότι κάποιος επέλεξε συνειδητά το καλύτερο για τον εαυτό του.

Η ευθύνη μέσα στις σχέσεις

Η τραγουδίστρια στάθηκε και στο ζήτημα της συναισθηματικής ευθύνης. Όπως είπε, εκείνος που πληγώνει τους άλλους είναι τελικά ο «χαμένος».

«Αν στη ζωή σου ραγίζεις καρδιές, τότε είσαι ο χαμένος», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η ποιότητα μιας σχέσης δεν κρίνεται μόνο από το αν διαρκεί, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε μέσα σε αυτή.

Η τοποθέτηση αυτή προσθέτει μια ηθική διάσταση στη συζήτηση, μεταφέροντας το βάρος από την έκβαση της σχέσης στη συμπεριφορά των ανθρώπων.

Η προσωπική της διαδρομή με τον Ben Affleck

Η σχέση της Jennifer Lopez με τον Ben Affleck υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες ιστορίες του Χόλιγουντ. Οι δυο τους είχαν υπάρξει ζευγάρι στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πριν ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους.

Η επανασύνδεσή τους το 2021 και ο γάμος τους το 2022 αναβίωσαν το ενδιαφέρον του κοινού, ωστόσο η σχέση ολοκληρώθηκε δύο χρόνια αργότερα με διαζύγιο.

Παράλληλα, η Lopez έχει υπάρξει παντρεμένη και με τον Marc Anthony, με τον οποίο απέκτησε τα δίδυμα παιδιά της, διατηρώντας μέχρι σήμερα μια σταθερή σχέση συνεργασίας και επικοινωνίας.

Ιράν - Θα υπάρξει άμεση απάντηση σε κάθε απειλή – Επικαλείται τη δέσμευση των ΗΠΑ να συγκρατήσουν το Ισραήλ

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί αναφέρθηκε εκ νέου στο Μνημόνιο Κατανόησης με τις ΗΠΑ

Το Ιράν θα δώσει άμεση και ισχυρή απάντηση σε οποιαδήποτε απειλή εναντίον του λαού ή της ηγεσίας του, δήλωσε σήμερα ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί σε ανάρτηση στην πλατφόρμα X.

«Ο POTUS (σ.σ. ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ) έχει τάξει τις ΗΠΑ να βάζουν φίμωτρο στο σκυλάκι τους στο Τελ Αβίβ. Αν αγνοήσει τον κύριό του, το Ιράν θα το εκπαιδεύσει», είπε ο Αραγτσί.

Οι ΗΠΑ και το Ιράν είχαν σήμερα τεχνικές συνομιλίες στην Ντόχα του Κατάρ καθώς επιδιώκουν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη ροή της διέλευσης πλοίων από το Στενό του Ορμούζ και να εξασφαλίσουν μια κατάπαυση του πυρός με διάρκεια, όπως δήλωσαν πηγή που έχει απευθείας γνώση των συνομιλιών και Ιρανός αξιωματούχος.

Η ανάρτηση του Αραγτσί στο X προσαρτάται σε σχόλια που έκανε ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ίσραελ Κατζ ο οποίος είπε ότι ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν Μοτζτάμπα Χαμενεΐ έχει «στοχοποιηθεί για θάνατο».

Η ανάρτηση του ΥΠΕΞ του Ιράν:

Στο μεταξύ, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο  Ιρανός υφυπουργός Εξωτερικών, τον οποίο επικαλούνται κρατικά ΜΜΕ, δήλωσε πως οι συνομιλίες στην Ντόχα έχουν επικεντρωθεί στην εφαρμογή της ενδιάμεσης συμφωνίας ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσινγκτον.

Ο Καζέμ Γαριμπαμπαντί, που ηγείται αντιπροσωπείας εκπροσώπων από το υπουργείο Εξωτερικών, την κεντρική τράπεζα και το υπουργείο Γεωργίας της Τεχεράνης, είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό του Κατάρ ενώ συμμετείχε και σε τριμερή συνάντηση ανάμεσα στο Ιράν, το Κατάρ και το Πακιστάν σχετικά με την εφαρμογή της ενδιάμεσης συμφωνίας.

Η φτωχοποίηση των εργαζομένων χρειάζεται περισσότερα από «συμφωνίες κυρίων» για συγκράτηση τιμών

Αποσπασματικές συμφωνίες δεν μπορούν να απαντήσουν στο πρόβλημα της χώρας που δεν είναι απλώς η ακρίβεια αλλά η συνολικά άνιση κατανομή του κοινωνικού πλούτου

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε σε συνεννόηση με τους παράγοντες της αγοράς ότι δεν θα μεταβληθούν οι τιμές σε βασικά προϊόντα. Το μέτρο αυτό έρχεται να διαδεχτεί το πλαφόν στο μικτό ποσοστό κέρδους, ένα μέτρο που εκ τους αποτελέσματος του υψηλότερου πληθωρισμού στη χώρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αυτό που αποκαλούμε «ακρίβεια».

Η κυβέρνηση υποστηρίζει βέβαια ότι το πλαφόν κατάφερε να οδηγήσει σε μείωση σε συγκεκριμένα προϊόντα και επέμεινε ότι η σημερινή συμφωνία εξασφαλίζει ότι αυτές οι μειώσεις θα διατηρηθούν και μετά τη λήξη του πλαφόν, με τους παράγοντες της αγοράς να δεσμεύονται ότι δεν θα υπάρξουν αυξήσεις σε αυτά τα προϊόντα.

Σε αυτή τη βάση η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από τον Σεπτέμβρη θα υπάρξει ευρύτερη κοινωνική συμφωνία για μειώσεις στις τιμές.

Δεν θέλω να αμφισβητήσω το ότι η κυβέρνηση και ιδίως ο αρμόδιος υπουργός  θέλουν όντως να δουν τις τιμές να μειώνονται. Σε τελική ανάλυση, με όλο το διάστημα από τον Σεπτέμβρη και μετά να είναι δυνητικά χρόνος διεξαγωγής εκλογών, εύλογο είναι να θέλουν να επιδείξουν έργο σε αυτόν τον τομέα, συνυπολογίζοντας πιθανώς ότι τα βήματα προς την ειρήνευση σε σχέση με τα Στενά του Ορμούζ θα οδηγήσουν και σε αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κυβέρνηση είναι δομικά ανίκανη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποια προϊόντα ακριβαίνουν περισσότερο από την αύξηση του κόστους παραγωγής ή ότι έχουμε υπερκέρδη. Αυτό σίγουρα ισχύει, όπως και ισχύει ότι έχουμε ακόμη μονοπωλιακές πρακτικές στην αγορά. Μόνο που ο πληθωρισμός των κερδών είναι μία από τις διαστάσεις του προβλήματος. Γιατί σημαντικό ρόλο παίζει στην ακρίβεια και η έμμεση φορολογία, είτε με τη μορφή του ΦΠΑ, είτε με τη μορφή των ειδικών φόρων κατανάλωσης, ένα πεδίο που η κυβέρνηση ούτε που θέλει να αγγίξει, ακριβώς γιατί προσδοκά να έχει υψηλά πλεονάσματα στα δημόσια οικονομικά, εκ των οποίων μικρό μόνο μέρος επιστρέφει στην κοινωνία με τη μορφή φοροελαφρύνσεων, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι επίμονα αρνείται να προσαρμόσει τιμαριθμικά τη φορολογική κλίμακα.

Κυρίως, όμως, η κυβέρνηση δεν θέλει να αντιμετωπίσει την άλλη όψη της ακρίβειας που είναι η αδυναμία τα εισοδήματα των εργαζόμενων να ακολουθούν την αύξηση του κόστους ζωής. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να επαίρεται για την ονομαστική αύξηση του κατώτερου μισθού ή του μέσου μισθού, όμως πάντα αποφεύγει να μιλήσει για το τι σημαίνει σε πραγματικούς όρους. Γιατί εκεί π.χ. προκύπτει, όπως σημείωσε πρόσφατα και η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ότι το 2025 ο μέσος πραγματικός μισθός στη χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του 2009  με το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο να είναι στο 73,5% του 2009. Σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, που είναι ο κατεξοχήν δείκτης που ενδιαφέρει, οι ετήσιες καθαρές αποδοχές ενός εργαζομένου χωρίς παιδιά είναι στον πάτο της Ευρώπης με μόνο τη Βουλγαρία να βρίσκεται πιο χαμηλά.

Και αυτό μας φέρνει στην ουσία του προβλήματος που δεν είναι απλώς η αύξηση της τιμής κάποιων προϊόντων, αλλά η συνολικότερη φτωχοποίηση των εργαζομένων. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να περιγράψουμε μια συνθήκη όπου παρότι αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί, οι εργαζόμενοι αισθάνονται ολοένα και φτωχότεροι. Κάτι που επιτείνεται και από τις αυξήσεις σε συγκεκριμένα πεδία όπως το κόστος στέγασης, όπου δεν έχουμε μόνο την αύξηση των ενεργειακών τιμών, αλλά και των ενοικίων, κατ’ επέκταση και του κόστους αγοράς νέας κατοικίας. Άλλωστε, ξέρουμε πολύ καλά ότι πέραν του πληθωρισμού ως γενικού δείκτη, οι αυξήσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα επηρεάζουν τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη πολύ περισσότερο από αυτόν τον «μέσο όρο», ακριβώς γιατί μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε αυτά τα προϊόντα.

Εδώ συναντάμε το όριο της κυβέρνησης και το πραγματικό της πρόβλημα να κάνει κάτι. Και αυτό δεν είναι ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές με αποτελεσματικό τρόπο, ακόμη και όταν το έχει ανάγκη για προεκλογικούς λόγους. Είναι πρωτίστως το ότι είναι μια κυβέρνηση που δεν θεωρεί εξαρχής πρόβλημα τη φτωχοποίηση των εργαζομένων, αφού της αρκεί να μπορεί να προβάλει την ονομαστική αύξηση των μισθών, του κατώτατου συμπεριλαμβανομένου, αποφεύγοντας να υπογραμμίσει ότι την ίδια στιγμή σε πραγματικούς όρους είναι κατώτεροι της περιόδου πριν από την κρίση και ότι το μερίδιο των μισθών στο συνολικό πλούτο που παράγεται στη χώρα παραμένει χαμηλό. Γιατί για αυτή την κυβέρνηση η ανισότητα είναι κάτι το φυσιολογικό και άρα δεν υπάρχει καμία ανάγκη για παρεμβάσεις που να την περιορίζουν. Αντιθέτως, το «και οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι» για αυτή την κυβέρνηση είναι η φυσιολογική φορά των πραγμάτων και κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης.

Όμως, όσο φτωχότεροι σε πραγματικούς όρους γίνονται οι εργαζόμενοι, τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα της ακρίβειας, ανεξαρτήτως επιμέρους μέτρων που μπορεί να πάρει η κυβέρνηση.

Και αυτός είναι ο λόγος που η χώρα όντως χρειάζεται πολιτική αλλαγή για να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Γιατί ορισμένα ώριμα και αναγκαία μέτρα για την αναδιανομή και για την ενίσχυση των εισοδημάτων των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης είναι έξω και πέρα από τον διανοητικό και πολιτικό ορίζοντα αυτής της κυβέρνηση, την ώρα που είναι περισσότερο παρά ποτέ επείγοντα.

Πηγή: in

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

ΕΛ.Α.Σ - Ηθικός αυτουργός της κατάπτωσης των θεσμών, ο Μητσοτάκης – Εθνική ανάγκη η ηθική επανάσταση

Την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς που καταγράφει σε έκθεσή του ο ΟΟΣΑ σχολιάζει η ΕΛΑΣ, σημειώνοντας ότι η ηθική επανάσταση δεν είναι κομματική επιλογή αλλά εθνική ανάγκη

Την έκθεση του ΟΟΣΑ που καταγράφει κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, σχολιάζει η αναπληρώτρια εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ, Άννα Παπαδοπούλου, σημειώνοντας πως υπεύθυνοι για αυτό είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του.

«Πρόκειται για ένα σήμα κινδύνου για τη δημοκρατία και τη σταθερότητα στην Ελλάδα», αναφέρει η κ. Παπαδοπούλου και τονίζει ότι αυτή «η κατρακύλα δεν μπορεί να συνεχιστεί».

Δείτε αναλυτικά

Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς την περίοδο 2023-2025, δεν αποτελεί απλώς μια αρνητική καταγραφή, αλλά ένα σήμα κινδύνου για τη δημοκρατία και τη σταθερότητα στην Ελλάδα.

 • Η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση μειώθηκε στο 24%.

• Η εμπιστοσύνη στο Κοινοβούλιο στο 25%.

• Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη από το 47% έπεσε στο 39%.

 • Ενώ στα μέσα ενημέρωσης έπεσε στο 18%.

Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, η Ελλάδα κατατάσσεται από τον ΟΟΣΑ στις τελευταίες θέσεις ανάμεσα σε 33 κράτη, μαζί με τη Χιλή και τη Σλοβακία.

Έτσι ο διεθνής εξευτελισμός της χώρας προστίθεται στον εσωτερικό εξευτελισμό των θεσμών.

Ο κύριος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή είναι οι αυτουργοί αυτής της κατάπτωσης.

Η καταρράκωση του κράτους δικαίου, οι τακτικές συγκάλυψης, η αλυσίδα των σκανδάλων, αποτυπώνονται στα τραγικά ποσοστά εμπιστοσύνης των Ελλήνων στους θεσμούς.

Αυτή η κατρακύλα δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Η ηθική επανάσταση δεν είναι κομματική επιλογή.

Είναι εθνική ανάγκη.