ενημέρωση 8:30, 3 November, 2026

Οι ΗΠΑ δέχονται ανανεωμένη πίεση από την Κίνα - Το Πεκίνο αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τα προβλήματα του Τραμπ

Το Πεκίνο σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον ως εργαλείο πολιτικής πίεσης στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ , ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές προκλήσεις στο εσωτερικό, εξήγησε ο πολιτικός επιστήμονας και μέλος του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων της Πανρωσικής Οργάνωσης «Αξιωματικοί της Ρωσίας» Μαξίμ Μπαρντίν. Σε σχόλιό του για το Pravda.Ru, ο ειδικός σημείωσε ότι η Κίνα επέλεξε σκόπιμα μια τακτική σκληρών όρων εν μέσω αυξανόμενων κοινωνικών εντάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Είχε αναφερθεί προηγουμένως ότι οι διπλωματικές αποστολές των ΗΠΑ και της Κίνας είχαν εμπλακεί σε μια παρατεταμένη διαμάχη σχετικά με τις ρυθμίσεις πρωτοκόλλου για το ταξίδι του Xi Jinping. Κινέζοι εκπρόσωποι επέμειναν να δοθεί στην επίσκεψη το ύψιστο κρατικό καθεστώς και ο Λευκός Οίκος τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Σύμφωνα με πηγές της Wall Street Journal, η κυβέρνηση των ΗΠΑ εγγυήθηκε ότι θα τηρηθούν όλες οι τιμές που αρμόζουν στο υψηλότερο επίπεδο υποδοχής.

Ο Μπαρντίν τόνισε ότι ο Τραμπ έχει βρεθεί σε ευάλωτη θέση λόγω των ιστορικά υψηλών τιμών τροφίμων και καυσίμων. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις ελλείψεις κρίσιμων αγαθών. Συγκεκριμένα, η αμερικανική αγορά αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη καυσίμων, ενώ το κόστος συντήρησης αυτοκινήτων στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί πολλαπλάσια. Ο αναλυτής σημείωσε ότι η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ διεξάγεται εν μέσω κριτικής για τις οικονομικές του πολιτικές, αναγκάζοντας τον Αμερικανό πρόεδρο να αναζητήσει συμβιβασμούς ακόμη και με τους αντιπάλους του.

«Τώρα είναι μια χρυσή στιγμή για τις χώρες να ασκήσουν πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ. Βρίσκεται σε δύσκολη θέση και είναι αναγκασμένος να ανταποκριθεί σε αυτήν την πίεση. Η πρωτοβουλία της Κίνας είναι παρόμοια: προσπαθούν να πιέσουν τον Τραμπ και να του εξηγήσουν ότι πρέπει να κάνει παραχωρήσεις σε διάφορα ζητήματα», είπε.

Πίεση στον Λευκό Οίκο ασκείται όχι μόνο από το Πεκίνο αλλά και από το Μινσκ. Ο ειδικός υπενθύμισε την κατάσταση με τα λιπάσματα καλίου, τα οποία ο γεωργικός τομέας των ΗΠΑ έχει απεγνωσμένα ανάγκη. Παρά τη ρητορική της για το μεγαλείο της χώρας, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει σκληρές αρνήσεις από τους εταίρους της. Η τακτική της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιεί τους περιορισμούς ως μοχλό πίεσης συζητείται συχνά διεθνώς, αλλά τώρα αυτή η στρατηγική έχει αρχίσει να λειτουργεί εναντίον των ίδιων των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα, το Πεκίνο θα συνεχίσει να ενεργεί με αρχές, εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες της αμερικανικής κυβέρνησης. Η οικονομική αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων λαμβάνει νέες μορφές, επηρεάζοντας τα συμφέροντα άλλων περιοχών. Για παράδειγμα, η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης σχετικά με τους ενεργειακούς λογαριασμούς και τη μετεγκατάσταση βιομηχανικών εγκαταστάσεων προσθέτει μόνο αβεβαιότητα στην παγκόσμια ατζέντα.

«Το πιο πικάντικο με την κατάσταση είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο τις θριαμβευτικές δηλώσεις του Τραμπ: Η Αμερική είναι ξανά μεγάλη, η πλουσιότερη, τώρα θα προσαρτήσουμε τον Καναδά, τη Βενεζουέλα, τη Γροιλανδία και ούτω καθεξής. Αλλά στην πραγματικότητα, ο Λουκασένκο λέει: "Δεν έχουμε κανένα επιπλέον λίπασμα". Έτσι, φυσικά, η Κίνα εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση και αποφάσισε να ασκήσει πιέσεις στην Ουάσινγκτον», εξήγησε ο Μπαρντίν.

Ο πολιτικός επιστήμονας προβλέπει ότι οι προσπάθειες του Πεκίνου να υπαγορεύσει όρους θα ενταθούν. Ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπαθεί να διατηρήσει την επιρροή της, άλλοι παράγοντες ενισχύουν επίσης τις θέσεις τους. Η τεχνολογική αυτάρκεια της Κίνας , η οποία μειώνει την εξάρτησή της από τις δυτικές εξελίξεις, παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας.

Ταυτόχρονα, η δομή των προμηθειών πρώτων υλών στην παγκόσμια αγορά αλλάζει. Οι ειδικοί παρακολουθούν στενά τον τρόπο με τον οποίο οι ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου προσαρμόζονται στους εξωτερικούς περιορισμούς, κάτι που επηρεάζει έμμεσα και τη θέση των ΗΠΑ στην αγορά και την ικανότητά τους να ασκούν πίεση στους εταίρους τους.
 
Πηγή: Pravda

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Τραμπ διστάζει να χτυπήσει τους Χούθι – και ο Μπιν Σαλμάν «δεν ξεχνά»

Ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας είχε προειδοποιήσει τον αμερικανό πρόεδρο να μην προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν. Και τώρα καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που δεν προκάλεσε αυτός και απειλεί τα φιλόδοξα σχέδιά του να μετατρέψει το βασίλειό του σε περιφερειακό κέντρο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, εμπορίου. Οι σχέσεις Ουάσινγκτον - Ριάντ δύσκολο να γίνουν όπως παλιά

Η απροθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά στο πλευρό της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στους Χούθι της Υεμένης δημιουργεί νέο πρόβλημα στις ήδη δοκιμαζόμενες σχέσεις Ουάσινγκτον – Ριάντ. Η στάση του αμερικανού προέδρου ενισχύει τις αμφιβολίες των Σαουδαράβων για το κατά πόσο μπορούν να θεωρούν τις ΗΠΑ αξιόπιστο εγγυητή της ασφάλειάς τους. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο επειδή η Σαουδική Αραβία έχει ήδη υποστεί τις συνέπειες του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν.

Ιρανικά αντίποινα έχουν πλήξει υποδομές της, ενώ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση εξαιτίας των υψηλών τιμών της βενζίνης και της πολιτικής φθοράς που προκαλεί η σύγκρουση με την Τεχεράνη. Οι Financial Times σημειώνουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ αποφεύγει να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο. 

Η ανησυχία στο Ριάντ είναι ότι η Ουάσινγκτον δεν ανταποκρίνεται σε μια κρίση που οι Σαουδάραβες θεωρούν άμεση απειλή. Για μια χώρα που επενδύει τεράστια ποσά στην περιφερειακή της ασφάλεια, το ζήτημα είναι και στρατηγικό και πολιτικό. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι FT, η σαουδαραβική πλευρά ζήτησε από τις ΗΠΑ επαναλαμβανόμενες αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν.

Η απάντηση ήταν ότι η Ουάσιγκτον δεν θα συμμετάσχει στη διένεξη. Η εξέλιξη προσθέτει άλλη μία δύσκολη σελίδα στη σχέση του Τραμπ με τον διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Οι δύο άνδρες έχουν περάσει από τον ενθουσιώδη αμοιβαίο έπαινο στις εντάσεις. Τον περασμένο  Μάρτιο, σε επενδυτικό συνέδριο στο Μαϊάμι, ο Τραμπ αποκάλεσε τον πρίγκιπα «μεγάλο φίλο», «νικητή» και «πολεμιστή». Είκοσι λεπτά αργότερα, όμως, είπε ότι ο πρίγκιπας Μοχάμεντ «δεν φανταζόταν ότι θα μου φιλούσε τον κώλο», σε ένα παράδειγμα χυδαίας και απρόβλεπτης συμπεριφοράς εκ μέρους του αμερικανού προέδρου.

Σύμφωνα με τους FT, η δυσφορία του Ριάντ έχει βάθος. Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε προειδοποιήσει, μαζί με άλλους ηγέτες του Κόλπου, τον Τραμπ να μην προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν. Τώρα καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που απειλεί τα φιλόδοξα σχέδιά του να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε περιφερειακό κέντρο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, εμπορίου και τουρισμού. Οι Χούθι έχουν κλιμακώσει τις επιθέσεις τους τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Εχουν χτυπήσει πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στον νότο της Σαουδικής Αραβίας, ενώ εξαπέλυσαν επίθεση κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, απωθώντας δυνάμεις που στηρίζει το Ριάντ και ενισχύοντας τον έλεγχό τους στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, κρίσιμο πέρασμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Πριν από λίγες ημέρες εκτόξευσαν βαλλιστικό πύραυλο εναντίον του Ριάντ, για πρώτη φορά από την επανέναρξη των εχθροπραξιών. Οι FT επισημαίνουν ότι η αμερικανική στάση δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική δυσκολία. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει περιορισμένους πόρους και μειωμένα αποθέματα πυρομαχικών, ενώ μια νέα στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή θα είχε πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ωστόσο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρέχουν στη Σαουδική Αραβία όπλα και πληροφορίες στόχευσης, ενώ το Ριάντ διαθέτει και αμερικανικά συστήματα αεράμυνας.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, άλλωστε, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε πιθανή πώληση μαχητικών F-35 στη Σαουδική Αραβία, ύψους 24,3 δισ. δολαρίων, αν και η παράδοσή τους θα χρειαστεί χρόνια. Ενας σαουδάραβας αναλυτής που μίλησε στους FT αναγνωρίζει την απογοήτευση, αλλά σημειώνει ότι το Ριάντ διαθέτει τη δυνατότητα να βομβαρδίσει τους Χούθι και ότι οι αμερικανικές πληροφορίες στόχευσης του είναι χρήσιμες. Η παρουσία αμερικανικών αεροσκαφών, είπε, θα είχε κυρίως συμβολική σημασία και θα ενίσχυε το ηθικό των δυνάμεων της Υεμένης.

Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη διαφορά αντίληψης. Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη οι Χούθι αντιμετωπίζονται κυρίως ως σαουδαραβικό πρόβλημα. Στο Ριάντ θεωρούνται διεθνής πρόκληση. Οπως εξηγούν οι FT, αυτή η διαφορετική οπτική εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Σαουδική Αραβία ζητά από άλλους να αναλάβουν δράση, ενώ εκείνοι διστάζουν. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη πολεμήσει τους Χούθι, επί Τραμπ και Τζο Μπάιντεν, μετά τις επιθέσεις τους σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα. Μετά την κατάρρευση της τετραετούς εκεχειρίας τους με τη Σαουδική Αραβία, η κυβέρνηση Τραμπ διαπραγματεύθηκε μαζί τους μέσω του Ομάν.

Οι Χούθι υποστήριξαν ότι θα έπλητταν μόνο σαουδαραβικά πλοία και όχι αμερικανικά ή άλλα. Ο Τραμπ επέμεινε επίσης ότι είχαν δεσμευθεί να μην χτυπήσουν αμερικανικούς στόχους. Για το Ριάντ, όμως, το μήνυμα είναι διαφορετικό. Αν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία ενεργοποιείται μόνο όταν απειλούνται άμεσα αμερικανικά συμφέροντα, τότε η παλιά εικόνα των ΗΠΑ ως βασικού εγγυητή της ασφάλειας του Κόλπου αλλάζει. Οι FT εκτιμούν ότι η ένταση είναι αναπόφευκτη καθώς η Ουάσινγκτον απομακρύνεται από αυτόν τον ιστορικό ρόλο.

Η Σαουδική Αραβία, ήδη, διαφοροποιεί τους εταίρους ασφαλείας της και προσπαθεί παράλληλα να βρει έναν δύσκολο τρόπο συνεννόησης με την Τεχεράνη. Μια νέα κρίση με την Ουάσινγκτον μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα της υπόθεσης: δεν χρειάζεται ο Τραμπ να εγκαταλείψει τη Σαουδική Αραβία για να αλλάξει η σχέση. Αρκεί το Ριάντ να αρχίσει να αμφιβάλλει ότι, όταν θα έρθει η κρίσιμη στιγμή, οι ΗΠΑ θα είναι εκεί. 

Το Ιράν απαντά στον Τραμπ - Η απειλή για «αφανισμό» αποδεικνύει τη στρατηγική απόγνωση των ΗΠΑ

Η Τεχεράνη απαντά στην απειλή του Αμερικανού προέδρου με προειδοποίηση για «συντριπτικά» πλήγματα, ενώ η Ουάσινγκτον επιμένει στη στρατιωτική πίεση και -ταυτόχρονα- στη διπλωματική διέξοδο

Η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ ότι μπορεί να «εξοντώσει» το Ιράν, εάν δεν υπάρξει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, «αποδεικνύει το στρατηγικό αδιέξοδο της Αμερικής», υποστήριξαν οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις.

Σε ανακοίνωσή του, το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν χαρακτήρισε τις δηλώσεις Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ «προπαγάνδα» και ένδειξη «στρατηγικής απόγνωσης». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η χώρα βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα να επιφέρει στους αντιπάλους της πλήγματα «σφοδρότερα, συντριπτικότερα και λιγότερο προβλέψιμα» από εκείνα που έχουν προηγηθεί.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ένα δίλημμα ανάμεσα σε μια συμφωνία που θα επιτρέψει στο Ιράν να «ανασυγκροτηθεί» και στην καταστροφή του. «Θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν, που θα του επιτρέπει να ανοικοδομηθεί και να γίνει μια πολύ μεγαλύτερη χώρα από ό,τι ήταν ποτέ, ή θα εξοντώσω την Ισλαμική Δημοκρατία και μάλιστα γρήγορα;» δήλωσε.

Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται να επιδιώκει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενους στόχους: να αυξήσει τη στρατιωτική και οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, διατηρώντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πολιτικής διευθέτησης. Λίγες ώρες μετά την απειλή του, ο Τραμπ δήλωσε ότι Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν μια «πολύ καλή» τρίωρη συνάντηση στη Νέα Υόρκη και ότι επίκειται νέα επαφή. 

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιδιώκει να παρουσιάσει τις αμερικανικές απειλές όχι ως ένδειξη υπεροχής, αλλά ως επιβεβαίωση ότι η στρατιωτική πίεση δεν έχει επιτύχει τον στόχο της. Το ιρανικό Γενικό Επιτελείο κατήγγειλε ότι ο Τραμπ αξιοποίησε το βήμα του ΟΗΕ για να νομιμοποιήσει την «επίθεση» κατά της χώρας και υποστήριξε ότι η απάντηση του Ιράν θα είναι αποφασιστική σε περίπτωση νέων επιχειρήσεων.

Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα είναι ευρύτερο από τη διμερή αντιπαράθεση. Η σύγκρουση με το Ιράν συνδέεται με την ασφάλεια των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και συμμάχων στην περιοχή, την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και τις ενεργειακές αγορές. Η πίεση για συμφωνία αφορά, συνεπώς, και την αποφυγή μιας παρατεταμένης περιφερειακής κρίσης με διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις.

Η αμερικανική απειλή δεν συνιστά, προς το παρόν, αναγγελία άμεσης νέας επίθεσης. Είναι όμως ένα μήνυμα εξαναγκασμού, που αποσκοπεί να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Το πρόβλημα είναι ότι στην Τεχεράνη αυτή η τακτική ερμηνεύεται ως επιβεβαίωση ότι η Ουάσινγκτον δεν διαθέτει καθαρή έξοδο από τον πόλεμο, παρά μόνο την εναλλαγή ανάμεσα σε απειλές κλιμάκωσης και διακηρύξεις περί επικείμενης συμφωνίας.

Με πληροφορίες από Reuters, Al Jazeera

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Γερμανία - Δημοσκόπηση – κόλαφος για Μερτς – Την παραίτησή του ζητεί το 55%

Την παραίτηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς ζητά τουλάχιστον ένας στους δύο πολίτες, ενώ η διαφορά του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) από την προπορευόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) παγιώνεται πλέον πάνω από τις επτά μονάδες

Την παραίτηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς ζητά τουλάχιστον ένας στους δύο πολίτες, ενώ η διαφορά του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) από την προπορευόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) παγιώνεται πλέον πάνω από τις επτά μονάδες.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Forsa για λογαριασμό των ιδιωτικών δικτύων n-tv/rtl, η AfD προηγείται με 27% και χωρίς μεταβολή του ποσοστού της από την προηγούμενη μέτρηση. Χωρίς μεταβολή και το ποσοστό του CDU που ακολουθεί με 20%. Οι Πράσινοι βρίσκονται στην τρίτη θέση με 17% (-1) και η Αριστερά με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) παραμένουν στο 12%.

Στη δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Insa για την BILD, η AfD συγκεντρώνει ποσοστό 29,5% (+0,5), ενώ το CDU παραμένει στο 19,5%. Το SPD ακολουθεί με 13,5% (+1), όπως και οι Πράσινοι (-0,5), ενώ η Αριστερά βρίσκεται στην πέμπτη θέση με 10,5% και χωρίς μεταβολή της δύναμής της.

Στο ερώτημα της πρώτης δημοσκόπησης, εάν ο Φρίντριχ Μερτς πρέπει να παραιτηθεί από την καγκελαρία, το 55% των ερωτηθέντων απαντά καταφατικά, με το 40% να δηλώνει αντιθέτως ότι επιθυμεί την παραμονή του στο αξίωμα. Την αποχώρηση του κ. Μερτς ζητά το 81% των ψηφοφόρων της AfD και το 65% αυτών της Αριστεράς, ενώ ακόμη και μεταξύ των υποστηρικτών του CDU, αλλαγή καγκελάριου επιθυμεί το 21%. Την ίδια άποψη εκφράζει το 39% των Πρασίνων και το 43% των Σοσιαλδημοκρατών.

Σύμφωνα επίσης με τη δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Forsa, το 81% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι διαδοχικές ήττες του CDU το τελευταίο διάστημα οφείλονται στην αδυναμία του κόμματος να φροντίσει για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Το 66% απαντά ότι το πρόβλημα είναι ο Φρίντριχ Μερτς και το 64% η αθέτηση προεκλογικών υποσχέσεων, κυρίως σχετικά με την ανάληψη νέου χρέους.

Η κατάσταση στο εθνικό επίπεδο φαίνεται να επηρεάζει και τις εξελίξεις τοπικά, ειδικά ενόψει των εκλογών του 2027 σε πέντε κρατίδια (Ζάαρλαντ, Σλέσβιγκ-Χολστάιν, Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, Βρέμη, Κάτω Σαξονία). Σε σημερινή δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Forsa, το CDU του πρωθυπουργού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και επίδοξου διαδόχου του κ. Μερτς Χέντρικ Βουστ βρίσκεται στο 29%, έχοντας χάσει 3 μονάδες από την προηγούμενη μέτρηση και 10 μονάδες τον τελευταίο χρόνο. Η AfD ακολουθεί με 22% (+2), οι Πράσινοι με 18% (+1), το SPD χωρίς μεταβολή με 14% και η Αριστερά με 8% (+2).