ενημέρωση 6:50, 5 November, 2026

Shanghai Grand Opera House - Η εντυπωσιακή νέα όπερα της Σανγκάης

Σχεδιασμένη από το νορβηγικό γραφείο Snohetta σαν βεντάλια που ξεδιπλώνεται στις όχθες του ποταμού Χουάνγκπου, η νέα Μεγάλη Οπερα της Σανγκάης αναμένεται να εγκαινιαστεί στις 17 Οκτωβρίου. Διαθέτει τρεις σκηνές, 4.200 θέσεις και την απαραίτητη δόση αρχιτεκτονικής μεγαλοπρέπειας. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της, ωστόσο, είναι η στέγη της, που υπόσχεται να επανεφεύρει τον δημόσιο χώρο.

ς μεταφερθούμε νοητά στη Σανγκάη, ένα οποιοδήποτε πρωινό μετά τη 17η Οκτωβρίου του 2026. Ενας πολίτης κινείται στο EXPO Cultural Park στην περιοχή Χουτάν, στη δυτική όχθη του ποταμού Χουάνγκπου. Δεν έχει εισιτήριο για τη νεότευκτη όπερα και πιθανότατα δεν γνωρίζει ποια παράσταση ανεβαίνει εκείνο το βράδυ.

Μια φαρδιά σκάλα τον οδηγεί σε μια σπειροειδή διαδρομή γύρω από το εντυπωσιακό ολοκαίνουργο λευκό κτίριο. Λίγα λεπτά αργότερα, στέκεται στη στέγη της νέας όπερας και κοιτάζει τον ποταμό από ψηλά. Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να συμμορφωθεί στην «υπόδειξη» της αρχιτεκτονικής.

Η παραπάνω σκηνή είναι, προς το παρόν, υποθετική. Αυτήν ακριβώς, όμως, υπόσχεται να κάνει πράξη σύντομα η Shanghai Grand Opera House. Το νέο πολιτιστικό ίδρυμα της κινεζικής μεγαλούπολης δεν ποντάρει μόνο στις τρεις υπερσύγχρονες αίθουσές του ούτε στα 146.786 τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνει, αλλά και στην ιδέα ότι ένα από τα μεγαλύτερα, επιβλητικότερα και πιο σύνθετα κτίρια της Σανγκάης μπορεί να χρησιμοποιείται καθημερινά από ανθρώπους που δεν θα διαβούν ποτέ το κατώφλι του για να παρακολουθήσουν μια παράσταση.

 

© Tian Fangfang

Το άνοιγμα της βεντάλιας

Σε μια παγκόσμια μητρόπολη που έχει μάθει να προβάλλει τις φιλοδοξίες της στον αρχιτεκτονικό ιστό της, η νέα όπερα δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί το ύψος των ουρανοξυστών της περιοχής Πουντόνγκ. Αντιθέτως, εκτείνεται οριζοντίως.

Απλώνεται στην κυρτή όχθη του ποταμού, στην περιοχή όπου είχε λάβει χώρα η μεγαλειώδης World Expo της Σανγκάης, και μοιάζει να ανασηκώνεται καθώς η λευκή οροφή της περιστρέφεται και καταλήγει σε μια πλατφόρμα περίπου 10.000 τετραγωνικών μέτρων. Από ψηλά, θυμίζει βεντάλια που μόλις άνοιξε. Από το έδαφος, μοιάζει να αποτυπώνει την κίνηση ενός ανθρώπινου σώματος.

© Tian Fangfang

Η παρομοίωση δεν είναι αυθαίρετη. Ούτε προϊόν ποιητικής αδείας. Το νορβηγικό γραφείο Snøhetta αναζήτησε στη μορφή του κτιρίου τη ρευστότητα του χορού και του θεάτρου, επιστρατεύοντας ως αναφορά ένα αντικείμενο αναγνωρίσιμο στην κινεζική πολιτιστική παράδοση. Η βεντάλια έγινε αρχιτεκτονική, τοπίο, ακόμη και λογότυπο.

Οι ακτίνες της συνεχίζονται στα μονοπάτια του πάρκου, ενώ η σπείρα και οι καμπύλες της επιστρέφουν στο φουαγέ και στα βαθιά κόκκινα σώματα που διατρέχουν το εσωτερικό του κτιρίου. Θα μπορούσε εύκολα να είναι ακόμη ένα αρχιτεκτόνημα που αρχίζει και τελειώνει στην εικόνα του – ένα αξιοθέατο προορισμένο για καρτ-ποστάλ, λήψεις από drones και επίσημες τελετές.

Οι Snøhetta προσπάθησαν να αποφύγουν την παγίδα, μετατρέποντας το πιο εντυπωσιακό μορφολογικό εύρημά τους σε χρηστικό χώρο. Με απλά λόγια, η βεντάλια δεν σχεδιάστηκε μόνο για να φαίνεται. Αλλά για να περπατιέται.

© STUDIO FANG

Η ιστορία της νέας Μεγάλης Οπερας της Σανγκάης ξεκινά δέκα χρόνια πριν από τα εγκαίνια. Οι Snøhetta κέρδισαν τον διεθνή διαγωνισμό το 2016 και το 2019 ανέλαβαν επισήμως το έργο μαζί με το East China Architectural Design & Research Institute (ECADI), τους συμβούλους θεατρικού σχεδιασμού Theatre Projects και τη Nagata Acoustics.

Τα ονόματα μπορεί να μη λένε πολλά στον μελλοντικό θεατή. Υπενθυμίζουν, ωστόσο, κάτι που η υποβλητική εξωτερική όψη εύκολα αποκρύπτει: μια όπερα είναι πρωτίστως μηχανή. Στα σπλάχνα της μετακινούνται σκηνικά, πραγματοποιούνται πρόβες και εργάζεται ένας παλλόμενος οργανισμός τεχνικών και καλλιτεχνών. Στην αίθουσα, ακόμη και η πιο χαμηλή ανθρώπινη νότα πρέπει να φτάνει καθαρή και αναλλοίωτη μέχρι τον τελευταίο θεατή.

© Tian Fangfang

Το συγκρότημα διαθέτει τρεις αίθουσες και συνολικά 4.200 θέσεις, χωρίς όμως να επαναλαμβάνει την ίδια θεατρική συνθήκη σε διαφορετικά μεγέθη. Η κεντρική σκηνή, χωρητικότητας 2.000 θεατών, προορίζεται για τις μεγάλες παραγωγές και έχει σχεδιαστεί με ιδιαίτερη έμφαση στην ακουστική. Η δεύτερη αίθουσα διαθέτει 1.200 θέσεις και περιορίζει αισθητά την απόσταση ανάμεσα στον θεατή και τη σκηνή. Η τρίτη, με 1.000 θέσεις και μεταβλητή διάταξη, αναλαμβάνει να φιλοξενήσει τον πειραματισμό και να δοκιμάσει εάν η όπερα μπορεί πράγματι να αφορά ένα νεότερο κοινό.

© Tian Fangfang

Εξωτερικά κυριαρχούν το λευκό χρώμα και το γυαλί. Πίσω από το λευκό και γυάλινο κέλυφος η παλέτα αλλάζει. Το κόκκινο κυριαρχεί στους χώρους υποδοχής, ενώ η δρυς καλύπτει τους εξώστες και επανέρχεται σκουρόχρωμη στην κεντρική αίθουσα, όπου δεν εξυπηρετεί μόνο την αισθητική αλλά και την ακουστική. Τα μεγάλα υαλοστάσια εκθέτουν το εσωτερικό στο φυσικό φως και, όταν βραδιάζει, οι φωτισμένοι πύργοι των σκηνών μετατρέπουν ολόκληρο το κτίριο σε τμήμα του θεάματος.

Το πιο κρίσιμο κομμάτι του εγχειρήματος βέβαια βρίσκεται έξω από τις αίθουσες. Η υπερυψωμένη πλατεία της στέγης θα παραμένει, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, προσβάσιμη 24 ώρες την ημέρα 365 ημέρες τον χρόνο. Εστιατόρια, γκαλερί, εκθεσιακοί χώροι, εκπαιδευτικά κέντρα, βιβλιοθήκες και μικροί κινηματογράφοι φιλοδοξούν να κρατούν το κτίριο ζωντανό ακόμη και όταν στις σκηνές του δεν θα υπάρχει δράση. Θεωρητικά τουλάχιστον, η όπερα δεν θα κλείνει ποτέ.

Μια συνταγή δοκιμασμένη στον ευρωπαϊκό Βορρά

Η συγκεκριμένη ιδέα έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία. Οταν η έδρα της Εθνικής Οπερας και του Μπαλέτου της Νορβηγίας, επίσης έργο των Snøhetta, άνοιξαν τις πύλες τους στο Οσλο το 2008, η κεκλιμένη μαρμάρινη στέγη του κτιρίου άλλαξε τη σχέση του με την πόλη. Οι κάτοικοι περπατούσαν επάνω της, κάθονταν δίπλα στο φιόρδ, έκαναν ηλιοθεραπεία ή φωτογράφιζαν το τοπίο.

Δεν χρειαζόταν να ξέρουν τι παιζόταν εκείνο το βράδυ. Η αρχιτεκτονική δεν τους ζητούσε να αποδείξουν ότι ανήκουν στο φιλόμουσο κοινό της υψηλής τέχνης. Στη Σανγκάη, η ίδια αρχή μεταφέρεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και, προφανώς, σε εντελώς διαφορετικό πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον.

Ο συνιδρυτής του γραφείου Snøhetta, Σιέτιλ Τρένταλ Τόρσεν, μιλάει για τη «δημόσια ιδιοκτησία» του κτιρίου. Η έκφραση είναι ελκυστική – και σχεδόν υποχρεωτική πλέον στο εγχειρίδιο χρήσης κάθε μεγάλου αρχιτεκτονικού έργου που σέβεται τον εαυτό του.

Το έργο της Shanghai Grand Opera House εντάχθηκε στο 13ο πενταετές σχέδιο της Κίνας (2016-2020) ως βασική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της πολιτιστικής και διεθνούς επιρροής της Σανγκάης. Είναι, επομένως, και εργαλείο ήπιας ισχύος: ένα κτίριο που δηλώνει ότι η πόλη δεν διεκδικεί μόνο οικονομική και τεχνολογική ηγεμονία, αλλά περίοπτη θέση μεταξύ των παγκόσμιων πολιτιστικών μητροπόλεων.

Επίδειξη ισχύος επί σκηνής

Στις 17 Οκτωβρίου, η συναυλία «Shanghai Grand Opera House and Friends» θα εγκαινιάσει τη λειτουργία του θεάτρου και συγχρόνως το 25ο China Shanghai International Arts Festival. Την ίδια ημέρα ανοίγει και η εναρκτήρια περίοδος παραστάσεων υπό τον τίτλο «Born to Sing», η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 2027 και θα περιλαμβάνει 47 παραγωγές, 82 παραστάσεις και περισσότερες από 100 δράσεις καλλιτεχνικής εκπαίδευσης: όπερα, συμφωνική μουσική, μπαλέτο, σύγχρονο χορό και παραδοσιακό κινεζικό μουσικό θέατρο.

© StudioSZ | Justin Szeremeta

Η πρώτη σεζόν φροντίζει να μην αφήσει καμία αμφιβολία για το εύρος των φιλοδοξιών. Τρεις νέες παραγωγές θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στην Ασία και μάλιστα στη μοναδική ασιατική στάση τους: η «Τόσκα» του βενετσιάνικου Teatro La Fenice, σε σκηνοθεσία Χοάν Αντόν Ρέτσι, η «Αΐντα» του Θεάτρου Μαριίνσκι υπό τον Βαλέρι Γκεργκίεφ και ο «Ιππότης με το ρόδο» της Staatsoper Unter den Linden, υπό τη διεύθυνση του Κρίστιαν Τίλεμαν.

Στο πρόγραμμα χωρούν ακόμη η Γιούτζα Γουάνγκ με τη Mahler Chamber Orchestra, η «Λίμνη των Κύκνων» από το American Ballet Theatre και – για όσους αντέχουν μεγάλες δόσεις ρωσικής μελαγχολίας – η εκτέλεση και των 15 συμφωνιών του Ντμίτρι Σοστακόβιτς από τον Γκεργκίεφ και την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι, με αφορμή τη συμπλήρωση 120 ετών από τη γέννηση του συνθέτη.

Δίπλα στις εισαγόμενες εμβληματικές παραγωγές, η Σανγκάη τοποθετεί τις δικές της: την «Τουραντότ» της Shanghai Opera House, τη συμπαραγωγή του «Καρυοθραύστη» από το Shanghai Grand Theatre και το Shanghai Ballet, σύγχρονα κινεζικά έργα και μορφές παραδοσιακού μουσικού θεάτρου. Το μήνυμα είναι προσεκτικά σκηνοθετημένο. Η πόλη θέλει να υποδεχθεί τον κόσμο, αλλά και να του δείξει τι είναι σε θέση να εξάγει η ίδια.

© Tian Fangfang

Η Σανγκάη διαθέτει ήδη το Grand Theatre στην Πλατεία του Λαού, το οποίο λειτουργεί από το 1998, και μια εν γένει δραστήρια πολιτιστική σκηνή. Το νέο κτίριο δεν καλύπτει ένα κενό. Αλλάζει την κλίμακα και τη γεωγραφία. Μετακινεί μέρος της πολιτιστικής βαρύτητας προς το ποτάμι και διεκδικεί μια θέση στη μικρή λίγκα των αρχιτεκτονημάτων που γίνονται τοπόσημα. Δεν αρκεί να φιλοξενεί σπουδαίες παραστάσεις. Πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως σύμβολο.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Τα λυρικά θέατρα υπήρξαν ανέκαθεν μνημεία κύρους και αίγλης. Από το Παρίσι και τη Βιέννη μέχρι το Σίδνεϊ και το Οσλο, αποτελούν έναν τρόπο με τον οποίο μία πόλη δηλώνει ποια πιστεύει ότι είναι – ή ποια θα ήθελε να γίνει. Η δήλωση της Σανγκάης είναι σαφής: πρόκειται για μια πόλη παγκόσμια, τεχνολογικά προηγμένη, πολιτιστικά φιλόδοξη και αρκετά σίγουρη ώστε να μετατρέπει την οροφή ενός ναού της υψηλής τέχνης σε χώρο περιπάτου.

Αυτό είναι και το στοιχείο που σώζει τη βεντάλια των Snøhetta από το να θεωρηθεί ακόμη μία φλύαρη επίδειξη αρχιτεκτονικής μεγαλομανίας. Η οροφή της προορίζεται να λερωθεί από βήματα και να χρησιμοποιηθεί από έναν δρομέα ή έναν περαστικό που δεν ενδιαφέρεται αν εκείνο το βράδυ παίζεται Πουτσίνι, Στράους ή τίποτε απολύτως.

Κανένας αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, βέβαια, δεν εγγυάται από μόνος του τη δημιουργία δημόσιας ζωής. Η ασφάλεια, η εμπορική εκμετάλλευση και κυρίως η μετέπειτα διαχείριση θα δείξουν αν η υπόσχεση θα αντέξει μετά τη βραδιά των εγκαινίων. Τα τοπόσημα έχουν εύκολο έργο όταν είναι καινούργια και όλα επάνω τους λάμπουν.

Η πραγματική δοκιμασία έρχεται ένα συνηθισμένο πρωινό, χωρίς επίσημους καλεσμένους, κόκκινο χαλί ή μεγάλη πρεμιέρα. Στις 17 Οκτωβρίου θα σηκωθεί η πρώτη αυλαία.

Το πραγματικό στοίχημα, όμως, θα κερδηθεί ή θα χαθεί αρκετά αργότερα: όταν ένας περαστικός θα ανεβαίνει τη σπειροειδή σκάλα χωρίς να έχει στο μυαλό του τι διαδραματίζεται στις τρεις σκηνές, θα σταματά στην κορυφή, θα κοιτάζει τον Χουάνγκπου και θα χρησιμοποιεί το πιο φιλόδοξο πολιτιστικό οικοδόμημα της πόλης σαν να του ανήκει.

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Πάμπλο Νερούδα - Μοίρα η πιο πικρή

Χιλή

Σηκώστε τον ωραίο νεκρό πάνω στην καρυδένια πόρτα
Η τιμή του χαλκού υψώθηκε κι’ όλας 3 1/2 σεντς κατά λίτρα. Το σίδερο
Το σίδερο πάλι· το δολλάριο· η μπόττα: ένα καζάνι, ένα καζάνι, φώναξε
ένα καζάνι καυτή πίσσα —φώναξε— να πνίξω μέσα τα χέρια μου —ανόητα χέρια
με τα σημάδια των καρφιών— δεν μάθαν ακόμη να δένονται θηλειά στο λαιμό.
Σηκώστε τον
σηκώστε τον ωραίο νεκρό ψηλότερα πάνω στην πόρτα της εξόδου. Μοίρα
η πιο πικρή: τους ήρωες να τους περνάμε κρυφά κάτω απ’ την ιστορία
μέσ’ στην κλειστή αμαξοστοιχία με τ’ αποτσίγαρα και τ’ άδεια πανέρια των ψαράδων
με τις σημαίες χιλιοδιπλωμένες να μη φαίνονται τα διακριτικά τους,
ακουμπισμένες χάμου στα σανίδια, ζαρωμένες, καμουφλαρισμένες
σε μπόγους ανάπηρων ζητιάνων — και μέσα τους μια πέτρα. Πάνω του κάθονται
τα τρία τυφλά σκυλιά κι’ η πλατύστερνη, κόκκινη κιθάρα του Νερούντα.
Ένα καζάνι, ένα καζάνι καυτή πίσσα —φώναξε— να πνίξω μέσα τα χέρια μου
που ακόμη δεν μάθαν να δένονται θηλειά στο λαιμό.

Αθήνα, 12 – 27.IX.73 

Το ανωτέρω ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, «αφιέρωμα στους Αλλιέντε – Νερούντα», προέρχεται από ενδιαφέρον δημοσίευμα του «Ταχυδρόμου» για τον Γιάννη Ρίτσο, στο τεύχος που είχε κυκλοφορήσει στις 2 Νοεμβρίου 1973 (τίτλος του: «Γιάννης Ρίτσος – Ο μεγάλος αδικημένος του Νόμπελ»).

 

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Λιάνης είχε επισκεφθεί τον Ρίτσο στην οικία του. Ο τελευταίος, όπως σημειώνει ο δημοσιογράφος στο τέλος του άρθρου του, είχε αρνηθεί —ακόμη μια φορά— να δώσει συνέντευξη, αλλά είχε παραχωρήσει ευγενικά στον «Ταχυδρόμο» το χειρόγραφο ποίημά του «Ο Ηρακλής κι’ εμείς» (γραμμένο στο Παρθένι της Λέρου, τον καιρό της εξορίας), μια μονοτυπία του και το ανέκδοτο ποίημα «Χιλή», που άρχισε να γράφεται αμέσως μετά τη βίαιη ανατροπή και το θάνατο του χιλιανού προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε (11 Σεπτεμβρίου 1973) και ολοκληρώθηκε λίγο μετά το θάνατο του διάσημου χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα (23 Σεπτεμβρίου 1973).

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως είχε γράψει ο δημοσιογράφος Γιώργος Πηλιχός (1929-2003), μέσα σε ελάχιστο χρόνο η τυρρανισμένη χώρα της Νότιας Αμερικής δέχτηκε απανωτά τρία φοβερά πλήγματα: έχασε την ελευθερία της, τον εκλεγμένο από το λαό σοσιαλιστή ηγέτη της και το μεγάλο ποιητή της, στενό φίλο και ομοϊδεάτη του Αλιέντε.

«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.11.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Πάμπλο Νερούδα, ο ποιητής του «Κάντο Χενεράλ», χτυπημένος από την επάρατη αρρώστια και έχοντας υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη θέση του πρεσβευτή της χώρας του στο Παρίσι, απεβίωσε τα ξημερώματα της 23ης Σεπτεμβρίου 1973, σε ηλικία 69 ετών (είχε γεννηθεί στις 12 Ιουλίου 1904), στο φρουρούμενο από στρατιώτες της χιλιανής χούντας σπίτι του, στην Ίσλα Νέγκρα, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Σαντιάγο.

Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο διπλωμάτης και πολιτικός Πάμπλο Νερούδα (Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto το πραγματικό όνομά του) τιμήθηκε ως γνωστόν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1971.

Ο Πάμπλο Νερούδα

Μπραντ Πιτ - «Οι ταινίες έχουν γίνει πολύ ακριβές» – Όσα είπε για το παρόν και το μέλλον του κινηματογράφου

«Η τρέχουσα κατάσταση ευνοεί πραγματικά τον ανεξάρτητο κινηματογράφο με έναν πολύ ωραίο τρόπο» υποστήριξε ο Μπραντ Πιτ, απευθείας από τη Χώρα των Βάσκων.

Μαζί με τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Άιερ, ο Μπραντ Πιτ βρίσκεται στη Χώρα των Βάσκων και πιο συγκεκριμένα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπάστιαν, για την προβολή της νέας τους ταινίας, «Heart of the Beast».

Απευθείας λοιπόν από τον Βισκαϊκό κόλπο, ο βραβευμένος ηθοποιός απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το παρόν και το μέλλον της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

«Η τρέχουσα κατάσταση ευνοεί πραγματικά τον ανεξάρτητο κινηματογράφο με έναν πολύ ωραίο τρόπο, επειδή όλο και περισσότερα βλέμματα στρέφονται προς αυτά τα έργα. Μοιάζει μάλιστα τόσο δυναμικό όσο ήταν τη δεκαετία του ’90», υποστήριξε ο Πιτ.

Ο ηθοποιός στάθηκε επίσης στις «ευκαιρίες που έχουν δημιουργήσει οι πλατφόρμες streaming» στη βιομηχανία του κινηματογράφου.

Φωτογραφία: Ο Μπραντ Πιτ παρευρίσκεται σε συνέντευξη Τύπου για την ταινία «Heart of the Beast» στο πλαίσιο του 74ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν στις 23 Σεπτεμβρίου 2026. REUTERS/Vincent West

«Το streaming μας έχει προσφέρει πολύ περισσότερες ευκαιρίες για ηθοποιούς, σεναριογράφους και σκηνοθέτες. Και χάρη σε αυτό, διαθέτουμε μια πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από πραγματικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και ταλέντα, και αυτό είναι καταπληκτικό», είπε.

«Κάπου στη μέση»

Ωστόσο, ο Μπραντ Πιτ υπογράμμισε ότι, οι ταινίες μεσαίου προϋπολογισμού, χάνονται.

«Οι ταινίες έχουν γίνει πολύ ακριβές. Πάντα μιλάμε για το πώς οι εμπορικές ταινίες καταφέρνουν να αποσβέσουν τα έξοδά τους. Όσο για τις ανεξάρτητες, χαμηλού προϋπολογισμού ή οτιδήποτε βρίσκεται στο ενδιάμεσο, δεν είναι εύκολο να γυριστεί, ακόμα και ταινίες όπως η δική μας», είπε.

«Ελπίζω ότι αυτές οι ταινίες θα εξακολουθούν να έχουν χώρο [στη βιομηχανία], γιατί συνήθως εκεί καταλήγω περισσότερο, κάπου στη μέση», πρόσθεσε.

Η ταινία «Heart of the Beast» ακολουθεί έναν πρώην στρατιώτη των Ειδικών Δυνάμεων (Πιτ) και τον σκύλο του, οι οποίοι παλεύουν να επιβιώσουν μετά από μια αεροπορική τραγωδία, κάπου στην Αλάσκα.

«Μετά από μια τραγική αεροπορική συντριβή, ο αξιωματικός των Ειδικών Δυνάμεων Τζέιμς Μπέλμοντ (Πιτ) και ο ειδικά εκπαιδευμένος σκύλος του, Όντιν, βρίσκονται εγκαταλελειμμένοι βαθιά στην έρημο της Αλάσκας. Μαζί, αναγκάζονται να δώσουν μια σκληρή μάχη για την επιβίωση», αναφέρει η επίσημη σύνοψη.

Το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Κάμερον Αλεξάντερ.

Το έργο επανασυνδέει τον Πιτ και τον Άιερ για πρώτη φορά μετά το «Fury», μια δραματική ταινία με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έρχεται μετά τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Πιτ στην  ταινία  «F1».

*Με πληροφορίες από: Deadline

«Κίνδυνος να μην υπάρχει Ουκρανία στο μέλλον» - Πρώην στενή συνεργάτιδα του Ζελένσκι προτείνει τον «φινλαδικό δρόμο»

«Υπάρχει η αίσθηση ότι το δυτικό πολιτικό κατεστημένο θα προτιμούσε να δει τη Ρωσία να καίγεται παρά την Ουκρανία να σώζεται» υποστηρίζει η δημοσιογράφος Γιούλια Μέντελ, πρώην εκπρόσωπος Τύπου του ουκρανού προέδρου.

Υπήρξε η πρώτη εκπρόσωπος Τύπου του Προέδρου της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι το διάστημα 2019-2021, προστατεύοντας τις επιλογές του και τον ίδιο. Σήμερα, όμως, υποστηρίζει ότι η Ουκρανία όχι μόνο δεν θα μπορέσει ποτέ να κερδίσει τον πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά θέτει εν αμφιβόλω την ίδια τη βιωσιμότητα της πατρίδας της.

Με παρέμβασή της, η δημοσιογράφος Γιούλια Μέντελ εξηγεί ότι ο πρώην προϊστάμενός της Ζελένσκι ακολουθεί μια στρατηγική που αποτελεί «εθνική αυτοκτονία» σε μια χώρα που βρίσκεται σε συρρίκνωση σε όλους τους τομείς, όπως δείχνουν τα στοιχεία.

«Η Ουκρανία έχει χάσει περισσότερο από το μισό του πληθυσμού της στα 35 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που κήρυξε την ανεξαρτησία της από την ΕΣΣΔ. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή κατάρρευση έχει σημειωθεί μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής» σημειώνει η Μέντελ σε ανάλυσή της που δημοσιεύτηκε αρχικά στην αμερικανική έκδοση του The Spectator. Πράγματι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 20 έως 25 εκατ. άνθρωποι παραμένουν στα εδάφη που εξακολουθεί να ελέγχει το Κίεβο.

Εξ αυτών, συνεχίζει η ίδια, περίπου οι μισοί βρίσκονται σε ηλικία συνταξιοδότησης, ενώ το πολύ τέσσερα εκατομμύρια άνδρες βρίσκονται σε ηλικία στράτευσης. Αντίθετα, η Ρωσία μπορεί να αντλήσει στρατεύσιμους από μια δεξαμενή ανδρών μάχιμης ηλικίας περίπου δεκαπλάσια σε μέγεθος.

«Η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, επομένως, αποτελεί εθνική αυτοκτονία και όχι ανδρεία. Κι όμως, αυτή είναι η στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση Ζελένσκι».

Τα θλιβερά για την Ουκρανία δεδομένα

Η Ουκρανή δημοσιογράφος δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τον πόλεμο τον ξεκίνησε η Ρωσία. «Οι δυνάμεις της έχουν βασανίσει, βιάσει, εκτοπίσει και σκοτώσει Ουκρανούς. Δεν υπάρχει ηθική εξίσωση μεταξύ Κιέβου και Κρεμλίνου». Ωστόσο, για την ίδια, ο ουκρανικός ηρωισμός του 2022 ανήκει πλέον στο παρελθόν και τα δεδομένα αναγκάζουν τους Ουκρανούς να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

 Η Ουκρανία εξαρτάται πλέον πλήρως από τη δυτική βοήθεια, η οποία μειώνεται. Χρήματα που υποτίθεται ότι προορίζονταν για την ανοικοδόμηση της χώρας καταναλώνονται από τον πόλεμο. Το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει το 110% του ΑΕΠ. Η Ρωσία, αντίθετα, δεν χρειάστηκε να δανειστεί σε αντίστοιχη κλίμακα για να διεξαγάγει τον πόλεμό της και εξακολουθεί να πουλά ενέργεια στην ΕΕ.

Παρά τα αναρίθμητα πακέτα κυρώσεων, η Ρωσία εξακολουθεί να έχει έσοδα και διαθέτει πολύ ισχυρότερη δημοσιονομική θέση από τα περισσότερα κράτη της ΕΕ. Την ίδια ώρα, η Ουκρανία παραλύει από τον θάνατο των ανθρώπων της και την καταστροφή της παραγωγικής της βάσης, ενώ τα χρέη της συνεχίζουν να συσσωρεύονται.

«Μετά την “επιχείρηση επιρροής” αυτού του καλοκαιριού, περισσότερο από το 90% των ουκρανικών αποθηκών έχουν πληγεί, το ενεργειακό μας σύστημα έχει διαλυθεί και, μαζί με τα χιόνια του χειμώνα, θα έρθει μια ανθρωπιστική καταστροφή» υποστηρίζει η Μέντελ.

Η Μέντελ επικρίνει την κυβέρνηση που ζητάει από τους πολίτες περιοχών που έχουν πληγεί από τον πόλεμο να εγκαταλείψουν. «Στους ανθρώπους που ζουν στην πρώτη γραμμή, χωρίς χρήματα και χωρίς μέσα, λένε απλώς να πάνε κάπου αλλού».

«Κάθε μέρα η Ουκρανία χάνει περισσότερους από τους ανθρώπους της. Όσοι θέλουν τα παιδιά τους να έχουν αξιοπρεπή υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση αναγκάζονται να μεταναστεύσουν. Ο αριθμός των ανθρώπων που πεθαίνουν στην Ουκρανία είναι περίπου τετραπλάσιος από τον αριθμό των γεννήσεων. Το έθνος αφανίζεται, κι όμως ο πόλεμος συνεχίζεται αμείλικτα». Πράγματι τα επίσημα στοιχεία επαληθεύουν τα δεδομένα που παραθέτει η Ουκρανή αναλύτρια.

Κατά της Δύσης

Η Μέντελ, όμως δεν αφήνει άμοιρη των ευθυνών και τη Δύση, που ωθεί την Ουκρανία στην συνέχιση ενός αδιέξοδου πολέμου. «Υπάρχει η αίσθηση ότι το δυτικό πολιτικό κατεστημένο θα προτιμούσε να δει τη Ρωσία να καίγεται παρά την Ουκρανία να σώζεται. Οι καθημερινές μας απώλειες αντιμετωπίζονται ως αποδεκτό τίμημα για την επίτευξη αυτού του σκοπού», λέει.

Η ίδια σημειώνει δε ότι από την αρχή του πολέμου το 2022, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταβάλει στη Μόσχα πολύ περισσότερα από 230 δισεκ. δολ. για ορυκτά καύσιμα, περισσότερα από όσα έχουν δώσει στο Κίεβο σε κάθε μορφή βοήθειας.

Υπενθυμίζεται ότι η πρώην εκπρόσωπος του Ουκρανού προέδρου θα μιλούσε την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λίγες ημέρες αφού της επιβλήθηκαν κυρώσεις από το Κίεβο, ωστόσο της απαγορεύτηκε η είσοδος.

Γινόμαστε Αφγανιστάν, αντί Φινλανδία

Για τη Μέντελ άξιο παράδειγμα προς μίμηση για την Ουκρανία θα ήταν η Φινλανδία, η οποία στο παρελθόν κατάφερε να διαφυλάξει το μέλλον της μετά τους καταστροφικούς πολέμους με την ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1930. Υπενθυμίζεται ότι η Φινλανδία, πράγματι, ακολούθησε μια ουδέτερη πολιτική στον Ψυχρό Πόλεμο, διατηρώντας αρμονικές σχέσεις με τη Μόσχα, καθώς δεν εντάχθηκε στο NATO.

Αντ’ αυτού όμως, η Ουκρανία φαίνεται να παίρνει τον δρόμο του Αφγανιστάν, σύμφωνα με την Ουκρανή δημοσιογράφο.

«Η Δύση πέρασε 20 χρόνια διοχετεύοντας τρισεκατομμύρια δολάρια σε εκείνη τη σύγκρουση. Το μόνο που πέτυχε ήταν η άνθηση της διαφθοράς, δεκαετίες θανάτου και, τελικά, η πτώση της Καμπούλ στους Ταλιμπάν. Όπως και στην Ουκρανία, υπήρχε έντονη λογοκρισία στα δυτικά ΜΜΕ. Οι περισσότεροι από όσους έκαναν ρεπορτάζ από την περιοχή υποστήριζαν χωρίς συμβιβασμούς τον αφγανικό κρατικό μηχανισμό και τον πόλεμο, ανεξαρτήτως συνθηκών».

Η Μέντελ βλέπει ίδιες αναλογίες με την πατρίδα της. «Είναι εντυπωσιακό ότι στις δημοσκοπήσεις, η διαφθορά συναγωνίζεται τον ίδιο τον πόλεμο ως το μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα. Υπάρχουν άνθρωποι στην ουκρανική κυβέρνηση που κερδίζουν εκατομμύρια δολάρια από αυτόν τον πόλεμο».

Δεν είναι απλά ήττα

Σχολιάζοντας ο ομότιμος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, Τζον Μιρσχάιμερ την παρέμβαση της Μέντελ, σημειώνει πως πλέον το ζήτημα υπερβαίνει τη νίκη και την ήττα. «Μπορείς να χάσεις έναν πόλεμο και στη συνέχεια, με την πάροδο του χρόνου, να ανακάμψεις από αυτή την ήττα» αλλά η Μέντελ «μιλάει για κάτι πολύ διαφορετικό, κάτι πολύ πιο ανησυχητικό, κάτι βαθιά ανησυχητικό. Μιλάει για τον θάνατο της Ουκρανίας».

Εξετάζοντας τους αριθμούς, ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας βλέπει ότι «η Ουκρανία βρίσκεται σε μια δημογραφική καθοδική δίνη θανάτου. […] Ο πληθυσμός έχει μειωθεί στο μισό από τότε που η Ουκρανία απέκτησε την ανεξαρτησία της. Όσον αφορά το εδαφικό, ο Μιρσχάιμερ είναι βέβαιος ότι θα οι Ουκρανοί θα χάσουν ακόμη ένα τμήμα εδάφους, πέραν του 20% που πλέον ελέγχουν οι Ρώσοι, κινδυνεύοντας να καταλήξουν μια περίκλειστη χώρα χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα.

«Οι Ρώσοι θα έχουν ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουν αυτό το κράτος όσο το δυνατόν πιο δυσλειτουργικό για πάντα. Η οικονομία του έχει καταστραφεί. Πρόκειται για καταστροφή και είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε αυτό», καταλήγει ο Μιρσχάιμερ, επαναλαμβάνοντας πως «είναι πολύ περισσότερο από μια απλή ήττα στο πεδίο της μάχης. Είναι, όπως επισημαίνει η Μέντελ, εθνική αυτοκτονία».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0