ενημέρωση 8:11, 22 April, 2026

Η μούντζα

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Πρώτα ο Φρόιντ: «Σε καμιά εργασία μου δεν είχα τόσο έντονο το συναίσθημα ότι παρουσιάζω κάτι γενικά γνωστό, ότι καταναλώνω χαρτί και μελάνη και, ακολούθως, ότι θέτω σε κίνηση τον τυπογράφο για να αφηγηθώ πράγματα που, στην κυριολεξία, είναι αυτονόητα» (ο Φρόιντ εδώ μιλά για τον πολιτισμό ως πηγή δυσφορίας).

Ύστερα το σκηνικό: Ο βασιλιάς και η βασίλισσα - ο Χιωτάκης (κατά τα δύο τρίτα της σελίδας) και εγώ (το υπόλοιπο) - καθισμένοι στους θρόνους της φωτογραφίας μας, σε μια αίθουσα τελετών από χαρτί, όπου «η Κηφισιά» επέβαλε τον μοργανατικό μας γάμο, αλλά σ' ένα απώτατο παρελθόν της μαγδαλένιας ηλικίας, όπου άνθρωποι σε βραχογραφίες χαράζουν τους φόβους τους σαν να τους γράφουν. Έτσι κι εμείς οι δύο πιστοποιούμε εβδομαδιαίως την κλίση μας στην παλαιολιθική εποχή που συνεχίζεται: ο Χιωτάκης ως παλαιός Δήμαρχος, εγώ ως απλός αυτής της πόλης πολίτης ανέκαθεν. Αυτός, εξιδανικεύοντας το παρελθόν, θεραπευμένος. Εγώ, αθεράπευτος, αποκλείοντας το μέλλον. Διότι τίποτα δεν μπόρεσε να με θεραπεύσει. Και η αυταπάτη της γραφής, η κλίση μου - κλίση ενός σώματος που γράφει σκυμμένο -, παραμένει αυταπάτη.

Οπότε τι άλλο να γράψω εκτός από αναγγελίες γάμων και κηδειών; Αλλά τι χρειάζονται όλες αυτές οι μάταιες επενδύσεις σε μελάνι και χαρτί; Και ποιος ο λόγος της μακροσκελούς αρθρογραφίας, όταν με ένα κλικ στο ηλεκτρονικό «Κηφισιά» γράφεται σε δύο αράδες το σημαντικότερο μιας επικαιρότητας ηλεκτρονικής; Όμως το ζήτημα για τη δημοσιογραφία δεν είναι χρονικό αλλά γλωσσικό, γιατί η επικαιρότητα  δεν υπάρχει παρά σαν εμφύλιος πόλεμος της γλώσσας με τον εαυτό της.

Μπορούμε άραγε να καταλάβουμε το παρόν, όχι μόνο απ' ότι δηλώνεται άμεσα, αλλά μέσω εκείνης της στιγμής, στη σκέψη και τη γλώσσα που το φωτίζει; Μια ανθρώπινη στιγμή είναι η ίδια η επικαιρότητα που διαβάλλει συνεχώς την κρίση μας γι' αυτήν. Αν ορθοτομούμε ακόμα, αν η αλήθεια είναι μία, αν αλήθεια υπάρχει.

Τίποτα όμως δεν με εξόργησε περισσότερο από το δωδεκάποντο τακούνι στις μπλε γόβες της κυρίας Σαλματάνη. Κατάλαβα τότε πως ο χωρισμός μεταξύ συναισθήματος και νου, που κάνει δυνατό να απαλλάσσεται ο αφελής, υποστασιοποιεί, όπως λένε, την ιστορικά συντελεσθείσα διάσπαση του ανθρώπου σε λειτουργίες.

Η κ. Σαλματάνη-Κεφαλά έβαλε ψηλοτάκουνα, ύστερα μπλα-μπλα, ύστερα πήγε να φάει. Χώρισε συναίσθημα και νου, ψήφισε κατά συνείδηση, απαλλάχθηκε. Αυτό ήταν όλο κι όλο το «ζουμί» της συζήτησης στο Δημοτικό Συμβούλιο: οι ανθρώπινες λειτουργίες και ένα ζευγάρι γόβες.

Κι αν σχολίασα και εγώ τα τεκταινόμενα μετά το ξεπεσμό, το έκανα για ομοιοπαθητική. Κυρίως για να μην πω πως αυτός ο μηχανισμός με το ελατήριο που πετάει από το «κουτί» το κεφάλι του φασουλή για να τρομάξει, έχει αντικατασταθεί από πλαστική μούντζα.-

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS