ενημέρωση 6:57, 5 July, 2026

Ο βασιλιάς είναι γυμνός

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

«Κάποιος εχθρός θα χαίρεται την όμορφη ασπίδα μου. Στα πόδια το ’βαλα, την πέταξα πίσω από κάποιο θάμνο. Με γεια του, με χαρά του! Δεν πάει στο διάολο και η ασπίδα; Εφόσον βγήκα ζωντανός, καλύτερη θα πάρω!». Οι παραπάνω στίχοι δεν ανήκουν σε κανέναν τυχαίο. Ο Αρχίλοχος -θεμελιωτής, κατά τον Ελύτη, της λυρικής ποίησης- βγάζει απ’ τον 7ο π.Χ. αιώνα αναιδέστατα τη γλώσσα στο σπαρτιάτικο «ή ταν ή επί τας», στα άγια των αγίων κάθε πατριωτικής ιδεολογίας. «Ας είμαι εγώ καλά κι ας ψοφήσουν χίλια αρνιά», λέει με άλλα λόγια ο βλάσφημος μέγας ποιητής.

Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ο Όμηρος (υπαρκτότατο, κατά τους πιο σύγχρονους μελετητές, πρόσωπο) είχε συνθέσει πρώτα την Ιλιάδα και κατόπιν την Οδύσσεια. Στη ραψωδία Σ’ της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας σπαράζει στην ακρογιαλιά για τον χαμό του Πατρόκλου. Μες απ ’τα κύματα, προβάλλει η μάνα του: «Όσους και να θερίσεις Τρώες, ο αγαπημένος σου δεν πρόκειται να αναστηθεί», του λέει εν ολίγοις. «Γύρνα, λοιπόν, στην πατρίδα, να βασιλέψεις εκατό ευτυχισμένα χρόνια!». «Αν δεν εκδικηθώ τον Πάτροκλο», την κόβει εκείνος, «θα είμαι “άχθος αρούρης”, βάρος περιττό πάνω στη Γη. Θα σκοτωθώ στη μάχη…». Το λέει και το κάνει. Στη ραψωδία Λ’ της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας τον συναντάει στον Άδη. «Ακόμα και στους πεθαμένους, βασιλιάς είσαι!», τον θαυμάζει. «Κάλλιο να ήμουν ζωντανός κι ο τελευταίος δούλος, παρά από τις νεκρές σκιές ο πρώτος!», βαριαστενάζει ο Αχιλλέας, σχολιάζοντας πικρά εκείνο του το «άχθος αρούρης»…

Η Ιστορία και η Ποίηση δεν είναι μονοκόμματες σαν πληκτικό διδακτικό βιβλίο. Στέλνουν μηνύματα περίπλοκα και αντιφατικά.

Οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα δεν υπήρξαν ιδανικοί αυτόχειρες, καμικάζι της αρχαιότητας. Θυσιάστηκαν βάσει σχεδίου, για να καθυστερήσουνε τις περσικές στρατιές και να βρουν χρόνο οι Έλληνες να ετοιμαστούν για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος -ο οποίος στο, σχεδόν φιλικό, μήνυμα του Μωάμεθ απάντησε πως δεν μπορεί να του παραδώσει την Πόλη, διότι η Πόλη δεν ανήκει στον ίδιον, αλλά σε όσοι τη δόξαζαν επί δεκαπέντε αιώνες- ο τελευταίος μας Αυτοκράτορας πριν μαρμαρώσει είχε προσχωρήσει στον καθολικισμό, ποντάροντας -ματαίως- στη βοήθεια της Ρώμης. Οι «ανθενωτικοί», οι φανατικοί πατριώτες, έπνεαν μένεα εναντίον του και μάλλον θα ανακουφίστηκαν σαν, τελικά, τους φόρεσαν φακιόλι τούρκικο κι όχι τιάρα παπική…

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ είχε αποκηρύξει με τον πιο έντονο τρόπο την Επανάσταση του 1821 πριν τον κρεμάσουν οι Τούρκοι και ενταχθεί στο πάνθεον των μαρτύρων. Ο Διονύσιος Σολωμός, αφουγκραζόμενος τις μπαταριές της Εξόδου του Μεσολογγίου, έγραψε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Έγραψε εν τούτοις κι έναν άλλο στίχο, που ακυρώνει κάθε ηρωική θυσία: «Γλυκιά» είναι πάντα «η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»…

Θυσιαζόμενοι οι μπροστάρηδες κάθε εποχής, δίνουν παράδειγμα κι ανοίγουν δρόμο για τις επερχόμενες γενιές. Όταν δε, αρνούνται να ελπίσουν στη μετά θάνατον ζωή, τότε η πράξη τους εμπνέει ακόμα μεγαλύτερο δέος. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Νίκου Μπελογιάννη, που αντιμετώπισε αλύγιστος το εκτελεστικό απόσπασμα. Κι ας είχε -λίγη ώρα πριν- αποχαιρετήσει την αγαπημένη του Έλλη Παππά με την εξής τρομερή φράση: «Και να σκεφτείς, πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος…».

Θα σκοτώνατε εσείς ποτέ τα παιδιά σας; Θα προδικάζατε το μέλλον τους και θα το ματαιώνατε, βάσει των δικών σας πεποιθήσεων; Έτσι έπραξαν οι Σουλιώτισσες της Ιστορίας (ή του θρύλου): Πέταξαν πρώτα τα μωρά τους στον γκρεμό, στο Ζάλογγο, και έπειτα πήδηξαν κι εκείνες χορεύοντας. Το αντίστοιχο έκανε και ο Γιόζεφ Γκέμπελς, υπουργός προπαγάνδας και διάδοχος, για μια μέρα, του Χίτλερ: Όταν οι Ρώσοι εισέβαλλαν στο Βερολίνο, δηλητηρίασαν μαζί με τη γυναίκα του τα έξι παιδιά τους και στη συνέχεια αυτοκτόνησαν. «Ζωή δίχως Εθνικοσοσιαλισμό δεν είναι νοητή!», δικαιολόγησε την πράξη της η μάνα-φόνισσα. Η Μάγδα Γκέμπελς -θα μου πείτε- οραματιζόταν μια κόλαση, ενώ οι Σουλιώτισσες έναν ελληνικό παράδεισο. Το να σε πάρω -βρέφος βυζανιάρικο- στον τάφο προεξοφλώντας το εθνικοαπελευθερωτικό σου φρόνημα, συγχωρείται; Ας είμαστε στοιχειωδώς έντιμοι: Είτε κατανοούμε τόσο τις Σουλιώτισσες, όσο και τη Μάγδα Γκέμπελς, είτε τις καταδικάζουμε αμφότερες.

Θα μπορούσα να απαριθμώ, στο διηνεκές, πράξεις και λόγια εμβληματικά που επιδέχονται και την αντίθετη απ’ την επίσημη ερμηνεία τους. Το παιχνίδι της αποκαθήλωσης των ηρώων και της αποδόμησης της κυρίαρχης ιδεολογίας ξεκινάει με τη φράση του μικρού αγοριού στο παραμύθι του Άντερσεν: «Ο βασιλιάς είναι γυμνός και οι ράφτες του είναι ψεύτες!».

Όσο απολαυστικό κι αν είναι ωστόσο, δεν αρκεί να κλονίζεις τις βεβαιότητες εκείνων που έχουν εκ γενετής στρογγυλοκαθίσει πάνω στα ιερά οστά, στα «Όχι» και στα «Μολών Λαβέ» των προγόνων τους. Ανάλογα -σε διαφορετική, ίσως, κλίμακα- ερωτήματα προκύπτουν κάθε μέρα στη ζωή του καθενός μας. Εκεί, όση Ιστορία και Ποίηση κι αν έχεις μελετήσει, δεν αίρεσαι στο ύψος των περιστάσεων άμα δεν διαθέτεις και λιγάκι τσαγανό. Από τις απαντήσεις που ο καθένας έμπρακτα και με προσωπικό του κόστος δίνει στα ζητήματα του καιρού του, κρίνεται.

Υπό αυτήν την έννοια, δεν αποκλείεται ο βίος και η πολιτεία κάποιων «ευρωλιγούρηδων» να συγγενεύει περισσότερο με τη γενναιότητα ενός Καραϊσκάκη ή μίας Μπουμπουλίνας, απ’ τις ανέξοδες κραυγές των «Ελληνόψυχων»…

ο βασιλιάς είναι γυμνός

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Είχα, φίλες και φίλοι, τις προάλλες μια πρωτόγνωρη εμπειρία, την οποία δεν ξέρω καν πώς ακριβώς να ονομάσω. Ας την πω "στο αστερισμό του απίθανου".

Βρισκόμουν στα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής. Μη με ρωτήσετε για την ποιότητα των έργων - συμφωνήστε ότι οι νέοι αξίζουν την άνευ όρων υποστήριξή μας, ιδίως όταν αγαπούσαμε τον μακαρίτη πατέρα τους. Περιφερόμουν ανάμεσα στους πίνακες με ένα κρασί στο χέρι και πάσχιζα να αντισταθώ στις λιχουδιές, σε κάτι ιδίως τραγανά μπιφτεκάκια που μου έγνεφαν από τον μπουφέ. Είχα ήδη δώσει τα συγχαρητήριά μου στον καλλιτέχνη και στην μητέρα του - εκείνος τα δέχθηκε με μπλαζέ ύφος και πολύ καλά έκανε, εκείνη αντιθέτως απαιτούσε να τής εγκωμιάσω δια μακρόν το ταλέντο τού κανακάρη της, πρέπει να φύγω δυστυχώς! με περιμένουν , έχω και δουλειά χρησιμοποίησα σαν ασπίδα τη δική μου προστασία.

Πώς να φύγω όμως; Έβρεχε καταρρακτωδώς, τουλούμια έριχνε. Δεν είχα ομπρέλα, καμπαρντίνα, αυτοκίνητο ούτε θα έβρισκα εύκολα ταξί εκεί, στους λασπωμένους δρόμους. Ένοιωσα αίφνης εγκλωβισμένος. Τότε ήρθε καταπάνω μου.

Ήταν ένας εύσωμος κοστουμαρισμένος εξηνταπεντάρης, το πρόσωπο του οποίου δεν μού θύμιζε απολύτως τίποτε. Με χαιρέτισε εξαιρετικά εγκάρδια. "Τι ευτυχής συνάντηση!" γέλασαν και τα αυτιά του. "Πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε;" Το απλανές μου βλέμμα δεν τον πτόησε στο ελάχιστο.

Για να μην τα πολυλογώ, με στρίμωξε μπροστά στη βιτρίνα της γκαλερί ... και; Με έπιασε μονότερμα; Με φλόμωσε διηγούμενός μου ιστορίες; Μεταφέροντας κουτσομπολιά, αναπτύσσοντας τις θεωρίες του επί παντός του επιστητού; Όχι, φίλες και φίλοι. Θα τον αδικούσα κατάφορα άμα ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο. Κάναμε μια κανονική κουβέντα διαρκείας είκοσι λεπτών. Όσο μίλησε ο άγνωστός μου κύριος, άλλο τόσο μίλησα κι εγώ. Από κοινού αστειευτήκαμε, αμπελοφιλοσοφήσαμε, αναπολήσαμε τους "ξένοιαστους καιρούς", εκφράσαμε την αγωνία μας για το μέλλον. Εάν μάς παρακολουθούσε κάποιος τρίτος, δεν θα αμφέβαλλε πως είμαστε καλοί γνωστοί, αν όχι και παλιόφιλοι.

Με τη διαφορά ότι εγώ απουσίαζα ψυχικά και διανοητικά. Σκεφτόμουν εντελώς άσχετα πράγματα. Αναρωτιόμουν πότε θα κόπαζε επιτέλους η νεροποντή, έως πότε θα διαιτώμαι με νερόβραστα λαχανικά σε μιαν απέλπιδα μάλλον προσπάθεια να αδυνατίσω... Εν τούτοις -κι ετούτο είναι το ανατριχιαστικό- συμμετείχα κανονικότατα στη συζήτηση. Έβγαλα από το ψυγείο του μυαλού μου την άποψή μου για τις μέρες, τις μετρημένες μέρες Θωμάκου στη Κηφισιά. Σέρβιρα ξαναζεσταμένες τις ιδέες μου σχετικά με την ιδιοτέλεια. Μέχρι ένα ανέκδοτο τού είπα που το'χα ακούσει πρόπερσι το καλοκαίρι κι εκείνος -από ευγένεια μάλλον- γέλασε. Δεν έδειχνα στο ελάχιστο αφηρημένος. Ο αυτόματος πιλότος με υποκαθιστούσε στην εντέλεια.

Δεν ξέρω εάν σάς έχει ποτέ τύχει - δεν αποκλείω και να σάς συμβαίνει καθημερινά. Να ψευδοεπικοινωνείτε με τους γύρω σας ανταποκρινόμενοι στην εικόνα που εκείνοι έχουν για εσάς, παριστάνοντας ότι σάς αφορούν τα λόγια τους, πως σάς επηρεάζουν συναισθηματικά οι αντιδράσεις τους. Να παραμένετε ωστόσο παγερά απόντες, βαθύτατα αδιάφοροι για ό,τι σάς απευθύνουν. Και να υποψιάζεστε -με ανακούφιση μάλλον- ότι τα μη αισθήματα είναι αμοιβαία... Σαν κάτι κοσμικές, οι οποίες αγκαλιάζονται και φιλιούνται στα πεταχτά για να τις απαθανατίσουν οι παπαράτσι.

Γιατί δεν δήλωσα ευθαρσώς στον κύριο που με διπλάρωσε στην γκαλερί πως δεν τον ξέρω ούτε έχω καμιά όρεξη να τον γνωρίσω; Διότι δεν ήθελα να φανώ αγενής. Να τον στεναχωρήσω. Και δεν μού στοίχιζε στην ουσία τίποτα να βάλω τον αυτόματο πιλότο.
Το λέτε ευγένεια τρόπων; Ασήμαντο έστω πταίσμα μπροστά στη διαγωγή κάποιων κυριών που υποδύονται καθημερινά οργασμούς ώστε να μη διαταράξουν τον έγγαμο βίο τους; Ή πάμπολλων πολιτικών οι οποίοι υποκριτικά, κατ' επάγγελμα, συμπάσχουν με τα βάσανα των ψηφοφόρων τους; Εγώ το λέω αρχή γήρατος.

Νοσταλγώ την εποχή που αδιαφορούσαμε για τα προσχήματα. Που δεν κρατάγαμε τη γλώσσα μας, δεν καμουφλάραμε την απαρέσκεια, τη βαρεμάρα μας. Ούτε όμως και τον ενθουσιασμό μας. Που όποιον μάς φαινόταν μαλάκας, τον λέγαμε κατάμουτρα μαλάκα. (Όχι από την ασφάλεια που προσφέρει σήμερα το διαδίκτυο, όχι επειδή ήταν πολιτικά αντίθετός μας...) Που ήμασταν συνάμα έτοιμοι να γοητευτούμε, να συναρπαστούμε, να ερωτευθούμε. Που είχαμε πάντοτε το διαβατήριο στην τσέπη, αφού -ποιος ξέρει;- πιθανόν να συναντούσαμε στο μπαρ ή στο s/m την γυναίκα των ονείρων μας και να το σκάγαμε μαζί της στο εξωτερικό. Που αυτόματο πιλότο δεν καταδεχόμασταν να βάλουμε ούτε στα πληκτικότερα καν οικογενειακά τραπέζια παρά σκανδαλίζαμε τις γριές θείτσες μας απαγγέλλοντας από στήθους Εμπειρίκο...

Μάλλον κακώς νοσταλγώ. Θα ήταν γελοίο στην ηλικία μου να καμώνομαι το τζόβενο. Να μη χάνω ευκαιρία για να δηλώσω ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Φεύγοντας απ' την γκαλερί -η βροχή είχε προσώρας σταματήσει- το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με του νεαρού ζωγράφου. Διάβασα καθαρά στα μάτια του πόσο κατεστημένο, πόσο συμβιβασμένο, πόσο εχθρό του με θεωρούσε. "Και λίγα λες, μάγκα μου! Δώσε πόνο!" του ψιθύρισα κι ας μη με άκουσε. Βγήκα στον δρόμο με αναπτερωμένο το ηθικό.-

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS