ενημέρωση 6:16, 24 April, 2026

Η νέα ταινία του Αλ Πατσίνο

Ο Αλφρέντο Πατσίνο αγαπάει τη Βενετία και έρχεται συχνά, αλλά φέτος έχει την τιμητική του με δύο ταινίες στο επίσημο πρόγραμμα, με μια (ήσσονος σπουδαιότητας) ειδική βράβευση ήδη, και με το κύπελλο Volpi για την ερμηνεία του στο Manglehorn εξαιρετικά πιθανή.  

Στην ταινία του Ντέϊβιντ Γκόρντον Γκριν Manglehorn υποδύεται έναν κλειδαρά που βρίσκεται στη δύση της ζωής του, χωρίς συντροφιά εκτός από την αγαπημένη του γάτα, αποξενωμένο από τον γιό του, χωρισμένο από τη γυναίκα του, πληγωμένο από μια λάθος ερωτική επιλογή του παρελθόντος. Είναι κοινωνικά ευγενικός αλλά απροσπέλαστος- ένα κουβάρι από θυμό και παραίτηση, φυλακισμένος σε μια ζωή μηχανική και άχαρη. Καταλαβαίνουμε οτι κάποτε υπήρξε ένας άνδρας που προκαλούσε έμπνευση, από εκείνους που σημαδεύουν τη ζωή κάποιου αλλά δεν μπορούν να πάρουν χαρά από τη δική τους. Το επώνυμο του, Manglehorn, μεταφράζεται ως κατακρεουργημένο κέρατο, και ο χαρακτήρας είναι τόσο αψύς και οξύθυμος όσο υπονοοεί το όνομα του. Για τον Πατσίνο, αυτός είναι ο καλύτερος ρόλος εδώ και πολύ καιρό, σε ένα πορτρέτο που βασίζεται πάνω στις αρετές του, δηλαδή στην ικανότητα του να βρυχάται σαν λιοντάρι που ορμάει, και την επόμενη στιγμή, να ψιθυρίζει τα πιο τρυφερά λόγια, ακούγοντας την καρδιά του. Η ταινία παρασύρεται συχνά σε έναν σχηματικό λυρισμό, κι αν δεν ήταν ο Πατσίνο να μαζέψει τις άκυρες φαντασιακές εξάρσεις του Γκριν, θα φαινόταν πιο ανάγλυφα η αδυναμία του σεναρίου του Πολ Λόγκαν να αναπτύξει την όποια περιφερειακή υπόθεση.  

Camila Sola, Al Pacino και Lucila Sola στο κόκκινο χαλί πριν την προβολή της ταινίας 'Manglehorn στο 71 φεστιβάλ Βενετίας. Αν το Manglehorn είναι μια καλή ευκαιρία για τον σπουδαίο ηθοποιό να αντιτάξει την προσωπικότητα του σε ένα ισχνό σενάριο, το Humbling μας κάνει να αναρωτιόμαστε που τελειώνει ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας και που ξεκινάει ο ίδιος η ηθοποιός που τον υποδύεται. Ο Πατσίνο είχε αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Φίλιπ Ροθ, και με ελάχιστα χρήματα, ολοκλήρωσε τα γυρίσματα στο σπίτι του σκηνοθέτη Μπάρι Λέβινσον, στο Κονέκτικατ. Είναι σαφές τι τον τράβηξε στην υπόθεση: πρόκειται για την βαθύτατη υπαρξιακή κρίση ενός θεατρικού ηθοποιού που γερνάει, αδυνατεί να θυμηθεί τα λόγια του, αισθάνεται πως το κοινό δεν τον παρακολουθεί πλέον, χάνει την επιθυμία του να ξανανέβει στη σκηνή, και τα φτιάχνει με τη νεότατη, λεσβία κόρη μιας παλιάς του γκόμενας, απρόθυμα αν και πονηρά, μήπως και η σχέση αποτελέσει ελιξήριο για έναν απογοητευμένο εγωπαθή. Παρά την ελεύθερη διασκευή, ο πεσσιμισμός του Ροθ είναι διάχυτος, ωστόσο ο Πατσίνο κυριαρχεί, μπαινοβγαίνοντας αυτοβιογραφικά στην καριέρα του, την εικόνα του, και την αγωνιώδη αναμέτρηση του ηθοποιού μπροστά στους μεγάλους ρόλους και την αναπόφευκτη φθορά- σαν κακομαθημένο παιδί που εξελίσσεται σε αυτοκτονικό τέρας.  

Ο έμπειρος Λέβινσον δε μπορεί να αντισταθεί στη σαρωτική προσέγγιση του Πατσίνο, ενός "υποκριτή" που αν δεν έχει υλικό, ορμάει με πάθος και καταβροχθίζει ότι βρει μπροστά του. Απολαυστικός; Σίγουρα. Ικανός να εντοπίσει αποχρώσεις με το σώμα, τα μάτια και τη φωνή; Αναμφισβήτητα. Αμολημένος όμως στο γήπεδο που γνωρίζει τόσο καλά, χωρίς το φρένο του συγκεκριμένου σεναρίου, μοιάζει με ταύρος σε υαλοπωλείο. Για την ολισθηρή πίστα της υποκριτικής, την περίπλοκη ψυχοσύνθεση των ηθοποιών και τα δόκανα στα οποία η φαντασία παγιδεύει έναν γερασμένο σταρ, έχουμε δει καλύτερες, πιο ολοκληρωμένες ταινίες. Τον Αμπιγιέρ, για παράδειγμα. Ακόμη και το Birdman του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου, πριν από μερικές ημέρες, εδώ στη Βενετία. Αλλά από το Humbling, που διαθέτει μερικές στιγμές εμπνευσμένης μαύρης κωμωδίας, θα μείνει αξέχαστη η σκηνή όπου ο Πατσίνο έχει πάθει λουμπάγκο και του χορηγείται παυσίπονη ένεση για άλογα, με αποτέλεσμα να αποκρίνεται μουγκρίζοντας ακατάληπτα, ανήμπορος και ναρκωμένος. Σε αυτόν τον ηθοποιό αξίζει μια καλύτερη κωμωδία από το Jack and Jill του Άνταμ Σάντλερ, αν και εδώ που τα λέμε, ο Δικηγόρος του Διαβόλου, ήταν όντως κωμωδία- τουλάχιστον έτσι την "διάβασε" ο Πατσίνο...

Στη συνέντευξη τύπου (για να μην ανησυχείτε για την ψυχολογική κατάσταση του) ο Πατσίνο ήταν ορεξάτος και εξομολογητικός, μίλησε πολύ για τον εαυτό του, τις ανησυχίες, τις κατακτήσεις και τις απώλειες του, τα παιδιά του, τη σχέση του με το Χόλιγουντ (λέγοντας μάλιστα πόσο ενθουσιάστηκε με τους Φύλακες του Γαλαξία!) και μίλησε εκτεταμένα για την κατάθλιψη, δηλώνοντας πως, ευτυχώς, δεν γνωρίζει την έκφραση της και αν έχει την έχει περάσει στη ζωή του, διαχωρίζοντας την από τη λύπη και τη θλίψη.  

Πηγή: lifo

Συγκλονιστικός Αλ Πατσίνο επί... δύο στο Φεστιβάλ Βενετίας

Δύο Αλ Πατσίνο σε μία ημέρα, και μάλιστα σε εξαιρετικές ερμηνείες (που σίγουρα θα του εξασφαλίσουν υποψηφιότητα στα Οσκαρ), σε δύο πολύ καλές ταινίες, ήταν ένα μεγάλο, ευπρόσδεκτο δώρο του φετινού 71ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Βενετίας.

Ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός ερμήνευσε, τόσο στη διαγωνιστική Menglehorn του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν όσο και στην εκτός διαγωνισμού Η ταπείνωση του Μπάρι Λέβινσον, ηλικιωμένους άντρες που αντιμετωπίζουν τον έρωτα αλλά και τη μοναξιά και τα άγχη της τρίτης ηλικίας.

Στην ταινία Menglehorn ο Πατσίνο ερμηνεύει ένα μοναχικό, απογοητευμένο από τη ζωή, κλειδαρά, κολλημένο στο παρελθόν, που ζει με τις θύμησες μιας γυναίκας που αγάπησε και στην οποία γράφει συνεχώς γράμματα, όπου της αποκαλύπτει τη μετάνοιά του για την παλιά του στάση, γράμματα όμως που του επιστρέφονται.

Ο Μένγκελχορν είναι, όπως σταδιακά ανακαλύπτουμε, ένας πολύ καλός άνθρωπος, που φοβάται να αντιμετωπίσει ένα καινούριο έρωτα, έτοιμος να βοηθήσει τους άλλους, ειλικρινής αν και απότομος, συχνά και προσβλητικός, στη σχέση του με τους άλλους, όπως θα ανακαλύψουμε στις συναντήσεις με ένα γιο, αδιάφορο για τον πατέρα του, ή όταν καλεί σε τραπέζει την καλοκάγαθη υπάλληλο της τράπεζας (Χόλι Χάντερ), με την οποία συνδιαλέγεται, κάθε Παρασκευή, όταν πηγαίνει, για καταθέσεις, στην τράπεζα.

Στην Ταπείνωση, βασισμένη στο εξαιρετικό ομότιτλο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, ο Πατσίνο ερμηνεύει τον Σάιμον Άξλερ, έναν διάσημο, ηλικιωμένο ηθοποιό του θεάτρου που πιστεύει πως έχει χάσει τον ενθουσιασμό και την όρεξη για το επάγγελμά του για αυτό και αποφασίσει να αποσυρθεί στο εξοχικό του.

Τη μοναξιά του Σάιμον έρχεται να διαλύσει μια λεσβία (Γκρέτα Γκέργουικ), πολύ νεότερή του σε ηλικία, κόρη ενός κολλητού του φίλου, η οποία, στην παιδική της ηλικία, τον έχει ερωτευτεί.

Θα αρχίσουν μια ερωτική σχέση που θα φέρει στην επιφάνεια τις φοβίες, τα άγχη και τα αδιέξοδα του Σάιμον.

Και στις δυο ταινίες, ο Πατσίνο καταφέρνει να δώσει, με δύναμη και τρόπο συγκλονιστικό, τα δυο αυτά μοναχικά πρόσωπα, σε αναζήτηση κάποιας φλόγας που θα δώσει νόημα στη ζωή τους.

Με το βλέμμα του, τις συσπάσεις του προσώπου, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζει την κάθε λέξη, με τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματος, ο Πατσίνο περνάει με τον καλύτερο και πιο άμεσο τρόπο το χαρακτήρα τόσο του κλειδαρά όσο και του αποφασισμένου να αποσυρθεί από το παλκοσένικο ηθοποιού, ερμηνείες που επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά το μεγάλο ταλέντο του, ταλέντο που τον τοποθετεί πλάι σε εκείνο του Μάρλον Μπράντο και του Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Η ιστορία της γαλλικής διαγωνιστικής ταινίας 3 καρδιές του Μπενουά Ζακό, θυμίζει εκείνη της ταινίας Μεγάλε μου έρωτα του Λίο ΜακΚάρι (που είχε επίσης εμπνεύσει την ταινία Άγρυπνος στο Σιάτλ): δύο άτομα, ο Φρανκ (ένας πολύ καλός Μπενουά Πελβούρτ) και η Σιλβί (Σαρλότ Γκενσμπούργκ), συναντιώνται ένα βράδυ σε μια κωμόπολη της Γαλλίας και ερωτεύονται.

Αποφασίζουν να ξανασυναντηθούν μετά από μερικές μέρες, μια συγκεκριμένη ώρα, στο Παρίσι. Η Σιλβί θα τον περιμένει, ο Φρανκ όμως, εξαιτίας πάθησης της καρδιάς, θα καθυστερήσει με αποτέλεσμα να χάσει ο ένας τον άλλο: η Σιλβί θα ακολουθήσει τον φίλο της στις ΗΠΑ ενώ ο Φρανκ θα επιστρέψει στο Παρίσι.

Εδώ τελειώνει η σχέση με την ταινία του ΜακΚάρι. Στη συνέχεια, από τυχαίο συμβάν, ο Φρανκ θα γνωρίσει την Σοφί (Κιάρα Μαστρογιάνι) αδερφή της Σιλβί, θα την ερωτευτεί και την παντρεύεται.
Όταν όμως μαθαίνει πως η Σοφί είναι αδερφή της Σιλβί τα πράγματα περιπλέκονται.

Αν εξετάσει κανείς το σενάριο θα δει πως πρόκειται για ένα αρκετά συνηθισμένο μελόδραμα. Εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει είναι η σκηνοθεσία του Ζακό.

Με εικόνες δουλεμένες έξοχα από εικαστικής πλευράς, με μια μουσική που σε προετοιμάζει για το δράμα που θ’ ακολουθήσει, με την κάμερα να στριμώχνει τα πρόσωπα για να βγάλει στην επιφάνεια τα κρυμμένα αισθήματά τους, με ηθοποιούς που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ο Ζακό κατάφερε να φτιάξει μια εκπληκτικά όμορφη, συγκινητική, κινηματογραφικά συναρπαστική, ταινία.

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS