Έξω οι "μπαστουνόβλαχοι"
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Δεν πρόκειται να κρίνω τον Βαγγέλη Αυ—τη ως λογιστή - από πού κι ως πού;- ακούω εξάλλου αρκετούς συναδέλφους του να μαρτυρούν ότι στην άσκηση του επαγγέλματός του ως «άοσμος-άγευστος», κοινώς σαν τους υπόλοιπους λογιστές, δείχνει προσέτι αμέριστο ενδιαφέρον προς τους οικονομικά πιο ισχυρούς. Δεν θα τον σχολιάσω ούτε ως αντιδήμαρχο. Ο απολογισμός της θητείας του στο Δήμο Κηφισιάς θα εξαρτηθεί από τις συγκεκριμένες πράξεις και παραλήψεις του και όχι από το ύφος και τους τρόπους του. Στο ύφος και στους τρόπους του θα σταθώ εντούτοις για να επισημάνω ένα φαινόμενο ασύγκριτα ευρύτερο από την πολιτεία του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Από την πρώτη μέρα ο Βαγγέλης Αυ--της συστήθηκε στο κόσμο της Κηφισιάς ως θρησκευόμενος. Σαν ένας άντρας που τα λέει χύμα και σταράτα, δίχως να τα μασάει όποιον και αν έχει απέναντί του. "Κότες" χαρακτήρισε συλλήβδην του ψηφοφόρους του Χιωτάκη. "Σκυλιά" εκείνους που επικρίνουν τον ίδιο ή την «θρησκευόμενη διοίκησή» Θωμάκου. "Έπρεπε να τον είχα χώσει τρία μέτρα κάτω από τη γη..." μονολόγησε δημόσια για έναν δημοσιογράφο με τον οποίον κοντραρίστηκε. "Έτσι εκφράζονται οι ντεμέκ θρησκευόμενοι. Ακατέργαστα...." είναι η υπερασπιστική γραμμή όσων αναγνωρίζουν τις παρεκτροπές του, δεν παύουν όμως να τον υποστηρίζουν ή και να τον αγαπάνε.
Ουδέν ψευδέστερον.
Εάν ο Βαγγέλης Αυ--της απευθυνόταν σε αυτό τον τόνο και με αυτό το λεξιλόγιο στον οποιονδήποτε -άντρα, γυναίκα ή παιδί- στην Κηφισιά, η απάντηση που ακαριαία θα ελάμβανε θα πυρπολούσε την ατμόσφαιρα. Η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη ενδεχομένως και αιματηρότατη. Στη Κηφισιά κανένας δεν σηκώνει κουνούπι στο σπαθί του. Όλοι κατά συνέπεια προσέχουν εξαιρετικά τα λόγια τους.
Η εν Κηφισιά συμπεριφορά του Βαγέλη Αυ--τη έχει τόση σχέση με το Κηφισιώτικο ήθος όση σχέση έχουν οι ταβέρνες "Ζορμπάς" -με τα συρτάκια με τα καμάκια τους- με τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Βαγγέλης Αυ--της υποδύεται τον Κηφισιώτη σε ένα ακροατήριο έτοιμο μεν να ενθουσιαστεί εάν συμπλέει παραταξιακά μαζί του, απρόθυμο δε να τον ανταγωνιστεί σε ύβρεις εάν διαφωνεί. Ο Βαγγέλης Αυ--της παίζει έναν ρόλο εκ του ασφαλούς. Το ίδιο κάνουν πάμπολλοι άλλοι στην Κηφισιά επί δεκαετίες.
"Έξω οι βλάχοι από την Αθήνα" ήταν το σύνθημα, το οποίο έβλεπες συχνά γραμμένο σε τοίχους του κέντρου στα 80ς και στα 90ς. Εκ πρώτης όψεως επρόκειτο για ένα απεχθές, ρατσιστικό ξέσπασμα. Μια εκδήλωση σωβινισμού εκ μέρους ποιων; - εκείνων που οι παππούδες τους κατοικούσαν στο χωριό κάτω από την Ακρόπολη και η τύχη τα έφερε να ονομαστούν το 1834 πρωτευουσιάνοι; "Σιγά τα αβγά!" αναφώνησα.
"Λάθος κάνεις" μου είπε σε φίλο μου ο μέντορας της νεότητάς του Τάσσος Φαληρέας. "Λέγοντας "βλάχοι", δεν εννοούμε τους μυριάδες ανθρώπους που μετανάστευσαν μεταπολεμικά από την περιφέρεια στην Αθήνα, ψάχνοντας στον ήλιο μοίρα, αγωνιώντας να ελαφρύνουν επάνω τους τις συνέπειες του εμφυλίου. Δεν εννοούμε τον επαρχιώτη που αναζητά την τύχη του μες στα τσιμέντα και τον οποίον τόσο τρυφερά ενσάρκωσε ο Κώστας Χατζηχρήστος. Λέγοντας "βλάχοι", αναφερόμαστε σε εκείνους οι οποίοι αποτίναξαν με βδελυγμία την ηθική και την αισθητική τής καταγωγής τους. Αδυνατώντας δε να μεταλλαχθούν σε αστούς, απόμειναν μετέωροι και ασπόνδυλοι, να πιθηκίζουν συμπεριφορές.
"Βλάχα" είναι στις ταινίες η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, με τα ακατάσχετα ακκίσματα και τις ελληνικούρες της. "Βλάχος" ήταν ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν παραληρούσε από θέση εξουσίας επί παντός του επιστητού χωρίς να ξέρει στην ουσία τίποτα.
Η εποχή μας ευνοεί τους "βλάχους", όπως και κάθετί σχεδόν το κίβδηλο. Έχοντας απαρνηθεί το πρόσωπό τους, οι "βλάχοι" ενδύονται με απίθανη ευκολία προσωπεία -μάσκες- τα οποία αλλάζουν κατά τον εκάστοτε συρμό.
Επί Χούντας, οι "βλάχοι" ήταν με την "Εθνοσωτήριο", νταλκάδιαζαν στις μπουζουκλερί και στα γήπεδα. Με την Μεταπολίτευση, δήλωσαν αντιστασιακοί, μεράκλωναν με Θεοδωράκη και Ξυλούρη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τους προσηλύτισε μαζικά και τους έπαιξε στα δάχτυλα.
Μόλις οι "βλάχοι" έμασαν λεφτά, νοστάλγησαν αιφνιδίως τα πατρογονικά τους. Διακόσμησαν τα διαμερίσματά τους σε στυλ ρουστίκ, έχτισαν στο σαλόνι και τζάκι, κάθε Σαββατοκύριακο έτρεχαν με τις Μερσεντές στα χωριά τους, να κάνουν φιγούρα σε εκείνους που είχαν μείνει πίσω.
Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος το διατυπώνει θαυμαστά: "Όταν πεθάνω να με θάψετε στο χωριό" - θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους"...
Πιο καταγέλαστος -μα και πιο επικίνδυνος συνάμα- γίνεται ο "βλάχος" όταν μιμείται την εξιδανικευμένη εικόνα του.
Όποτε κάνει την πορδή βροντή και παριστάνει τον βαρύμαγκα ή τον επαναστάτη ή τον ρομαντικό. Κανείς εγκληματίας δεν φλυαρεί για τα εγκλήματά του. Κανένας ήρωας δεν επιδεικνύει στο παζάρι τους ηρωισμούς του. Κανείς ερωτευμένος δεν πουλάει έρωτα.
Ο "βλάχος" -που δεν έχει βγει ποτέ εκτός εαυτού, διότι απλούστατα δεν έχει εαυτό- διαπρέπει σε όλα τα παραπάνω. Και πείθει -φευ- κάμποσους ανυποψίαστους.
Το σύνθημα δεν είναι σωστό. Είναι σοφό. 'Εξω οι βλάχοι!"
Έτσι, προφητικά, μίλησε ο Τάσσος Φαληρέας το μακρινό 1990.-
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
