ενημέρωση 7:20, 26 April, 2026

Υπήρξαν γενιές Κηφισιωτών που έζησαν σαν να ξερνάνε

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Χαμένες γενιές της τελευταίας 15ετιας.

Ο Βασίλης Βάρσος, κεχαριτωμένο πρωτοπαλλίκαρο του Δήμου Κηφισιάς, πρώην Δήμαρχος και κονφερασιέ, τραμπούκος υπό αγαθή περσόνα, σε μια συνηθισμένη έξοδό του στα μπουζούκια, που τα ονόμαζε «πολιτιστικά κέντρα» (από τον μακαρίτη Βαγγέλη Γιαννόπουλο)  

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να σε ρίξουν σήμερα στον δημόσιο λόγο. Είναι σαν να μη λέει πια κανείς αυτό που αισθάνεται, αλλά εκείνο που θεωρείται επικοινωνιακά πανούργο. Αν κάποιος ανεβάσει μια φωτό του από ένα πάρτι, ενώ πριν σου έλεγε ότι δεν θα βγει, για να σε αποφύγει, του κάνεις like και του γράφεις wow, ενώ ευχαρίστως θα του έλεγες να πάει να γ@μηθεί. Και πολιτικά, ο σκοπός έχει αγιάσει τα μέσα σε τέτοιο βαθμό, που κάθε τοίχος χρειάζεται διερμηνεία, αντάξια ενός «Γρηγοράκου».  

— Γιατί αυτή επαινεί συστηματικά τον Τάδε;

 — Διότι ο Τάδε είναι ο μεγάλος κολλητός του Δείνα, που προσπαθεί να τον πλευρίσει για τη βάλει στην επιτροπή του Δήμου και να λιγδώσει το άντερό της, ώστε να μπορέσει να... κ.ο.κ.  

Κάτω από τις ατέλειωτες επιφάσεις (και των πρώην και των νυν), αν έχεις όρεξη να σκάψεις ή, μάλλον, να ξεφλουδίσεις, θα βρεις συνήθως ταπεινά κίνητρα, απλοϊκές επιθυμίες ή άσβεστα απωθημένα. Μάλλον αναμενόμενο. Ποιος είπε ότι η Εξουσία είναι κάτι υψηλόφρον;

Τολμώ όμως να πω ότι αυτή η πανουργία (που διογκώνεται από τα γλωσσικά μοσχεύματα της Πολιτικής Ορθότητας σε βαθμό που να στουκάρουμε σε παραδοξολογίες, ισχυριζόμενοι π.χ. ότι ένας τυφλός «βλέπει πιο όμορφα από εμάς»!) είναι προτιμότερη από το χυμαδιό της δικής μου γενιάς. Γιατί έτσι γλυτώσαμε τουλάχιστον από το trash. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, με κορύφωση το μαρτυρικό 2000, γινόταν –και στην Κηφισιά- του Κουτρούλη ο γάμος – κάτι μοναδικό παγκοσμίως: το trash είχε καταλάβει το επίκεντρο των τοπικών εφημερίδων, το prime time της τηλεόρασης, σχεδόν όλα τα δημοφιλή περιοδικά και ραδιόφωνα (μιλάμε πριν την απολυταρχία του Ίντερνετ) και η λέξη-κλειδί ήταν η φράση της Μαλβίνας (που είχε κι αυτή το μερίδιό της στη χλαπάτσα, συμπεριλαμβανομένου και εμού)

«Απενοχοποιηθείτε, μωρά μου». Φαντάζομαι, κάτι παρόμοιο θα γράφει και η μαρκίζα της Κόλασης.  

Πιο πολλή σημασία έχει να έψαχνε κανείς, ιστορικά, γιατί ειδικά στην Κηφισιά η τρασαδούρα έγινε τόσο mainstream. Φταίει η έκλυση του θυμικού και η «εκδίκηση της γυφτιάς» επί Βάρσου και Χιωτάκη; Η απασφάλιση κάθε ενοχής όταν επιτέλους οι «μη προνομιούχοι» μπήκαν με τις λάσπες στα θερινά ανάκτορα;

Φταίνε τα ζεϊμπέκικα του Χιωτάκη, ή ο Βάρσος που φωτογραφιζόταν στα μπουζουξίδικα φασκελώνοντας, με κιλότες στο κεφάλι; Δεν έχει τόσο σημασία να ψάξει κανείς το κομπολόι αυτής της φάσης. Ξεκίνησε, βέβαια αυτή η μόδα, από το «Κλικ» και το ακόμη χυδαιότερο «max», τα πρώτα κίτρινα δραματοποιημένα ρεπορτάζ με τραβεστί της Σεμίνας Διγενή στον ΑΝΤ1 (φουλ στην τσόντα, δίκην αλύπητης δημοσιογραφικής ματιάς), τα λούμπεν κανάλια με ποικιλώνυμα παιδιά της νύχτας και της βίζιτας, τον Γρηγοράκο τύπου Τράγκα και τους επιγόνους του και, αφού διέγραψε έναν πλήρη κύκλο, μολύνοντας λίγο-πολύ τους πάντες και τα πάντα, κατέληξε στην Πάνια, που έκανε την έξυπνη δουλεύοντας ανθρώπους με σαφή ψυχικά προβλήματα (σε άλλο κράτος, θα την είχαν βάλει μέσα), και στον Γρηγοράκο, που άδραξε το σκατωμένο σκήπτρο με χαρά.  

Πιο πολλή σημασία έχει να έψαχνε κανείς, ιστορικά, γιατί ειδικά στην Κηφισιά η τρασαδούρα έγινε τόσο mainstream. Φταίει η έκλυση του θυμικού και η «εκδίκηση της γυφτιάς» επί Βάρσου και επι Χιωτάκη; Η απασφάλιση κάθε ενοχής όταν επιτέλους οι «μη προνομιούχοι» μπήκαν με τις λάσπες στα θερινά ανάκτορα;

Ή ήταν ένας διεθνής πειραματισμός με το Κιτς, στο πλαίσιο της ακραίας συμφιλίωσης με το άλλο, που ήταν της μόδας τότε και μας έκανε όλους να βλέπουμε πίσω από κάθε δολοφόνο έναν βασανισμένο Άγιο (αλά Θωμάκο ή Γρηγοράκο), πίσω από κάθε Απόκρια τη Φρίντα Κάλο, πίσω από κάθε κόμικ έναν Ντοστογιέφσκι εν σμικρώ;

Πολύ θα ήθελα να διάβαζα μια μελέτη επ' αυτού. Γιατί τώρα που έχω ζήσει δυο-τρεις αλλαγές των ανέμων και έχω, ας πούμε, ένα κάποιο μέτρο σύγκρισης, είμαι βέβαιος για δύο πράγματα: πρώτον, η γενιά μου μεγάλωσε και έζησε σαν να ξερνάει, κληροδοτώντας κυρίως σκουπίδια στους επόμενους.

Δεύτερον, προτιμώ τις τωρινές «αρρώστιες» της Πολιτικής Ορθότητας και Επικοινωνιακής Πανουργίας – συγκριτικώς, μου φαίνονται πταίσματα. Όμως αυτά είναι ομφαλοσκοπικά ζητήματα. Αυτό που εμείς ζήσαμε ως ανακάτεμα με τα πίτουρα, ο υπόλοιπος κόσμος το έζησε ως διανοητικό ψάξιμο και πνευματική παρατολμία.

Και τώρα, που μάλλον διψάμε να γυρίσουμε σε έναν κανόνα πιο μετρημένο και σοβαρό (τουλάχιστον στους τύπους), ο υπόλοιπος κόσμος ζει το λαϊκιστικό του ντελίριο, εκλέγοντας τον έναν κλόουν μετά τον άλλον... Ως προς αυτό, βέβαια, το προσπαθούμε κι εμείς, δεν λέω... -

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS