ενημέρωση 6:38, 31 August, 2026

Χακεύοντας το ανθρώπινο πρόσωπο

Δείτε δύο Ιάπωνες καλλιτέχνες να 'πειράζουν' μέσω projection mapping τα πρόσωπά τους, σε πραγματικό χρόνο

Χρησιμοποιώντας μια παραλλαγή του projection mapping δηλαδή τρισδιάστατων προβολών σε ειδικά φωτισμένες επιφάνειες, δύο Ιάπωνες καλλιτέχνες, μέλη της κολεκτίβας ΟΜΟΤΕ, χρησιμοποιούν τα πρόσωπά τους ως καμβά, μεταμορφώνοντάς τα σε πραγματικό χρόνο.  

Η τεχνική χρησιμοποιεί σημεία στα πρόσωπα των καλλιτεχνών, για να εντοπίζονται από τους projectors και προβάλλει επάνω τους γραφικά, που σε συνδυασμό με ειδικούς φωτισμούς, δημιουργεί το παρακάτω εντυπωσιακό αποτέλεσμα:        

Η ομάδα, OMOTE έχει "χακέψει" και σε παλαιότερα έργα της το ανθρώπινο πρόσωπο χρησιμοποιώντας όμως μόνο ένα μοντέλο για τις προβολές της στο εξίσου καταπληκτικό βίντεο που ακολουθεί: 

Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να τυπώσει χρήμα μέσω του ELA;

Τι αναφέρει για την ενεργοποίηση του μηχανισμού

https://yanisvaroufakisgr.wordpress.com  

Διαβάστε την ανάλυση του υποψήφιου με τον ΣΥΡΙΖΑ Γιάνη Βαρουφάκη σχετικά με το πολυσυζητημένο θέμα που προέκυψε μετά τις δηλώσεις της Ραχήλ Μακρή.  

Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να τυπώσει χρήμα μέσω του ELA; "Η απλή απάντηση είναι όχι. Κάπου εδώ όμως τα πράγματα περιπλέκονται καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος όντως έχει την δυνατότητα όχι να τυπώσει χρήμα αλλά να παρέχει πίστη (υπό την μορφή ηλεκτρονικού χρήματος) στις εμπορικές τράπεζες. Επειδή η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα κάθε προεκλογικής εκστρατείας, ας δώσουμε λίγη προσοχή στο τι ισχύει με το ELA και στην δυνατότητα των εθνικών κεντρικών τραπεζών που απαρτίζουν στο σύστημα της ΕΚΤ να δημιουργούν πίστη.  

Σε όλο τον κόσμο, όταν μια τράπεζα έχει έλλειψη ρευστού χρήματος, το δανείζεται από την κεντρική τράπεζα δινοντάς της ως ενέχυρο-εχέγγυο κάποια περιουσιακά της στοιχεία. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να έχουν κάποια αξία για να τα δεχθεί η κεντρική τράπεζα. Άλλο είναι να της προσφερθούν ομόλογα του γερμανικού δημοσίου κι άλλο ένα κόκκινο δάνειο μιας εταιρείας που πτώχευσε και το οποίο δεν εξυπηρετείται. Όταν μια τράπεζα δεν διαθέτει καλής ποιότητας ενέχυρα-εχέγγυα έχει ουσιαστικά πτωχεύσει.  

Σε σοβαρές πολιτείες, όπως οι ΗΠΑ, σε αυτή την περίπτωση τράπεζας που ξέμεινε από «καλά χαρτιά», το κράτος παρεμβαίνει, επιστρέφει τις καταθέσεις στους καταθέτες, στέλνει στα σπίτια τους χωρίς μια δεκάρα τους διευθυντές της τράπεζας και του μετόχους-δανειστές της, και είτε την κλείνει είτε την συγχωνεύει με άλλη τράπεζα είτε την εξυγειαίνει πουλώντας την αργότερα σε νέους ιδιοκτήτες.  

Η Ευρωζώνη δυστυχώς δεν συγκαταλέγεται στις σοβαρές πολιτείες. Όταν μια τράπεζα ξεμείνει από «καλά χαρτιά» τότε η ΕΚΤ αρνείται να την δανείσει και την παραπέμπει στην εθνική κεντρική τράπεζα που δεν είναι τίποτα άλλο από το τοπικό κατάστημα της ΕΚΤ στην χώρα – την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) στην προκείμενη περίπτωση. Τεχνικά αυτό ονομάζεται παραπομπή στο πρόγραμμα ELA (Emergency Liquidity Assistance – Επείγουσα Παροχή Ρευστότητας) της εθνικής κεντρικής τράπεζας. Είναι σαν η ΕΚΤ να νίπτει τας χείρας της αφήνοντας την ΤτΕ να αποδεχθεί ό,τι παλιόχαρτο της προσφέρει η εμπορική τράπεζα με αντάλλαγμα την ρευστότητα που απαιτεί η τράπεζα για να λειτουργήσει.  

Με άλλα λόγια, αντί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην ρίζα του, όπως γίνεται στις ΗΠΑ, στην Βρετανία κλπ, στην Ευρωζώνη σπρώχνουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί του ELA και κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε.  

Πώς παράσχει ρευστότητα στην εμπορική τράπεζα η ΤτΕ; Κάθε εμπορική τράπεζα διαθέτει έναν αποθεματικό λογαριασμό στην ΤτΕ. Αν η ΤτΕ δεχθεί τα χαρτιά που της δίνει η τράπεζα ως ενέχυρο-εχέγγυο π.χ. για το ποσό των 100 εκ ευρώ, τότε ξάφνου στον αποθεματικό λογαριασμό της εν λόγω τράπεζας εμφανίζονται, ως δια μαγείας, 100 εκ ευρώ. Η εμπορική τράπεζα τότε μπορεί άμεσα, μέσω ηλεκτρονικής μεταφοράς, να μεταφέρει αυτά τα χρήματα σε λογαριασμούς τρίτων: πελατών της, δανειστών της ιδίας, του κράτους (στην περίπτωση που η τράπεζα αγοράζει έντοκα γραμμάτια του κράτους, δηλαδή που δανείζει η ίδια το κράτος).  

Είναι προφανές ότι η ΤτΕ δεν έχει την δυνατότητα να τυπώνει χρήμα άλλα έχει δυνατότητα να αυξάνει την ρευστότητα των τραπεζών στις δύσκολες στιγμές που η ΕΚΤ τις θεωρεί πτωχευμένες. Κάπως έτσι χρόνια τώρα διατηρούνται σε μια κατάσταση νεκροζώντανη πολλές από τις τράπεζες της Ευρωζώνης – συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών.  

Γιατί δεν μπορεί η ΤτΕ να δημιουργήσει χρήμα με το οποίο να λυθεί το πρόβλημα του ελληνικού χρέους; Το πρόβλημα με το κράτος μας είναι ότι είναι πτωχευμένο. Ποτέ μια πτώχευση δεν μπορεί να ξεπεραστεί με δανεικά. Το σύστημα ELA απλά επιτρέπει στις πτωχευμένες τράπεζες που δεν μπορεί να διασώσει ένα πτωχευμένο δημόσιο να δανειστούν από την ΤτΕ με ενέχυρα που δεν αξίζουν πολλά. Πράγματι, το δημόσιο μπορεί να κάνει και εκείνο χρήση του ELA, εκδίδοντας έντοκα ομόλογα τα οποία πουλάει στις τράπεζες οι οποίες τα δίνουν στην ΤτΕ (στο πλαίσιο του ELA) με αποτέλεσμα το κράτος να δανείζεται έμμεσα, μέσω του ELA, για να πληρώσει κάποιους λογαριασμούς του. Όμως πρόκειται για δανεισμό, για πίστη. Όχι για τύπωμα χρήματος το οποίο αποσβαίνει χρέη. Νέα χρέη προστίθενται στα παλαιότερα. Απλά το κράτος κερδίζει λίγο χρόνο με αντίτιμο την ακόμα βαθύτερη πτώχευσή του. Να γιατί το ELA δεν δίνει στο κράτος την δυνατότητα να τυπώνει χρήμα σαν να ήταν νομισματικά ανεξάρτητο.  

Τα όρια του ELA Μπορεί η ΤτΕ να παρέχει όση πίστη θέλει στις τράπεζες της χώρας; Αν είναι έτσι, γιατί να μην συνεχίζουν να δανείζονται κράτος και τράπεζες στο διηνεκές κι ας φτάσει τα πολλά τρις η πίστη που παράγει ο ELA; Ο λόγος είναι ότι η ΕΚΤ επιβλέπει τον ELA κάθε χώρας και δύναται, με δύο-τρίτα πλειοψηφία του Διοικητικού της Συμβουλίου, να κόψει τον ELA μιας εθνικής κεντρικής τράπεζας.  

Ο μηχανισμός του ELA πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην Ιρλανδία τότε που κατέρρευσαν οι τράπεζες της χώρας και η ΕΚΤ τις παρέπεμψε στον ELA. Περί τα 70 δις ευρώ δανείστηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας οι ιρλανδικές τράπεζες στην περίοδο που επιτελείτο η εγκληματική μεταφορά ιδιωτικών ζημιών στους ώμους των αθώων ιρλανδών πολιτών. Λίγο αργότερα, εδώ στην Ελλάδα, η πτώχευση τραπεζών και δημοσίου εξανάγκασαν την ΕΚΤ να κάνει τα στραβά μάτια σε δανεισμό περί τα 100 δις των τραπεζών από το ELA της ΤτΕ.  

Τον Οκτώβριο του 2013 τα διάφορα Μνημονιακά δάνεια είχαν καταφέρει να περάσουν όλες τις τραπεζικές ζημίες στους ώμους των πολιτών. Έτσι η ΕΚΤ έκρινε ότι οι τράπεζες είναι πλέον «υγιείς» και τα χαρτιά τους είναι καλά. Οπότε σταμάτησε να τις παραπέμπει στον ELA τα δάνεια του οποίου σιγά-σιγά αντικαταστήθηκαν από δάνεια της ΕΚΤ. Έτσι ο ELA έπαψε να χρησιμοποιείται και η ΕΚΤ ένιωσε «άνετα» να βάλει κανόνες και όρια – βλ. εδώ για την επίσημη ιστοσελίδα της ΕΚΤ.  

Για δανεισμό μιας τράπεζας άνω των 500 εκ ευρώ, η ΤτΕ είναι αναγκασμένη να πληροφορεί την ΕΚΤ όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Στην περίπτωση του ο δανεισμός από το ELA τραπεζών μιας χώρας ξεπεράσει τα 2 δις το ΔΣ της ΕΚΤ πρέπει να ενημερωθεί και επιφυλάσσεται να θέσει ανώτατο όριο στην πίστη που παρέχει η ΤτΕ στις εμπορικές τράπεζες. Προφανώς οι κανόνες αυτοί είναι εύπλαστοι. Όπως το 2010-11 στην περίπτωση της Ιρλανδίας αρχικά και της Ελλάδας αργότερα παραμερίστηκαν όσο χρειαζόταν, κάτι ανάλογο θα ξαναγίνει, αν χρειατεί, όσο διαρκεί μια διαπραγμάτευση Ελλάδας-ΕΕ. Έτσι λειτουργεί η Ευρώπη...  

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το ELA δεν είναι λύση για τα δεινά της χώρας. Δεν επιτρέπει στο κράτος να τυπώσει χρήμα αν και παρέχει ρευστότητα υπό την μορφή νέου χρέους στις εμπορικές τράπεζες και, έμμεσα, στο κράτος.  

Σε δύσκολες μεταβατικές περιόδους, το πρόγραμμα ELA δίνει κάποιες ανάσες στις χώρες της Ευρωζώνης. Για αυτό θα χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με τους ευρωπαίους εταίρους μας ώστε να εξασφαλίσει στην Ευρώπη ικανό χρόνο για την εξεύρεση εφαρμόσιμης, μόνιμης λύσης στο «ελληνικό πρόβλημα».

 

Μαμά, ας μιλήσουμε για σεξ

Παιδιά ακούνε για πρώτη φορά ότι δεν υπάρχει πελαργός

image
 

Γονείς αποφασίζουν να πουν όλη την αλήθεια στα παιδιά τους για το σεξ. Οι μελισσούλες και τα πουλάκια αντικαθίστανται με πραγματικές πληροφορίες για την σεξουαλική επαφή. Οι αντιδράσεις των μικρών, είναι γλυκές, τρυφερές και προκαλούν γέλιο: 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Τζάνις Τζόπλιν τραγούδια από την ψυχή της

Η λευκή ιέρεια των μπλουζ, πάντα κοντά στο λευκό θάνατο

n
 
Πορτ Άρθουρ, 19 Ιανουαρίου 1943. Τεξανή γέννημα θρέμμα. Η Τζάνις Τζόπλιν, η πλήρης ενσάρκωση της hippie αντικουλτούρας στη μουσική, μεγάλωσε στη συντηρητική κοινωνία του Πορτ Άρθουρ. Δίπλα στην καρδιά της πετρελαϊκής αμερικανικής βιομηχανίας, η μυρωδιά του κλούβιου αυγού πλημμυρίζει και πνίγει την πόλη. Οι ντόπιοι την αποκαλούν: «Η μυρωδιά του Χρήματος». Ο πατέρας Σεθ δούλευε σε διυλιστήριο. Η μητέρα Ντόροθι άφησε το τραγούδι για να γίνει σύζυγος και μητέρα. Η παιδική ηλικία της Τζάνις Τζόπλιν στην αφθονία της προαστιακής ζωής του Πορτ Άρθουρ είναι ειδυλλιακή, αλλά έρχεται η εφηβεία και η Τζάνις δεν κολλάει με τις συνομήλικές της. Βαριέται την εμμονή των κοριτσιών της ηλικίας της για τον ετήσιο χορό του Γυμνασίου, το μακιγιάζ, τους παίκτες του μπέιζμπολ.

n

«Ήταν η πρώτη που έβαψε τα μαλλιά της πορτοκαλί. Ήταν η πρώτη που βγήκε ραντεβού με αυτούς που η γειτονιά αποκαλούσε αλήτες», θυμάται ο εφηβικός της φίλος, Τάρι Οόουενς. «Άλλαξε. Άρχισε να ψάχνεται, να ασχολείται με την Τέχνη και την πολιτική. Ερωτεύεται κυριολεκτικά την ποίηση του Γκίνσμπεργκ, όλης της γενιάς των «μπήτνικ». Είναι ανήσυχη, περίεργη», λέει η αδελφή της Λόρα.

n

Το σχολείο της Τζάνις Τζόπλιν είναι μόνο για λευκούς. Το ίδιο και το τοπικό λεωφορείο, το παντοπωλείο, το εμπορικό κέντρο. Στο Πορτ Άρθουρ ο φυλετικός διαχωρισμός είναι θεσμός που δεν αμφισβητείται. Η Τζάνις Τζόπλιν πρώτη σήκωσε το χέρι μέσα στην τάξη των λευκών συμμαθητών της για να καταδικάσει το ρατσισμό τους. Αυτομάτως έγινε η πιο αντιπαθής, δακτυλοδεικτούμενη τύπισσα του σχολείου: το μαύρο πρόβατο. «Ολοφάνερα δε με γούσταραν. Ξέρεις πώς είναι οι κοινωνίες στις μικρές πόλεις. Υποτίθεται ότι πρέπει να παντρευτείς με το που τελειώνεις το Λύκειο, να γεννοβολάς παιδιά και να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Δεν έκανα τίποτε απ’ όλα αυτά».

Τζάνις 16 ετών, η επαναστάτρια βρήκε την έκφρασή της στη μουσική. Σχεδόν καθημερινά μαζί με αγόρια της γειτονιάς διασχίζει τη γέφυρα του Πορτ Άρθουρ για να βρει «ανακούφιση» με Southern Comfort και μπλουζ στα μπαρ της Λουιζιάνα. «Τα μπλουζ έχουν μια ειλικρίνεια που έλειπε από την Πέγκι Λι», έχει πει η ίδια.

n

Οι αποδράσεις από το Πορτ Άρθουρ στη Λουιζιάνα επιβεβαίωσαν απλά την υποψία ότι η Τζάνις ήταν το καλό κορίτσι που ξεστράτισε. Στους διαδρόμους του Λυκείου, οι κακές γλώσσες ασχολούνταν μόνο με την Τζάνις. «Όλοι έλεγαν ότι είχαν πάει με την Τζάνις. Και φυσικά η αλήθεια ήταν ότι ήταν ακόμα παρθένα». Κι όσο την πίεζαν, τόσο εκείνη απλά δε συμμορφωνόταν. «Ήθελαν να γίνω δασκάλα, όπως όλοι οι γονείς. Αλλά στα 17 μου ανακάλυψα, ότι όχι μόνο ακούω μουσική, αλλά ότι έχω φωνή. Ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου, αλλά βρήκα τη διέξοδο», έχει πει η Τζάνις.

Η μαγεία της Τζόπλιν είναι η φωνή της. Αυτή η ακατέργαστη, βραχνή παθιασμένη φωνή είναι σα να ήταν κάπου καταχωνιασμένη. Είναι η φωνή του ανθρώπου που καταπίνει-καταπίνει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του και ξαφνικά ξεσπάει. Η φωνή της ενσωματώνει την ευαισθησία, το θρήνο, τη δύναμη, την έκρηξη, το πάθος, τη φλόγα, το δράμα.

Threadgill΄s: το κακόφημο μπαρ που έγινε το δεύτερο σπίτι της Τζόπλιν. Εκεί έδωσε τα πρώτα της live με αμοιβή τις μπύρες που θα κατανάλωνε το βράδυ.

Στο Πανεπιστήμιο του Όστιν επιδιώκει και προκαλεί το status quo. Εμφανίζεται χωρίς σουτιέν. Μία από τις αδελφότητες αντιδρά ανακηρύσσοντάς την: «Τον πιο άσχημο άνδρα στο πανεπιστήμιο». Ωστόσο η πανεπιστημιακή εφημερίδα τον Ιούλιο του 1962 γράφει: «Περπατά ξυπόλυτη, όταν το θέλει, φορά ρούχα Levi’s στο σχολείο, επειδή τής είναι πιο άνετα και παίρνει παντού μαζί της την ώτοχαρπ, εάν θέλει να ακούσει μουσική. Το όνομά της είναι Τζάνις Τζόπλιν».

n

«Δεν άντεχα άλλο το Τέξας. Πήγα στην Καλιφόρνια. Εκεί κάνεις ό,τι γουστάρεις. Κανείς δε σε ενοχλεί». Επιτέλους καταλήγει στην πόλη του Κέρουακ και του Γκίνσμπεργκ: Σαν Φρανσίσκο, 1963, μια πόλη σαν καμία άλλη των ΗΠΑ. Η σκηνή των «μπήτνικ» περιστρέφεται γύρω από τη αμερικανική φολκ και τις αμφεταμίνες. Η Τζάνις Τζόπλιν «αγκαλιάζει» με όρεξη και τα δύο.

Πρώτος έρωτας: Τον λένε Τζέι Πι. Η Τζάνις τον γνωρίζει στο μπαρ Coffee Gallery, εκεί που τραγουδά με την κιθάρα της. «Τον ερωτεύτηκε. Ήταν χαρισματικός αλλά και περίεργος». Η Πατ Νίκολς ήταν η κολλητή της Τζόπλιν στο Φρίσκο. «Ενώ όλοι ντυνόμασταν με τζιν, T-shirts και σνίκερς, αυτός είχε κοντοκουρεμένο μαλλί, φορούσε κουστούμι και μαύρα παπούτσια. Έμοιαζε με μπάτσο».

Speed: Μαζί με την αναγνώριση ως τραγουδίστρια, έρχεται ο εθισμός στις βελόνες. «Σχεδόν τη σκότωσε αυτό το πράγμα. Έγινε σα σκελετός και τα σημάδια από τις βελόνες στα χέρια της ήταν σημάδια θανάτου». Οι φίλοι της έκαναν πάρτι για να συγκεντρώσουν χρήματα για το εισιτήριο της Τζάνις πίσω στο Τέξας. «Πραγματικά ήταν μια ζωντανή νεκρή», λέει η Πατ.

Πίσω στο Πορτ Άρθουρ. Η Τζάνις Τζόπλιν παραδέχεται για πρώτη φορά ότι το παράκανε. Γυρίζει στην «οικογένεια» ανακοινώνοντας ότι είναι έτοιμη για το «αμερικανικό όνειρο» των γονιών της: Θα πάει στο κολέγιο, θα αρραβωνιαστεί τον Τζέι Πι, θα κάνει παιδιά και θα εγκαταλείψει το τραγούδι, τη μουσική.

Το κορίτσι που η Αμερική αγαπάει. Το προσπάθησε με όλη της τη δύναμη. Γράφει καθημερινά γράμματα στον Τζέι Πι. Πηγαίνει για ψώνια ετοιμάζοντας το νέο της σπιτικό. Υιοθέτησε την περίφημη κόμμωση «κυψέλη». Τα κάνει όλα και περιμένει, περιμένει. Αλλά απλά δε θα γίνει ποτέ. Το κορίτσι που όλοι στο σχολείο αποκαλούσαν «εύκολη» ερωτεύτηκε επιτέλους για να απογοητευθεί. «Ένιωσε μόνη. Μια ζωή αναζητούσε την αγάπη και την αναγνώριση κάποιου. Και τώρα ήταν μόνη».

n

Ήθελε να μιμηθεί τη μαμά της. Δεν τα κατάφερε. «Ήταν μια αυταπάτη που δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ». Ο Τζιμ Λάνγκτον είναι ο φίλος της Τζόπλιν που της βρήκε ένα διαμέρισμα για να μένει μόνη, ανεξάρτητη και να τραγουδά στο Όστιν. Ως κριτικός μουσικής με δική του στήλη σε εφημερίδα, ο Λάνγκτον κάνει ό,τι μπορεί για να προωθήσει τη φίλη του: «Να μια τραγουδίστρια που έχει τη μεγαλοσύνη στο τσεπάκι της». Αλλά χρόνια μετά παραδέχεται: «Επέστρεψε στο τραγούδι με ανάμικτα συναισθήματα. Πολύ φόβο και άγχος ότι τραγούδι ίσον ναρκωτικά».

«I am sorry»: κλείνει το γράμμα με το οποίο η Τζάνις Τζόπλιν ανακοινώνει στους γονείς της ότι επέστρεψε στο Σαν Φρανσίσκο. «Γύρισα μια φορά στο Πορτ Άρθουρ και ήταν λάθος. Δεν το ξανακάνω».

Από τους «μπήτνικ» στο LSD: Η γενιά στο Φρίσκο έχει αλλάξει. Καλώς ήρθες ψυχεδέλεια. Το μπλουζ φωνητικό ύφος της Τζόπλιν προσέλκυσε το ροκ συγκρότημα Big Brother and the Holding Company, μια μπάντα που είχε αποκτήσει φήμη μεταξύ των χίπις του Χέιτ-Ασμπέρυ. «Η φωνή της Τζάνις έδωσε στην μπάντα την κλωτσιά που χρειαζόταν». «Η Τζάνις; Πιο ευφυής δε γίνεται. Μας συνεπήρε»: Ντέιβ Γκετζ, ντράμερ των Big Brother and the Holding Company. «Πρώτη φορά αισθάνομαι ελεύθερη να δημιουργήσω μαζί με άλλους», είπε η ίδια.

n

Ο φόβος των ναρκωτικών. Έγραφε γράμματα στους γονείς της, αλλά «δε νομίζω ότι ποτέ κατάλαβαν ποια ήταν και τι ήθελε να γίνει», λέει μια φίλη. Όσο κι αν προς τη στιγμή αντιδρούσε στον κόσμο της βελόνας, όσο κι αν ξαφνιαζόταν τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας από τις αντιδράσεις της, η Τζάνις ένιωθε ότι δε μπορούσε να ξεφύγει και μόνο αύτη το ήξερε ξεκάθαρα. «Μαμά είμαι κατενθουσιασμένη. Αυτή την εβδομάδα βγάλαμε πέντε κομμάτια. Δεν έχω χάσει αλλά ούτε βάλει κιλά. Και είμαι ακόμα στα καλά μου. Μ’ αγάπη Τζάνις».

Σ’ ένα σημειωματάριο συγκέντρωνε όλες τις καλές κριτικές για την μπάντα. Της άρεσε και της χρειαζόταν η αναγνώριση κυρίως για την προσωπική της εικόνα. Η Λίντα Γκραβενίτες ήταν από τις groupies των Big Brother and the Holding Company. «Ζούσε σε μια ευφορία. Της άρεσαν όλα όσα συνέβαιναν στη ζωή της. Επιτέλους κάποιοι πίστευαν και την έβρισκαν απλά υπέροχη».

n

Τη μια στιγμή πίστευε στον εαυτό της και στις ικανότητές της και την άλλη θεωρούσε ότι ήταν απλά ένα σκουπίδι. Μια ζωή στα άκρα και μια συνεχή διαμάχη για το αν τελικά ελκύει ή όχι το άλλο φύλο. Δεύτερος έρωτας, ο επίσης τραγουδιστής Τζο ΜακΝτόναλντ. «Εκείνο το βράδυ έβαλε τα δυνατά της να γίνει τέλεια για εκείνον. Κι αυτός δεν εμφανίστηκε. Πάλι με έστησαν, πάλι με απέρριψαν».

Η γυναίκα στη ζωή της. Πέγκι Κασέρτα: «Περάσαμε καλά. Κάναμε έρωτα πολύ. Δεν ήταν μια λεσβιακή σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Τα παγαίναμε καλά, ήμασταν νέες, άγριες και η μία ενδιαφερόταν για την άλλη».

Το φεστιβάλ του Μοντερέι. Οι Big Brother and the Holding Company δίπλα σε ονόματα όπως οι The Who και οι The Mamas and The Papas. Ήταν η σκηνή που η Τζάνις τόσο καιρό ονειρευόταν. «Ήθελε να είναι σταρ. Έλεγε συχνά ότι ήθελε να είναι μια ποπ mainstream σταρ». Και απλά μετά το Μοντερέι όλα τα φώτα έπεσαν πάνω στην Τζάνις.

Ηρωίνη. «Κάτι που σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο ωραία δε μπορεί να κάνει κακό», έλεγε. Και πρόσθετε: «θέλω απλά λίγη ηρεμία». Και μετά ήρθε εθισμός και το πράγμα χάλασε. Το 1969 διαλύθηκε η οικογένεια που λεγόταν Big Brother and the Holding Company.

n

«Αγαπητή Λίντα, είμαι τόσο μπερδεμένη. Όλοι με αντιμετωπίζουν σαν το αστέρι κι αυτό δεν αρέσει στην μπάντα. Νομίζω ότι λένε διάφορα πίσω από την πλάτη μου. Και η Νέα Υόρκη… νομίζω ότι μάς έχει κουράσει

Kozmic Blues Band, η επόμενη μπάντα και με δικό της εξ ολοκλήρου δικού της μάνατζερ που έδινε εντολές. Η μουσική αφήνει την ψυχεδέλεια και στρέφεται σε πιο σόουλ, φανκ καταστάσεις. «Δε τους βγήκε και η Τζάνις απογοητεύτηκε, θεώρησε ότι έκανε λάθος επιλογή, ειδικά τη χρονιά που δεν ήλεγχε πια το πρόβλημα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά».

Rolling Stone, 1969. Το περιοδικό την αποκαλεί «η Τζούντι Γκάρλαντ του ροκ». Της καταλογίζει συναισθηματική αστάθεια λέγοντας πως ένας Τζον Λένον ή ένας Μπομπ Ντίλαν δε θα είχαν ποτέ τις μεταπτώσεις της είτε στη σκηνή είτε στην τηλεόραση. Αυτό την πείραξε και το είπε σε μια συνέντευξή της με τον Ντέιβιντ Ντάλτον: «Μια γυναίκα που μπαίνει στη μουσική βιομηχανία έχει ήδη απαρνηθεί πολλά στη ζωή. Πρέπει να πει ‘όχι’ στην οικογένειά της, στους φίλους της, στη μητρότητα και να αφοσιωθεί μόνο και εξ ολοκλήρου στη μουσική. Η μόνη αγάπη είναι ανταπόδοση του κοινού. Κι αυτή η αγάπη είναι τόσο εφήμερη όσο ένα φιξάκι. Κάνεις έρωτα με 25.000 άτομα στη σκηνή και γυρίζεις σπίτι μόνη».

n

Το ταγάρι της Τζάνις. Καλοκαίρι του ’70. Η Τζάνις είναι 27 ετών. Ο Ντέιβιντ Ντάλτον είναι μαζί της στην περιοδεία. Η Τζάνις ψάχνει τον αναπτήρα στο ταγάρι που έχει αναδείξει σε σύμβολο μόδας. Το αναποδογυρίζει και ο Ντάλτον βλέπει τα περιεχόμενα της τσάντας ως προέκταση της Τζάνις: «Πού στο διάολο έβαλα τον αναπτήρα. Μάλλον τον άφησα στο μπαρ. Τα έχω πια χαμένα. Συνέχεια χάνω πράγματα στα μπαρ. Την περασμένη εβδομάδα άφησα ένα πορτοφόλι με χίλια δολάρια μέσα». Η Τζάνις αδειάζει την τσάντα: δύο κουπόνια για σινεμά, ένα πακέτο τσιγάρα, μια ταμπακέρα αντίκα, κουπόνια από μοτέλ και κλειδιά ξενοδοχείων, ένα πακέτο χαρτομάντιλα, μέικ απ, μολύβι για τα μάτια, μια ατζέντα, καρτ βιζίτ πολλές, σπιρτόκουτα με τηλέφωνα αλλά με το γραφικό χαρακτήρα μεθυσμένου, υπολείμματα ξηρών καρπών, πένες από κιθάρες, ένα μπουκάλι Southern Comfort, κασέτες του Τζόνι Κας και του Ότις Ρέντινγκ, γυαλιά ηλίου, ασπιρίνες, τσίχλες, ένα τιρμπουσόν δύο βιβλία: η βιογραφία της Ζέλντα Φιτζέραλντ από την Νάνσι Μίλφορντ και το Look Homeward, Angel του Τόμας Γουλφ. Αναπτήρας πουθενά». Σε μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις της, στις 25 Ιουνίου του 1970, ανακοίνωσε ότι, επρόκειτο να παρευρεθεί στη συνάντηση των προ δεκαετίας συμμαθητών της. Όταν ρωτήθηκε για το εάν ήταν δημοφιλής στο σχολείο, παραδέχθηκε πως, οι συμμαθητές της την κορόιδευαν μέσα κι έξω από αυτό, ενώ διέδιδαν τη φήμη της «εκτός της πόλης, μέχρι και εκτός της πολιτείας». Όταν η Τζόπλιν ξαναπήγε στο Πορτ Άρθουρ η μητέρα της είπε: «Μακάρι να μην είχες γεννηθεί».

n

4 Οκτωβρίου, 1970. Μια καλή μέρα στο στούντιο. Η Τζάνις τελείωσε την ηχογράφηση και έφυγε. Πήγε σε ένα μπαρ με παρέα. Μέθυσε και πίσω στο ξενοδοχείο, μόνη. Η φάση υπερβολική δόση δεν ήταν κάτι που έκανε για πρώτη φορά, αλλά συνήθως είχε παρέα. Ο επόμενος και τελευταίος άντρας της ζωής της είναι ο ιατροδικαστής: «Το μη ταριχευμένο σώμα, καυκάσιας γυναίκας, φαίνεται να έχει συμπληρώσει το 27ο έτος της ζωής της. Ένα τατουάζ βραχιόλι στον αριστερό καρπό, ένα τατουάζ λουλούδι στον δεξί αστράγαλο και ένα μικρό τατουάζ στο αριστερό στήθος. Αρκετά σημάδια από βελόνες και στα δύο χέρια. Καμία ένδειξη τραύματος ή βίας». Καμία άλλη λεπτομέρεια για το θάνατο και αμέσως φτιάνεται ο μύθος των καταδικασμένων θρύλων που πρέπει να πεθάνουν νωρίς: Χέντριξ, Μόρισον κ.ά.. Αλλά για την Τζόπλιν: «Το αύριο ποτέ δε συμβαίνει. Είναι πάντα η ίδια αναθεματισμένη μέρα».