ενημέρωση 12:48, 10 August, 2026

Ναζί στην υπηρεσία των ΗΠΑ

 

Καλοφυλαγμένο μυστικό επί δεκαετίες υπήρξε η ανίερη συμμαχία που συνέπτυξε μεταπολεμικά το κράτος των ΗΠΑ με τα υπολείμματα του ηττημένου ναζιστικού καθεστώτος και συγκεκριμένα με Ναζί επιστήμονες και στρατιωτικούς που θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν και να καταδικαστούν ως εγκληματίες πολέμου. Με καθυστέρηση σχεδόν επτά δεκαετιών η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναγνωρίζει πλέον πως οι μυστικές υπηρεσίες της στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου χρησιμοποίησαν ως κατασκόπους κ.α. εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης περισσότερους από χίλιους Ναζί, παραβλέποντας το γεγονός πως οι πιο πολλοί ήταν  εγκληματίες πολέμου.

Η εφημερίδα The New York Times σε πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στο φύλλο της Δευτέρας 27 Οκτωβρίου 2014 αποκάλυψε, έπειτα από σχετική έρευνα εγγράφων κρατικών υπηρεσιών, κυρίως της CIA και του FBI, που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα, ότι  αυτή "η ευρεία χρησιμοποίηση των Ναζί κατασκόπων έλαβε διαστάσεις κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και υποστηριζόταν από τους δυο τιτάνες των μυστικών υπηρεσιών της δεκαετίας του 1950, τον επί μεγάλο διάστημα αρχηγό του FBI Xουβερ και τον διευθυντή της CIA Άλεν Ντάλες". Έτσι, ακόμη κι αν κάποιος αποκάλυπτε την ύπαρξη ενός Γερμανού εγκληματία πολέμου στο έδαφος των ΗΠΑ και ζητούσε από το αμερικάνικο Υπουργείο Δικαιοσύνης  τη σύλληψή του, τότε  παρενέβαινε από τη σκιά κάποια μυστική υπηρεσία και σταματούσε κάθε περαιτέρω ενέργεια.  Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο αξιωματικός των SS Ότο φον Μπόλσβιγκ, έμπιστος σύμβουλος του διαβόητου Άντολφ Άιχμαν και συγγραφέας του “Μεθοδολογίου για το πώς πρέπει να τρομοκρατούνται οι Εβραίοι”. Αυτός είχε το 1954 την προσωπική κάλυψη του τότε αρχηγού του FBI κι έτσι εξουδετερώθηκε  η εντολή του Υπουργού Δικαιοσύνης για τη σύλληψη του.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των NY Times o Αμερικανικός Στρατός, η CIA καθώς και άλλες κρατικές υπηρεσίες "αξιοποίησαν τουλάχιστον χίλιους πρώην Ναζί και συνεργάτες τους ως κατασκόπους και πληροφοριοδότες μετά τον πόλεμο”, με βάση και την παραδοχή του Ρ. Μπράιτμαν, που ήταν μέλος του κυβερνητικού συμβουλίου που έκανε τον καταμερισμό των Γερμανών εγκληματιών πολέμου.

Ακόμη κι όταν τέλειωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, και συγκεκριμένα το 1994 το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ετοιμαζόταν να παραπέμψει σε δική κάποιον συνεργάτη των Ναζί και της Γκεστάπο με το όνομα Αλεξάντρας Λιλέικις, κατά του οποίου υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχειά ότι με διαταγή του εκτελέστηκαν με πολυβόλο 60.000 Εβραίοι στη Λιθουανία. Ωστόσο η CIA εμπόδισε κάθε ενέργεια εναντίον του. Ο λόγος; Το 1952 τον είχε στρατολογήσει ως κατάσκοπο στην τότε Ανατολική Γερμανία με μισθό 1.700 δολάρια το χρόνο (εκείνης της εποχής) και δυο χρόνια αργότερα μετακινήθηκε στην Αμερική, πάντοτε στην υπηρεσία της CIA.

Αυτές οι περιπτώσεις όμως αποτελούν μονάχα την κορφή του παγόβουνου, καθώς δεν είναι πλέον μυστικό πως αρκετοί Ναζί επιστήμονες, που ήταν εγκληματίες πολέμου, βρισκόταν πίσω από την μεταπολεμική τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ. Επιστήμονες, τεχνογνωσία και γερμανική τεχνολογία ήταν άλλωστε ένα από τα πολυπόθητα λάφυρα του πολέμου, όπως παραδέχθηκε το 1944 και ο Υποστράτηγος σερ Ρόναλντ Γουίκς, υπαρχηγός του ΓΕΣ της Μεγάλης Βρετανίας: «Ο γερμανικός εξοπλισμός είναι ανώτερος από τον δικό μας. Η άμεση απόκτηση των γερμανικών προγραμμάτων για την έρευνα, σχεδίαση και ανάπτυξη οπλικών συστημάτων, αποτελεί τον βασικότερο μεταπολεμικό στόχο, συνιστώντας ενδεχομένως και τη μοναδική μορφή πολεμικών αποζημιώσεων που είναι δυνατόν να αποσπαστεί από τη Γερμανία».

Ναζί επιστήμονες: τα λάφυρα των Συμμάχων

Μετά την κατάληψη και συνθηκολόγηση της Γερμανίας στις 8 Μαΐου του 1945, οι Σύμμαχοι ρίχτηκαν σ’ έναν φρενήρη αγώνα δρόμου για την απόκτηση της «μερίδας του λέοντος» τόσο της ναζιστικής τεχνολογίας, όσο και των Γερμανών επιστημόνων που την ανέπτυξαν. Πυρηνικοί αντιδραστήρες, αεροσκάφη Στελθ, συνθετικά καύσιμα, πύραυλοι V-2, πυραυλοκινητήρες, συστήματα τηλεκατεύθυνσης, κινητήρες jet, αλλά και αποτελέσματα πολλών βιοϊατρικών ερευνών και πειραμάτων (κυρίως πάνω σε αιχμαλώτους πολέμου και σε «αναλώσιμες» μειονότητες), ήταν κάποια από τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα της Ναζιστικής Γερμανίας, που Αμερικανοί και Ρώσοι έδωσαν πραγματική μάχη για να τα αποκτήσουν και να τα αναπτύξουν για λογαριασμό τους. Μάλιστα έχει υποστηριχθεί πως η λαφυραγωγία των ναζιστικών σχεδίων, τεχνολογιών και επιστημόνων πυροδότησε την εξοπλιστική κούρσα του Ψυχρού Πολέμου!

Το καλοκαίρι του 1945 πολλοί Γερμανοί επιστήμονες, τεχνικοί και ειδικοί ήταν ήδη έγκλειστοι σε διάφορα στρατόπεδα των Ρώσων, Αμερικανών και Βρετανών, που ανταγωνίζονταν σκληρά για τη στρατολόγηση και την εξασφάλιση των υπηρεσιών τους. Δεν είχε σημασία αν οι περισσότεροι Γερμανοί επιστήμονες ήταν εγκληματίες πολέμου και είχαν υπηρετήσει πιστά τον ναζιστικό σκοπό. Η προοπτική της απώλειας των επιστημονικών και βιομηχανικών υπηρεσιών που θα προσέφεραν όλοι αυτοί οι Γερμανοί ειδικοί ανάγκασε τους Συμμάχους να τους περάσουν μαζικά μέσα από μια «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», και να τους αθωώσουν έτσι ώστε να επωφεληθούν από τις υπηρεσίες τους.

Βέβαια δεν μπόρεσαν να εξιλεωθούν έτσι όλοι οι Ναζί επιστήμονες, ειδικά όσοι είχαν την ευθύνη των λεγόμενων «ιατρικών πειραμάτων» του Νταχάου ή των βιοϊατρικών πειραμάτων σε κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που έβρισκαν έτσι φρικτό θάνατο στο βωμό της ναζιστικής “επιστήμης”. Όταν στη Δίκη της Νυρεμβέργης δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» ορισμένοι Γερμανοί επιστήμονες, κανένας επιστήμονας που εργάστηκε στο στρατόπεδο του Νταχάου δεν δήλωσε μεταμέλεια. Μάλιστα ο δρ. Καρλ Μπραντ (Carl Brandt), ο προσωπικός θεραπευτής του Χίτλερ, όταν ρωτήθηκε από τους δικαστές «τι είναι αυτό που κάνει ένα πείραμα σημαντικό ή ασήμαντο», απάντησε κυνικά πως δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα σ’ ένα πείραμα χωρίς να πληρωθεί ένα συγκεκριμένο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές. Αμερικανοί δικαστές και ψυχίατροι χαρακτήρισαν τους περισσότερους Ναζί επιστήμονες «νευρωτικούς ψυχοπαθείς», όπως άλλωστε και τον αρχηγό τους, τον Αδόλφο Χίτλερ. Από τους Ναζί επιστήμονες που δικάστηκαν στη Δίκη της Νυρεμβέργης οι επτά, ανάμεσά τους και ο δρ. Μπραντ, εκτελέστηκαν και οι εννέα παρέμειναν στη φυλακή για πολλά χρόνια. Οι έρευνες τους όμως πάνω στο Mind Control, στη χορήγηση μεσκαλίνης και στην ύπνωση, ενέπνευσαν τους Αμερικανούς συναδέλφους τους που εργάστηκαν αργότερα για λογαριασμό της CIA…

Η περίπτωση του Βέρνερ φον Μπράουν

Για να μπορέσει η αμερικανική κυβέρνηση να επωφεληθεί στο έπακρο από την εμπειρία και τις γνώσεις των περισσοτέρων Ναζί επιστημόνων, που λόγω του παρελθόντος τους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν με τυπικούς όρους μια βίζα μετανάστευσης στις ΗΠΑ, δημιούργησαν μια σειρά από μυστικά προγράμματα, όπως το PAPERCLIP, PROJECT 63, NATIONAL INTEREST κ.α. Εκτιμάται πως μέσω αυτών των μυστικών προγραμμάτων περισσότεροι από 1.000 Ναζί επιστήμονες και οι οικογένειές τους μεταφέρθηκαν μυστικά στις ΗΠΑ και εργάστηκαν στη συνέχεια για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης.  

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «πατέρα» της πυραυλικής τεχνολογίας Βέρνερ φον Μπράουν (Verner von Braun). Ο φον Μπράουν ήταν υπεύθυνος του μυστικού ναζιστικού πυραυλικού προγράμματος κατασκευής των V-2, ο πρώτος πύραυλος των οποίων κτύπησε το Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1944. Οι πύραυλοι αυτοί εκτοξεύονταν από τη βάση του Peenemunde στη Βαλτική Θάλασσα, και αποτελούσαν τμήμα των λεγόμενων «θαυματουργών όπλων» που σύμφωνα με τον Χίτλερ θα εξασφάλιζαν την τελική επικράτηση των Γερμανών στο πόλεμο. Οι πρωτοποριακοί αυτοί πύραυλοι κατασκευάζονταν στο εργοστάσιο στο Μίτλεβερκ, όπου και παρείχαν καταναγκαστική εργασία χιλιάδες κρατούμενοι από το γειτονικά στρατόπεδο συγκέντρωσης «Ντόρα», όπου δούλεψαν μέχρι θανάτου τουλάχιστον 20.000 αιχμάλωτοι. Όταν το 1945 οι Αμερικανοί στρατιώτες μπήκαν σ’ αυτό το στρατόπεδο ανακάλυψαν έκπληκτοι 6.000 φρέσκα πτώματα, καθώς οι Ναζί προσπαθούσαν έστω και την τελευταία στιγμή να σβήσουν τα ίχνη και τις μαρτυρίες των εγκλημάτων τους. Οι ελάχιστοι επιζήσαντες μάρτυρες είπαν πως οι εργάτες-αιχμάλωτοι έτρωγαν μόνον μία φέτα ψωμί με μαργαρίνη την ημέρα, δέρνονταν καθημερινά, ενώ όταν κάποιοι απ’ αυτούς προσπάθησαν να σαμποτάρουν το πρόγραμμα ουρώντας… πάνω στους πυραύλους, κρεμάστηκαν μαζικά μέσα στις σήραγγες όπου δούλευαν! Φυσικά και ο φον Μπράουν ήξερε για όλα αυτά, ενώ συνεργάζονταν με τον διοικητή του στρατοπέδου Δρ. Άλμπιν Σαβάτζι, που ήταν υπεύθυνος αυτής της θανάσιμης μεταχείρισης… 

Αν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η «Έκθεση Ασφαλείας OMGUS» περιέγραφε τον φον Μπράουν ως «ένθερμο Ναζιστή» και «απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ», εντούτοις αυτό δεν εμπόδισε, αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, τη στρατολόγηση του από την αμερικανική κυβέρνηση. Μαζί με τον προϊστάμενό του Γουόλτερ Ντόρνμπεργκερ και τουλάχιστον 100 ακόμη Γερμανούς πυραυλικούς επιστήμονες και ειδικούς, που εργάζονταν στο πρόγραμμα V-2, ο φον Μπράουν, που παραδόθηκε οικειοθελώς στους Αμερικανούς στη Βαυαρία στις αρχές του 1945, κατέληξε, μέσω του προγράμματος PAPERCLIP, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην έρημο του Νέου Μεξικού, όπου και ανέπτυξε την πρωτοποριακή πυραυλική του τεχνολογία για λογαριασμών των νικητών Αμερικανών.

Χάρη στον φον Μπράουν και στους συνεργάτες οι ΗΠΑ ανέκτησαν την πρωτοπορία στην πυραυλική τεχνολογία και στην εξερεύνηση του διαστήματος, κλείνοντας έτσι το χάσμα που τους χώριζε από τους Σοβιετικούς που πρώτοι εκτόξευσαν δορυφόρο (Σπούτνικ, 4.10.1957) και άνθρωπο (Γιούρι Γκαγκάριν, 12.4.1961) στο διάστημα.

Όταν οι πύραυλοι Saturn Ι, ΙΒ, και V, που ανέπτυξε η ομάδα του φον Μπράουν για λογαριασμό της Αμερικής, οδήγησαν σε επιτυχία το πρόγραμμα Απόλλων 11, με την πρώτη προσελήνωση στη Θάλασσα της Γαλήνης στις 20 Ιουλίου του 1969, λίγοι θυμόντουσαν πως πίσω απ’ αυτή την κοσμοϊστορική επιτυχία κρύβονταν ένας Ναζί επιστήμονας, που αντί να καταδικαστεί κι αυτός ως εγκληματίας πολέμου εξαγόρασε με κάποιον τρόπο την ποινή του πουλώντας τις εξειδικευμένες υπηρεσίες του στην ανερχόμενη υπερδύναμη των ΗΠΑ. Μετά την επιτυχή προσελήνωση ο φον Μπράουν, έχοντας βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του αμερικανικού Τύπου, έγραψε σε επιστολή του στον Αμερικανό απόστρατο αντιστράτηγο Τζούλιους Κλάιν: «Είναι αλήθεια πως υπήρξα μέλος της ελίτ ως SS του Χίτλερ… Θα εκτιμούσα αν κρατούσατε αυτή την πληροφορία για τον εαυτό σας, διότι η όποια δημοσιότητα θα έβλαπτε το έργο μου και τη NASA». Στην ουσία όμως η αμερικανική κυβέρνηση συγκάλυψε το γεγονός πως όταν ο Νηλ Άρμοστρονγκ πάτησε στην επιφάνεια της Σελήνης στην ουσία πατούσε στις στάχτες των χιλιάδων ανθρώπων που είχαν πεθάνει στο στρατόπεδο όπου κατασκευάζονταν οι V-2…

Τα «αεροπορικά πειράματα» του Νταχάου

Αν και η περίπτωση του Βέρνερ φον Μπράουν υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική του προγράμματος PAPERCLIP, δεν ήταν όμως και η μοναδική. Μέσω του ίδιου προγράμματος εισήλθαν στη Γερμανία και Ναζί γιατροί, όπως ο Δρ. Αλμπέρτους Στρούγκχολντ, που το 1961 διορίστηκε επικεφαλής του Ιατρικού Τμήματος Αεροδιαστήματος της Αμερικανικής Αεροπορίας. Για το έργο του ο Δρ Στρούγκχολντ τιμήθηκε με το Μετάλλιο Αμερικανισμού κι άλλες τιμητικές διακρίσεις. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Δρ Στρούγκχολντ ήταν επικεφαλής του Ινστιτούτου Αεροπορικής Ιατρικής της Λούφτβαφε, γνωστή για τα περιβόητα «ιατρικά πειράματα» σε κρατούμενους του Νταχάου. Ωστόσο, αν και οι στρατιωτικοί προϊστάμενοί του και οι στενοί συνεργάτες του κατηγορήθηκαν ως εγκληματίες πολέμου και τελικά καταδικάστηκαν, ο ίδιος ούτε καν εκλήθη ως μάρτυρας! Ο λόγος ήταν πως είχε ήδη προλάβει να στρατολογηθεί και αυτός μέσω του προγράμματος PAPERCLIP και πλέον εργαζόταν για λογαριασμό της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τα περιβόητα «ιατρικά πειράματα» που έγιναν στο Νταχάου από Ναζί επιστήμονες, όπως ο Δρ Στρούγκχολντ, είναι το λιγότερο ανατριχιαστικές. Στο στρατόπεδο του Νταχάου οι Ναζί γιατροί έκαναν επιστημονικές έρευνες, με γνώμονα πάντα τη στρατιωτική τους εφαρμογή. Οι κρατούμενοι του στρατοπέδου ήταν αναλώσιμοι. Έτσι τα «πειραματόζωά» τους σπάνια επιβίωναν. Εκεί πραγματοποιήθηκαν από S.S. γιατρούς και πειράματα για να διαπιστωθεί ο ακριβής χρόνος που μπορούσε να επιζήσει ένας αεροπόρος, που θα πετούσε πάνω από τον παγωμένο Βόρειο Ατλαντικό το μήνα Φεβρουάριο (δυστυχώς χρησιμοποιήθηκαν κρατούμενοι στο ρόλο των «αεροπόρων»). Η πληροφορία αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη εμπόλεμη Γερμανία, που φιλοδοξούσε να στείλει τα βομβαρδιστικά της αεροσκάφη ν’ αδειάσουν τα φορτία τους στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ. Με διαταγή λοιπόν του ίδιου του Χάινριχ Χίμλερ οι γιατροί του Νταχάου χρησιμοποιούσαν τεράστιες δεξαμενές παγωμένου νερού, που ήταν εφοδιασμένες με χρονόμετρα, για να καταγράψουν το χρόνο που απαιτούνταν μέχρι να πεθάνουν μέσα τους οι κρατούμενοι. Σε άλλα πειράματα «αεροπορικής ιατρικής» οι τρόφιμοι του στρατοπέδου συνθλίβονταν μέχρι θανάτου μέσα σε θαλάμους υψηλής πίεσης (σαν να έπεσε ξαφνικά κάποιος από ύψος 13.000 μέτρων), προκειμένου να μάθουν οι γιατροί πόσο ψηλά θα μπορούσαν να πετάξουν με ασφάλεια οι Γερμανοί πιλότοι. Σε κάποιους έδιναν υποχρεωτικά να πιουν θαλασσινό νερό, για να δουν αν οι Γερμανοί πιλότοι που καταρρίπτονταν στη θάλασσα μπορούσαν να επιζήσουν πίνωντας θαλασσινό νερό. Κάποιοι άλλοι πυροβολούνταν σκόπιμα και κατόπιν χορηγούνταν ενέσιμα σ’ αυτούς μια ειδική θρομβωτική ουσία, για να δοκιμαστεί κατά πόσο μπορούσαν οι πληγές τους να κλείσουν. Και η παρέλαση των πειραμάτων της φρίκης δεν έχει τέλος…

Η ιστορία επαναλαμβάνεται

Είναι αλήθεια πως το πρόγραμμα PAPERCLIP υπήρξε αρχικά αντικείμενο διαμάχης, όπως αποδεικνύεται κι από ένα έγγραφο του Υπουργείου Στρατιωτικών των ΗΠΑ με ημερομηνία 27 Νοεμβρίου 1946. Σ’ αυτό ο  Στρατηγός Γκρόουβς, διευθυντής του Σχεδίου Μανχάταν, με αφορμή τη στρατολόγηση του Γερμανού φυσικού Otto Hahn, έγραφε πως δεν επιθυμεί να χρησιμοποιούνται στο Project Manhattan, είτε άμεσα είτε έμμεσα, οι υπηρεσίες των ξένων επιστημόνων που βρισκόντουσαν στις ΗΠΑ, «φωτογραφίζοντας» έτσι τους Ναζί επιστήμονες. Ο ίδιος δεν έφερε αντίρρηση στο να πολιτογραφηθούν οι Γερμανοί επιστήμονες ως Αμερικανοί πολίτες, διότι αυτό θα συνέβαλε σημαντικά στην ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως αρνούνταν την εμπλοκή τους σε μυστικά στρατιωτικά προγράμματα και σε ιατρικά πειράματα στο χώρο των ΗΠΑ. Όπως ήταν φυσικό οι αντιρρήσεις του Στρατηγού Γκρόουβς δεν ελήφθησαν καθόλου υπόψιν και πάνω από χίλιοι Ναζί επιστήμονες παρέλασαν από τα στρατιωτικά και όχι μόνον εργαστήρια των ΗΠΑ, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους για λογαριασμό του «Ελεύθερου Κόσμου». Βέβαια και οι Σοβιετικοί από την πλευρά τους έκαναν κάτι το αντίστοιχο αιχμαλωτίζοντας και στρατολογώντας πολλούς Ναζί επιστήμονες που εργάστηκαν στη συνέχεια για τα δικά τους προγράμματα. Η διαφορά όμως ήταν πως οι περισσότεροι Ναζί επιστήμονες επέλεγαν να πάνε εθελοντικά στις ΗΠΑ, προσδοκώντας και οικονομικά οφέλη, ενώ όσοι πήγαιναν στη Σοβιετική Ένωση αναγκάζονταν να το κάνουν. Έτσι σε γενικές γραμμές οι ΗΠΑ επωφελήθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις υπηρεσίες των Ναζί επιστημόνων σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση. Μάλιστα, μετά την κατάρρευση της τελευταίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και πολλοί Σοβιετικοί και Ρώσοι επιστήμονες κατέφυγαν κι αυτοί με τη σειρά τους στις ΗΠΑ πουλώντας τις πολύτιμες υπηρεσίες τους τόσο στην αμερικανική κυβέρνηση και στη CIA, όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Πρόκειται για μια επανάληψη της ιστορίας, όπου οι ηττημένοι, εκτός των άλλων, προσφέρουν και τα καλύτερα επιστημονικά μυαλά τους στους νικητές. Ειδικά σε περιόδους πολέμων και μεγάλων κρίσεων ισχύει δυστυχώς το «ο σώζων εαυτόν σωθείτω» και οι πιο εξειδικευμένοι και μορφωμένοι ξέρουν να ελίσσονται και να επιβιώνουν πουλώντας τις υπηρεσίες τους, ακόμη και στους μέχρι πρότινος εχθρούς. Άλλωστε είμαστε πολιτισμένη κοινωνία όσο ακόμη δουλεύουν οι μηχανές, έχουμε ηλεκτρισμό και τα ψυγεία γεμάτα. Αν πέσει όμως το σκοτάδι και η πείνα, τότε γινόμαστε πρωτόγονοι και κανίβαλοι. Για να μην γίνουμε κάτι τέτοιο πρέπει να θυμόμαστε πάντα πως  «Ο άνθρωπος είναι ένα καλάμι, το πιο αδύναμο στη φύση, αλλά είναι ένα καλάμι που σκέφτεται. Δεν χρειάζεται δα και να ταρακουνηθεί το σύμπαν για να το συνθλίψει. Φτάνει μόνο λίγος ατμός, μια σταγόνα νερού για να θανατωθεί. Αλλά ακόμα κι αν το συνέθλιβε το σύμπαν, ο άνθρωπος θα ήταν ανώτερος από αυτό που τον θανάτωσε, καθώς γνωρίζει ότι πεθαίνει και αναγνωρίζει την υπεροχή του σύμπαντος σε σχέση με αυτόν…».  Μπλέηζ Πασκάλ, Στοχασμοί, 1669

Πηγή:tvxs

Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα: Ένας έρωτας που άφησε εποχή

Yπάρχει κάτι αφόρητα γοητευτικό στις τυχαίες συναντήσεις που οδηγούν σε δυνατούς έρωτες. Κάτι τέτοιο συνέβη ανάμεσα στους θρυλικούς καλλιτέχνες Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα. Μία ιστορία η οποία σφραγίστηκε από μία ασυνήθιστη γνωριμία. Εξάλλου, η καλλιτεχνική πορεία του καθενός και το εκρηκτικό ταπεραμέντο τους, είναι άρρηκτα δεμένα το ένα με το άλλον, σαν οι δύο καλλιτέχνες να συνθέτουν τελικά μια ιστορία, παρ' ότι άφησαν ο καθένας το δικό του στίγμα στην τέχνη.

Την μαγευτική αρχή αυτής της σχέσης διηγείται από πρώτο χέρι στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «My Art, My Life: An Autobiography» - μια σπάνια ματιά της εσωτερικής ζωής του Ριβέρα που δημοσιεύεται μετά θάνατον το 1960, με βάση τις συνεντεύξεις που έδωσε στην Gladys March από το 1944 μέχρι τον θάντο του, τον Μάρτη του 1957. Η Gladys March περιγράφει το βιβλίο ως «την απολογία του Ριβέρα: ένα αυτοπορτρέτο μιας περίπλοκης και αμφιλεγόμενης προσωπικότητας, την μεγαλύτερη ίσως που έχει βγάλει η Αμερική».

Σε μια ενότητα με τίτλο "Μια οπτασία της Φρίντα", ο Ριβέρα περιγράφει την πρώτη του συνάντηση με την άγρια έφηβη Φρίντα, ενώ ζωγράφιζε την πρώτη του σημαντική τοιχογραφία "Creation" στο αμφιθέατρο Μπολιβάρ της Εθνικής Προπαρασκευαστικής Σχολής στην Πόλη του Μεξικού το 1922. Η Φρίντα Κάλο ήταν μία από τις 35 φοιτήτριες της σχολής.

"Ενώ ζωγράφιζα, άκουσα ξαφνικά την φωνή ενός αόρατου κοριτσιού πίσω από μία από τις κολόνες της αίθουσας να λέει πειραχτικά «με προστατευτικό κάλυμμα Ντιέγκο. Η Νάουϊ έρχεται!» Νάουϊ ήταν το ινδικό όνομα μιας ταλαντούχας ζωγράφου που είχε ποζάρει σε ένα μάθημα μου"

Η αόρατη φωνή συνέχισε να “πειράζει” τον Ριβέρα μέχρι να φανερωθεί με σάρκα και οστά: ένα βράδυ όπως ζωγράφιζε ο Ριβέρα πάνω σε μια σκαλωσιά και η τότε γυναίκα του, Γουαδελούπε “Λούπε” Μαρίν, δούλευε μαζί του, άκουσαν μια δυνατή φασαρία που προερχόταν από μια ομάδα φοιτητών που πίεζαν την πόρτα του αμφιθεάτρου. Ο Ριβέρα περιγράφει την στιγμή που αργότερα θα καθορίσει την ζωή του:

“Η πόρτα άνοιξε μονομιάς και μια κοπέλα που έμοιαζε να είναι όχι περισσότερο από δέκα ή δώδεκα ετών, μπήκε μέσα. Ήταν ντυμένη σαν οποιαδήποτε άλλη μαθήτρια της σχολής αλλά ο τρόπος της, το στυλ της, ήταν αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει. Είχε αυνηθίστη αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση, υπήρχε μια περίεργη φωτιά στα μάτια της. Η ομορφιά της ήταν αυτή ενός παιδιού ακόμα αλλά το στήθος της ήταν καλά ανεπτυγμένο. Εκείνη κοίταξε κατευθείαν σε μένα και με ρώτησε αν μπορεί να με παρακολουθήσει κατά την ώρα της δουλειάς μου. Και εγώ της απάντησα ότι δεν θα με ενοχλούσε το αντίθετο. Κάθισε και παρακολούθησε σιωπηλά, τα μάτια της καρφωμένα σε κάθε κίνηση του πινέλου μου. Μετά από λίγες ώρες, η Λούπε άρχισε να κάνεις σκηνές ζηλοτυπίας και να προσβάλλει το κορίτσι. Αλλά το κορίτσι δεν έδωσε καμιά προσοχή σ’ αυτήν. Αυτό βέβαια, εξόργισε την Λούπε ακόμα περισσότερο.

Η Λούπε, με τα χέρια στην μέση της, κατευθύνθηκε με επιθετικές διαθέσεις προς το κορίτσι. Το κορίτσι όμως αδιαφόρησε πάλι και έστρεψε απλά το βλέμμα της στη Λούπε χωρίς να πει τίποτα. Φανερά έκπληκτη η Λούπε, την αγριοκοίταξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε χαμογέλασε και σε ένα απρόθυμο τόνο θαυμασμού μου είπε «Κοίτα αυτό το κορίτσι! Μικρή όπως είναι, δεν φοβήθηκε μια γυναίκα ψηλή και δυνατή όπως εγώ. Μου αρέσει.»

Το κορίτσι έμεινε περίπου τρεις ώρες. Όταν έφυγε, είπε μόνο καλυνύχτα. Ένα χρόνο αργότερα έμαθα ότι ήταν η κρυφή φωνή πίσω από την κολόνα και ότι το όνομά της ήταν Φρίντα Κάλο. Αλλά δεν είχα ιδέα ότι μια μέρα θα γίνει γυναίκα μου.”

Δεν ήταν παρά αρκετά χρόνια αργότερα όπου οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν. Σε μια άλλη ενότητα του βιβλίου, με τίτλο “Η Φρίντα γίνεται γυναίκα μου”, ο Ριβέρα αφηγείται πόσο παθιασμένη, με την πραγματική έννοια της λέξης, ήταν η σχέση τους:

“Βρισκόμουν πάνω σε μια σκαλωσιά όπου δούλευα μία τοιχογραφία στο υπουργείο Παιδείας όταν κάποια στιγμή άκουσα μια κοπέλα να μου φωνάζει «Ντιέγκο, σε παρακαλώ κατέβα από εκεί! Έχω κάτι σημαντικό να συζητήσω μαζί σας!». Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα την κοπέλα. Στο έδαφος κάτω από μένα ήταν μια κοπέλα περίπου δεκαοκτώ ετών. Είχε ένα λεπτό σώμα και ένα λεπτό πρόσωπο. Τα μαλλιά της ήταν μακριά: μαύρα και πυκνά φρύδια ενώνονταν πάνω από τη μύτη της.

Όπως κατέβηκα την σκαλωσιά, η Φρίντα δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την έντονη προσωπικότητα της λέγοντας μου «Δεν ήρθα εδώ για διασκέδαση. Έχω να εργαστώ για να κερδίσω τα προς το ζην μου. Έχω κάνει κάποιες ζωγραφιές που θέλω να κοιτάξουν πέρα από επαγγελματικά. Θέλω την γνώμη σας. Θέλω να μου πείτε αν νομίζετε ότι μπορώ να γίνω μια αρκετά καλή καλλιτέχνις. Έχω φέρει τρία από τα έργα μου, θα ρθείτε να τα δείτε;»”

Ο Ριβέρα συμφωνεί και την ακολουθεί σε ένα μικρό δωμάτιο κάτω από την σκάλα όπου στοιβάζονταν τα έργα της.

“Ήτανε τρία πορτρέτα γυναικών. Εντυπωσιάστηκα καθώς τα κοίταζα ένα, ένα. Οι καμβάδες αποκάλυπταν μια ασυνήθιστη ενέργεια έκφρασης, ακριβής οριοθέτησης του χαρακτήρα και μια σοβαρότητα αληθινή. Είχαν μια δική τους καλλιτεχνική προσωπικότητα. Ήταν προφανές για μένα ότι αυτο το κορίτσι ήταν μια αυθεντική καλλιτέχνις.”

Η Κάλο ωστόσο, γνωρίζοντας την φήμη του γυναικά που είχε ο Ριβέρα, πρόσεξε τον ενθουσιαμό στο πρόσωπό του και αμέσως άρχισε να τον αποπέρνει:

“Μου μίλαγε σε έντονο τόνο λέγοντας μου «δεν ήρθα για να ακούσω τις φιλοφρονήσεις σας. Θέλω την κριτική ενός σοβαρού ανθρώπου. Δεν είμαι ούτε λάτρης της τέχνης, ούτε ερασιτέχνης. Είμαι απλά ένα κορίτσι που πρέπει να εργαστεί για την ζωή της.”

Ένα από τα αυθεντικά ερωτικά γράμματα της Φρίντα:

Ο Ριβέρα γοητευμένος -πνευματικά, δημιουργικά και, αν και δεν το έχει συνειδητοποιήσει, ρομαντικά:

“Ένιωθα συγκίνηση από θαυμασμό γι’ αυτό το κορίτσι. Της είπα ότι πρέπει να συνεχίσει να ζωγραφίζει παρά τις δυσκολίες που έχει στη ζωή της.”

Υποσχόμενη να ακολουθήσει την συμβουλή του, η Φρίντα Κάλο ζητά μια τελευταία χάρη - να έρθει στο σπίτι της την ερχόμενη Κυριακή ο Ριβέρα για να δει τα υπόλοιπα έργα της. Αφού έδωσε την διεύθυνση της, αποκάλυψε το όνομα της. ΕΚείνη την στιγμή ο Ριβέρα θυμήθηκε το κορίτσι που είχε γνωρίσει στο αφιθέατρο της σχολής. Ο Ριβέρα περιγράφει την συναρπαστική συνομιλία:

“Είπα «Αλλά είσαι...». Με σταμάτησε γρήγορα, σχεδόν κλείνοντας το στόμα μου με το χέρι της. Τα μάτια της απέκτησαν μια φωτεινότητα. Μου είπε «Ναι. Τι; Ήμουν το κορίτσι στην αίθουσα αλλά αυτό δεν έχει απολύτως τίποτα να κάνει με το τώρα. Εξακολουθείς να θέλεις να ‘ρθεις την Κυριακή;». Δυσκολεύτηκα να απαντήσω. «Περισσότερο από ποτέ!» ήθελα να της πω αλλά δεν ήθελα να δείξω τον ενθουσιασμό μου γι’ αυτό απάντησα μόνο «Ναι». Στη συνέχεια, αφού αρνήθηκε την βοήθειά μου να κουβαλήσω τους πίνακες της, η Φρίντα αναχώρησε αγκαλιάζοντας τους καμβάδες της.”

Την επόμενη Κυριακή ο Ριβέρα εμφανίστηκε στην πόρτα της Φρίντα:

“Στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου είδα την Φρίντα. Ξεκίνησε να κατεβαίνει. Γελώντας, πήρε το χέρι μου και μπήκαμε στο σπίτι, το οποίο φαινόταν άδειο και στη συνέχεια στο δωμάτιο της. Τότε παρέλασαν όλα τα έργα της μπροστά στα μάτια μου. Τα έργα, το δωμάτιο της, η αστραφτερή παρουσία της με γέμισαν με μια εκπληκτική χαρά. Δεν το είχα καταλάβει τότε αλλά η Φριντα είχε ήδη γίνει ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου. Και θα συνεχίσει να είναι, μέχρι τη στιγμή που πέθανε εισκοσι επτά χρόνια αργότερα.”

Λίγες μέρες αργότερα, οι δύο τους φιλήθηκαν για πρώτη φορά και παρόλο που αυτή ήταν δεκαοκτώ αυτός είχε τα διπλάσια χρόνια από αυτήν, κανένας τους δεν αισθάνθηκε αυτή την διαφορά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 21 Αυγούστου 1929, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο από τον δήμαρχο της Κογιοακάν, ο οποίος χαρακτήρισε τον γάμο τους ως «ένα ιστορικό γεγονός». Η Φρίντα Κάλο ήταν τότε 22 και ο Ντιέγκο Ριβέρα 42 ετών.

Έμειναν μαζί μέχρι το θάνατο της, τον Ιούλιο του 1954. Παρά το γεγονός ότι είχαν «ανοιχτό γάμο» με πολλές εξωσυζυγικές σχέσει -η Κάλο ήταν αμφιφυλόφιλη,  με πιο αξιοσημείωτες εξωσυζιγικές σχέσεις εκείνοι με την Γαλλίδα τραγουδίστρια Τζοσεφίν Μπέικερ και με τον Ρώσο θεωρητικό του μαρξισμού, Λέων Τρόσκι- τόσο η Κάλο όσο και ο Ριβέρα ισχυρίστηκαν ότι ήταν ο ένας ήταν ο έρωτας της ζωής του άλλου.

Πηγή:tvxs

Δημοφιλή app για Android υποκλέπτουν δεδομένα

Νέα Υόρκη 

Οι δέκα δημοφιλέστερες εφαρμογές φακού για συσκευές Android κατασκοπεύουν τους χρήστες και μεταδίδουν δεδομένα σε διαφημιστές, κυβερνοεγκληματίες και κυβερνήσεις, προειδοποιεί αμερικανική εταιρεία ασφάλειας υπολογιστών.

Κατά την εγκατάστασή τους, τα ύπουλα app ζητούν από το χρήστη να τους δώσει πρόσβαση σε όλα τα προσωπικά δεδομένα, το GPS και το δίκτυο Wi-Fi, επισημαίνει η εταιρεία SnoopWall, η οποία ειδικεύεται σε προγράμματα προστασίας δεδομένων.

Οι περισσότεροι χρήστες αποδέχονται τους όρους χρήσης χωρίς να διαβάσουν τα ψιλά γράμματα, οπότε δεν συνειδητοποιούν τι δικαιώματα έχουν παραχωρήσει στις εφαρμογές.

Ο Γκάρι Μιλίφσκι, ιδρυτής της SnoopWall και πρώην σύμβουλος της αμερικανικής κυβέρνησης σε θέματα κυβερνοάμυνας, εξέτασε τα δέκα πιο δημοφιλή app φακού για Android, και διαπίστωσε ότι «όλα φαίνεται να αποκτούν πρόσβαση σε δεδομένα πολύ πέρα από τις ανάγκες ενός απλού φακού».

Όταν ο ερευνητής ιχνηλάτησε τα δεδομένα που μεταδίδουν τα app, ανακάλυψε ότι οι αποδέκτες βρίσκονται συνήθως στην Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία.

«Φαίνεται ότι τα χρησιμοποιούν για εγκληματικές δραστηριότητες. Αν όμως μια κυβέρνηση θέλει να συλλέξει πληροφορίες για τους αμερικανούς πολίτες, αυτό θα ήταν ένας καλός τρόπος, αφού όλοι έχουν εγκατεστημένο κάποιο app φακού» είπε ο Μιλίφσκι στο αμερικανικό δίκτυο Fox News.

Η πλήρης λίστα των ύπουλων εφαρμογών είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο της Snoopwall.

Από τον φακό στους διαφημιστές

Έπειτα από καταγγελίες που δέχτηκε από χρήστες, η αμερικανική Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) άσκησε πέρυσι αγωγή στους υπεύθυνους του Brightest Flashlight, μιας εφαρμογής που δεν ενημέρωνε τους χρήστες ότι μεταδίδει προσωπικά δεδομένα σε διαφημιστές.

Στο πλαίσιο εξωδικαστικής συμφωνίας με την FTC, οι δημιουργοί του λογισμικού υποχρεώθηκαν να το αλλάξουν έτσι ώστε η πολιτική προστασίας της ιδιωτικότητας να εμφανίζεται πριν από την εκτέλεση της εφαρμογής.

Η πολιτική ιδιωτικότητας είναι ένα έγγραφο 25 σελίδων που γνωστοποιεί ότι το app καταγράφει τις κινήσεις του χρήστη με GPS και συλλέγει όλα τα προσωπικά του δεδομένα. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι χρήστες δεν μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν όλο το κείμενο.

Σύμφωνα με τον Μιλίφσκι το Brightest Flashlight παραμένει σήμερα το δεύτερο πιο δημοφιλές app φακού για Android με 100 εκατομμύρια χρήστες.

Σε πολλές περιπτώσεις, επισημαίνει η SnoopWall, η απεγκατάσταση των κατασκοπευτικών app δεν είναι αρκετή, οπότε απαιτείται η διαγραφή όλων των δεδομένων και η επαναφορά της συσκευής στις εργοστασιακές ρυθμίσεις.

Όσον αφορά τις συσκευές iOS και Windows, η εταιρεία αναφέρει ότι οι εφαρμογές φακού σε αυτά τα δύο λειτουργικά συστήματα μπορούν μεν να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, είναι όμως πιο δύσκολο να κρυφτούν.

Ο Μιλίφσκι συνιστά στους χρήστες να κατεβάζουν app φακού με μέγεθος κάτω των 100 kilobyte, καθώς οι ύπουλες εφαρμογές έχουν συνήθως μεγαλύτερα αρχεία, από 1,2 μέχρι 5 megabyte.

H Snoopwall έχει αναπτύξει μια εφαρμογή φακού των 72 kilobyte για την οποία διαβεβαιώνει ότι δεν κάνει τίποτα πέρα από το να φωτίζει.

Τα κινητά-«παντόφλες» επιστρέφουν

Οι γνωστές ρετρό συσκευές έρχονται και πάλι στο προσκήνιο, καθώς προσφέρουν αντοχή, μεγάλη ενεργειακή αυτονομία, απλό μενού και τις βασικές λειτουργίες ενός σύγχρονου τηλεφώνου
 
Τα κινητά-«παντόφλες» επιστρέφουν
Ο Aμερικανός Μάρτιν Κούπερ κρατάει (δεξιά) το θρυλικό Motorola DynaTAC
 
Ποιος είπε ότι το ρετρό κάνει δυναμική επιστροφή μόνο στις πασαρέλες; Αν και η τεχνολογία εξελίσσεται ιλιγγιωδώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η έντονη ανάγκη αρκετών χρηστών κινητών τηλεφώνων ή άλλων ηλεκτρονικών συσκευών για επιστροφή στο παρελθόν ή αλλιώς στις γνωστές «παντόφλες». Οι συσκευές αυτές μπορεί να μη συνοδεύονται από ιδιαίτερη... ευφυΐα ή εφαρμογές και να είναι πιο ογκώδεις και βαριές σε κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο υπόσχονται στον χρήστη «αθάνατη» μπαταρία και αξιοπιστία στις βασικές λειτουργίες, τις τηλεφωνικές κλήσεις και την αποστολή γραπτών μηνυμάτων.
Για τους ανυποψίαστους που ενδεχομένως να κρύβουν μια τέτοια συσκευή στο συρτάρι τους η αξία των λεγόμενων «vintage» κινητών ποικίλλει: μπορεί να ξεκινάει από 50 ευρώ και να αγγίζει τα 1.000 ευρώ. Σύμφωνα με τη γαλλική ιστοσελίδα πώλησης «πεπαλαιωμένων» κινητών vintagemobile.fr, η τιμή ορίζεται κυρίως από τη σπανιότητα του κάθε μοντέλου, από το αν δηλαδή είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένη έκδοση.
Κατά την τελευταία τριετία μάλιστα η γαλλική εταιρεία έχει πουλήσει περί τις 10.000 vintage συσκευές, με κορύφωση το 2013. Ανάμεσα στα λεγόμενα «best sellers» βρίσκονται το κλασικό μίνι Nokia 8210, με μικρή οθόνη και πλαστικά πλήκτρα και τιμή που αγγίζει τα 60 ευρώ, το Nokia 8850 με το συρταρωτό καπάκι, στα 70 ευρώ, το «στριφογυριστό» Motorola V70 στα 60 ευρώ και το αρκετά επίπεδο για την εποχή του ανοιγόμενο Ericsson T28s στα 65 ευρώ.

Τεχνολογικός κορεσμός και νοσταλγία

Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η νέα τάση ενδεχομένως να έχει βρει τόσο μεγάλη ανταπόκριση ακριβώς επειδή μια μεγάλη μερίδα των συνδρομητών αναζητεί μια συμπληρωματική συσκευή για να εκτελεί απλές κινήσεις, όπως π.χ. τηλεφωνικές κλήσεις. Από την άλλη, υπάρχουν και οι χρήστες μεγαλύτερης ηλικίας που είτε δεν είναι εξοικειωμένοι με τις οθόνες αφής είτε αναζητούν μια συσκευή με απλές, βασικές λειτουργίες χωρίς τεχνολογικές «φανφάρες».

Μια άλλη παράμετρος για την άνοδο των κινητών του παρελθόντος αποτελεί η διαφοροποίηση από τη μάζα. Πολλοί χρήστες, ακόμη και νεαρής ηλικίας, επιθυμούν να «ξεχωρίζουν». Το σίγουρο είναι ότι οι συσκευές που κυκλοφορούσαν δέκα ή περισσότερα χρόνια πριν δεν περνούν απαρατήρητες. Τότε, σύμφωνα με τους ειδικούς, η βαρύτητα των κατασκευαστών έγερνε περισσότερο στον εξωτερικό σχεδιασμό των συσκευών και λιγότερο στις hi-tech επιδόσεις τους.
 
Εμείς εντοπίσαμε τον διευθύνοντα σύμβουλο και δημιουργό της γαλλικής ιστοσελίδας Lekki (www.lekki.fr <http://www.lekki.fr>), η οποία μεταποιεί ελαφρώς παλιές συσκευές ώστε να διαθέτουν μια πιο «φρέσκια» εμφάνιση, αλλά και να συνοδεύονται από όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές για τη σημερινή λειτουργία τους (π.χ., με την προσθήκη ειδικού αντάπτορα για κάρτες MicroSIM).
«Η ιδέα γεννήθηκε στα τέλη του 2010» αναφέρει ο Μαξίμ Σανσόν στο «Βήμα».«Προσωπικά ήμουν λάτρης των vintage αντικειμένων. Βλέποντας λοιπόν ότι το ρετρό ερχόταν και πάλι στη μόδα - τόσο στα ρούχα όσο και στον χώρο της αυτοκινητοβιομηχανίας - σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να αναπτύξουμε κάτι που να έχει σχέση με ηλεκτρονικές συσκευές από τη δεκαετία του '90» μας λέει ο ίδιος.
 
«Ξεκινήσαμε αρχικά με κινητά τηλέφωνα έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας ένα πράγμα: να δώσουμε ξανά ζωή σε μερικές από τις πιο εμβληματικές συσκευές της δεκαετίας του '90 προσθέτοντάς τους μια "πινελιά" από το παρόν, π.χ. έντονα χρώματα. Επίσης πολύ σημαντική παράμετρος ήταν εκείνη της ανακύκλωσης των παλιών συσκευών. Από την ανταπόκριση που είχε το όλο εγχείρημα διαπιστώσαμε ότι πολύς κόσμος χρησιμοποιεί κινητά με βασικά χαρακτηριστικά, δηλαδή απλά για κλήσεις και γραπτά μηνύματα» αναφέρει ο γάλλος επιχειρηματίας.
 
«Στη συνέχεια επεκτείναμε την επιχειρηματική μας δράση στο κομμάτι των ρετρό παιχνιδομηχανών προσθέτοντας στα διαθέσιμα προϊόντα, π.χ. το Game Boy και το Super Nintendo» προσθέτει.
Σύμφωνα με τον Σανσόν, η τάση των ηλεκτρονικών συσκευών του παρελθόντος, πέραν όλων των άλλων, φαίνεται να συνδέεται και με μια βαθιά νοσταλγία που έχει αναδυθεί στην επιφάνεια εξαιτίας των δύσκολων οικονομικά καιρών που βιώνουμε. «Μέσα στην οικονομική κρίση το ευρύ κοινό εμφάνισε την τάση της επιστροφής σε παρελθοντικές εποχές, όταν τα πράγματα ήταν πιο θετικά και υπήρχε ελπίδα. Κοιτώντας π.χ. από τον εαυτό μας, όταν ανατρέχουμε στο παρελθόν μας τείνουμε να κρατάμε μόνο τις καλές στιγμές και για αυτό η αναδρομή σε αυτό παραπέμπει συνήθως σε ευχάριστες αναμνήσεις και θετικές σκέψεις. Η αλήθεια είναι ότι οι ταχύτατοι ρυθμοί των social media και ο διαρκής βομβαρδισμός μηνυμάτων, ενημερώσεων και νέων apps μάς έχουν οδηγήσει σε μια μορφή εξάρτησης ή ακόμη και "σκλαβιάς" από την τεχνολογία στην καθημερινότητά μας.
 
Έτσι πολλοί χρήστες επιλέγουν να επιβραδύνουν λίγο τους ρυθμούς τους και να χρησιμοποιήσουν για παράδειγμα το κινητό τους με έναν πιο ανθρώπινο τρόπο. Αυτό, όπως βλέπουμε, μεταφράζεται μέσα από τη στροφή των καταναλωτών σε συσκευές με πιο περιορισμένες δυνατότητες».
Βάσει της ανταπόκρισης του κοινού η ιστοσελίδα έχει κατατάξει στη λίστα των «πιο αγαπημένων» συσκευών το χαρακτηριστικό ανοιγόμενο (clamshell) Motorola StarTAC του 1996, το Nokia 8210 του 1999, αλλά και το Game Boy Color από τις παιχνιδομηχανές.

Σηκώστε το βλέμμα από τις οθόνες!

Πολλοί είναι εκείνοι που συνειδητά τραβούν πλέον μια κόκκινη γραμμή φωνάζοντας «στοπ» στην τεχνολογική φρενίτιδα της εποχής, καθώς, όπως σε οτιδήποτε γίνεται σε υπερβολικό βαθμό, έτσι και στην περίπτωση των κινητών και γενικότερα της τεχνολογίας φαίνεται πως υπάρχει μερίδα χρηστών που έχουν οδηγηθεί στον κορεσμό.  

Με αφορμή την τεχνολογική «εισβολή» στην προσωπική σφαίρα και τη μετάλλαξη των ανθρώπινων σχέσεων, καθώς δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν πιο «εύκολη» την αποστολή ενός μηνύματος στο Facebook από μια κατ' ιδίαν συνάντηση, ο σκηνοθέτης και συγγραφέαςΓκάρι Ταρκ δημιούργησε το «Look Up», ένα πεντάλεπτο ειλικρινές βίντεο που ανέβηκε στο YouTube. Μέσα από ένα ποίημα περιγράφει πώς οι έξυπνες συσκευές και τα social video «ρουφάνε» κυριολεκτικά τον χρόνο και την καθημερινότητά μας οδηγώντας τους χρήστες στην... κοινωνική απομόνωση.
 
Το σύντομο φιλμάκι περιλαμβάνει ακόμη την ιστορία ενός ζευγαριού η οποία μοιράζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο οι πρωταγωνιστές γνωρίζονται τυχαία στον δρόμο και γεννιέται ένας έρωτας. Το ζευγαράκι παντρεύεται, αποκτά παιδιά και διανύουν το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί ευτυχισμένοι. Στο δεύτερο μέρος η ιστορία ξεκινάει με τον ίδιο τρόπο, μόνο που αυτή τη φορά οι πρωταγωνιστές είναι απορροφημένοι από τις συσκευές τους. Ο ένας προσπερνάει τον άλλον και όλα τελειώνουν εκεί. Τα έντονα συναισθήματα που συνοδεύουν το βίντεο συνεπήραν το κοινό. Ετσι, παρά το γεγονός ότι αναρτήθηκε στο YouTube μόλις στις 25 Απριλίου, ως σήμερα έχει ήδη ξεπεράσει τις 40 εκατ. προβολές.
 
  • Κατηγορία GADGETS
  • 0