ενημέρωση 5:03, 9 August, 2026

Τα τελευταία αριστουργήματα του Ρέμπραντ

Μια μεγάλη έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου συγκεντρώνει τα σημαντικότερα δείγματα δουλειάς από τα τελευταία χρόνια του σπουδαίου Ζωγράφου

Bathsheba with King David's Letter (1654). Paris, Musée du Louvre, Département des Peintures  

Το μεγαλείο της τέχνης του Ρέμπραντ απογειώνεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είναι τα έργα αυτών των τελευταίων χρόνων που ορίζουν αυτό που σήμερα θεωρούμε «σπουδαίο» στην τέχνη του. Η σημαντικότατη έκθεση που μόλις ξεκίνησε στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου φιλοξενεί μερικά από τα σημαντικότερα δείγματα της δουλειάς του Oλλανδού καλλιτέχνη: μια μοναδική ευκαιρία να θαυμάσει κανείς το πάθος, το έντονο συναίσθημα αλλά και όλες τις καινοτομίες που εισήγαγε στη ζωγραφική ο Ρέμπραντ, ίσως ο σημαντικότερος Ολλανδός ζωγράφος όλων των εποχών.  

Η Betsy Wieseman, επιμελήτρια της έκθεσης σημειώνει: «350 χρόνια μετά το θάνατό του ο Ρέμπραντ συνεχίζει να συναρπάζει. Οι τεχνικές του εφευρέσεις, η διορατικότητά του, η μοναδική του ικανότητα να μεταφέρει το βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα στον καμβά, είναι και σήμερα επίκαιρα και σημαντικά όπως ήταν και στον 17ο αιώνα»  

Από το 1650 και μέχρι το θάνατό του, ο Ρέμπραντ (1606 – 1669) αναζήτησε ένα νέο ύφος στη ζωγραφική του ακόμα πιο εκφραστικό και βαθύ. Και το κατόρθωσε. Εξερεύνησε με ένταση τις ζωγραφικές τεχνικές αλλά και την τέχνη της τυπογραφίας για να δώσει σε παραδοσιακά θέματα καινούριες και πρωτότυπες ερμηνείες. Η έκθεση τονίζει την πολύπλευρη μαεστρία του καλλιτέχνη, χωρίζοντας τα εκθέματα θεματικά για να φανερωθούν στον θεατή οι ιδέες και η θεματολογία που τον απασχολούσαν εκείνη την περίοδο: πειθαρχία, πειραματισμός, χρήση του φωτός, παρατήρηση της καθημερινότητας, έμπνευση από τη δουλειά άλλων καλλιτεχνών αλλά και απάντηση στη δουλειά τους καθώς και η έκφραση της οικειότητας, του στοχασμού, της αντιδικίας αλλά και της συμφιλίωσης.

Πάνω από εκατό αριστουργήματα του μεγάλου καλλιτέχνη, δάνεια από μεγάλα μουσεία αλλά και συλλογές καθιστούν αυτήν την έκθεση μια από τις σημαντικότερες του χειμώνα.  

A young Woman sleeping (Hendrickje Stoffels) (about 1654). The British Museum, London  

Joseph and Potiphar's Wife (1655). Gemäldegalerie, Staatliche Museen zu Berlin-Preussischer Kulturbesitz  

A Woman bathing in a Stream (Hendrickje Stoffels?), (1654). The National Gallery, London  

The Anatomy Lesson of Dr Joan Deyman (1656). Amsterdam Museum  

An Old Woman Reading (1655). By kind permission of the Duke of Buccleuch & Queensberry KBE  

A Man in Armour (Alexander the Great?, (1655). Glasgow Life (Glasgow Museums) on behalf of Glasgow City Council. Bequeathed by Jane Graham Gilbert, 1877  

Portrait of an Elderly Man (1667). Mauritshuis, The Hague, acquired with the support of the Friends of the Mauritshuis Foundation, the Ministry of Education, Culture and Science, the National Art Collections Fund, the BankGiro Loterij, the VSB Fund The Hague, the Rembrandt Association  

Self Portrait with Two Circles (about 1665-9). Kenwood House, The Iveagh Bequest, English Heritage, London  

Portrait of a Blond Man (1667). National Gallery of Victoria, Melbourne, Australia Felton Bequest, 1951  

The Suicide of Lucretia (1666). Minneapolis Institute of Arts, The William Hood Dunwoody Fund 34.19  

The Conspiracy of the Batavians under Claudius Civilis (about 1661-2). The Royal Academy of Fine Arts, Sweden  

Portrait of a Lady with a Lap Dog (about 1662-5). Collection Art Gallery of Ontario, Toronto, Bequest of Frank P. Wood, 1955  

Portrait of a Lady with an Ostrich-Feather Fan (1658-60). National Gallery of Art, Washington, Widener Collection, 1942.9.68  

The Apostle Simon (1661). Kunsthaus Zürich, Ruzicka Stiftung  

The Artist's Son, Titus (1656). Ashmolean Museum, University of Oxford. Presented by Chambers Hall, 1855.  

Portrait of a Couple as Isaac and Rebecca, known as ‘The Jewish Bride’ (about 1665). Rijksmuseum, on loan from the City of Amsterdam (A. van der Hoop Bequest)  

The Sampling Officials of the Amsterdam Drapers’ Guild, known as ‘The Syndics’ (about 1662). Rijksmuseum, on loan from the City of Amsterdam  

Woman at the Bath with a Hat beside her (1658). The Syndics of the Fitzwilliam Museum  

Self Portrait at the Age of 63 (1669). The National Gallery, London  

Portrait of Frederick Rihel on Horseback (Probably 1663). The National Gallery, London

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία ART-DISING
  • 0

Μια φορά στα 160 χρόνια γεννιέται Αρθούρος Ρεμπώ

Σαν σήμερα το 1854 γεννιέται ο κακοτράχαλος, χαρισματικός διερμηνέας του ουρανού και της κόλασης

"Σε ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα, Μ' αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι άνθρωποι: Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν Στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι"... Από το Μεθυσμένο Καράβι  

Πειθαρχία στο παραλήρημα, μεγαλείο στην παρακμή, διαύγεια στην παραίσθηση, τρυφερότητα στην κτηνωδία: μια φορά στα 160 χρόνια γεννιέται τέτοιος κακοτράχαλος, προνομιακός συνομιλητής του Ύψους και της Κόλασης, ταυτοχρόνως.   Αρθούρος Ρεμπώ, γιος μιας ψυχρής και ακούρνιαχτης χωρικής και ενός στρατιωτικού, γέννημα της Σαρλβίλ, παιδί – θαύμα τότε και τώρα · δεν ήταν το αγοράκι με το νόστιμο κούρεμα και το φλοτάν μαντήλι που έχουμε συνηθίσει στην πολυχρησιμοποιημένη φρόνιμη φωτογραφία του.  

Τα γράμματα του χρωστάνε την εικονοποιία και τον όρο συναισθησία, το φαινόμενο μίξης των αισθήσεων για την περιγραφή γεγονότων, να μπορείς να ακούς τη γεύση, να μυρίζεις το χρώμα, να χαϊδεύεις την ιδέα, του χρωστάνε τον ελευθερωμένο στίχο μακριά από τα κανονιστικά δεσμά της ομοιοκαταληξίας.  

Δεν ήταν παιδί για συζήτηση και παιχνίδια. Ο φόβος και ο τρόμος των δασκάλων του, μια μεγαλοφυής αλαφροϊσκιωτη μηχανή που σαρώνει μαθητικά βραβεία και αλαφιάζει το διδακτικό προσωπικό με τα ακατανόητα που ρωτάει και σκαλίζει. Και με το συνήθειο να το σκάει από το σπίτι. Μία, δυο, τρεις.  

Την τρίτη φορά, τα πράγματα είναι σκληρά. Στιχοπλόκος, ετών 16, εξαφανίζεται λίγο μετά την κήρυξη του Γαλλοπρωσικού πολέμου και της εισβολής των Γερμανών στο χωριό του. Από κοντά και η εξέγερση της Κομμούνας.  

Βράδια στο Παρίσι του Φεβρουαρίου του 1871, ένας όμορφος ξανθός νεαρός με διαπεραστικό βλέμμα τριγυρίζει μόνος, τρώει απ' τα σκουπίδια, κοιμάται στον δρόμο, βιάζεται από τους στρατιώτες ενός τάγματος και επιστρέφει στη Σαρλβίλ γονατισμένος, ημιθανής και «άλλος».   Ο «άλλος» μιλάει μόνος, αφηγείται ανατριχιαστικές ιστορίες σε περαστικούς, δεν πλένεται, δεν τρώει, ουρλιάζει βρίζοντας τον Θεό, πιστεύει ότι η θέωση κρύβεται στο σημείο που γεφυρώνει το καλό και το κακό, αλλά εξακολουθεί να γράφει.  

Και ξέρει ότι πρέπει να απευθυνθεί στον –μέτριο- απ' ό,τι αποδείχθηκε ποιητή, πλην διακεκριμένο της εποχής του, Πολ Βερλέν. Και του στέλνει την τελειότητα σ' ένα γράμμα που μέσα του κλείνει ένα Μεθυσμένο Καράβι. Τον θαύμαζε, λένε, αλλά η ιστορία έχει να πει τα δικά της. Η μηχανή που φτύνει βαριά ποίηση από τη Σαρλβίλ γύρευε μια χαραμάδα για να μπει στα παρισινά σαλόνια και να σπείρει με άνεση το χάος, να απορρυθμίσει όλες τις αισθήσεις, να ουρλιάζει «σκατά!» στις φιλολογικές συγκεντρώσεις, τρομοκρατώντας τα αξιοσέβαστα διακεκριμένα «τίποτα» του καιρού του, όπως ο Ατάλ και ο Μερά.  

Βρώμικος, κουρελής, μεγαλοφυές φρικιό με κορδόνι στον λαιμό αντί γραβάτας, 17 χρονών ερωτευμένος (;) με τον Βερλέν, να κυλιέται γυμνός σε παράκρουση στους βάλτους και τα σκοτεινά στενά, μαχαιροβγάλτης, αλαφροΐσκιωτος, ψειριάρης, βρωμερός ταραχοποιός, προφήτης, άξιος υπόκλισης από τουλάχιστον 3 επιστήμες.  

Τα γράμματα του χρωστάνε την εικονοποιία και τον όρο συναισθησία, το φαινόμενο μίξης των αισθήσεων για την περιγραφή γεγονότων, να μπορείς να ακούς τη γεύση, να μυρίζεις το χρώμα, να χαϊδεύεις την ιδέα, του χρωστάνε τον ελευθερωμένο στίχο μακριά από τα κανονιστικά δεσμά της ομοιοκαταληξίας.  

Για τον καιρό που πίστεψε ότι ήταν προφήτης, προφήτεψε σωστά και ανάγκασε τη λογοτεχνία να βρει νέους όρους για να τον ακολουθήσει και την ψυχανάλυση να ψαχτεί για να τον καταλάβει.  

Μόνο που δεν ήθελε να είναι αυτός που ήταν και πέρασε όχι μία, αλλά πολλές εποχές στην κόλαση, νεκροτομώντας την εποχή και τον άνθρωπο – ως ιδέα και υλική κατασκευή – και ανακαλύπτοντας μαστουρωμένος ακριβέστατα εργαλεία μετάφρασης των εποχών που έρχονταν.  

Απορρυθμισμένος, διφυής, ικανός για το θαύμα και την τραγωδία, μια συναισθηματική εγκυκλοπαίδεια σε μορφή νάρκης, να περιφέρεται στα χαμαιτυπεία της εποχής μαχαιρώνοντας τα δάχτυλα του κακόμοιρου εραστή του – «άπλωσε λίγο τα χέρια σου πάνω στο τραπέζι. Θέλω να κάνω ένα πείραμα»- τα έγραψε όλα, όσα πέρασαν, όσα έμειναν κι όσα ήρθαν, από τα 15 έως τα 18 του. Και μετά έγινε αυτό που σιχαινόταν: χειρώνακτας.   «Αν συνέχιζα με την ποίηση, θα τρελαινόμουν», θα γράψει χρόνια μετά στην αδελφή του, Ιζαμπέλ, αναζητώντας την τύχη του από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, μέχρι τα λατομεία της Κύπρου και την Αβησσυνία.  

Ο άγριος εξευτελιστικός έρωτας με τον Βερλέν, οι πυροβολισμοί, το κυνηγητό, οι φυλακές, οι ατιμώσεις, η κοινωνική κατακραυγή, ωσάν να μην υπήρξαν.   «Τι σημασία έχουν όλα αυτά τώρα; Χέσε την ποίηση!», θα απαντήσει με προκλητική ενάργεια σε κάποιον που του εξέφρασε παράπονο και απορία για το ότι εγκατέλειψε το ποιητικό του έργο.  

«Θα μπορούσα να παντρευτώ, λες, στο σπίτι σου την επόμενη άνοιξη;... Νομίζεις ότι θα μπορούσα να βρω μια γυναίκα διατεθειμένη να γυρίσει μαζί μου εδώ κάτω;», γράφει στην πάντα απόμακρη μητέρα του, Βιταλί Κυίφ, πρόωρα γερασμένος στα 33 του.  

Όχι. Ο γάμος δεν είναι για προφήτες. Ο «άλλος» εαυτός, ο πολύ σίγουρος για την προδοσία του, τον εκδικείται, κλοτσώντας το δεξί του γόνατο. Το πόδι κόβεται από τη ρίζα, όμως, ο καρκίνος πολύ σύντομα θα τυλίξει όλο του το σώμα.  

Πεθαίνει πριν συμπληρώσει τα 37 του, κηδεύεται στη Σαρλβίλ και κανείς δεν νιώθει την ανάγκη να εκφωνήσει επικήδειο. Έτσι κι αλλιώς, ο θρύλος του, που από καιρό είχε θεριέψει στο Παρίσι, τον ήθελε νεκρό πολύ νωρίτερα από το πραγματικό του τέλος.  

Θα τον αγαπούσαν αργότερα. Όταν, οι κριτικοί θα μπορούσαν να απολαύσουν το έργο του, χωρίς να χρειαστεί να υποστούν τις βίαιες αντιδράσεις του και όταν η χαραγμένη στο μνήμα του παράκληση της αδελφής του να προσευχηθεί ο κόσμος για την ψυχή του θα έβρισκε ανταπόκριση στους επαγγελματίες αντιδραστικούς.  

Αλλά, το «εγώ» που είναι ο «άλλος», που έχει μέσα του όλα τα αντίθετα, σπανίως ερμηνεύεται σωστά, από τα άλλα που ήθελε να πει ο ποιητής.    

ΠΗΓΕΣ: "Arthur Rimbaud: A biography, Enid Starkie", 1962, New directions "Delirium: An interpretation of Arthur Rimbaud", Jeremy Reed, 1994, City Lights «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση», Καίσαρ Εμμανουήλ, 1986, Πρόσπερος «Γράφοντας για τις ζωές των άλλων», Χαβιέρ Μαρίας, 2014, Εκδόσεις Πατάκη «Πάθη, Έρωτες και Μίση που άλλαξαν την Ιστορία», Ρόζα Μοντέρο, 1999, Εκδόσεις Άγκυρα  

Πηγή: lifo

O Jon Hopkins έφτιαξε έναν ήχο για ξυπνητήρι

Και μπορείς να τον κατεβάσεις δωρεάν!

Ο πολυβραβευμένος μουσικός και συνεργάτης του Brian Eno, τώρα έγινε και συνθέτης ήχων για ξυπνητήρια. Βασικά του το ζήτησαν από την εκπομπή του Rob Da Bank στο Radio 1 και είναι διάρκειας 52 δευτερολέπτων και ατμοσφαιρικό και πανέμορφο.     

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η Σοφία Λόρεν απέρριπτε τους άνδρες με τα μάτια

Πώς απέρριψε τον «ερωτιάρη» Μάρλον Μπράντο και τον «ερωτευμένο» Κάρι Γκραντ

image
 

Στις 4 Νοεμβρίου κυκλοφορεί στην αγορά η νέα αυτοβιογραφία της Σοφία Λόρεν με τίτλο: «Χθες, Σήμερα, Αύριο». Η Ιταλίδα καλλονή, σύμβολο του σεξ για πολλές δεκαετίες, είναι σήμερα 80 ετών και αποφάσισε να γράψει ακόμα ένα βιβλίο για τη ζωή της μετά την ανακάλυψη ενός κουτιού στο σπίτι της στην Ελβετία, το οποίο περιείχε φωτογραφίες, σουβενίρ και διάφορα αναμνηστικά που η ίδια συνέλεγε από τα πρώτα βήματά της στον κινηματογράφο. Στο νέο βιβλίο θυμάται πώς αναγκαζόταν να απωθεί τα φλερτ και τις ερωτικές εξομολογήσεις συναδέλφων της. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον επίμονο Κάρι Γκραντ και στον «διαχυτικό» Μάρλον Μπράντο.
image
Η Λόρεν έκανε τα πρώτα της διεθνή κινηματογραφικά βήματα όταν χόρεψε ένα παθιασμένο φλαμένκο για τις ανάγκες της ταινίας «Η Υπερηφάνεια και το Πάθος», το 1957. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας Κάρι Γκράντ την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και άρχισε να εκλιπαρεί για τον έρωτά της, παρότι ήξερε ότι επρόκειτο να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας στο πλευρό του παραγωγού Κάρλο Πόντι. Ο Γκραντ αδιαφορούσε για τον επικείμενο γάμο και βομβάρδιζε την Λόρεν με ερωτικές επιστολές. «Θα είσαι στις προσευχές μου» ,της έγραψε. Της έστελνε λουλούδια κάθε μέρα και έγραφε: «Αν σκέφτεσαι και προσεύχεσαι μαζί μου, για τον ίδιο λόγο, με την ίδια επιθυμία, όλα θα είναι σωστά και η ζωή θα είναι όμορφη». Στο βιβλίο η Σοφία Λόρεν λέει ότι ο Γκαρντ της έκανε πρόταση γάμου λέγοντας: «Συγχώρα με, αγαπητό μου κορίτσι. Σε πιέζω πολύ. Προσευχήσου, όπως θα κάνω κι εγώ, μέχρι την επόμενη εβδομάδα. Αντίο Σοφία. Κάρι».
image
Η Ιταλίδα ηθοποιός διηγείται στο βιβλίο της το πώς επέπληξε, απλά με μια ματιά, τον ιδιαίτερα διαχυτικό και ερωτιάρη Μάρλον Μπράντο. Το 1967 στα γυρίσματα της ταινίας «Η κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ» ο Μπράντο ξαφνικά «άπλωσε τα χέρια του παντού», λέει η Λόρεν στο βιβλίο και συνεχίζει, «γύρισα ήρεμα και τον κοίταξα με το βλέμμα της γάτας που αντιδρά στα λάθος χάδια. Και του είπα: ‘μην τολμήσεις να το ξανακάνεις αυτό’. Και εκείνος λούφαξε, αδύναμος και μικρός. Δεν το έκανε ποτέ ξανά, αλλά μου ήταν δύσκολο να συνεργαστώ ξανά μαζί του», καταλήγει η ηθοποιός.

Πηγή:athensvoice