Η xAI του Έλον Μασκ έχει εγκαταστήσει πολύ περισσότερους αεριοστροβίλους χωρίς ομοσπονδιακές άδειες στο έργο κέντρου δεδομένων Colossus 2 στο Τενεσί από ό,τι έχει παραδεχτεί δημόσια, και η ρύπανση πλήττει περισσότερο τις κυρίως μαύρες γειτονιές, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.
Πρόκειται για έναν τεράστιο αριθμό τουρμπίνων και μια ανυπολόγιστη ποσότητα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Η κάτοικος του Southaven, Shannon Samsa,
ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΠΗΡΕΑΣΤΕΙ
Η δημόσια τοποθέτηση του Δημάρχου Άργους-Μυκηνών, Γιάννη Μαλτέζου, να ταχθεί στο πλευρό των κατηγορούμενων αστυνομικών που κατηγορούνται για τη δολοφονία του 20χρονου στο Άργος, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Η δικηγόρος Αθηνών, κα. Μαρία Σπ. Σφέτσου, συνήγορος της οικογένειας του αδικοχαμένου νεαρού, με μία ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβασή της, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον του.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η δικηγόρος, «με τις δηλώσεις του ο δήμαρχος Άργους-Μυκηνών προκαλεί έκπληξη και έντονη ανησυχία, αφού υπερβαίνει τα εσκαμμένα, υπερασπιζόμενος τους δύο αστυνομικούς και χαρακτηρίζοντας περιττή την προφυλάκισή τους, παρόλο που οι δράστες κατηγορούνται για το βαρύτερο ποινικό αδίκημα του ποινικού μας συστήματος».
Σύμφωνα με την κα. Σφέτσου, ο δήμαρχος κάνει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, καθώς «δικαιολογεί πλήρως τη δολοφονική αστυνομική βία ταυτίζοντάς τη με προστασία και αποτελεσματική αστυνόμευση». Υπογραμμίζει την ευθεία υποβάθμιση του εγκλήματος, σημειώνοντας πως «για τον δήμαρχο το να πέφτει νεκρός ένας νέος, άοπλος άνθρωπος, δεχόμενος επαναλαμβανόμενα πυρά, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι, εντός μίας ευνομούμενης κοινωνίας, είναι κατ’ αυτόν απλά ένας “λανθασμένος χειρισμός” των αστυνομικών».
Σύμφωνα με την κα. Σφέτσου, ο δήμαρχος κάνει κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, καθώς «δικαιολογεί πλήρως τη δολοφονική αστυνομική βία ταυτίζοντάς τη με προστασία και αποτελεσματική αστυνόμευση». Υπογραμμίζει την ευθεία υποβάθμιση του εγκλήματος, σημειώνοντας πως «για τον δήμαρχο το να πέφτει νεκρός ένας νέος, άοπλος άνθρωπος, δεχόμενος επαναλαμβανόμενα πυρά, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι, εντός μίας ευνομούμενης κοινωνίας, είναι κατ’ αυτόν απλά ένας “λανθασμένος χειρισμός” των αστυνομικών».
Απαντώντας με θεσμικά δεδομένα, υπενθυμίζει ότι «στο θύμα η ίδια η πολιτεία είχε χορηγήσει δίπλωμα οδήγησης αφού τον είχε κρίνει ικανό να οδηγεί και ότι η επιτροπή ΚΕΠΑ, δηλαδή η επίσημη κρατική επιτροπή αναγνώρισης ποσοστών αναπηρίας, είχε κρίνει ότι δεν έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου».
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η δικηγόρος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη Δημοκρατία. Επισημαίνει ότι, ενώ τέτοιες δηλώσεις θα μπορούσαν να ανήκουν σε ανώνυμους λογαριασμούς στο διαδίκτυο, «το να εκφράζονται όμως από εκλεγμένο τοπικό άρχοντα και νομικό, από άνθρωπο με σοβαρό θεσμικό ρόλο εντός μίας δημοκρατίας, τις καθιστά επικίνδυνες για την κοινωνική ευταξία, τις αρχές του σεβασμού και της ισότητας και την ίδια την προστασία του κοινωνικού συνόλου». Καταλήγει δε, πως η πραγματική απειλή είναι «η βία και η αυθαιρεσία εκ μέρους της αστυνομίας, όπως και η συχνή ατιμωρησία της».
Τι είχε προηγηθεί
Η παρέμβαση της κας Σφέτσου ήρθε ως άμεση απάντηση στη δημόσια στήριξη του Δημάρχου Άργους-Μυκηνών, Γιάννη Μαλτέζου, προς τους δύο αστυνομικούς. Ο δήμαρχος εξέφρασε την απόλυτη και ειλικρινή στήριξή του, χαρακτηρίζοντας τους κατηγορούμενους «οικογενειάρχες» με 20ετή υπηρεσία και λευκό μητρώο, υποστηρίζοντας πως ενήργησαν υπό συνθήκες ακραίας πίεσης.
Στην αμφιλεγόμενη τοποθέτησή του, ο κ. Μαλτέζος έστρεψε την κριτική του στη μητέρα του 20χρονου, διερωτώμενος δημόσια πώς αφήνει ένα νέο άνθρωπο με τέτοια προβλήματα να κυκλοφορεί στους δρόμους οδηγώντας επικίνδυνα. Επιπλέον, αντέδρασε έντονα στην προφυλάκιση των αστυνομικών, χαρακτηρίζοντάς την περιττή. Τόνισε πως η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί προκαταβολή ποινής ούτε μέσο ικανοποίησης της κοινής γνώμης, αφήνοντας σαφείς αιχμές ότι οι δικαστές ενδέχεται να επηρεάστηκαν από την τηλεοπτική δημοσιότητα.
Τέλος, κάνοντας αναφορά στις δύσκολες συνθήκες εργασίας της ΕΛ.ΑΣ. με τους χαμηλούς μισθούς και τις ελλείψεις, υποστήριξε ότι η κοινωνία δεν πρέπει να σταυρώνει τους αστυνομικούς για κάθε λανθασμένο χειρισμό. Προειδοποίησε πως η συνεχής καταδίκη θα οδηγήσει σε αδράνεια, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «αύριο ο κλέφτης θα είναι μέσα στο σπίτι μας και κανείς δεν θα ρισκάρει να δράσει». Κατέληξε δε στο συμπέρασμα, πως το Άργος έχει ανάγκη από μια αστυνομία με κύρος και αυτοπεποίθηση.
H καλοστημένη ταινία της Ολίβια Ουάιλντ σχολιάζει τον γάμο, τις σχέσεις, τα προβλήματα της συγκατοίκησης στα χρόνια μας, δίχως κηρύγματα και επιμύθια.
Η «Πρόσκληση» ξεκίνησε με διαφορετική σύνθεση, άλλους σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές, για να αναλάβει στην πορεία τη σκηνοθεσία της η Ολίβια Ουάιλντ. Ο Σεθ Ρόγκεν παίζει τον Τζο, τον σύζυγο του ενός ζευγαριού, και το ζευγάρι από τον πάνω όροφο, που ενοχλεί με τις ερωτικές του δραστηριότητες, ο Έντουαρντ Νόρτον και η Πενέλοπε Κρουθ. Προφανώς, επειδή προερχόταν από την ηχηρή, και με μπόλικο άσχετο παρασκήνιο, αποτυχία του σκηνοθετικού της ντεμπούτου «Don’t worry darling», η Ουάιλντ ήθελε να συγκεντρωθεί στη δουλειά πίσω από την κάμερα. Οι συμπρωταγωνιστές της, όμως, την έπεισαν πως θα ήταν ιδανική για τον ρόλο της Άντζελα, μιας ευκατάστατης όμορφης γυναίκας εμμονική με τη διακόσμηση του σπιτιού της, απογοητευμένης από τον γάμο της, αλλά απρόθυμης να συζητήσει την απογοήτευσή της, κυρίως με τον άνθρωπό της, τον Tζo, τον αποτυχημένο ροκ σταρ και δάσκαλο μουσικής, που αποσύρεται στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του για να χαλαρώσει με έναν μπάφο τη μέρα.
Η «Πρόσκληση» το έχει το δράμα της, αλλά εδώ το αίσθημα, που μια λείπει και μια περισσεύει, γυρίζει σε ένα επιτραπέζιο γαϊτανάκι με γρήγορες ατάκες και διάθεση για βιτριολικές παρατηρήσεις.
Όταν η Άντζελα καλεί τον χήρο Χοκ και τη χωρισμένη Πίνα, τους «από πάνω», για δείπνο γνωριμίας, ο Τζο φρικάρει με την πολυτέλεια των εδεσμάτων και τη φροντίδα της προετοιμασίας από πλευράς της Άντζελα, έχοντας μάλιστα νωπή στη μνήμη του τα αυξημένα ντεσιμπέλ των μουγκρητών που του στέρησαν τον ύπνο και την ψυχραιμία του. Η βραδιά εξελίσσεται σε εξερεύνηση ορίων, μια κόντρα μεταξύ ζευγαριών μετά τους πρώτους άβολους, αναγνωριστικούς γύρους, σε μια αντιπαράθεση νεύρωσης και απελευθέρωσης, σύμβασης και ελευθεριότητας, δυο νοοτροπιών που… απειλούνται με σύγκλιση σε ένα ανάλαφρο και έξυπνο έργο που μοιάζει με αστείο flip side του περισσότερο δραματικού και υπαρξιακού «Θεού της Σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά, που είχε μεταφέρει στο σινεμά ο Ρόμαν Πολάνσκι με το εκλεκτό καστ των Φόστερ, Γουίνσλετ, Βαλτζ και Ράιλι.

Και η «Πρόσκληση» το έχει το δράμα της μοιρασμένο ισόποσα σε μια τετράδα χαρισματικών ηθοποιών, αλλά εδώ το αίσθημα, που μια λείπει και μια περισσεύει (ανάλογα με τον όροφο), γυρίζει σε ένα επιτραπέζιο γαϊτανάκι με γρήγορες ατάκες και διάθεση για βιτριολικές παρατηρήσεις.
Ο Ρόγκεν εξελίσσεται σε μια εξαιρετικά υπολογίσιμη φιγούρα στην τρέχουσα μυθοπλασία – πολυπράγμων και πιο διεισδυτικός απ’ ό,τι άφηνε να διαφανεί η stoner αρχική παρουσία του. Έχει δανείσει τη χαρακτηριστική φωνή του σε άπειρα κινούμενα σχέδια υψηλού προφίλ, απέδειξε πως είναι εξαιρετικός σε ταινίες όπως οι «Fabelmans», «Steve Jobs» και «Disaster Artist», και αρίστευσε σε σατιρική, σινεφίλ φαντασία στο τηλεοπτικό «Studio», αποσπώντας 4 προσωπικά Emmys. Χωρίς να απολέσει την περσόνα του (δεν μπορεί, ή δεν χρειάζεται ακόμη;), εδώ δίνει ενέργεια και μελαγχολία, έναν ζυγισμένο ρεαλισμό απολύτως απαραίτητο και «ταυτίσιμο» ακόμη και στις τραβηγμένες, πιο φαρσικές στιγμές της «Πρόσκλησης». Χωρίς να υστερούν οι υπόλοιποι τρεις, δύσκολα φαντάζεσαι έναν άλλον στη θέση του.
Αν και είναι πολύ περισσότερα, και σίγουρα πιο σοφιστικέ, οι παλιότεροι θα βάφτιζαν την ταινία «σεξοκωμωδία», μια καλοστημένη, πικάντικη πρόταση για χιαστί περιπτύξεις με μενού που εκσυγχρονίζει την παραδοσιακή σύμβαση των πιο μονοδιάστατων swingers και σχολιάζει τον γάμο, τις σχέσεις, τα προβλήματα της συγκατοίκησης στα χρόνια μας, δίχως κηρύγματα και επιμύθια. Γι’ αυτό και ένα ενήλικο, βασικά, κοινό βρήκε λημέρι ή τουλάχιστον παρένθεση στα θερινά, από το Μουντιάλ. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, έδειξε πως το κοινό για τις κωμωδίες, ή τις κομεντί με την ευρύτερη έννοια, δεν κάθεται μόνο στον καναπέ του για να τις χαζέψει σε streaming υπηρεσίες, αλλά μπορεί να πληρώσει για να τις δει σε αίθουσα. Διεθνώς, αυτό μένει να αποδειχθεί, μέχρι να καταλήξει αναγκαστικά, και πολύ σύντομα, σε κάποια πλατφόρμα.