ενημέρωση 6:25, 27 July, 2026

Οσμή σκευωρίας στην υπόθεση Marfin - Κραυγαλέα κενά στη δικογραφία, αταυτοποίητα τα πρόσωπα

Οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται με τις φωτογραφίες των ατόμων από τη στιγμή του εμπρησμού, σύμφωνα με τους συνηγόρους υπεράσπισης

Στο κομβικό γεγονός ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση των κατηγορουμένων με τις φωτογραφίες των ατόμων από τη στιγμή του εμπρησμού της Μarfin, αλλά και στο επικοινωνιακό παιχνίδι από την πλευρά της κυβέρνησης στάθηκαν κατά τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν χθες οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων για την υπόθεση, Αννυ Παπαρρούσου και Θανάσης Καμπαγιάννης.

«Τα βασικά στοιχεία αυτής της δικογραφίας είναι αυτά που δίνει το ανώνυμο email και μια έρευνα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία καταλήγει ότι οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται. Οπότε, αφού δεν έχουμε την πολυπόθητη ταυτοποίηση, καταλήγουμε να ερευνούμε διάφορα κινητά αντικείμενα», είπε η Αννυ Παπαρρούσου και ζήτησε να εντοπιστεί, να ταυτοποιηθεί και να κληθεί να καταθέσει ο αποστολέας του περίφημου ανώνυμου email:

«Σήμερα έχουμε ένα email το οποίο μπορεί να ελεγχθεί από την υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος που υπάρχει στη ΓΑΔΑ, πλην όμως δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια για κάτι τέτοιο. Ακουσα σήμερα ότι υπήρξε μια δήλωση του υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος είπε ότι πίσω από αυτό το μέιλ υπάρχει ένας άνθρωπος. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, περιμένουμε να έρθει να εξεταστεί ως μάρτυρας με τα στοιχεία του, να μας πει πώς έμαθε αυτά που λέει ότι ξέρει, γιατί κατευθύνει τις έρευνες των αρχών».

Η ίδια στην τοποθέτησή της σημείωσε πως «δυστυχώς αυτό το ζήτημα, της Marfin, επιλέγεται από την κυβέρνηση να χρησιμοποιηθεί για λόγους άλλους, πολύ διαφορετικούς από την ανάγκη ανεύρεσης της αλήθειας. […] Δημοσιογραφικά η υπόθεση παρουσιάζεται ως δεμένη. Δεν είναι. Τα στοιχεία της είναι ισχνά», ενώ πρόσθεσε πως «τα χαρακτηριστικά της δικογραφίας την καθιστούν αναξιόπιστη» και ότι «αυτή η δικογραφία πληροί τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της σκευωρίας».

Η ίδια στην τοποθέτησή της σημείωσε πως «δυστυχώς αυτό το ζήτημα, της Marfin, επιλέγεται από την κυβέρνηση να χρησιμοποιηθεί για λόγους άλλους, πολύ διαφορετικούς από την ανάγκη ανεύρεσης της αλήθειας. […] Δημοσιογραφικά η υπόθεση παρουσιάζεται ως δεμένη. Δεν είναι. Τα στοιχεία της είναι ισχνά», ενώ πρόσθεσε πως «τα χαρακτηριστικά της δικογραφίας την καθιστούν αναξιόπιστη» και ότι «αυτή η δικογραφία πληροί τα τυπολογικά χαρακτηριστικά της σκευωρίας».

Για «επικοινωνιακό παιχνίδι το οποίο παίζεται τρεις μέρες τώρα» έκανε λόγο από την πλευρά του ο συνήγορος του ενός εκ των κατηγορουμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, αναφερόμενος σε δηλώσεις κυβερνητικών και κρατικών αξιωματούχων που περιγράφουν την υπόθεση ως «εξιχνιασμένη» και τόνισε πως σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ταυτοποίηση των κατηγορουμένων.

Στέλεχος της Ν.Δ.

«Τσεκ έκανε ένα υψηλό κομματικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας δίπλα από τη λέξη Μarfin. Και αυτό είναι κάτι το οποίο, πέρα από το ότι είναι παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστών, είναι επικίνδυνο», είπε και συμπλήρωσε ότι «πολλά από τα πράγματα τα οποία λέγονται αυτή τη στιγμή και γράφονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, λόγω διαρροών της ίδιας της ΕΛ.ΑΣ. και λόγω προθυμίας διαφόρων να τα αναπαράγουν, είναι ψέματα».

Ο ίδιος τόνισε πως δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση ταυτοποίηση των κατηγορουμένων με τα πρόσωπα στις φωτογραφίες. «Η έκθεση της ΔΕΕ δεν μιλάει για καμία ταύτιση προσώπων με τον τρόπο με τον οποίο διαρρέει αυτή τη στιγμή και διαχέεται στον δημόσιο λόγο. Δεν υπάρχει ταυτοποίηση! Αν υπάρχει μια πυραμίδα, που στην κορυφή της πυραμίδας είναι η ταυτοποίηση και στον πάτο της πυραμίδας είναι ο αποκλεισμός, τα συγκεκριμένα πρόσωπα που είναι κατηγορούμενα σε αυτή την υπόθεση είναι στη μέση της πυραμίδας. Δεν υπάρχει ταυτοποίηση, και επειδή ακριβώς δεν υπάρχει ταυτοποίηση, και η ΔΕΕ δεν μπορεί να ταυτοποιήσει, γίνονται διάφορα παιχνίδια με αντικείμενα, κινητά αντικείμενα. Ούτε καν ρούχα. Κινητά αντικείμενα. Με αυτό ως δεδομένο, αντιλαμβάνεστε πόσο παραπλανητική είναι η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών».

Σκευωρία

Παίρνοντας τον λόγο, ο Γιώργος Π., ο οποίος είχε βρεθεί κατηγορούμενος για την ίδια υπόθεση το 2011 μέσω μιας ανώνυμης επιστολής που τον κατονόμαζε και στο τέλος απαλλάχθηκε πλήρως των κατηγοριών, μίλησε για σκευωρία που στήθηκε απέναντι σε εκείνον και τους δύο συγκατηγορούμενούς του, οι οποίοι απαλλάχθηκαν και αθωώθηκαν αντίστοιχα.

«Η σκευωρία αυτή μας κόστισε ηθικά, υλικά, κοινωνικά. Χρειάστηκε εμείς να βρεθούμε με τους συναδέλφους μας, με τους γείτονές μας, με τους φίλους μας ακόμα, και να πρέπει να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες, ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς για τις σκευωρίες που δημιουργούν η Ασφάλεια και ο κρατικός μηχανισμός. 15 χρόνια μετά, αυτό το οποίο νιώθω εγώ είναι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι σαν φάρσα, αλλά σαν τραγωδία. Εχουμε πάλι τρεις κατηγορουμένους, με την ίδια ακριβώς τρύπια αστυνομική μεθοδολογία, με τις ίδιες ακριβώς τρύπιες αστυνομικές διαρροές στα ΜΜΕ. Στην ουσία έχουμε πάλι τρεις ανθρώπους να έχουν έναν πολύ μεγάλο ανήφορο να ανέβουν μπροστά τους για να εξυπηρετήσουν τις προεκλογικές επιδιώξεις μιας κυβέρνησης που είναι στα τελευταία της», είπε χαρακτηριστικά.

Στο πάνελ βρέθηκε και ο Δημήτρης Κατσαρής, ο οποίος ήταν συνήγορος υπεράσπισης ενός εκ των πρώτων κατηγορουμένων της υπόθεσης, και υπογράμμισε τις ομοιότητες μεταξύ των δύο υποθέσεων, λέγοντας μάλιστα πως εγείρονται ερωτήματα για «τη σοβαρότητα και αυτής της δικογραφίας».

Πηγή: efsyn

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Το Ιράν έπληξε δύο δεξαμενόπλοια των Εμιράτων στα Στενά του Ορμούζ – Ένας νεκρός και οκτώ τραυματίες

Αναζωπυρώνεται η ένταση στη Μέση Ανατολή.

Το υπουργείο Άμυνας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων γνωστοποίησε σήμερα ότι πύραυλοι που εκτοξεύτηκαν από το Ιράν έπληξαν δυο δεξαμενόπλοια της χώρας στα Στενά του Ορμούζ, σκοτώνοντας μέλος του πληρώματος του ενός.

«Το υπουργείο Άμυνας ανακοινώνει ότι τα δεξαμενόπλοια (των ΗΑΕ) Mombasa και Al Bahiyah στοχοποιήθηκαν από δυο ιρανικούς πυραύλους κρουζ καθώς έπλεαν στη νότια οδό ναυσιπλοΐας στο στενό του Ορμούζ, εντός των χωρικών υδάτων του Ομάν», σύμφωνα με ανάρτησή του μέσω X.

Η επίθεση είχε αποτέλεσμα «τον θάνατο Ινδού, μέλους του πληρώματος του δεξαμενόπλοιου Mombasa, και τους τραυματισμούς άλλων οκτώ ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων που υπέστησαν σοβαρά τραύματα», συνέχισε η ίδια πηγή.

Οι τραυματίες είναι έξι υπήκοοι Ινδίας και δυο υπήκοοι Ουκρανίας, διευκρίνισε το υπουργείο, προσθέτοντας πως τάνκερ υπέστησαν υλικές ζημιές εξαιτίας των πυρκαγιών που εκδηλώθηκαν, οι οποίες πλέον τέθηκαν «υπό έλεγχο».

Το υπουργείο Άμυνας «καταδίκασε» τα πλήγματα, κάνοντας λόγο για «αυθάδη» επίθεση «καταφανή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που απειλεί την ασφάλεια της περιοχής», διαμηνύοντας ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τα «ανταποδώσει» μετά την ιρανική «κλιμάκωση».

Η εμπορική ναυτιλία υφίσταται βαρύ πλήγμα εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή από την 1η Μαρτίου, όταν η Τεχεράνη έκλεισε το στενό του Ορμούζ, σε αντίποινα για τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς.

Η κίνηση των πλοίων ουσιαστικά δεν ξανάρχισε παρά μετά την υπογραφή καταρχήν συμφωνίας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη την 17η Ιουνίου, όταν τα μέρη ανέφεραν πως θα επιτρεπόταν για 60 ημέρες, ενώ στο μεταξύ θα διαπραγματεύονταν τους όρους για τον τερματισμό του πολέμου. Όμως το Ιράν επιμένει πως δεν θα υπάρξει επιστροφή στο status quo ante, την προπολεμική κατάσταση, όταν η διέλευση από το στενό ήταν ελεύθερη και δωρεάν, κι απειλεί τα πλοία που προσπαθούν να παρακάμψουν τη μοναδική ρότα που επιτρέπει να ακολουθούν, κατά μήκος των ακτών του.

Το πέρασμα στρατηγικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων έχει μετατραπεί σε μεγάλο αγκάθι στις συνομιλίες της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανήγγειλε χθες πως επανεπιβάλλεται ο αμερικανικός αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο και επίσης πως θα αρχίσει να εφαρμόζεται «άμεσα» από τις ΗΠΑ φόρος διέλευσης, ύψους ίσου με το 20% της αξίας του φορτίου τους, στα πλοία τα οποία διασχίζουν το Ορμούζ.

 

 

Ο Ρομπέν των Δασών, το ΑΙ και ο νέος πόλεμος των τάξεων

του Άρη Χατζηστεφάνου

«Δεν ήταν ήρωας» τιτλοφορούσε πρόσφατη ανάλυσή του για τον Ρομπέν των Δασών το BBC. Αναπαράγοντας ουσιαστικά το πνεύμα της ταινίας «Ο Θάνατος του Robin Hood», του Μάικλ Σαρνόσκι, το κείμενο υποστήριζε ότι ο μύθος του ανθρώπου που κλέβει τους πλούσιους για να βοηθήσει τους φτωχούς αποκρύπτει τη «σκοτεινή, βίαιη, μεσαιωνική καταγωγή του Ρομπέν των Δασών».

Αν και το σενάριο της ταινίας στηρίζεται σε μια μπαλάντα του 17ου αιώνα, η νέα αφήγηση που προωθείται έχει όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ιστορικού αναθεωρητισμού: ο λαϊκός ήρωας δεν μαχόταν τους ισχυρούς της εποχής του, αλλά είχε εμπλακεί σε μια προσωπική βεντέτα που αναπαρήγε έναν κύκλο βίας χωρίς κανένα ιδεολογικό πρόσημο. Περίπου δηλαδή, το αποτέλεσμα που θα έπαιρνες αν άφηνες ιστορικούς σαν τους Καλύβα-Μαραντζίδη να διηγηθούν την ιστορία του Ρομπέν των Δασών.

Αυτή η αφήγηση βέβαια, αφήνει συνειδητά στο περιθώριο την ανάλυση που πραγματοποιούσε ο (ηθικά τσαλακωμένος αλλά πολιτικά πάντα δικαιωμένος), Νόαμ Τσόμσκι για τον μεσαιωνικό ήρωα.

Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΜΙΤ, ο μύθος του Ρόμπιν Χουντ αντικατοπτρίζει την τεράστια μάχη που διεξήχθη τον 13ο αιώνα για την πρόσβαση στα δημόσια (κοινά) αγαθά που προσέφεραν οι δασικές εκτάσεις, όπως το νερό, την τροφή και την ξυλεία. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, το πραγματικό πνεύμα του Ρομπέν των Δασών ήταν η αντίσταση των χωρικών στην «ιδωτικοποίηση» της δημόσιας γης, που είχε πραγματοποιήσει ο Γουλιέλμος Α’ της Αγγλίας (γνωστός ως Γουλιέλμος ο Κατακτητής).

Η νίκη απέναντι στον βασιλιά αποτυπώθηκε το 1217 μ.Χ. στην περίφημη Χάρτα των Δασών –συμπληρωματικό κείμενο της Magna Carta– η οποία εξασφάλιζε ίση πρόσβαση όλων των ελεύθερων πολιτών στα σημαντικότερα δημόσια αγαθά.

Όταν βέβαια θα γραφτεί η μπαλάντα για τον Θάνατο του Ρόμπιν Χουντ, ο πρώιμος καπιταλισμός είχε ήδη μετατρέψει τη Χάρτα των Δασών σε μακρινή ανάμνηση.

Περίπου οκτώ αιώνες μετά τη Magna Carta, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη κλοπή δημόσιας περιουσίας από την εποχή του Γουλιέλμου του Κατακτητή, ενώ συμπτωματικά παρακολουθούμε τον δεύτερο θάνατο του Ρομπέν των Δασών στη μεγάλη οθόνη.

Η δεύτερη λεηλασία των κοινών

Οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και κυρίως τα λεγόμενα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLM), όπως το ChatGPT, λυμαίνονται το σύνολο της γνώσης που παρήγαγε ο ανθρώπινος πολιτισμός σε όλη την ιστορία του, ενώ παράλληλα γιγαντώνουν το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών.

Στις αρχές του 2026, η UNICEF εξηγούσε ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε εδώ και δεκαετίες για να κατανοήσουμε το ψηφιακό χάσμα (τις διαφορές πρόσβασης σε υπολογιστές και στο ίντερνετ, αλλά και τις γνώσεις που απαιτούνται για να τα χρησιμοποιήσεις), δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουμε τις νέες αντιθέσεις που δημιουργούν οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.

Το γεγονός, λόγου χάρη, ότι οι εταιρείες επιβάλλουν συνδρομές για τη χρήση των πιο εξελιγμένων LLM, τα οποία χρησιμοποιούν περισσότερη υπολογιστική ισχύ για να προσφέρουν τις απαντήσεις τους, σημαίνει ότι δεν αλλάζει μόνο η πρόσβαση στη γνώση αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της γνώσης. Ο κάτοικος του παγκοσμιοποιημένου Νότου αλλά και ο φτωχός του παγκόσμιου Βορρά, που δεν μπορούν να πληρώσουν τη συνδρομή θα λάβουν απαντήσεις κατώτερης ποιότητας, ακόμη και αν χρησιμοποιούν τους ίδιους υπολογιστές και ξέρουν να κάνουν τα ίδια prompt – τις ερωτήσεις που κάνουμε στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα.

Στις ΗΠΑ ο Μπέρνι Σάντερς έχει προτείνει να περάσει το 50% των μετοχών των σχετικών εταιρειών σε ένα δημόσιο ταμείο.

Καθώς όμως το νέο ψηφιακό χάσμα είναι εγγεγραμμένο στο DNA των εταιρειών που ελέγχουν το ΑΙ, το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με τις παραδοσιακές κρατικές παρεμβάσεις που προσέφεραν απλώς υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εκπαιδευτικά προγράμματα στους οικονομικά ασθενέστερους. Αν η επεξεργασία της γνώσης που παράγουμε ελέγχεται από ιδιωτικές εταιρείες που την αντιμετωπίζουν όχι σαν δημόσιο αγαθό αλλά σαν εμπόρευμα, η μόνη λύση είναι το πέρασμα της τεχνητής νοημοσύνης υπό κοινωνικό έλεγχο.

Στις ΗΠΑ ο Μπέρνι Σάντερς έχει προτείνει να περάσει το 50% των μετοχών των σχετικών εταιρειών σε ένα δημόσιο ταμείο – ανάλογο με αυτό που χρησιμοποιεί η Νορβηγία για τα έσοδα από τις εξορύξεις πετρελαίου. Το σενάριο φαντάζει ριζοσπαστικό και «κομμουνιστικό» στα μάτια των κυρίαρχων της Σίλικον Βάλεϊ, αλλά είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά μετριοπαθές αν αναλογιστεί κανείς τι πραγματικά διακυβεύεται. Για την ακρίβεια είναι τόσο μετριοπαθές, ώστε μια σχετική πρόταση κατέθεσε στις αρχές Ιουνίου και ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η εταιρεία Open AI φέρεται να εξετάζει την οικειοθελή παράδοση του 5% των μετοχών της. Οι λόγοι για τους οποίους παρατηρείται αυτή η συστημική μετατόπιση είναι πολλοί και ξεπερνούν τα όρια του παρόντος κειμένου: Ο Τραμπ μπορεί να σκέφτεται με όρους προσωπικής κερδοσκοπίας, το οικονομικό κατεστημένο ίσως φοβάται το σκάσιμο της φούσκας του ΑΙ και επιθυμεί στοιχειώδη έλεγχο των νέων υποδομών –όπως έκανε και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα–, οι εταιρείες δίνουν λίγα για να μη χρειαστεί να χάσουν περισσότερα κ.ο.κ.

To μόνο βέβαιο είναι ότι το πνεύμα του Ρομπέν των Δασών είναι πιο ζωντανό από ποτέ.

Πηγή: infowar

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Γιατί οι Αμερικανοί δεν πιστεύουν πλέον στην Αμερική

Η 250ή επέτειος της Αμερικής έφτασε εν μέσω αυξανόμενων αμφιβολιών για τη δημοκρατία, την ευημερία και την εθνική ενότητα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μόλις τίμησαν μια σημαντική επέτειο, 250 χρόνια από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους από τη Μεγάλη Βρετανία και, θεωρητικά, αυτή θα έπρεπε να είναι μια στιγμή εθνικής υπερηφάνειας με την πάροδο ενός ακόμη ιστορικού ορόσημου, έναν ακόμη λόγο για σημαίες, πυροτεχνήματα και ομιλίες για το πεπρωμένο.

Αλλά η διάθεση δεν είναι ιδιαίτερα εορταστική.

Δύο εβδομάδες πριν από την επέτειο, το Reuters δημοσίευσε μια δημοσκόπηση που κατέγραψε το βάθος της αμερικανικής ανησυχίας - και τα νούμερα ήταν ζοφερά. Περισσότεροι από τα δύο τρίτα (70%) των Αμερικανών δεν θεωρούν πλέον τη χώρα τους το σπουδαιότερο έθνος στη Γη, ενώ το 64% πιστεύει ότι η αμερικανική δημοκρατία κινδυνεύει. Και το 38% δεν πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβιώσουν για άλλα 250 χρόνια ως ενιαία χώρα.

Οι απαντήσεις διχάστηκαν έντονα ανάλογα με τα κομματικά όρια, με τους Ρεπουμπλικάνους να εξακολουθούν να προσκολλώνται πιο έντονα στην ιδέα της εξαιρετικής χώρας ευημερίας και θεϊκής εύνοιας. Μεταξύ των Δημοκρατικών, το κλίμα είναι πολύ πιο σκοτεινό και η απαισιοδοξία έχει γίνει σχεδόν μια κοσμοθεωρία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες φτάνουν στην 250ή επέτειό τους εν μέσω μιας βαθιάς κρίσης πίστης.

Κατά κάποιο τρόπο, αυτό μοιάζει με την κρίση που βίωσε η σοβιετική κοινωνία τα τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ. Φυσικά, η Αμερική δεν είχε ποτέ επίσημη κρατική ιδεολογία με τη σοβιετική έννοια και κανείς στην Ουάσιγκτον δεν υποσχέθηκε να οικοδομήσει τον κομμουνισμό με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά οι ΗΠΑ είχαν το δικό τους συνεκτικό όραμα για το μέλλον, το οποίο ονόμασαν Αμερικανικό Όνειρο.

Αυτό το όνειρο υποσχόταν ευημερία μέσω σκληρής δουλειάς και ελευθερίας. Δούλεψε σκληρά, παίξε σύμφωνα με τους κανόνες, ανάλαβε την ευθύνη για τον εαυτό σου και η ζωή θα βελτιωθεί, τα παιδιά σου θα ζήσουν καλύτερα από ό,τι εσύ και η χώρα σου θα παραμείνει ένα πρότυπο για τον κόσμο, αλλά στον 21ο αιώνα, αυτή η υπόσχεση άρχισε να καταρρέει.

Οι πρώτες σοβαρές ρωγμές εμφανίστηκαν στους millennials, τη γενιά που γεννήθηκε μεταξύ 1981 και 1996. Οι γονείς τους πλούτισαν, αγόρασαν σπίτια, δημιούργησαν αποταμιεύσεις και ταξίδεψαν στο εξωτερικό, αλλά κληρονόμησαν φοιτητικό χρέος, απρόσιτη στέγαση, ασταθή εργασία και το παράξενο συναίσθημα ότι όσο σκληρά κι αν τρέξουν, η γραμμή τερματισμού συνεχίζει να απομακρύνεται.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Αμερικανοί τούς έλεγαν ότι η απάντηση ήταν απλώς να εργαστούν όσο σκληρά έκαναν, αλλά οι νεότεροι Αμερικανοί μπορούσαν να δουν τους αριθμούς και πώς με συγκρίσιμη προσπάθεια, οι προηγούμενες γενιές κατέληξαν πολύ πλουσιότερες. 

Έτσι, η παλιά φόρμουλα δεν λειτουργούσε πλέον και αυτό υπονόμευε την ιδέα της εργασίας ως απόλυτης αρετής. Αν η σκληρή δουλειά δεν εγγυάται πλέον μια αξιοπρεπή ζωή, τότε τι απομένει; Η ελευθερία;

Οι Αμερικανοί είναι τυπικά ελεύθεροι, καθώς εκλέγουν προέδρους και βουλευτές. Ωστόσο, το Κογκρέσο είναι γεμάτο με ηλικιωμένους πολιτικούς που φαίνονται αποφασισμένοι να μην αλλάξουν τίποτα και που συχνά εγκαταλείπουν τη δημόσια ζωή μόνο όταν η φύση τελικά παρέμβει. Οι πρόεδροι μιλούν όμορφα στις προεκλογικές τους εκστρατείες, αλλά μόλις μπουν στον Λευκό Οίκο, συνήθως ακολουθούν την ίδια παλιά πορεία, έτσι ενώ τα πρόσωπα αλλάζουν, η μηχανή παραμένει και η ελευθερία αρχίζει επίσης να φαίνεται κούφια.

Για τους νεότερους Αμερικανούς, το Αμερικανικό Όνειρο γίνεται αυτό που έγινε το λαμπρό κομμουνιστικό μέλλον για τους ύστερους σοβιετικούς πολίτες ως επίσημη υπόσχεση που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά που σχεδόν κανείς δεν την πιστεύει πια. Μόλις μια κοινωνία χάσει το όραμά της για το μέλλον, ακολουθεί αποπροσανατολισμός και σχεδόν όλοι μπορούν να νιώσουν ότι το σύστημα δεν λειτουργεί σωστά. Αλλά τι πρέπει να το αντικαταστήσει και πού πρέπει να πάει η χώρα;

Λοιπόν, η αμερικανική κοινωνία έχει αναπτύξει δύο εντελώς διαφορετικές απαντήσεις. Η συντηρητική δεξιά πιστεύει ότι η Αμερική μπορεί να σωθεί με την επιστροφή στον πραγματισμό με μια πιο ελεύθερη αγορά, υποστήριξη στους μεγάλους επιχειρηματίες, αδίστακτη αποτελεσματικότητα στις δημόσιες δαπάνες και μια εξωτερική πολιτική λιγότερο περιορισμένη από παλιά ιδεολογικά κηρύγματα για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπό αυτή την άποψη, η Αμερική πρέπει να σταματήσει να προσπαθεί να κάνει κήρυγμα στον κόσμο και να αρχίσει να φροντίζει τον εαυτό της.

Η προοδευτική αριστερά πιστεύει το αντίθετο, ότι οι πυλώνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν, αλλά ότι η οικονομία χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση. Ο εθνικός πλούτος, λένε, πρέπει να κατανεμηθεί πιο δίκαια και οι μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας, αντιμετωπίζονται με βαθιά καχυποψία. Οι νέοι κακοί είναι οι «φεουδάρχες της τεχνολογίας», δισεκατομμυριούχοι των οποίων η δύναμη φαίνεται να ανταγωνίζεται αυτή του ίδιου του κράτους.

Και τα δύο στρατόπεδα συμφωνούν σε ένα πράγμα, ότι η τρέχουσα τάξη πραγμάτων έχει εξαντληθεί, αλλά απλώς διαφωνούν για το τι πρέπει να ακολουθήσει.

Ο Ντόναλντ Τραμπ υποτίθεται ότι θα δοκίμαζε την απάντηση της δεξιάς στην πράξη και οι υποστηρικτές του περίμεναν μια επανάσταση σε ρήξη με την παλιά ελίτ, έναν νέο οικονομικό εθνικισμό, μια κυβέρνηση που θα σταματούσε να ζητά συγγνώμη και θα άρχιζε να ενεργεί επειδή τα υποσχέθηκε όλα αυτά.

Αλλά η προεδρία του Τραμπ έχει δείξει τα όρια του κινήματός του, καθώς δεν υπάρχει ιδιαίτερο σύστημα και ο Τραμπ δεν σκέφτεται με βάση ιστορικές κατηγορίες, αλλά με όρους του Τραμπ. Αν εξαρτιόταν από αυτόν, η Ουάσινγκτον θα ήταν γεμάτη όχι με ένα νέο εθνικό δόγμα, αλλά με χρυσές αίθουσες χορού και μνημεία για το δικό του μεγαλείο.

Η προσέγγισή του στην 250ή επέτειο της Αμερικής έχει απογοητεύσει ακόμη και ορισμένους από τους θαυμαστές του. Πολλοί περίμεναν ένα σοβαρό πρόγραμμα ή τουλάχιστον μια συμβολική ανασκόπηση της πορείας της χώρας, αλλά αντίθετα, ο Τραμπ συνεχίζει να μιλάει για τα δικά του επιτεύγματα. Κατά καιρούς, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς αν η Αμερική γιορτάζει 250 χρόνια ανεξαρτησίας ή συνεχίζει τους εορτασμούς για τα 80ά γενέθλια του προέδρου της.

Έτσι, τώρα απογοητευμένη από τη δεξιά, η Αμερική στρέφει το βλέμμα της προς τα αριστερά, αν και η χώρα δεν εμπιστεύεται ακόμη την αριστερά σε εθνικό επίπεδο. Αλλά σε τοπικό επίπεδο, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, οι ψηφοφόροι είναι ολοένα και πιο πρόθυμοι να πειραματιστούν, με τον Ζόχραν Μαμντάνι, τον ανοιχτά σοσιαλιστή δήμαρχο της Νέας Υόρκης, να αποτελεί ένα προφανές παράδειγμα. Αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς στις μεγαλύτερες πόλεις είναι πιο ορατές οι αντιφάσεις της σύγχρονης Αμερικής όσον αφορά το κόστος στέγασης, την ανισότητα, τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, τις υποβαθμισμένες υποδομές και την οργή προς τις απομακρυσμένες ελίτ.

Αν οι σοσιαλιστικές πολιτικές επιτύχουν σε επίπεδο πόλης, οι υποστηρικτές τους σύντομα θα ισχυριστούν ότι είναι έτοιμοι για υψηλότερα αξιώματα.

Και τι θα κάνουν τότε οι αντίπαλοί τους; Θα μπορούσαν να αποδεχτούν την ήττα ή μπορεί να αποφασίσουν ότι η Αμερική τους δεν μπορεί πλέον να ζει κάτω από την ίδια στέγη με την άλλη Αμερική, κάτι που είναι και το πραγματικό ερώτημα πίσω από την επέτειο. Όχι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μια αξιοσημείωτη 250χρονη εμπειρία, γιατί ναι, αλλά το ερώτημα είναι αν εξακολουθούν να έχουν ένα κοινό μέλλον.

Ίσως η Αμερική βρει έναν νέο συμβιβασμό και ίσως επανεφεύρει τον εαυτό της, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν, αλλά ίσως οι δύο πολιτικές της φυλές να έχουν ήδη αρχίσει να ταξιδεύουν σε διαφορετικές ιστορικές κατευθύνσεις.

Αν, κατά τα επόμενα 250 χρόνια, η ιστορία των ΗΠΑ ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο προς μια πολιτισμένη ή απολίτιστη διαίρεση, αυτό δεν θα οφείλεται στο ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν σημαίες ή ομιλίες, αλλά στο ότι η παλιά υπόσχεση της χώρας σταμάτησε να πείθει τον δικό της λαό.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ηλεκτρονική εφημερίδα  Gazeta.ru  και μεταφράστηκε και επιμελήθηκε από την ομάδα του RT.

Πηγή: RT